Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

ΥΝΤΑΓΟΣ.....

Διευκρίνηση: το παρακάτω post δεν ενδιαφέρει κανέναν, εκτός από αυτούς που έχουν ζήσει στο νησί και το νιώθουν. Για τους υπολοίπους, μπορεί να είναι βαρετό ή κουραστικό.

Ένα τελευταίο κομμάτι ιστορίας του νησιού που, τουλάχιστον απ΄τα Κελλιά (Καλλονή) χάνεται, αφορά τους υνταγούς (παραφθορά της λέξης υδραγωγός) που θα διατρέχουν, έστω και για λίγες εβδομάδες ακόμα, το χωριό.

Εξηγώ για τους μη γνωρίζοντες: το νερό της υπερκείμενης πηγής απ΄όπου το χωριό κάλυπτε τις ανάγκες του, δεν ανήκε σε κανέναν, ήταν κοινόχρηστο ακριβώς όπως ο ήλιος και ο αέρας.
Μοιραζόταν, λοιπόν, για το πότισμα των περιβολιών και των κήπων με έναν απλούστατο και αποτελεσματικό τρόπο, που προϋπέθετε όμως, κοινωνική συνείδηση και κοινωνική συνοχή, οι οποίες στο ποσοστό που υπήρχαν, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων, ήταν επαρκείς για να συντηρούνται οι βασικές δομές του χωριού.

Ένας ανοικτός υδραγωγός (υνταγός) έφερνε το νερό από την πηγή έως μέσα στο χωριό και το διέτρεχε όλο, από το πρώτο σπίτι έως το τελευταίο. Παράλληλα, τα αρδευτικά αυλάκια του κάθε περιβολιού ή κήπου του χωριού κατέληγαν σε ένα κεντρικό αυλάκι, που είχε πρόσβαση προς τον υδραγωγό. Με μια απλή και εύκολη εκτροπή της ροής του νερού στο σημείο συνάντησής του με τον υδραγωγό, το νερό «γύριζε» μέσα και πότιζε το περιβόλι ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, γέμιζε την δεξαμενή για μετέπειτα χρήση. Για την εκτροπή του νερού τα συνηθέστερα μέσα ήταν πλατειές πέτρες, κουρέλια, σπάρτα δεμένα μεταξύ τους και ό,τι άλλο μπορούσε να λειτουργήσει σαν φράγμα.


Πότε όμως «είχε» ο καθένας το νερό ή πώς ήξερε πότε μπορούσε να το «γυρίσει» στο χωράφι του και να ποτίσει;

Απλούστατα, έβγαινε ένα πρόγραμμα που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Ο πρώτος είχε το νερό από τις τρείς έως τις τέσσερεις, ο επόμενος από τις τέσσερεις έως τις πέντε, ο τρίτος από τις πέντε έως τις έξι κ.ο.κ. Μιλητά, το πρόγραμμα μπορούσε να τροποποιηθεί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων.

Για τους καλοκαιρινούς επήλυδες, όπως εγώ, η εντυπωσιακή επαφή με το γεγονός ήταν γύρω στις πρώτες πρωινές ώρες, όταν γυρνάγαμε από κάποιο ξενύχτι και πέφταμε πάνω σε κάποιον που τράβαγε να ποτίσει με την τσάπα στον ώμο ή τον ακούγαμε, σαν το φάντασμα, να ποτίζει μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα το περιβόλι του.

Σε ορισμένα σημεία μάλιστα, το νερό έφτιαχνε μικρούς καταρράκτες, με χαρακτηριστικότερο το σημείο λίγα μέτρα από το Ξυνάρι, ακριβώς εμπρός από το σπίτι της συχωρεμένης της Μαρούλας. 

Αλλού πάλι, στριφογύριζε με δύναμη και στραφτάλιζε στον ήλιο ζωντανό, ολόμορφο, λαχταριστό.

Βέβαια, οι κάτοικοι αραίωσαν σημαντικά, αυτοί που απέμειναν άλλαξαν δραστηριότητες που ίσως, δεν τους αφήνουν τον απαιτούμενο χρόνο για να ασχοληθούν με περιβόλια, το νερό της πηγής έπαψε να είναι το μοναδικό του χωριού, θεωρήθηκε δεδομένο (όπως και όλο το νερό του νησιού γενικώς, από τότε που εμφανίστηκε το εμφιαλωμένο) και όσο έμεινε να τρέχει μέσα στο χωριό, κατάντησε φορέας κάθε είδους σκουπιδιού που σιγά-σιγά ως είδος μετοίκησε από την πόλη και στο χωριό. 
 
Αποτσίγαρα, πλαστικά ποτηράκια, χαρτάκια περιτυλίγματος, καλαμάκια, πακέτα τσιγάρων, καραμέλες, βίδες, καρφιά, και όποιο σκουπίδι μπορεί να χωρέσει μέσα στο πλάτος των 15-20 εκατοστών του υνταγού, διέσχιζε το χωριό μέχρι κάποιο δύσκολο σημείο όπου ο υνταγός στένευε ή έστριβε απότομα και εκεί σκάλωνε, σφήνωνε και μετά από λίγο βοήθαγε κι΄άλλα σκουπιδάκια να μαζευτούν κοντά του, με αποτέλεσμα σιγά-σιγά, ο υνταγός να μπουκώσει και να υπερχειλίσει σε όποιο σημείο ήταν δυνατόν.

Φαίνεται, λοιπόν ότι, οι μεταξύ μας σχέσεις, που δεν μας αφήνει το τεράστιο μας ΕΓΩ να διαχειριστούμε όπως οφείλουμε, αντανακλώνται και στον κοινό μας χώρο και γυρίζουν πίσω σε μας με δυσάρεστο τρόπο. 
 
Το πώς αντιμετωπίζουμε τα μεγάλα μας σκουπίδια δεν διαφέρει ουσιαστικά καθόλου από το πώς αντιμετωπίζουμε και τα μικρά: τα στέλνουμε κάπου που δεν θα φαίνονται. Παρακάτω, παραπέρα, παραπάνω, παραδίπλα.

Αρκεί τα σπίτια μας να είναι καθαρά και να έχουν σαρανταδυάρα τηλεόραση, ιταλικά πλακάκια και αλουμινένια κουφώματα. Αρκεί όλα τα τριγύρω μας να κραυγάζουν, πως δεν ζούμε σε διαφορετικά σπίτια από ΄κείνα της πρωτεύουσας.

Ποιόν μπορεί να νοιάζει ότι, ο παμπάλαιος υνταγός των Κελλίων (Καλλονής) σκεπάζεται; Μάλλον κανέναν...

Ποιός μπορεί να συνειδητοποιεί την ντροπή που αντικατοπτρίζει αυτό το μπάλωμα; Σίγουρα κανένας...

Συμπτωματικά, τις τελευταίες μέρες πριν το τέλος των διακοπών, μια ομάδα ξένων τουριστών είχαν αράξει στην ημιτελή πλατεία του χωριού και κύτταζαν τους μάστορες που δούλευαν στην πλακόστρωση και δίπλα, στο σκέπασμα του υνταγού. Στην αρχή νόμιζαν πως οι μάστορες απλώς άλλαζαν τους σωλήνες του χωριού, αλλά, μετά από λίγη κουβέντα και μερικές εξηγήσεις, έφυγαν προς το πάνω χωριό για να δούν και να φωτογραφίσουν τα κομμάτια του υδραγωγού που απέμειναν ακάλυπτα, τουλάχιστον μέχρι εκείνη την στιγμή.

Το μόνο καλό της όλης υπόθεσης είναι ότι, ο Γιάννης και ο Νίκος, οι μάστορες που ασχολούνται με το έργο, κάνουν εκπληκτικής ποιότητας δουλειά. Οι ίδιοι ίσως δεν το ξέρουν, γιατί είναι στην φύση τους πλέον το να δουλεύουν με τέτοιον τρόπο...


Αυτά.

Στο επόμενο θα μιλήσουμε για την τελευταία ευκαιρία του χωριού και πώς αυτή, μπορεί να αφεθεί να χαθεί.

 ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 1/9/2015: Πολλές φορές στα σπίτια των οικισμών βρίσκουμε τον «γκτούντο» ή «υνταγό» ή «κουντούντους». Η λέξη «γκτούντος» προέρχεται από παράφραση της λατινικής λέξης «aquaeductus», που σημαίνει οδηγός νερού.
 ΠΗΓΗ:  http://kellianos.blogspot.gr/2015/08/blog-post_99.html





Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Τα εξωκκλήσια χωρίς δόγμα...

Κάπου εδώ έξω, σ΄ένα εξωκκλήσι που στέκεται μόνο του στην μέση ενός χωραφιού, κάπου εδώ μπορεί να είναι κρυμμένος ο θεός του καθενός ξεχωριστά...


Μακριά απ΄ τον θόρυβο των θρησκειών και τους βάλτους των δογμάτων, με ανεπιτήδευτη απλότητα και αμίμητη αξιοπρέπεια προς τον χώρο, με καρδιά καμωμένη από τις ατέλειες της κατασκευής τους...



Από εδώ κοντά, το γαλανό τού απέραντου θεού, αποκτά γεωμετρική υπόσταση και σαφήνεια...


Και ο κόσμος σωπαίνει όταν κυττάς από την μέσα άφωτη ηρεμία προς τα έξω, όσο όμορφο κι΄αν είναι το έξω από μόνο του...
Κυττάς και το δέος είναι σαν του αγέννητου μωρού, που προλαβαίνει να ρίξει μια γρήγορη ματιά στον κόσμο πριν πηδήξει μέσα του...


Ψηλότερα, πάνω απ΄τα Κελλιά, τα πράγματα φαίνονται αλλιώς...


Η εκκλησία ακουμπάει απαλά στην πλαγιά της Καστέλλας και όταν ο ήλιος γονατίσει προς του Πολέμου τον Κάμπο, αρχινάει να γαληνεύει κι΄αυτή, ντυμένη σε χιλιάδες ίσκιους...

 Μέσα απ΄την καμάρα, ένα κομμάτι ουρανού πιασμένο στον ιστό αφουγκράζεται την απόλυτη άπνοια του φετινού καλοκαιριού...

Τριγύρω, ανασαίνουν μερικά κομμάτια των χρόνων που πέρασαν, ανερμήνευτα, άφωνα, αμήχανα εδώ έξω στο τόσο φως μετά από τόσα χρόνια...


Η εικόνα στο εσωτερικό του ναού είναι ανάγλυφα φτιαγμένη στον τοίχο, χρωματισμένη ξανά και ξανά, να μην πάψει ποτέ να περιγράφει την ουσία του χώρου: να μην πάψει ν΄ακούγεται ανθρώπινη περπατησιά στο κατώφλι του ναού για όσο περισσότερο γίνεται....


Κατάλοιπα των αγροτικών ιερών των αρχαίων Ελλήνων, που περιείχαν το ξόανο κάποιου θεού ή του τοπικού δαίμονα που εξασφάλιζε την σοδειά, τα ξωκκλήσια της Τήνου κάναν αυτό ακριβώς. Ήταν το αποκούμπι και η ανάπαυλα του ξωμάχου ή του περαστικού, μια απότιση τιμής και δέους προς την ίδια την θεοποιημένη φύση...

Για το ιστορία του πράγματος, τα εξωκκλήσια είναι του Αη Νικόλα και της Αγίας Υπακοής (Αγία Τριάδα και Άγιος Αντώνιος) στην περιοχή των Κελλιών Τήνου.

Τέλος,ο τοπικός δαίμων των Κάτω Μερών κατά τους αρχαίους χρόνους ήταν ο Καλλισταγόρας





ΚΟΥΜΑΡΟΣ....

Δεκαπενταύγουστος...

Πλησιάζοντας στο καφενεδάκι του Κουμάρου ακούμε ομιλίες, πειρακτικά σχόλια προς κάποιον, ο οποίος απαντάει προσπαθώντας να θίξει την ηλικία των άλλων...

Μάταια...Τα σχόλια συνεχίζουν και γέλια έρχονται να προστεθούν...
Μια παρέα έξι-εφτά ατόμων κάθεται στα πεζούλια και πειράζει τον μεγαλύτερο σε ηλικία, που έχει βαλθεί με μια σκούπα και μπόλικο νερό από την βρύση να καθαρίσει τον χώρο κάτω απ΄την συκιά...

"¨Ζέστη..."
"Καλά είναι...δε πειράζει..."

"Χρόνια Πολλά και του χρόνου.."
"Επίσης.....Κατσείτε για καφέ. Εμείς εδώ έχουμε φτιάξει καφενείο που τα φτιάχνετε μονάχοι σας..... "

Συνεχίζει το καθάρισμα του δρόμου...Τώρα σκύβει με ευλυγισία παιδιού και μαζεύει ένα-ένα τα σ΄κιόφυλλα από κάτω, μέχρι που το μάτι του δεν μπορεί να πιάσει άλλο...., αυτός, ο εικοσάχρονος ογδοντάρης...

"Η Αθήνα...; Τριανταοχτώ χρόνια έφαγα στην Αθήνα....Μα εδώ έν΄ πιό καλά, περνάει η ώρα καλύτερα..."

Ο εαυτός μου, ξέρεις, εκείνος που όλα τα βλέπει και όλα τα σχολιάζει, έστω και υπόκωφα, ντρέπεται για όλες τις φορές που έχει αφήσει ένα σκουπιδάκι κάτω  ή τόχει παραμερίσει με το πόδι για να μην φαίνεται και του θυμίζει την υποχρέωση και την αδιαφορία...Ντρέπεται για όλες τις φορές που είπε "βαριέμαι" και αστραπιαία με σηκώνει να πάω στο κουζινάκι να φτιάξω έναν ελληνικό, να φύγω γρήγορα απ΄ εδώ που παίζεται το έργο...

Ο γιός μου γοητευμένος από την ελευθερία κινήσεων στον χώρο (χρυσή χορηγία της εμπιστοσύνης στον συνάνθρωπο) περιφέρεται, διαλέγει παγωτό, ρίχνει το αντίτιμο στο ξύλινο συρτάρι που γράφει "Ταμείο", ζητάει κι΄άλλο και σε λίγο κι΄άλλο παγωτό για να επαναλάβει την διαδικασία.

Ένα γκρουπ Γάλλων περιπατητών εμφανίζεται από την μία άκρη και χάνεται στην άλλη, τα σύννεφα τρέχουν μόλις πάνω απ΄το τελευταίο σπίτι με φόντο το βουνό, ένας ηλικιωμένος με δύο μπαστούνια να ψηλαφούν τον δρόμο μπροστά του καλημερίζει και περνάει....Πρίν βγει απ΄την καμάρα προλαβαίνω να τραβήξω μια φωτογραφία, τυχαία η κάμερα πιάνει ένα πιτσιρίκι να κάθεται στα περπατιά ενός σφαλιστού σπιτιού...

Μέσα από το άψυχο ίντερνετ, ακόμη κι΄αν δεν φτάσει ποτέ ως αυτούς, μια πλατειά καλημέρα σε όλους όσους συναντήσαμε εκείνη την ημέρα και ειδικά, στον κυριούλη, που μας έβαλε το γυαλί εμπρός στα μούτρα μας να καθρεφτιστούμε την κακομοιριά μας...

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Ρε ασταδιάλα.....

Ρε, για κύττα, ρε...

Πώς εμεγάλωσε η πόλη, πώς έμοιασε στας Αθήνας, πώς επλάτυνε και εψήλωσε, πώς εβάρυνε απ΄το τσιμέντο και το σίδερο, πόσο κατάφερε να ασχημύνει κι΄άλλο...!!!

Ούτε τα νυχτερινά φώτα μπορούν να κρύψουν το μέλλον που έχει διαλέξει εδώ και καιρό το νησί....

Όσα χτίστηκαν είναι χειρότερα από τα προηγούμενα και όσοι χτίζουν, ζηλεύουν τόσο πολύ τα Cayenne των άλλων, που πρέπει να αποκτήσουν κι΄αυτοί πάση θυσία δικό τους και μάλιστα, το συντομώτερο...

Όσο για τους ντόπιους, έχουν χάσει τον μπούσουλα, δεν ξέρουν τί τους γίνεται και δεν ενδιαφέρονται κιόλας, φτάνει που το νησί ζει απ΄την οικοδομή και μόνον απ΄αυτήν...

Η άσχημη χώρα της Τήνου, λοιπόν, σαν καρκίνος απλώνεται με πολλαπλές μεταστάσεις και στο υπόλοιπο νησί, σε όλα τα όργανά του, σε όλες τις συνειδήσεις...

Καλό χειμώνα.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Ο ΙΟΣ ΤΟΥ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ...

".....Τα συνεργεία του ΥΠΕΧΩΔΕ δεν είναι σε θέση να εντοπίσουν τον φθοροποιό παράγοντα, δεδομένης μάλιστα και της παντελούς έλλειψης σχετικής βιβλιογραφίας ή άλλων παρόμοιων περιστατικών, που έχει 'καταφάει' κυριολεκτικά τις πολυκατοικίες στο κέντρο της Αθήνας, δίνοντας τροφή για επιστημονικοφανή σχόλια που μιλάνε για τον 'Ιό του τσιμέντου'.

Πιό συγκεκριμένα, εκτεταμένες φθορές έχουν παρατηρηθεί στους σκελετούς εκατόν τριάντα πολυκατοικιών στο κέντρο της Αθήνας, οι οποίες έχουν αρχίσει να εκκενώνονται προληπτικά.
Κύκλοι του ΥΠΕΧΩΔΕ έχουν αφήσει να διαρρεύσει ότι, επίκεινται κατεδαφίσεις των εν λόγω κτιρίων, εφ' όσον οι βλάβες είναι μη αντιστρεπτές και μη επιδιορθώσιμες.
Ανησυχία εξ'άλλου προκαλεί το γεγονός ότι, δεν είναι δυνατόν να εντοπιστεί το αίτιο, ενώ παράλληλα ίχνη 'προσβολής' παρουσιάζονται και σε κτίρια σε άλλες περιοχές της Αθήνας. ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΝΩΜΙΑ 12/8/2011".

Ο μηχανολόγος Δημήτρης Τσοπάνογλου, χαμογέλασε ελαφρά. Έκοψε προσεκτικά το φύλλο και το έβαλε στην τσάντα του με σκοπό να το δώσει αύριο να του το κορνιζάρουν.
"Η αρχή του τέλους..." σκέφτηκε, "Τόσα χρόνια, τόσοι συνεργάτες, τόσοι κόποι..."

Πλησίασε στο παράθυρο του λιτού γραφείου του και κύτταξε τον οχετό του τσιμέντου, που απλωνόταν μπροστά στα μάτια του.
Μ' έναν πρόχειρο υπολογισμό κατέληξε σέ ένα νούμερο που τον έκανε να χαμογελάσει: "Επτάμιση χρόνια το πολύ...! Σε επτάμιση χρόνια το αίσχος που πλαστοπροσωπούσε την Αθήνα, θα ήταν παρελθόν."

Θυμήθηκε τον φίλο του τον Παρασίδη, έναν από τους κορυφαίους βιολόγους στην Ευρώπη, όταν του είχε ζητήσει, πίσω στο 1998, να τροποποιήσει γενετικά κάποιο βακτήριο, έτσι ώστε να μπορεί να προσβάλλει το τσιμέντο.
Ενώ περίμενε ότι θα γελούσε εις βάρος του, ότι θα τον χλεύαζε σαν επιστήμονα, εκείνος είχε απλώς τραβήξει την καρέκλα του πίσω, είχε κατεβάσει τα γυαλιά στο στήθος του και σμίγοντας τα φρύδια του του είχε ζητήσει να το επαναλάβει.

Έκτοτε, δεκάδες φοιτητές του τμήματος της Εφαρμοσμένης Γενετικής του Παρασίδη είχαν κάνει ατελείωτα πειράματα, που κατά την γνώμη τους, δεν είχαν κανένα απολύτως νόημα.
Ο καθηγητής είχε μοιράσει έξυπνα τομείς του πειράματος σε τριάντα διαφορετικούς μεταπτυχιακούς φοιτητές, των οποίων την δουλειά θα μπορούσε έπειτα να συνδυάσει και να φτάσει στο ζητούμενο αποτέλεσμα, όπως και έγινε.
Χρεώθηκε, βέβαια, με τα μηδενικά αποτελέσματα των ερευνών του, τουλάχιστον όπως αυτές έβγαιναν προς τα έξω, και μάλιστα, με την ενεργοποίηση του νόμου περί αξιολόγησης των πανεπιστημίων τον Οκτώβριο του 2008, είχε κινδυνέψει να βρεθεί εκτός της επιστημονικής κοινότητας, αλλά, άξιζε τον κόπο.

Παιδιά και οι δυό τους ο Τσοπάνογλου με τον Παρασίδη, είχαν λατρέψει τις αλάνες, τις πλατείες, τα πάρκα και τους λόφους, τους ελεύθερους χώρους, την ανθρώπινη συναναστροφή και όλην αυτή την αγάπη τους, την είχαν μεταδώσει και στα παιδιά τους, που όμως πλέον είχαν αρχίσει να ασφυκτιούν στον κλοιό της πόλης και είχαν πάρει την απόφαση να μην γυρίσουν ποτέ πίσω μετά το Πανεπιστήμιο, παρά να μείνουν για πάντα στην δεύτερη πατρίδα τους, εκείνη των σπουδών τους.

Δεν θα ήταν υπερβολικό να έλεγε κανείς πως τα δάκρυα του Τσοπάνογλου όταν αντίκρυσε στην αποθήκη του υπογείου το παρατημένο ποδήλατο του γιού του, ήταν εκείνα που πυροδότησαν την ιδέα για τον ιό του τσιμέντου.

Το αστείο ήταν, πως οι δημοσιογράφοι, στην προσπάθειά τους να ονοματίσουν το φαινόμενο, είχαν πέσει διάνα στην περιγραφή του ώς ΙΟ ΤΟΥ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ, την ίδια στιγμή, που οι επιστημονικοί κύκλοι απέρριπταν με ανασηκωμένο υπεροπτικά το φρύδι αυτήν την θεωρία.

Ο Παρασίδης, αρεσκόταν να το λέει "Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ", σε συνδυασμό μάλιστα και με κάποιες πρώτες κινήσεις-προτάσεις που είχε κάνει σε φίλους του στο Υπουργείο Πολιτισμού, για διεξαγωγή ανασκαφών στα σημεία όπου απαλλοτριώνονταν τα κτίρια.

Και εν πάσει περιπτώσει, ήταν έτοιμες από καιρό και οι προτάσεις, που περιλάμβαναν όχι μόνον αποζημιώσεις των ενοίκων που είχαν χάσει τα σπίτια τους, αλλά και την παροχή πρώην εγκαταλελειμμένων, αλλά πρόσφατα ανακαινισμένων κατοικιών ανά την Ελλάδα σε περιοχές με μεγάλο δείκτη εγκατάλειψης.

Επτάμιση χρόνια ακόμη...

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

χύθηκε ο καφές, ρεεεεέ.....


Και από πού να ξεκινήσεις...
Από την παιδεία...;
Και από πού ακριβώς...;  Απ΄τα πανεπιστήμια με τους προαλειφόμενους δικτατορίσκους συνδικαλιστάδες ή από τα πολυφυλετικά δημοτικά όπου δεν υπάρχει τρόπος μείωσης των απωλειών χρόνου εξ΄αιτίας της γλώσσας ούτε για τα ελληνάκια ούτε για τα ξενάκια...
Πιάσε καλύτερα την άμυνα, ειδικά τώρα που τα γειτονάκια αγριεύουν ξανά...Τώρα μόλις παραλάβαμε μέρος των πυρομαχικών για άρματα που υπηρετούν στον Ελληνικό στρατό εδώ και πέντε χρόνια. Ά, βάλε και τα διαβήματα, είναι σοβαρή άσκηση εξωτερικής πολιτικής...
Στον πολιτισμό πώς τα βλέπεις...;
Είναι κάτι μάρμαρα που μας ταϊζουν ακόμη και κάτι παλαβοί που στέκονται και κυττάνε μπογιατισμένους μουσαμάδες και στραβωμένες λαμαρίνες, αυτό δεν είναι...;
Και πώς αντέχουν εκείνες τις φωνάρες για τόσην ώρα και κείνο το τσίρι-τσίρι με τα βιολιά και περνάνε και καλά....
Για τον τουρισμό δεν έχεις να μου πεις τίποτα, όμως...
Έρχονται οι ξυνόγαλοι απ΄τους βορράδες και λιάζονται και μπανιαρίζονται στις θάλασσές μας, τους ψιλοκοροϊδεύουμε και με κάτι μουσακάδες με σάπιες μελιτζάνες, κάτι μπουζουκοκομπανίες του μπάρμπα μου του πικραμένου και με κάτι χαμόγελα και φιλικά χτυπήματα στην πλάτη και όξω απ΄την πόρτα...
Λετσοτουρίστες και αλητοτουρίστες είναι οι δύο όροι που ευδοκιμούν μόνον στην Ελλαδασκάρη...Άσε που μετά οι ίδιοι, θα έφερναν και τις φαμίλιες που θα έκαναν, εμείς θέλουμε τα φράγκα και τα θέλουμε τώρα...!
Για τα τρενάκια δεν σ΄ακούω να μου λες τίποτε...Ούτε και για τα αστικά τα λεωφορειάκια που είναι κάργα στον επιβάτη με πληρότητες που ξεπερνάνε το 130% και παρ΄όλ΄αυτά πάνε για πάτο με το κεφάλι, δεδομένου ότι σε χίλιους τριακόσιους οδηγούς αντιστοιχούν οκτακόσιοι διοικητικοί...
Στα παποράκια..; έ;; εκεί κι΄αν γίνεται το μαλεβράσε....Για πετάξου μια Ικαρία να σε δώ...
Έχεις σόϊ και σπίτι στο Αιγαίο..; Μεγάλε, προνομιούχος !!! Και πάς δεκαπέντε μέρες τον χρόνο..; Μόνο..;;;  Πόσο έχει τετραμελής οικογένεια με αμάξι για το νησί..;; Και πόσο σου χρέωσε τον καφέ και την χωριάτικη στο νησί, που παλεύει να βγάλει δέκα μήνες απ΄τους δύο του καλοκαιριού, χωρίς αγροτική παραγωγή και με αγγουράκια Τουρκίας και λεμονάκια Αργεντινής στο ράφι του πολυεθνικού σουπερμερκάτου...;;;
Άκου τώρα να σου πω...
Σούχει χυθεί ποτέ καφές στο γραφείο...;;;
Δεν ξέρεις από πού ναξεκινήσεις... Να σταματήσεις τον καφένα μη χυθεί στην μοκέτα ή να σηκώσεις τα χαρτιά να μην βραχούν τελείως...Να κλείσεις τον υπολογιστή μή και βραχυκυκλώσει το πληκτρολόγιο ή να σπρώξεις την καρέκλα να μην τρέξει ο καφές επάνω...Να στεγνώσεις γρήγορα το παντελόνι μην κάνει λεκέ ή να δείς αν έτρεξε ο καφές και μέσα στα συρτάρια...
Έτσι περίπου πορεύεται και η Ελλαδιέρα Λεόνε.
Δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις....
Κι΄έχουνε χυθεί καφέδες και καφέδες κι΄όσην ώρα μιλάμε χύθηκαν κι΄άλλοι...

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Βωλάξ

Η Διονυσία κύτταξε τον καφέ της.
Οι φουσκάλες έλαμπαν στον ήλιο με χρώματα που στριφογύριζαν επάνω τους, έσκαγαν χωρίς κρότο, το καϊμάκι αραίωνε.

Σιγή...ανάσα κρατημένη....Θα είναι καλός ο καφές...;

Έβαλε μια γουλιά στο στόμα της..."Έχει ζάχαρη" ψιθύρισε, γυρίζοντας στην καφετζού είπε φωναχτά "Το μπρίκι είχε ζάχαρη απ΄τον προηγούμενο καφέ, μου φτιάχνετε έναν άλλον, σας παρακαλώ..."

Στο διπλανό χωράφι ένας κάτσικας μασουλάει ξερά χόρτα, κυττάει χωρίς να μας βλέπει, η ζέστη σπρώχνεται παραπέρα από το αεράκι, μιλάμε λέγοντας ανοησίες για την ντόπια παραγωγή, κλέβοντας ματιές προς τους τουρίστες δίπλα μας που εντρυφούν σε μια χωριάτικη σαλάτα, οι μέρες δεν φτάνουν, οι ώρες ξεγλιστράνε από τις χαραμάδες της προσοχής μας.

Η Βωλάξ δεν μπορεί να είναι πιό όμορφη μέσ΄την απλότητά της, τυλίγεται τον εαυτό της σαν καλαθάκι απ΄αυτά που μπερδεύουν με τέχνη εδώ γύρω από το ανύπαρκτο κέντρο τους, καταλήγει ή ξεκινάει από μια πηγή στην ρίζα του χωριού, μένει γεμάτη χρώματα που αντανακλούν στους ανθρώπους που την επισκέφτονται.

Κανέλλα...Το ψητό κατσαρόλας έχει απειροελάχιστη κανέλλα κρυμμένη πίσω απ΄την κόκκινη σάλτσα, μάς σπάει την μύτη, θέλουμε να παραγγείλουμε μπύρες.

Μιά τελευταία ματιά προς τα πίσω απ΄το σκονισμένο παράθυρο, καβαλάμε στον δρόμο προς Κτικάδο, χάνεται...

Χρόνια μετά η Βωλάξ στέκει παρά τις προσπάθειες των αποίκων να την προσαρμόσουν στα χούγια τους, όμως, οι ντόπιοι που δεν έχουν χούγια αλλά μέτρο, αντιστέκονται.

Μέτρο και κλιτότητα...

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

οι διακοπές πεθαίνουν...

Φυσάει στο μπαλκόνι και θυμίζει νησί.
Τραβάω την καρέκλα στην γωνία, αράζω, κλείνω τα μάτια και νιώθω το αεράκι να ελαφρώνει την κούραση της μέρας.
Ανοίγω τα μάτια, περιμένω να δω τα φώτα του Κουμάρου, το περίγραμμα του Ξώμποργου, προσγειώνομαι, εδώ είναι πρωτεύουσα, δεν είναι παίξε-γέλασε.

Σεπτέμβρης κιόλας μεσ΄το μυαλό μου, οι διακοπές έχουν πάψει, ο θάνατος που κουβαλάνε πάνω τους είναι εδώ, αγκαλιάζονται τα ζευγάρια στο κατάστρωμα μόλις αρχίζει και φαίνεται το λιμάνι της επιστροφής, η πόλη χτυπάει τα πρώτα γκρίζα της χαστούκια στις μαλακωμένες απ΄ τον ήλιο και την θάλασσα ψυχές, η κούραση επιστρέφει σαν να μην έφυγε ποτέ.

Ο γιός μου μελαγχολεί από την επόμενη μέρα, ξεγελιέται με τα παιχνίδια που τού έλειψαν, με τις παραμορφωμένες παιδικές εκπομπές, με τους φίλους που βρίσκει στο πάρκο. Άνδρες γαρ, πόλις.

Είκοσι και μία του μηνός Ιουλίου του δισχιλιοστού και δεκάτου έτους από αυθαιρεσίας μηδενισμού του κοντέρ της ιστορίας.
Όλα μοιάζουν ξαναειπωμένα, ξαναδιαβασμένα, ηχώ αειπαλλόμενη στα τσιμέντα, ζωή και θάνατος καμωμένα ένα, καρέκλες καφενείου σωριασμένες πάνω στα τραπέζια για το σφουγγάρισμα.

Οι διακοπές πεθαίνουν την στιγμή που αρχίζουν, καλές διακοπές...

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ...

Σε λίγο καιρό θάρθουν όλοι, σχεδόν όλοι, μερικοί, κάποιοι απ΄όλους, αρκετοί, καμπόσοι, όσοι περιμέναμε, όσοι είχαμε ξεχάσει, όσοι θέλαν ή δεν θέλαν.

Το νησί θάχει κόσμο για δύο μήνες, θα προσποιηθεί πως είναι όπως παληά, μια υγιής, αυτάρκης οικονομία, μια απέριττη κοινωνία, μία ΝΗΣΟΣ στην μέση του αρχιπελάγους, φωτεινή, ιδιαίτερη, μοναδική.

Μετά, θα  γυρίσουν όλοι στα αφύσικα τσιμεντένια συρταράκια τους και το νησί θα κυτταχτεί και θα διαπιστώσει πως αυτοί που πέρασαν δεν πήραν τίποτε στην καρδιά τους, απλώς, πέρασαν άλλο ένα καλοκαίρι σε ένα από τα Κυκλαδονήσια.

Σωροί megabytes σε usb-sticks και SDcards, σε jpg, TIF, PNG, GIF και κάθε υπαρκτό format αποθήκευσης και ερμηνείας της πραγματικότητας, που θα πέσουν στην συνέχεια στα χέρια του PHOTOSHOP για να σουλουπωθούν κατά το δοκούν, αναλόγως των αναμνήσεων που επιθυμεί ο ιδιοκτήτης, έτσι ώστε χρόνια μετά, θάχει μείνει μόνον η περιγραφή του φίλτρου και του εφέ που χρησιμοποιήθηκε, ενώ το βίωμα θα είναι ασαφές, όλα τα νησιά θα έχουν γίνει ένα, το παληό και το νέο θα φτιάχνεται και θα χαλάει ανάλογα με τα κέφια μας.

Χιλιάδες φωτογραφίες για να ξορκίσουμε την αδυναμία να επικοινωνήσουμε με τους ντόπιους και να κοινωνήσουμε τον τόπο.
Ζωή μέσα από εικόνες, απουσία συνείδησης, ένα laptop στα γόνατα να μασκάρει τον χρόνο που περνάει και περιμένει να γελάσει σαρκαστικά στο τέλος του δρόμου.

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Το υποβρύχιο

Στην επιφάνεια είναι τα κόμματα, τα κανάλια, οι πολιτικοί, τα γεγονότα μεταφρασμένα στην γλώσσα του τρόμου ή του καλοπιάσματος, του πρωινάδικου ή της καταστροφολαγνείας.

Σηκώνει κύμα καμμιά φορά, ταραχές, διαδηλώσεις, τρομοκρατία, αντιπαραθέσεις στην Βουλή, εκλογές, έκτροπα, απολύσεις, ξεπουλήματα.

Αυτά βλέπουμε και με αυτά πορευόμαστε.
Νομιζόμαστε ειδήμονες της καθημερινότητας, κατέχουμε αλήθειες που μόνον εμείς αντιληφθήκαμε, καταλήγουμε σε αναλύσεις μοναδικές, ιδανικές για να συνοδεύουμε τον φραπέ και το ουζάκι μας, ν΄ακούνε τα τριγύρω τραπέζια και να θαυμάζουν τον ρήτορα...

Κάτω, εκεί που τα κύματα δεν φτάνουν, από ΄κει που όλα τα παρατηρείς δίχως να σε βλέπουν και όποτε θες πατάς το κουμπί της τορπίλης, εκεί τριγυρνάει το υποβρύχιο...

Δεξιά κι΄αριστερά, αναρχικά και ακροδεξιά, φιλολαϊκά και καπιταλιστικά, τα χρώματα της επιφάνειας αντανακλούν επάνω του, μα δεν το βάφουν, μοιάζει πάντα με κάτι, αλλά, σε λίγο αλλάζει και μοιάζει με κάτι άλλο...

Το υποβρύχιο δεν έχει όνομα, αριθμό, χαρακτηριστικά.
Έχει μόνον πλήρωμα: πλουτοκράτες, κρατικούς λειτουργούς, διαπλεκόμενους, παρατρεχάμενους, συνδικαλιστές, τραπεζίτες, ενίοτε και κατευθυνόμενους τρομοκράτες.

Ρυθμίζει με την παρουσία του το κύμα στην επιφάνεια. Πότε θα ξεσπάσει, πόση δύναμη θάχει, πόσο θα κρατήσει, πόσους θα εξοντώσει. Η απόφαση παίρνεται με γνώμονα το συμφέρον του πληρώματος.

Κανείς δεν διαφεύγει από τα στεγανά του υποβρυχίου. Γεννούν τα παιδιά τους μέσα ΄κει και τα κάνουν ίδια μ΄αυτούς. Είναι η ράτσα τέτοια που δεν ανέχεται άλλο εξόν από την ανακύκλωση των ίδιων γονιδίων. Των γονιδίων του λαθρεπιβάτη της χώρας, του δοσίλογου, του πουλημένου τομαριού, του σφογγοκωλάριου...

Δεν έχει βρεθεί ακόμη τρόπος να βουλιάξει το υποβρύχιο, ίσως όμως κάποτε βρεθεί τρόπος να κοπεί η επικοινωνία με τους επάνω συνεργάτες...

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

SWEET MISERY....

Βλάκες όμως, δεν είναι...
Σε καμμία περίπτωση...

Ξέρουν πως στις επόμενες εκλογές θα φάνε μαύρο και πως όλα τα χρώματα, ξαφνικά θα πάρουν λίγο προς γκρί σκούρο, ομοιόμορφα και άτονα...

Και επειδής η εξουσία είναι το ζητούμενο, μιάς και οι εκπρόσωποί μας είναι εξ΄επαγγέλματος πολιτικοί ("τί δουλειά κάνεις;"..."εκπροσωπώ τον λαό" ή "διαχειρίζομαι το έθνος, άρα, είμαι το κράτος" και λοιπές φαιδρές και ανόητες απαντήσεις...), έχουν ήδη σχεδιάσει το πώς η εξουσια θα ξαναπεράσει στα χέρια τους.

Οι πρασινούληδες περιμένουν κίνηση από Βενιζέλο μεριά, ήδη ο Λοβέρδος δουλεύει για λογαριασμό του, λερώνοντας όσο μπορεί την κυβέρνηση του George.

Οι γαλανάκηδες έχουν τον επανακομματισθέντα Σαμαρά και περιμένουν ν΄ακούσουν το όνομα του κόμματος της Ντόρας της εξερευνήτριας.

Οι πολυχρωμάκηδες βλέπουν ήδη τον Κουβέλη να ετοιμάζεται να πάρει το αίμα του πίσω από τον ανερμάτιστο πρώην νεολαίο.

Όσο για το Κ.Κ.Ε. αυτό είναι προσυμφωνημένο στο 8%, με ελευθερία διαχείρισης των εσωτερικών της χώρας (όρα ΠΑΜΕ και λοιπούς δημοκράτες), τις πορείες, τα συλλαλητήρια, τις συναυλίες με τον Παπακωνσταντίνου και γενικώς, λειτουργεί σαν βαλβίδα ανακούφισης του λαού, που νομίζει πως κουνώντας την κόκκινη σημαία και δίνοντας 8% στο μουμιοποιημένο κόμμα του, κάνει αντίσταση.

Τέλος, ο Καρατζαφέρης κάθεται στην γωνία και περιμένει να κεράσει κουλούρι τους δυσαρεστημένους από τα άλλα κόμματα. Ο Άδωνις δεν προβλέπεται να προχωρήσει σε σχηματισμό κόμματος αν δεν τελειώσει η Μανωλίδου τις χορευτικές της υποχρεώσεις.

Άρα, και με σκοπό να μην χαθεί η εξουσία από τους υπάρχοντες σχηματισμούς, ή θα έχουμε κυβέρνηση συνασπισμού υπαρχόντων κομμάτων, πράγμα ελάχιστα πιθανό ή, το πιθανότερο, κάποια κομματική νεοπλασία να συμπράξει με ένα από τα εκτρώματα που θα προκύψουν και να τους φάμε στην μάπα ως διαχειριστές του αγροτεμαχίου της καρικατούρας-ενωμένης-ευρώπης που λέγεται Ελλάδα.

Θα δώσουν, βέβαια, παροχές μόλις βγουν, για να μας κάνουν να χαμογελάσουμε (γιατί λεφτά όντως υπάρχουν αλλά είναι έξω και δεν έρχονται μέσα για επενδύσεις αν προηγουμένως δεν λάβουν γή και ύδωρ και απόλυτη ελευθερία/ασυδοσία από τους γραφειοκράτες), θα την πατήσουμε όπως το '81 με τον ζιβαγκοφόρο και θα μας ξανααπαυτώσουνε για καμμιά δεκαπενταριά χρόνια.

Τα παιδιά μας θα διδάσκονται στην ιστορία το κατόρθωμα του τέταρτου (οικονομικού) Ράϊχ και δεν θα πιστεύουν πως κάποτε το ΕΥΡΩ εκτός από το νόμισμα για τα ταξίδια και τις εκδρομές, ήταν και το επίσημο νόμισμα όοοολης της Ευρώπης...

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

τότε που είχαμε πατρίδα...


Και τελικώς, φτάσαμε στην σύνταξη...
Το παιδί έχει πάρει τον δρόμο του, δεν είναι στο σπίτι από καιρό, άλλα πράγματα να με κρατάνε στην Αθήνα δεν έχουμε, άντε, πάμε για το νησί...
Α, το λογαριάζαμε από καιρό, μόλις ξεμπερδέψουμε να πάμε να ηρεμήσουμε, να ευχαριστηθούμε καθαρό αέρα, φύση, βόλτες, περίπατους, να ασχοληθούμε πάλι με όλα τα χόμπυ που παρατήσαμε εδώ και χρόνια, να βρούμε το νόημα μετά από το τόσο τσιμέντο και την τόση βρωμιά, την ζωή της πολυκατοικίας, τα Σαββατοκύριακα στην ίδια πλατεία, τον ίδιο αναγκαστικό περίπατο για τα ψώνια.
Βέβαια, τώρα έχει αρχίσει και τσιμπάει λίγο η μέση και ένα ψιλοπροβληματάκι με τα γόνατα της κυράς έχει γίνει λίγο πιό έντονο, αλλά, κατά τα άλλα, καλά.
Τρία χαπάκια την ημέρα είναι για τις αρρυθμίες, πρωί-μεσημέρι-βράδυ, δύο για το συκώτι και μόνον ένα για το ζάχαρο, παλεύεται η κατάσταση. Στο κάτω-κάτω γιατροί υπάρχουν στο νησί, έστω κάθε δεκαπέντε άμα έχει καράβι, αλλά, τί να κάνουμε, έτσι είναι οι προχωρημένες ηλικίες.
Θα πεις, δεν θα μπορείς να γυρίσεις όλα τα μέρη που έβλεπες σε φωτογραφίες, μονοπάτια, παραλίες, ξωκκλήσια στην κορφή του βουνού, ρεματιές με υπολλείματα από αρχαία δάση και όλα όσα ζήλεψες τόσα χρόνια που στα περιγράφανε. Έ, τί να κάνουμε, φτάσαμε ως εδώ έστω κι΄έτσι. Χάσαμε ένα κομμάτι, μεγάλο κομμάτι, αλλά, και τι μπορούσαμε να κάνουμε...
Έφτασα και διαβάζω στο ίντερνετ για το μέσο προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα και λέω, έχω πέντε χρονάκια ακόμη, αν δεν πέσω και σπάσω τίποτε και αν η κυρά δεχτεί να ακολουθήσει.
Ρωτάς τί θυμάμαι...
Θυμάμαι ένα διάστημα που ο θεός με είχε φωτίσει και δεν φεσώθηκα με κάρτες και δάνεια και όταν όλοι κατέρρεαν , εμείς δεν είχαμε την θηλιά στον λαιμό.
Θυμάμαι πόσο ντρεπόμουν για την κατάντια και την ξεφτίλα που δεν την δικαιούμασταν, τουλάχιστον εμείς του ιδιωτικού τομέα.
Θυμάμαι μαγαζιά κλειστά, το ένα πίσω από τ΄άλλο, ουρές στο ταμείο ανεργίας, μαγαζάτορες στις πόρτες με άδεια μάτια, φίλους να ζητιανεύουν τα δουλεμένα τους.
Θυμάμαι παιδιά να σταματάνε πρώτα τα αθλήματα, μετά τα αγγλικά και τέλος το φροντιστήριο.
Θυμάμαι φωνές στην τηλεόραση, σκάνδαλα που για να τα σκεπάσουν φτιάχναν επεισόδια, δημοσιογράφοι λυσσασμένοι να απαιτούν τηλεθέαση.
Θυμάμαι τους συνδικαλιστές με τους αδούλευτους μισθούς, που είχανε φορτώσει το χρέος στον ιδιωτικό τομέα να προκαλούν κι΄άλλο χάος και να στέκονται ανάλγητοι να κυττάνε το θαύμα της δημοκρατίας τους.
Θυμάμαι μετανάστες να μην έχουν από πού να φύγουν και πού να πάνε, τον κόσμο σαστισμένο να τους φορτώνει όλα τα κακά που τον βρήκαν, στο ένα φανάρι να τον διώχνει απ΄το παρμπρίζ και στο άλλο να βγάζει και να του δίνει το πρωινό του κουλούρι.
Θυμάμαι τη φτώχεια να ξανάρχεται και τις εκλογές να τις κάνουν μόνα τους τα κόμματα με τα τελευταία τσιράκια τους, όργια νοθείας και αταξίας.
Θυμάμαι το θράσος των γειτόνων να θεριεύει μέχρι που σε μια περίοδο δικής τους κρίσης εσωτερικής, έκαναν ένα έτσι και πήραν ένα κομμάτι πατρίδα, μικρό θα πεις, δεν παύει να είναι πατρίδα όμως...
Θυμάμαι τα διαβήματα, τους γραββατάκηδες του ΟΗΕ να έρχονται και να πηγαίνουν, να μας λένε ένα σωρό δικαιολογίες για την παγκοσμιοποίηση και τους γείτονες να γίνονται πιό θρασείς.
Τέλος, θυμάμαι τούτην εδώ την κυβέρνηση που έχουμε τώρα, φτιαγμένη από πολιτικούς των άλλων χωρών, ξένους σε ξένο τόπο, νέοι Όθωνες και Άρμανσμπεργκ, να μας την στέλνουν οι ξένοι για να μας βάλουν σε τάξη, να την υποδεχόμαστε σαν μεσσίες, να μας φέρονται σαν σκλάβους, να προσπαθούμε να εξεγερθούμε και να μην γίνεται τίποτε, να είναι όλα τα περάσματα πιασμένα...
Θυμάμαι τους υπουργούς να τα μαζεύουν και να φεύγουν για έξω, παρέα με τα κακοφορμισμένα παιδιά τους, και μετά να μας στέλνουν συμβουλές απ΄έξω για το πώς να φερθούμε και πώς να αντισταθούμε.
Θυμάμαι τότε που είχαμε πατρίδα και ντρεπόμασταν να την πούμε με τ΄όνομά της...

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ....

Δύο μέρες στο νησί, προκαταβολή από τις καλοκαιρινές διακοπές...
Οι παραλίες πεντακάθαρες ακόμη, τεντωμένες απ΄άκρη σ΄άκρη και ξεκούραστες, άδειες από κόσμο...

Τα βουνά πράσινα ακόμη, μωβίζουν οι δράφες στα λαγκάδια όπως ποτέ πριν, έβρεξε και βρέχει ακόμη.
Πάνω απ΄την Αγία Υπακοή το χρώμα δεν περιγράφεται και αν αποτυπωθεί σε μουσαμά, θα δείχνει ψεύτικο...
Ο Νικόλας δεν μπορεί να βρεί το νερό, "έχει πολλές διακλαδώσεις" και τον μπερδεύει, τπ ραβδί της λυγαριάς γυρνάει ακατάπαυστα.στα χέρια του...
Γεμίσαν σπασμένα κιούπιακαι ντενεκέδες με γεράνια, φουντώνουν όσο περνάν οι μέρες...


Το παιδί δεν θέλει να γυρίσει στην Αθήνα, τού υπόσχομαι να ξανάρθουμε σε δυό εβδομάδες και αυτόματα περνάει απ΄το μυαλό μου το απίστευτο ποσό που χρειαζόμαστε για να μετακινηθούμε με καράβι προς το νησί, μελαγχολώ, λέω "δε βαριέσαι", μα η σκέψη της απομόνωσης απ΄τον τόπο με έχει καταβάλει, οι καραβοκύρηδες θέλουν τα περατίκια τους και είναι πολλά και γεννοβολάνε κάθε χρόνο...

Το φως που φέγγει όπως φεύγει πάνω απ΄τα βρεγμένα βότσαλα είναι το καλοκαίρι που ξεκινάει...


ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...