Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

ΤΟ ΜΑΝΤΑΛΟ ΤΗΣ ΠΡΟΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΔΙΠΛΑ ΜΑΝΤΡΑ...

Πιό πολύ απ΄όλα φοβάμαι την απώλεια της μνήμης.
Δεν μιλάω για την δική μου, την προσωπική μου μνήμη, που κάποια στιγμή θα βαρύνει έτσι κι΄ αλλιώς.

Λέω για την Συλλογική Μνήμη, που είναι απαραίτητο συστατικό, έστω και κρυφό, του αύριο που έρχεται.

Μαζεύω παληά χαρτιά, εφημερίδες του ’50, ξύλινες κουτάλες σπασμένες, τεράστια καρφιά και κομμάτια ξύλου από παληά σπίτια, 

...ξεχαρβαλωμένες κλειδαριές,

...ένα διαλυμένο σκαμνί από κάποιο γκρεμισμένο κατοικιό, 

 ...ένα μπουκαλάκι από άρωμα από ένα φαρμακείο που δεν υπάρχει πιά, μπουκάλια από ποτά που δεν υπάρχουν πιά.

Και απλώς, προσπαθώ να βρω επάνω τους τα ίχνη των ανθρώπων, την φθορά από την καθημερινή χρήση, να εντοπίσω το πώς και το γιατί ενός ασυνήθιστου σχήματος, 


μα πιό πολύ, προσπαθώ να αναπαραστήσω μέσα μου την εποχή, να την ανασυνθέσω ταιριάζοντας μικρές ιστορίες, αφηγήσεις, ακούσματα, αυτά τα ίδια τα αντικείμενα, σκόρπια διαβάσματα.

"Ποιός ο λόγος", θα πει κανείς.
Δεν εξηγιέται ο λόγος.
Θάλεγα πως είναι, σε μικρότερη ασφαλώς κλίμακα, σαν να ανεβαίνεις στην Ακρόπολη. 
 
Δεν εξηγείται το τί σε μαγεύει σ’ αυτήν την επαφή και είναι πολύ πέρα από το νόημα αυτής της ανάρτησης το να αναλύσουμε τα δέκα μάρμαρα και το νόημά τους.








Καιρό τώρα, λοιπόν, η μάνα μου, κάθε φορά που πέρναγε έξω απ΄το σπίτι της γιαγιάς της τής Αντέλας, έδινε μιά στο μάνταλο της πόρτας του ερειπωμένου σπιτιού.  


«Ακούω τον ήχο και σκέφτομαι», μου είπε, «πόσα χρόνια ανεβοκατεβαίναμε και πατάγαμε αυτό το μάνταλο. Μετά σκέφτομαι πόσοι τόχουν πιάσει αυτό το χερούλι... Η γιαγιά μου, ο παππούς μου ο Λορέντζος, ο θείος μου ο Αντώνιος και ποιός ξέρει και ποιοί άλλοι ακόμη...»

Είπα τότε πως το ζεμπερέκι (το μάνταλο δηλαδή μαζί με το πόμολο) της προγιαγιάς μου της Αντέλας έχει στα μάτια τής μάνας μου μιάν άλλη αξία. 

Είναι ένα ταξίδι στην παιδική ηλικία, είναι μια νοερή καλημέρα σ’ όσους φύγαν, είναι ένας ήχος που θα κάναμε τα πάντα για να έφτανε μέχρι πίσω, μέχρις εκείνα τα χρόνια, να μπορούσε ακόμη-ακόμη να τον άκουγε και ΄κείνη η ίδια μικρή. 

Κι΄έπειτα ταιριάζω αυτή την σκέψη με τη ματιά μου όταν κυττάζω με δέος τις Τηνιακές μάντρες και τις ξερολιθιές. Πάντα το μάτι μου πάει στην κάτω-κάτω σειρά.

Η πρώτη μου σκέψη πάει σε ‘κείνον που έβαλε την πρώτη πέτρα κι΄έπειτα ακολούθησαν οι άλλες. 

 Η δική μου «Ακρόπολη» της Τήνου είναι αυτές οι μάντρες, αυτά τα κατοικιά και τα καταστέγια, αυτές οι ξερολιθιές και οι τεράστιοι μονόλιθοι στα ορεινά του νησιού.

Ο μόχθος των ανθρώπων, η τέχνη τους, που σαν υπέροχη πατίνα είχε αποτεθεί στα γονίδιά τους, η φροντίδα για ν' αντέξουν όλα αυτά για όσο γίνεται περισσότερο και τέλος, η αδυναμία μας σήμερα να επαναλάβουμε κάτι παρόμοιο σε μεγέθος και σημασία.

Γι΄αυτό, το μάνταλο της προγιαγιάς μου της Αντέλας και η παραδίπλα μάντρα έχουν την ίδια τεράστια αξία: κουβαλάνε πάνω τους το νησί, μας φέρνουν σε επαφή (έστω και ασυνείδητη), με την ιστορία του τόπου μας.

Κατά κάποιον τρόπο, μας δείχνουν τον δρόμο για το πώς οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε το νησί: με τα μάτια στο μέλλον, με την καρδιά στο παρελθόν, με την ψυχή στο τώρα.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Ο φίλος, στην βροχή φαίνεται...



Κι΄είναι η βροχή μιά αφορμή να βγεις να μυρίσεις, να αγναντέψεις, να σκύψεις στις λεπτομέρειες που τρέχουν ολόγυρα απαρατήρητες.

Είν’ ο καρπός δακρυσμένος βροχή...

...είναι τα μπουμπούκια τόσο γεμάτα ζωή που λες θα εκραγούν και θα σκορπίσουν δέντρα ολάκερα γύρω τους...

...είναι τόσο βαθύτερο το μωβ του λουλουδιού, που λες και ποτέ πριν δεν τόχεις ξαναδεί.

Λες κάποτε θα δουν κι΄άλλοι όλα αυτά τα κρυφά και φανερά μαζί...

...λες θα σταθούν μιά στιγμή να δουν με την φαντασία τους τον μάστορα...

...να στήνει το κέντημα με την πέτρα και την υπομονή κομμάτι το κομμάτι;

Λες να κουραστούμε λιγάκι και το ψιλόβροχο να δυναμώσει κι΄αυτό λιγάκι, 


...ν' αναγκαστούμε να σταλίσουμε ΄δω μέσα;

 Λες να βαρύνει ο καιρός...

 ...να φορτώσει σύννεφα η Καστέλλα...

...να μας έρθει στο νου κρασί μπρούσκο, με λουκάνικο και τυράκι Τηνιακό, να πρέπει να τρέξουμε σπίτι γρήγορα-γρήγορα να δούμε πίσω απ΄τα τζάμια το Ξώμποργο να βυθίζεται στον ουρανό...

 ...τις λάμπες του δρόμου τη μιά να φέγγουν σα φωτάκια Χριστουγέννων...

 ...να χάνονται ύστερα στη μεγάλη Αστραπή;

Λές..;

Λες η θάλασσα νάχει φουσκώσει σαν καφές ελληνικός που φτάνει ίσα να χυθεί;

Είν΄η Περάστρα εκείνη ‘κεί κάτω; 

Μοιάζει και νάναι. 
 
Και ξέρεις, τα σφαλιστά παράθυρα είναι, λέει, απ΄το κρύο, μα το χωριό είναι γεμάτο κόσμο και περνάνε τα φορτώματα για τη Χώρα, στέκουν για λίγο και πάλι τραβάνε προς τον Λάζαρο...


 ...να βγουν στα Λουτρά, να πέσουν στον αμαξωτό για λίγο, να κάμουν έτσι την ανηφορίτσα να περάσουν μέσα απ΄την Ξινάρα, μετά στους Μύλους, να πάρουν να κατηφορίζουν στην Κυρά Ξένη, ύστερα στα Σταμνάδ΄κα, να πάνε στην Χώρα να πουλήσουν...




Σημείωση: οι φωτογραφίες είναι από φίλο, που προτιμάει να μένει στο παρασκήνιο, πολύτιμος υποβολέας μοναδικών εικόνων, δια παντός λαβωμένος απ΄την ομορφιά του νησιού.