Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

ΑΚΟΥ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ...

Άκου τώρα. Πήγα δυό μέρες στο νησί, να δω λίγο το σπίτι, ξέρεις, όλα αυτά που σε ανησυχούν όταν είσαι μακρυά. Δεν φτάνουν δυό μέρες, κακά τα ψέματα. Θάθελα μια βδομάδα, δέκα μέρες, καμμιά εικοσαριά μήνες, έτσι, να πω ότι το ευχαριστήθηκα. 

Δυό μέρες μου αναλογούσαν όμως, δυό μέρες πήρα, πήγα, πήρα την δόση μου, είπα "Τί σκατά κάνω εγώ στην Αθήνα", καμμιά πενηνταριά φορές τόπα αυτό, μετά μπήκα στο παπόρι και προσγειώθηκα εις τας Ραφήνας και χέστα μετά, μην τα ρωτάς καθόλου.

Θα στα πώ χωρίς ωραίες λέξεις, δεν έχω, μου τελειώσανε, τις έβαλα όλες σε προηγούμενες αναρτήσεις. Και θα στα πω με όποια σειρά τύχει, όπως πέσανε οι φωτογραφίες εδώ μέσα. 

Ήπια ένα καφεδάκι στην παραλία, μέσα από εκείνα τα βολικά και αντιαισθητικά νάιλον, που κρατάνε το κρύο έξω. Μη φανταστείς το πολύ το κρύο, αλλά, έτσουζε ελαφρώς. 

Χαλάρωσα λίγο, σκέφτηκα την ίδια θέα το καλοκαίρι, με όλους εκείνους να πηγαινοέρχονται μπρος από αυτό τον πεζόδρομο που είναι βαμμένος πράσινος και έχει ζωγραφισμένα ανθρωπάκια πάνω του. 
Πεζοδρόμιο; Πώς και δεν είχε φτιαχτεί πεζοδρόμιο από την από δω πάντα που είναι οι καφετέριες. Θυμάται κανείς πού περπατάγαμε όταν πηγαίναμε μέχρι τον Κουρσάρο;


Ο ελληνικός είναι ο μόνος παρήγορος καφές. Αυτό έχω να σου πω και κράτα το. 
Μονός, όχι διπλός. Έχει όση διάρκεια χρειάζεται ακριβώς για να σκεφτείς αυτά που πρέπει, να αποφασίσεις ή να μην αποφασίσεις. Δεν είναι ας πούμε, σαν το φραπέ. Αυτός έχει διάρκεια να σκεφτείς και να αλλάξεις και γνώμη καμμιά δεκαριά φορές, είναι καφές της συντροφιάς, από κείνες που κάθε φράση τους έχει το πολύ δέκα λέξεις. Ο ελληνικός θέλει περίσκεψη από γεννησιμιού του. 
Νάσαι πάνω απ΄την φωτιά να μην χυθεί ή να μην χαλάσει το καϊμάκι. Δεν πατάς ένα κουμπί και πάς και παίρνεις το φλυτζανάκι γεμάτο, δεν βαράς στο χτυπητήρι κι' άμα αφρίσει είναι έτοιμος.

Πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο, παρκάρω πάντα μακρυά επίτηδες, είδα και τούτο 'δω...

...και είπα πως αρκετή κουβέντα και μπόλικο παραμύθι έχει πέσει με την τεράστια αυτή απειλή, που με το ζόρι πάνε να μας φορέσουν στο κεφάλι αυτοί που δεν έχουν πατρίδα. Άφησα την σκέψη να κρέμεται μέσα κει, οδήγησα, ανέβηκα από τον παληό δρόμο, όπου έπεσα πάνω σε αυτό:


"Βρε τί κόσμημα για τον τόπο είναι τούτο δω!", ήταν ή πρώτη μου εντύπωση. Μετά βέβαια, είδα την επεξηγηματική ταμπέλα που εξηγούσε πως πάνω δω θα καθαρίζονται τα λύματα της δώθε περιοχής που είναι μέσα της και η Χώρα. 
Να θυμηθώ να ρωτήσω αν το νησί έχει και πέρα περιοχή, και τί θα γίνει με κείνα τα λύματα, εκτός κι΄ αν ενεργούμαστε στα Κελλιά, στην Κώμη και στην Περάστρα και το παράγωγο φτάνει εδώ κάτω με κάποιο μαγικό τρόπο. 

Σε χάλασα με όλα αυτά τα δύσκολα που σκέφτομαι, οπότε πάρε ένα κοπαδάκι να ξεκουραστεί λίγο το μάτι σου. Ήχο δεν κατάφερα να βάλω στην εικόνα, πάντως, σε βεβαιώ, ήταν μια προβατίνα που έλεγε με μπάσα φωνή "μπεεε" και την ακολουθούσαν και δυό μωρά που δεν έλεγαν τίποτε. 
Σκέφτηκα το Πάσχα που έρχεται, πήρα τα μάτια μου από πάνω τους (ενοχές...), έβαλα μπροστά και ξεκίνησα. 

Θυμάσαι τότε που δοκιμάζανε τα καινούργια όπλα πάνω στις πινακίδες, να δούνε πόσες "ασκαγιές" μάζεψε; Νόμιζα πως δεν είχε απομείνει καμμιά, εκεί στην στροφή για τον Σπεράδο βρήκα μία, δές τηνα κι' αυτήνα. 

Το πιό όμορφο χωριό της Τήνου για μένα είναι ο Σπεράδος. Σταματάω απέναντι καμμιά φορά και τον χαζεύω, και λέω, ας μην τον πάρουν χαμπάρι και έρθουν και χτίσουν τριγύρω, και του χαλάσουν αυτή την συμμετρία που έχει, αυτό το ιδανικό μέγεθος, αυτό το σημείο που είναι χτισμένος ας μείνει έτσι ανέπαφο. 
Πεντακόσιες φορές έχω περάσει, πεντακόσιες φορές ήμουνα θεόστραβος και δεν είχα δει τούτο δώ...

...που είναι το κατώτερο τμήμα του Ζ'γαλάδου, που όπως μου είπε ένας ευγενέστατος Σπεραδιανός που ξέχασα να ρωτήσω το όνομά του, πάνε διακόσια χρόνια που έχει ερημώσει. 
Δες κι' ένα από κείνα τα αλώνια που είναι μαθήματα αρχιτεκτονικής, το ξέρω ότι τα ξέρεις, αλλά, ρίξε μια ματιά και πές μου: φταίω εγώ που έχω φωτογραφημένα καμμιά εκατοστή από δαύτα..;

Και κει που πας να πεις, πάει, τελειώσαν όλα, παίρνεις τον ανήφορο από τον Πάρλα προς τον Καρκάδο και αναγκαστικά σταματάς. 
Δεν υπάρχει πιό ελπιδοφόρα εικόνα από 'κείνην ενός χωραφιού που έχουν κάνει ζευγάρι (που "έχουν οργώσει", για τους αμύητους). Όλη η ελπίδα του κόσμου βρίσκεται σ' ένα σπαρμένο χωράφι, ό,τι πολυτιμότερο μπορούμε να κάνουμε για να αλλάξουμε τον κόσμο είναι μέσα 'κει.

Μετά πέφτει το μάτι σου παραδίπλα, και χάνεσαι σε κείνο το φωτερό πράσινο, θες να απλώσεις το χέρι σου να αγγίξεις όλο αυτό με μια τεράστια παλάμη, να καθαριστείς από όλο το τσιμέντο της ζωής σου, πραγματικό και μεταφορικό, να φύγει από πάνω σου όλη η βρωμιά της πόλης.


Το καλό είναι ότι φέτος είχε νερά. Πολλά νερά, και σε παρακαλώ, μην αρχίσεις πάλι εκείνο το τροπάρι για τα μικροφράγματα στα λαγκάδια, για το νερό που πάει χαμένο, κάνε μου την χάρη και πάρτο απόφαση, δεν θα υπάρξει ποτέ καμμιά πρόβλεψη για το νερό. Τη μιά χρονιά δεν θα έχουμε να ποτίσουμε τα ζώα και την άλλη θα το βλέπουμε να φεύγει στην θάλασσα. 
Εκτός από εκείνο που μερικά δέντρα σκέφτηκαν να αποθηκεύσουν από μόνα τους...

Βράδυασε μετά, και κάθισα στην αυλή με σβηστό το φως να ακούω το χωριό. Ούτε μουσική, ούτε τίποτε. 
Τα παιδιά, οι περαστικοί, ένας κούκος πιό αργά, ομιλίες από κάποια αυλή, ένα βέλασμα κι' ένα γαύγισμα. Και κάμποσα ρακάκια, που στόμα έχουν και μιλιά δεν έχουν, είναι όμως μέρος της σκηνοθεσίας.


Το πρωί ξημέρωσε η πιό εκδικητική μέρα της εβδομάδας. Με ήλιο, ένα πολύ απαλό αεράκι, και με τις μυρωδιές του νησιού νάρχονται από παντού. Και με την πρώτη μισοκοιμισμένη σαύρα, τόσο, που σχεδόν κάθισε και την άγγιξα.

Μετά σε μια γωνιά του μεσημεριού βρήκα έναν ηλικιωμένο να τραβάει ποιός ξέρει για που...

...είδα το λιμάνι με μόνο ένα αυτοκίνητο...

...ύστερα βρέθηκα να κοιτάζω τη γραμμή από τις προπέλες του πλοίου...

...τα γνώριμα χωριά της άτυχης νότιας πλευράς του νησιού...

...τα αγαπημένα μου βράχια...

...και τέλος, με λίγο πιό καλλιτεχνική διάθεση, τον φάρο στο Στενό.


Μετά μπήκα μέσα, έπιασα ένα βιβλίο, ξεχάστηκα μέχρι την Ραφήνα. Πάμε πάλι...







Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Τα εικονοστάσια στο πλάι του δρόμου

Είναι δύσκολο να ξεκινάς μια ανάρτηση ξέροντας ότι θα γίνεις δυσάρεστος σε πολλούς και μάλιστα, φίλους και συντοπίτες. Φίλοι όμως, δεν είναι όσοι ξέρουν το στραβό και δεν μιλάνε, αλλά, εκείνοι που με πιθανό κόστος στις σχέσεις τους σημειώνουν εκείνο που πάει στραβά.

Ξεκαθαρίζω ότι, δεν υπάρχει τίποτε προσωπικό όταν γράφει κανείς την γνώμη του. Αυτός που διαφωνεί μπορεί να απαντήσει στον δικό μου χώρο, στα σχόλια τα οποία πάντα δημοσιεύω, επώνυμα και ανώνυμα, εκτός και αν υπάρχουν ύβρεις. Που και γι’ αυτές δεν θα είχα αντίρρηση, εάν ο διαδικτυακός χώρος δεν ήταν δημόσιος.

Πάμε στο θέμα με αφορμή το δυστύχημα στην εθνική οδό με τους τέσσερεις νεκρούς. Δεν υπάρχει λόγος να αναφερθώ περισσότερο, έχει πήξει το διαδίκτυο με σχόλια κάθε είδους.

Υπάρχει λόγος όμως, να φέρω το θέμα στο νησί, στο μέτρο πάντα που μας αφορά. 

Κοντολογίς: είναι λάθος φίλοι και συντοπίτες να δίνετε τιμόνι στα παιδιά σας σε μικρές ηλικίες. 

Είναι λάθος να πιάνουν μηχανάκι στα χέρια τους παιδιά δεκατριών και δεκατεσσάρων χρονών, έστω και για μέσα στο χωριό, έστω και για να βολέψουν μια κατάσταση, να πάνε τη μάνα ή τη γιαγιά μέχρι το χωράφι, να πάνε να κάνουν ψώνια της τελευταίας στιγμής. Τελεία.

Και είναι λάθος, γιατί, πρώτο και κυριότερο, το παιδί μαθαίνει να παρανομεί από μικρό
Μαθαίνει πως μακρυά από την πόλη ο νόμος δεν έχει δύναμη, δεν ισχύει, πως μπορούμε μεταξύ μας να τον παραβαίνουμε, έστω με κάποια δυνατή δικαιολογία, όμως, το παιδί που δεν μπορεί να αντιληφθεί τα όρια, παίρνει σαν πληροφορία ότι μπορεί να αδιαφορεί για τον νόμο ή να τον εφαρμόζει σύμφωνα με τις ανάγκες του.

Είναι λάθος, γιατί το παιδί δεν γνωρίζει κάτι που ούτε οι μεγάλοι αντιλαμβανόμαστε μέχρι την στιγμή που γίνεται μια αναποδιά και στραπατσάρουμε το αυτοκίνητο για πρώτη φορά. 
Τότε μένουμε έκπληκτοι από την ζημιά, συνήθως ακούμε "Μα με τριάντα χιλιόμετρα πήγα, τέτοια ζημιά! πώς είναι δυνατόν..." 

Ένας απλός υπολογισμός με βάση την φυσική της πρώτης λυκείου λέει ότι, ένα μηχανάκι βάρους 90 κιλών (σύνηθες βάρος για ένα «παπάκι») με έναν αναβάτη 65 κιλών (μέσο βάρος ενός παιδιού 13-14 ετών), σύνολο 155 κιλά, που κινείται με 15 χιλιόμετρα την ώρα (συνηθισμένη ταχύτητα κίνησης μέσα στο χωριό και ισοδυναμεί με 4 μέτρα ανά δευτερόλεπτο) έχει μια ορμή που μετριέται σε 4 x 155 = 620 κιλά ανά μέτρο και δευτερόλεπτο!

Για καθίστε και σκεφτείτε το: αν το παιδί χτυπήσει σε ένα τοίχο ή πέσει πάνω σε έναν ηλικιωμένο ή σε ένα άλλο παιδί, θα πέσει επάνω του με βάρος εξακοσίων είκοσι κιλών!

Ποιος Άγιος Προστάτης των παιδιών μπορεί να σώσει μια τέτοια κατάσταση; 
Ποια Θεά Τύχη μπορεί να σταθεί φιλική σε ένα τέτοιο περιστατικό;

Σκεφτείτε τι είναι εκείνο που μέχρι σήμερα έχει φέρει τα πράγματα έτσι και δεν έχουμε κλάψει κανέναν μέσα στα χωριά όπου κινούνται μηχανάκια που τα οδηγούν παιδιά. 

Ο Θεός; Αυτός είναι; 
Γιατί αν είναι αυτός που βάζει το χέρι του τότε θα είναι αυτός που θα φταίει όταν θα γίνει το κακό, έτσι δεν είναι; 

Ο παπάς της ενορίας τι λέει για αυτόν τον ρόλο του Θεού; 
Συμφωνεί να του αναθέσουμε ολοκληρωτικά την φύλαξη ανήλικων παιδιών πάνω σε μηχανάκια; 

Τότε να αφήσουμε και τις πόρτες των σπιτιών ανοιχτές και τα λεφτά πάνω στο τραπέζι!
Αυτό πώς σας ακούγεται; Γίνεται; 
Ε, δεν γίνεται, έτσι δεν ακούσατε την φωνούλα να λέει μέσα στο κεφάλι σας;! 

Πώς γίνεται τότε να περιμένουμε από τον Θεό να φυλάξει τα παιδιά από την αβλεψία μας, για να μην πώ τίποτε χειρότερο. 
Καθίστε και σκεφτείτε το τρίχρονο παιδί κάποιου συγχωριανού που πέφτουν πάνω του αυτά τα εξακόσια είκοσι κιλά και ξαναπείτε την φράση, "Θεός φυλάξοι!
Για κάντε το να σας δω!

Μετά βέβαια, τα παιδιά αυτά ενηλικιώνονται και επειδή δεν φοράγανε κράνος μέσα στο χωριό μαθαίνουν και δεν φοράνε κράνος ούτε στις άλλες μετακινήσεις τους, όπου οι ταχύτητες έχουν αυξηθεί, η μηχανή έχει άλλο βάρος, όπως άλλο βάρος έχει και ο ενήλικος πλέον οδηγός-παραβάτης


Γιατί μέσα στο χωριό λέγαμε πως, "Για δέκα βήματα βρε παιδί μου τι κράνος να βάλει;" 
Καθίστε και σκεφτείτε τα εξακόσια είκοσι κιλά να σκάνε πάνω σε έναν τοίχο και ξαναπείτε αυτή την φράση. 

Ή μάλλον, καθίστε και σκεφτείτε μια μηχανή 150 κιλών (τόσο ζυγίζει μια μηχανή περίπου 350 κυβικών) που τρέχει με 60 χιλιόμετρα (μέση ταχύτητα κίνησης που ανάγεται σε 16,67 μέτρα ανά δευτερόλεπτο) σε όποιον επαρχιακό δρόμο της Τήνου θέλετε, με έναν ενήλικο, πλέον, αναβάτη 80 κιλών πάνω της. 
Ξέρετε πόσα κιλά θα σκάσουν πάνω στον τοίχο, στο διάζωμα, στην μάντρα; 
3800, περίπου 4000 κιλά!
Που σημαίνει κοντά τέσσερα τονάκια
Πολλά; 
Έχετε κανένα παιδί που να πηγαίνει στο λύκειο; 
Ζητείστε του σας παρακαλώ να σας κάνει αυτόν τον απλό υπολογισμό, αν νομίζετε πως τα παραλέω. 

Καταλάβατε τώρα αυτό που δεν καταλαβαίνατε τόσον καιρό βλέποντας στο νησί εκείνα τα μικρά εικονοστάσια με το καντηλάκι για την ψυχούλα κάποιου νεαρού που έχασε την ζωή του σε κείνο το σημείο; Καμμιά φορά έχουν και κουκλάκια, κασκόλ της ομάδας τού σκοτωμένου παιδιού, λουλούδια, στην αρχή φρέσκα και μετά πλαστικά.


Αν δεν τάχετε προσέξει, θα είναι γιατί πιστεύετε πως "άμα δεν τα κοιτάτε δεν θα σας τύχει κάτι παρόμοιο", έτσι δεν είναι;

Η πρώτη ηλίθια ερώτηση όταν είδατε ένα καινούργιο εικονοστάσι δεν ήταν "Καλά, με πόσα πήγαινε;"
Για να έρθει η ηλιθιωδέστερη απάντηση: "Θάτρεχε…"

Και έτσι τα ξορκίζουμε όλα με την εγκληματικά απλουστευτική σκέψη: "Άμα δεν τρέχεις, δεν σκοτώνεσαι".

Και να μην έτρεχε, φιλαράκια και συντοπίτες μου από καταγωγή, ένα κεφάλι χωρίς κράνος θέλει πολύ λιγότερα από εξακόσια κιλά για να γίνει θρύψαλα, πόσο μάλλον από τα τέσσερα τονάκια της μεγάλης μηχανής.

Αυτά. Τα είπα τώρα, τα έβλεπα από καιρό, αλλά, δυστυχώς έγινε κάτι για να έρθει ή ώρα του να το πούμε και αυτό. Δεν είναι οι μεγάλοι δρόμοι ή τα μεγάλα αυτοκίνητα ή οι κακοί οδηγοί ή ξέρω γω τι άλλο, που φέρνουν το κακό. 

Ασφαλώς και αυξάνονται οι πιθανότητες, είναι όμως εντελώς λάθος να μην ανοίγουμε τα μάτια μας να δούμε τι σκατά μπορεί να κάνουμε και εμείς στραβά σε τοπικό επίπεδο.

Τα παιδιά που καμαρώνουμε σήμερα θέλουμε να τα καμαρώνουμε και όταν μεγαλώνουν, όχι να τα κλαίμε.