Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Πείτε «γειά» στα Μοναστήρια...

Κάθε φορά που βλέπω κάτι από το νησί να χάνεται σκέφτομαι εκείνη την φίλη στο πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων που με ευγενική αγανάκτηση μού είχε κάνει παρατήρηση για τον υπότιτλο του μπλογκ: "περίπατοι στο νησί που χάνεται".

"Δεν χάνεται το νησί" μου έλεγε, "εμείς που είμαστε εδώ το κρατάμε ζωντανό".  Κάναμε μια κουβέντα, προσπάθησα να της εξηγήσω, δεν ξαναβρεθήκαμε. Αυτή εδώ η ανάρτηση ας είναι η απάντηση που της οφείλω από τότε, πριν δέκα περίπου χρόνια.

Αγαπητή μου φίλη,

Πες "γεια" στα Μοναστήρια... 

...χαιρέτα τα πανέμορφα χαλάσματα, 




...τα ανάγλυφα χρώματα, 

...τους γυμνούς τοίχους, 

...τα αποκαλυμμένα μυστήρια της τέχνης των μαστόρων, 

...τις παράγωνες αυλές, 

...τους αέρινους βόλτους, 

...τα απάνεμα περπατιά, 


...τις γλυκές καμπύλες στον διάκοσμο.

Χαιρέτα αυτούς που φύγανε τραβώντας πίσω τους μια πόρτα για τελευταία φορά, 

....αφήνοντας έρημα σπίτια, έρημο τόπο, ο ένας πίσω από τον άλλον, με τον τελευταίο που έμεινε πίσω να μην καταλαβαίνει πώς έγινε και ερήμωσε το χωριό εμπρός στα μάτια του, 

...πώς έγινε και αφέθηκε να μείνει αυτό το κουφάρι σιωπηλό, με όλα του τα όργανα στην θέση τους, αλλά νεκρό γιατί δεν είχε πιά ελπίδα.

Σκέψου την τελευταία φορά που ποτίστηκε μια γλάστρα, που σκουπίστηκε ένα πάτωμα, που σφραγίστηκε ένα μπουκάλι, που σφουγγίστηκε ένα ποτήρι, που τραβήχτηκε μια καρέκλα για να κάτσει κάποιος, που ασβεστώθηκε μια αυλή, που κάπνισε ένας κάπασος, σκέψου όλα όσα γίναν για τελευταία φορά, 


...κι’ αυτές όλες τις φορές βάλ’ τες στο μυαλό σου για όσα είναι τα σπίτια στα Μοναστήρια, και τότε μόνον θάχεις το βάρος του τόπου, αυτό που είναι το βάρος των ανθρώπων των ίδιων, των κόπων, και των πόνων τους.

Και όλο αυτό φαντάσου το σαν ένα σκηνικό μέσα στο οποίο παίζεται η δική σου ζωή.

Θλίψου για λογαριασμό των μαστόρων, που δεν ήξεραν και ευτυχώς δεν έμαθαν ποτέ πώς κατέληξε ο κόπος τους, πώς ευτελίστηκε το μεράκι τους, 


...πώς η γνώση τους σωριάστηκε μέρα με τη μέρα μέχρι που έγινε ακατάληπτη πλέον από κείνους που δεν την έχουν ανάγκη, 


...περιμένοντας εκείνη τη μέρα που αυτά τα χαλάσματα θα γίνουν αξιοθέατο για κάποιους. 

Για κάποιους ξένους που θα κάνουν σαφάρι μέσα στα δρομάκια, σαφάρι ζωών και ανθρώπων που ήταν και δεν είναι πιά. 


Όχι γιατί πεθάναν, αλλά γιατί έφυγαν.

Αν θες να κάνεις μιαν ευχή, κάνε την έξω, στα χορταριασμένα μονοπάτια, ο θεός που είναι εδώ μέσα είναι μουδιασμένος, τους είδε όλους να φεύγουν δίχως να μπορεί να κάνει τίποτε απέναντι στον χρόνο.

Κι΄ άλλα θα ακολουθήσουν τον δρόμο των Μοναστηριών, κι’ άλλα ακόμη, κι’ ύστερα άλλα, μέχρι που το νησί θα μοιάζει με γριά ηθοποιό με χίλιες πλαστικές επεμβάσεις για να μοιάζει με εκείνην που θέλει το κοινό, μια που «δεν γερνάει ποτέ, που αψηφά τον χρόνο».

Κι’ όπου ακούς ανάπτυξη και επενδύσεις να τρέμεις, να τρέμεις το τίποτε που έρχεται, την πλαστογραφημένη παράδοση που πάει να δημιουργηθεί, τους ανθρώπους χωρίς μνήμη και ιστορία, το στενό μυαλό, να ανατριχιάζεις μπροστά στο νησί που ισοπεδώνεται και εξομοιώνεται με μύκονους και σαντορίνες και πάρους και νάξους που κάποτε ήταν και τώρα δεν είναι.

Ύστερα να μην ξαναμπείς σε αυτό το μπλογκ ποτέ. Δεν θα βρεις εδώ μέσα περιγραφές θριάμβων για τον αριθμό των τουριστών, ύμνους για «το ωραιότερο νησί», θαυμασμό για τις «δημιουργικές γεύσεις του νησιού», προτροπές για «ανακάλυψη του κρυφού νησιού».

Αυτοί στους οποίους απευθύνονται όλα αυτά είναι, άθελά τους, αυτοί για χάρη των οποίων καταστρέφεται το νησί.


Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

ΚΕΛΛΙΑ - ΚΟΡΗΣ ΠΥΡΓΟΣ


"Γράφτο", μου λέει, 
"Τι να γράψω του λέω; Την διαδρομή που έκανε καθημερινά η μάνα μου και μετά η θειά μου για να αρμέξουν τα κατσίκια στα Κακόβουλα;"
"Ρε γράφτο", μου λέει, "βάλε και καμιά φωτογραφία, μια χαρά είναι, ποιος περπατάει κει πέρα τώρα πιά εκτός από κανέναν κυνηγό, γράφτο". 

Ε, ας το γράψω, είπα κι εγώ. Νοέμβρη μήνα να γράφω για Αυγουστιάτικη βόλτα. Ποιός ενδιαφέρεται...
Τέλος πάντων...

Ξεκίνησα που λέτε να πάω μέχρι της Κόρης τον Πύργο από τα παλιά μονοπάτια, περπατητό, σιγά σιγά και με καλή οργάνωση, δηλαδή, νερό, δεύτερο μπλουζάκι, καλάμι, νερό, σακίδιο και όλα τα σχετικά (έτσι νόμιζα, δηλαδή).

Διάλεξα το μονοπάτι 10 με ένα κόκκινο τετράγωνο δίπλα του, που με πληροφορούσε κάθε φορά που πέρναγα από αυτό το σημείο ότι η απόσταση μέχρι της Κόρης τον Πύργο ήταν δύο ώρες και δεκαπέντε λεπτά. 

Μια χαρά, λέω μέσα μου, πόσο πιά να καθυστερήσω (παρακάτω θα δείτε γιατί δεν έπρεπε να καθυστερήσω), πόσες φωτογραφίες να βγάλω, πόσο νερό να σταματήσω για να πιώ!

Εκεί λοιπόν, γύρω στις 16:44 (μιλάμε για τέτοια ακρίβεια στην χρονομέτρηση) πέρασα εμπρός από την πινακίδα και τράβηξα για πίσω. 

Πρόσθεσα (νοητά) και τις δύο ώρες και δεκαπέντε λεπτά, και βρήκα ότι στις 18:59, πές 19:00 που στα ελληνικά είναι εφτά η ώρα, θα είμαι στης Κόρης τον Πύργο. 
Τώρα γιατί έφτασα στις οκτώ παρά δύο θα το δούμε παρακάτω. Πώς δηλαδή κατάφερα και πρόσθεσα μία ώρα επιπλέον σε αυτά τα εφτάμιση χιλιόμετρα. Που κανονικά ούτε εφτάμιση δεν είναι τα χιλιόμετρα, λιγότερα είναι, αλλά θα το δούμε και αυτό παρακάτω.


Μαθαίνοντας από προηγούμενα σφάλματα είχα πάρει μαζί δύο μπλουζάκια, ένα που φόραγα και ένα για να αλλάξω άμα ίδρωνα. 

Στο μαγαζί που πήρα το σακίδιο βέβαια, ο πωλητής με πέρασε για κορόιδο και ήθελε να με φορτώσει με ένα μπλουζάκι ειδικό για περπάτημα που ιδρώνεις και ξεϊδρώνεις αμέσως, στην τιμή των εικοσιτριών ευρώ

Λέω μέσα μου, ένα μπλουζάκι εικοσιτρία ευρώ, τι διάολο ποια τόχει πλέξει; η βασίλισσα της Αγγλίας και κάνει τόσο; Παίρνω δύο μαζί μου από αυτά που φοράω στην παραλία (δυόμιση ευρώ από Σκλαβενίτη) και καθαρίζω.

Βγήκα λοιπόν στο μπροστινό λαγκάδι, ευκολάκι μέχρις εδώ, προχώρησα για το πίσω λαγκάδι, χάρηκα που διαπίστωσα ότι ακολουθούσα σαν νορμάλ περιπατητής το μονοπάτι νούμερο δέκα...

...και συνέχισα στα γνωστά μέχρι την Αετοφωλιά...

...πέρασα πάνω απ΄το χωριό...

 ..συνέχισα μέχρι το λαγκάδι της Βρύσης...




...έριξα μια ματιά στην ανηφόρα που με περίμενε...

 ...πέρασα το γεφύρι...


...και μπήκα στο ανέβασμα έχοντας έναν τράγο μπροστά (το μαύρο ον που φαίνεται στο μονοπάτι), που με αγνόησε συστηματικά για όσην ώρα βαδίσαμε μαζί, εκείνος στα τέσσερα κι' εγώ στα δύο (μεγάλη διαφορά στην άνεση τα τέσσερα, οφείλω να παραδεχτώ)...

...και μετά από αρκετό ιδρώτα έφτασε το ίσιωμα που ακολουθεί κάθε ανηφόρα.

Κοίταξα πίσω και είδα αυτό:

Ωραία ήρθαμε μέχρις εδώ, είπα, πάμε παρακάτω.
Και έφτασα  στο πρώτο σημείο όπου αναρωτήθηκα για την ματαιότητα των πραγμάτων, της ύπαρξης και του νοήματος της ζωής. Αντικρίζοντας αυτές τις κοκκάλες, που βλέπετε εδώ: 


Αλλά, επειδή κανένας στον αιώνα τον άπαντα δεν έσωσε να δώσει απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, συνέχισα και βγήκα μέχρι αυτό το τσιμεντένιο κουβούκλιο...

...όπου και χρειάστηκε να αλλάξω μπλουζάκι. 
Πέρασαν εικοσιτρία ευρώ από το μυαλό μου, θυμήθηκα τα δυόμιση που είχα δώσει για το δικό μου, το πέρασα στο σακκίδιο να στεγνώνει...

...και συνέχισα.

Και εδώ κάπου το μονοπάτι νούμερο δέκα με το κόκκινο τετράγωνο στο πλάι, γίνεται μια ανάμνηση, ένας νοητός σκοπός που έχασα με επιτυχία. 

Γιατί το μονοπάτι προφανώς ανεβαίνει για λίγο στην άσφαλτο, εγώ με την άσφαλτο έχω πολύ κακές σχέσεις και έτσι, πάει το μονοπάτι νούμερο δέκα με το κόκκινο τετράγωνο στο πλάι. 
Φεύγοντας από τον δρόμο είδα αυτή την εικόνα...
...την οποία και αναρτώ για να μπορέσετε και εσείς κάποτε αν θελήσετε, να χάσετε τον μονοπάτι με την ίδια ευκολία στο ίδιο ακριβώς σημείο.

Προτείνω να χάσετε το μονοπάτι. Και να δείτε μπροστά σας αυτόν τον περιστεριώνα...

...μετά να περάσετε αυτό το γεφυράκι...

...που ένας θεός ξέρει πότε φτιάχτηκε και μοιάζει με μυκηναϊκή γέφυρα...
...να διαπιστώσετε πως ντάλα καλοκαίρι το νησί καταφέρνει μετά από τόση ανομβρία και κρατάει τα νερά του...

...να δείτε πώς στέκει όρθιο ένα κομμάτι από το στόλισμα του περιστεριώνα...

...να ξεκουράσετε τα μάτια σας εδώ...

...και αν είστε παρατηρητικοί να πάρει το μάτι σας κάπου δεξιά ένα ξωκκλήσι, πίσω από το υπέροχο αυτό κτίσμα...

Προτείνω να ξεχάσετε την ώρα και την διαδρομή και να λοξοδρομήσετε μέχρις εκεί περνώντας μπροστά από τις παλιές δόξες της Τηνιακής υπαίθρου...

...για να βρεθείτε στο ξωκκλήσι του Άγιου Γεωργίου και του Άγιου Παντελεήμονα. 

Εδώ κάπου είναι ο πραγματικός θεός. 

Ο απλός και προσιτός, μακριά από φασαρίες και φωνές, έξω από φωτογραφίες και μοδάτες παραλίες, να στέκει και να απορεί, πώς γίνεται να έχει πέσει όλη η πρόσοψη στον απέναντι περιστεριώνα και κείνος να μένει ολόρθος.

Λες, τα πράγματα έτσι είναι, έρχονται και φεύγουν, άλλη εξήγηση δεν είναι για τα μέτρα μας, και συνεχίζεις και προχωράς στο μονοπάτι...

...φτάνεις εδώ...

...το αφήνεις πίσω και συνεχίζεις, γιατί στο τέλος κάτι καλό σε περιμένει.

Εδώ ήταν η δεύτερη φορά που βλέποντας αυτό το ψόφιο πουλάκι, αναρωτήθηκα ξέρετε γιατί, αλλά το ξεπέρασα γρήγορα, φαίνεται πως ζωή και θάνατος είναι απολύτως φυσικά εδώ έξω. 
Ίσως γι' αυτό να έχουμε αγαπήσει τον καναπέ μας τόσο πολύ. 


Πίσω μου τώρα, έβλεπα τον  Άγιο Παντελεήμονα και το Δρακονήσι...

...ενώ ταυτόχρονα διαπίστωνα ότι το μπλουζάκι δεν είχε στεγνώσει ακόμη...

...ενώ το δεύτερο έχει αρχίσει να ιδρώνει επικίνδυνα και σκέφτηκα πως θάπρεπε ο πωλητής να είχε επιμείνει λίγο περισσότερο. Ή να μου είχε κάνει μια έκπτωση.


Όλα καλά μέχρι στιγμής, ήμουν στην ώρα μου, αλλά ποιά νάταν η εκκλησία που έβλεπα από πάνω μου;

Οι Άγιοι Ανάργυροι ήταν, και πολύ χάρηκα που τους είδα από αυτή την γωνία.

Το μονοπάτι στην συνέχεια έχει πέσει...

...αλλά αν δεν είχε πέσει δεν θα έβρισκα αυτό εδώ...

...που μάλλον για καμίνι μοιάζει, όποιος το δει και ξέρει βοηθάει να συμπληρώσω την ανάρτηση.

Στην συνέχεια, θαύμασα την προνοητικότητα και την φροντίδα για τον συνάνθρωπο που δείχνουν ορισμένοι συμπολίτες μας. 
Κάποιος σκέφτηκε πως καλό θα ήταν να άφηνε εδώ ένα αυτοκίνητο για κάποιον περιπατητή που μπορεί να κουραστεί να περπατάει και να θελήσει να το χρησιμοποιήσει για να φτάσει πιο γρήγορα. 

Μάλιστα, για να μην το σηκώσει ο δυνατός Τηνιακός αέρας τούχε βάλει και μια πέτρα στο κάθισμα. 

Απ’ ό,τι καταλαβαίνω όμως, κανείς δεν κουράστηκε τόσο ώστε να χρειαστεί το αυτοκίνητο, κι’ έτσι έμεινε το αυτοκίνητο και τόφαγε ο καιρός και ο ήλιος και η βροχή και ο αέρας. 
Κρίμα, γιατί είχε και κασσετοφωνάκι ROADSTAR που πήγε χαμένο και αυτό. 

Κρίμα και για την θυσία του συνανθρώπου, πού να το φανταστεί, ας είμαι καλά που το βρήκα και το ανέδειξα ως θέμα.

Για τρίτη φορά βλέποντας ξανά κοκάλες...

...αναρωτήθηκα ξέρετε γιατί πράγμα, αλλά πλέον το είχα πάρει απόφαση, βράδιαζε κιόλας και τελείωσα με τις υπαρξιακές αναζητήσεις αμέσως.

Δείτε και τον ανακαινισμένο Άγιο Μικαέλ...

...και τις περίεργες κερκίδες στο πίσω χωράφι.


Και εδώ αγαπητοί, σε αυτή την συναισθηματική επιλογή («παιδικές αναμνήσεις και η προσπάθεια ανάκτησης των βιωμάτων της παιδικής ηλικίας», λέει το βιβλίο), βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος της παραπάνω ώρας και της επιπλέον απόστασης που έκανα. 

Πόσα χρόνια έχω να κατέβω τα Κακόβουλα; Σκέφτηκα. 

Δηλαδή δεν σκέφτηκα...

...μια στιγμιαία αναλαμπή ήταν και βρέθηκα να ροβολάω το μονοπάτι. 

Που ήταν εν μέρει μονοπάτι. 
Αλλά, πανέμορφο, ό,τι κι αν πει κανείς δεν μπορεί να περιγράψει την ομορφιά αυτής της διαδρομής αυτήν ακριβώς την ώρα που πέφτει ο Ήλιος...

...και που καταλήγει εδώ...



...σ' αυτή την τεράστια, αιώνια πλάκα...

...σ΄αυτές τις άδειες ποτίστρες...

...κι από κει, στην απέναντι πλαγιά...

...σε ένα όμορφο ανέβασμα...

...γεμάτο εικόνες...

...με τον Ήλιο να πέφτει γρήγορα...

...και να βάφει τις ξερολιθιές...

...στης Κόρης τον Πύργο...


Που τελικώς, για να μην μας πιάσει και το ρομαντικό μας, στης Κόρης τον Πύργο ήταν μια σημαία...

....κάτι σουβλάκια ξαπλωμένα στην ζεστασιά... 

...κάτι τυρόπιτες και κάτι μακαρονάδες...

....μαζί με κάτι ρακιά, κρασιά και κάτι μπύρες και περίμεναν παρέα... 

 ...με κάτι άλλους καθόλου πεινασμένους... 

....οπότε χαλάλι ο δρόμος και η αγωνία μου για την ματαιότητα των πραγμάτων.

Εδώ, τέλος, βλέπετε κάποιον άγνωστο που απλώς πέρασε και μας άφησε μια σκοτεινή φωτογραφία. Καλλιτεχνική και σχετική με την ματαιότητα των πραγμάτων και λοιπά και λοιπά...