Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

ΠΕΣ "ΑΛΕΥΡΙ"

Αλεύρι!

Εύκολο. Πετάγομαι απέναντι στο μίνι-μάρκετ και παίρνω όσο αλεύρι θέλω, σιγά το πράμα...
Και έχει αλεύρι για να φτιάξεις ό,τι σου κατέβει στο κεφάλι ή ό,τι είδες στην τηλεόραση να φτιάχνουν εκείνοι με τα τατουάζ...

Τώρα ποιός έσπειρε (Οκτώβριος), ποιός θέρισε (Ιούνιος), ποιός αλώνισε (Ιούλιος), λίγο μας ενδιαφέρει, το ράφι νάχει αλεύρι όποτε χρειαστώ και τί με κόφτει εμένανε ποιός έκαμε ποιά δουλειά...

Τα σκαλιά στην Τήνο τάχεις δει, υποθέτω. 
Σήμερα μπορεί να έχουν διακοσμητικό χαρακτήρα, τότε όμως τα περισσότερα σκαλιά (πεζούλες) που διασχίζουν την Τήνο ήταν σπαρμένα με δημητριακά, ειδάλλως, πού να βρεθεί αλεύρι και κυρίως, ποιός μπορούσε να το πληρώσει και εδώ που τα λέμε, γιατί να το πληρώσει όταν τόφτιαχνε μόνος του από τότε που θυμόταν τον εαυτό του παιδί.


Ας πούμε λοιπόν, πως άντε και έσπειρες, άντε και έβρεξε Μάρτιο με Μάιο που θέλει νερό για να καλαμώσει το σιτάρι, το κριθάρι ή το μιγάδι, άντε και θέρισες.
Τί να το κάνεις όλο αυτό που μάζεψες αν δεν το περάσεις από το αλώνι;

Γεμάτη η Τήνος αλώνια, όπου γυρίσεις το μάτι σου θα δεις αλώνια. Όσα έχουν μείνει όρθια δηλαδή, όσα έχουν τον άζουρα ακόμη γύρω γύρω να τα τειχίζει, να οριοθετεί τον χώρο του αλωνιού με τις όρθιες πλάκες του.

Που ο χώρος του αλωνιού δεν μπορούσε να είναι μεγάλος, ίσα να φέρνουν βόλτα δύο αγελάδες ζεμένες στη λαιμαριά, και πάντα στρωμένος με μεγάλες πλάκες σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Ελλάδας που το πάτωμα του αλωνιού ήταν από πατημένο αργιλόχωμα. Σε πολλές περιπτώσεις ο χτίστης εκμεταλλευόταν φυσικούς σχηματισμούς του εδάφους.

Στο αλώνι λοιπόν κατέληγαν τα δεμάτια με τα χερόβολα που προέκυπταν από το θέρισμα του καρπού. 

Το χερόβολο (χείρ+βάλλω) θέλει πέντε χεριές περίπου για να γίνει, και η χεριά είναι η δέσμη από στάχυα που χωράει σε ένα χέρι ενόσω το άλλο κρατάει το δρεπάνι και κόβει.

Μετά ακούμπαγαν κάτω το χερόβολο με τα στάχυα γυρισμένα στην την ίδια κατεύθυνση, και από αυτά γίνονται τα δεμάτια, και από τα δεμάτια γίνονταν οι θημωνιές.
Άμα τα χερόβολα δεν ήταν σωστά,  αυτός που τα έδενε, δεν θα τα έκανε καλά δεμάτια.

Έτσι βγήκε και η παροιμία 
«Εσείς κακό χερόβολο και εμείς κακό δεμάτι»
που ουσιαστικά είναι μια παροιμία περί συλλογικής ευθύνης, οπότε σταματάω την ανάλυση εδώ, καλοκαιριάτικα, μην αρχίσουμε τους παραλληλισμούς και χαλάσουμε ό,τι απέμεινε από το καλοκαίρι.

Θυμάται λοιπόν η μάνα μου το αλώνισμα εκεί λίγο μετά την κατοχή:

"Έπρεπε να είναι μια μέρα με πολύ ζέστη για να μπορέσουν να κάνουν πολλά πετάγματα.

Πρώτα λοιπόν ρίχνανε τους χεροβόλους στο αλώνι, γύρω στους δέκα κάθε φορά,  και μετά έμπαιναν οι αγελάδες δεμένες στον ζυγό. 
Οι αγελάδες που για να μην τρώνε τον καρπό φόραγαν στο στόμα ένα φίμωτρο πλεγμένο από βούρλα που λεγόταν χυμός.

Ένας γύριζε τις αγελάδες και άλλος με το σκάλεθρο άπλωνε τα στάχυα στο αλώνι.
Κάθε πέντε γύρους έπρεπε να αλλάζει η φορά του κύκλου για να μην ζαλίζονται τα ζώα.

Το συνηθισμένο παράγγελμα στα ζώα για να γυρίσουν ήταν "άλλαξε μεστέ!" ακαταλαβίστικη κουβέντα σήμερα πλέον, αλλά τα περισσότερα παραγγέλματα έχουν πολύ παλιά προέλευση και για τα περισσότερα δεν υπάρχει και κάποια λογική ετυμολογία.



Τα άχερα απομακρύνονταν σταδιακά από το αλώνι μέσα σε σεντόνια, σπανίως υπήρχαν τσουβάλια, και πήγαιναν στα καταστέγια για μελλοντική χρήση σαν ζωοτροφή. 
Τα χερόβολα εξακολουθούσαν να πέφτουν στο αλώνι μέχρι να γεμίσει καρπό.

Οι οικογένειες είχαν όλες το δικό τους αλώνι. Εκείνες που είχαν μεγάλη παραγωγή μπορεί να χρειαζόταν να αλωνεύουν για πολλές μέρες. 


Η μεταφορά της παραγωγής στο αλώνι ήταν και αυτή μια διαδικασία χρονοβόρα και επίπονη. 


Δεν έπρεπε να πάει τίποτε χαμένο και αν τα ζώα στην διαδρομή ακούμπαγαν στις μάντρες και έπεφταν στάχυα στον δρόμο αυτός που ερχόταν από πίσω τα μάζευε. 


Όταν τελείωνε το αλώνισμα βγάζανε τις αγελάδες έξω.

Σειρά είχε το λίχνισμα, οπότε περίμεναν να φυσήξει για να λιχνίσουν και δεν ήταν λίγες οι φορές που έπρεπε να κοιμηθούν στο αλώνι για να πιάσουν τον αέρα για το λίχνισμα.

Εξ ου και το "Όποιος θέλει να λιχνίσει κάθεται στον άζουρα".


Ο καρπός στην συνέχεια έμπαινε σε τσουβάλια, φορτωνόταν στα ζώα και πήγαινε στα κατώγια για να πάρει από εκεί τον δρόμο τους για τον μύλο σταδιακά, όταν υπήρχε ανάγκη για αλεύρι.

Τα κριθάρια τα έπαιρνε ο ΦΙΞ για την μπύρα, οι ντόπιοι συνήθιζαν περισσότερο το μιγάδι (μίγμα δημητριακών που περιείχε και σίκαλη) που όμως ήταν πολύ πιο σκληρό και έπρεπε να έχει πολύ ζέστη για να τριφτεί καλά.

Να πούμε ότι, αν το αλώνι ήταν κοντά στον δρόμο οι γυναίκες έπρεπε να φοράνε κάλτσες για να μην φαίνονται τα πόδια τους...

Τέλος, σημειώστε ότι, ένα ακόμη προβληματάκι ήταν το ότι τα ζώα όταν τους έρχονταν η ανάγκη τους την έκαναν εκεί που ήταν... 
Οπότε σε αυτές τις περιπτώσεις μόλις έβλεπαν την αγελάδα να σηκώνει την ουρά της έβαζαν από κάτω ένα παληό καρίκι ή μια παληά κατσαρόλα για να μην λερώσει η αγελάδα τον καρπό. 

Αν η αγελάδα ήθελε το χοντρό της, τότε κρατάγανε πίσω της ένα μάτσο άχερα και μόλις το ζώο τελείωνε τα πετάγαν έξω απ' το αλώνι την "παραγωγή"…

Για τους μύλους των Κάτω Μερών μπορείτε να δείτε πατώντας εδώ:



Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

ΑΚΟΥ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ...

Άκου τώρα. Πήγα δυό μέρες στο νησί, να δω λίγο το σπίτι, ξέρεις, όλα αυτά που σε ανησυχούν όταν είσαι μακρυά. Δεν φτάνουν δυό μέρες, κακά τα ψέματα. Θάθελα μια βδομάδα, δέκα μέρες, καμμιά εικοσαριά μήνες, έτσι, να πω ότι το ευχαριστήθηκα. 

Δυό μέρες μου αναλογούσαν όμως, δυό μέρες πήρα, πήγα, πήρα την δόση μου, είπα "Τί σκατά κάνω εγώ στην Αθήνα", καμμιά πενηνταριά φορές τόπα αυτό, μετά μπήκα στο παπόρι και προσγειώθηκα εις τας Ραφήνας και χέστα μετά, μην τα ρωτάς καθόλου.

Θα στα πώ χωρίς ωραίες λέξεις, δεν έχω, μου τελειώσανε, τις έβαλα όλες σε προηγούμενες αναρτήσεις. Και θα στα πω με όποια σειρά τύχει, όπως πέσανε οι φωτογραφίες εδώ μέσα. 

Ήπια ένα καφεδάκι στην παραλία, μέσα από εκείνα τα βολικά και αντιαισθητικά νάιλον, που κρατάνε το κρύο έξω. Μη φανταστείς το πολύ το κρύο, αλλά, έτσουζε ελαφρώς. 

Χαλάρωσα λίγο, σκέφτηκα την ίδια θέα το καλοκαίρι, με όλους εκείνους να πηγαινοέρχονται μπρος από αυτό τον πεζόδρομο που είναι βαμμένος πράσινος και έχει ζωγραφισμένα ανθρωπάκια πάνω του. 
Πεζοδρόμιο; Πώς και δεν είχε φτιαχτεί πεζοδρόμιο από την από δω πάντα που είναι οι καφετέριες. Θυμάται κανείς πού περπατάγαμε όταν πηγαίναμε μέχρι τον Κουρσάρο;


Ο ελληνικός είναι ο μόνος παρήγορος καφές. Αυτό έχω να σου πω και κράτα το. 
Μονός, όχι διπλός. Έχει όση διάρκεια χρειάζεται ακριβώς για να σκεφτείς αυτά που πρέπει, να αποφασίσεις ή να μην αποφασίσεις. Δεν είναι ας πούμε, σαν το φραπέ. Αυτός έχει διάρκεια να σκεφτείς και να αλλάξεις και γνώμη καμμιά δεκαριά φορές, είναι καφές της συντροφιάς, από κείνες που κάθε φράση τους έχει το πολύ δέκα λέξεις. Ο ελληνικός θέλει περίσκεψη από γεννησιμιού του. 
Νάσαι πάνω απ΄την φωτιά να μην χυθεί ή να μην χαλάσει το καϊμάκι. Δεν πατάς ένα κουμπί και πάς και παίρνεις το φλυτζανάκι γεμάτο, δεν βαράς στο χτυπητήρι κι' άμα αφρίσει είναι έτοιμος.

Πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο, παρκάρω πάντα μακρυά επίτηδες, είδα και τούτο 'δω...

...και είπα πως αρκετή κουβέντα και μπόλικο παραμύθι έχει πέσει με την τεράστια αυτή απειλή, που με το ζόρι πάνε να μας φορέσουν στο κεφάλι αυτοί που δεν έχουν πατρίδα. Άφησα την σκέψη να κρέμεται μέσα κει, οδήγησα, ανέβηκα από τον παληό δρόμο, όπου έπεσα πάνω σε αυτό:


"Βρε τί κόσμημα για τον τόπο είναι τούτο δω!", ήταν ή πρώτη μου εντύπωση. Μετά βέβαια, είδα την επεξηγηματική ταμπέλα που εξηγούσε πως πάνω δω θα καθαρίζονται τα λύματα της δώθε περιοχής που είναι μέσα της και η Χώρα. 
Να θυμηθώ να ρωτήσω αν το νησί έχει και πέρα περιοχή, και τί θα γίνει με κείνα τα λύματα, εκτός κι΄ αν ενεργούμαστε στα Κελλιά, στην Κώμη και στην Περάστρα και το παράγωγο φτάνει εδώ κάτω με κάποιο μαγικό τρόπο. 

Σε χάλασα με όλα αυτά τα δύσκολα που σκέφτομαι, οπότε πάρε ένα κοπαδάκι να ξεκουραστεί λίγο το μάτι σου. Ήχο δεν κατάφερα να βάλω στην εικόνα, πάντως, σε βεβαιώ, ήταν μια προβατίνα που έλεγε με μπάσα φωνή "μπεεε" και την ακολουθούσαν και δυό μωρά που δεν έλεγαν τίποτε. 
Σκέφτηκα το Πάσχα που έρχεται, πήρα τα μάτια μου από πάνω τους (ενοχές...), έβαλα μπροστά και ξεκίνησα. 

Θυμάσαι τότε που δοκιμάζανε τα καινούργια όπλα πάνω στις πινακίδες, να δούνε πόσες "ασκαγιές" μάζεψε; Νόμιζα πως δεν είχε απομείνει καμμιά, εκεί στην στροφή για τον Σπεράδο βρήκα μία, δές τηνα κι' αυτήνα. 

Το πιό όμορφο χωριό της Τήνου για μένα είναι ο Σπεράδος. Σταματάω απέναντι καμμιά φορά και τον χαζεύω, και λέω, ας μην τον πάρουν χαμπάρι και έρθουν και χτίσουν τριγύρω, και του χαλάσουν αυτή την συμμετρία που έχει, αυτό το ιδανικό μέγεθος, αυτό το σημείο που είναι χτισμένος ας μείνει έτσι ανέπαφο. 
Πεντακόσιες φορές έχω περάσει, πεντακόσιες φορές ήμουνα θεόστραβος και δεν είχα δει τούτο δώ...

...που είναι το κατώτερο τμήμα του Ζ'γαλάδου, που όπως μου είπε ένας ευγενέστατος Σπεραδιανός που ξέχασα να ρωτήσω το όνομά του, πάνε διακόσια χρόνια που έχει ερημώσει. 
Δες κι' ένα από κείνα τα αλώνια που είναι μαθήματα αρχιτεκτονικής, το ξέρω ότι τα ξέρεις, αλλά, ρίξε μια ματιά και πές μου: φταίω εγώ που έχω φωτογραφημένα καμμιά εκατοστή από δαύτα..;

Και κει που πας να πεις, πάει, τελειώσαν όλα, παίρνεις τον ανήφορο από τον Πάρλα προς τον Καρκάδο και αναγκαστικά σταματάς. 
Δεν υπάρχει πιό ελπιδοφόρα εικόνα από 'κείνην ενός χωραφιού που έχουν κάνει ζευγάρι (που "έχουν οργώσει", για τους αμύητους). Όλη η ελπίδα του κόσμου βρίσκεται σ' ένα σπαρμένο χωράφι, ό,τι πολυτιμότερο μπορούμε να κάνουμε για να αλλάξουμε τον κόσμο είναι μέσα 'κει.

Μετά πέφτει το μάτι σου παραδίπλα, και χάνεσαι σε κείνο το φωτερό πράσινο, θες να απλώσεις το χέρι σου να αγγίξεις όλο αυτό με μια τεράστια παλάμη, να καθαριστείς από όλο το τσιμέντο της ζωής σου, πραγματικό και μεταφορικό, να φύγει από πάνω σου όλη η βρωμιά της πόλης.


Το καλό είναι ότι φέτος είχε νερά. Πολλά νερά, και σε παρακαλώ, μην αρχίσεις πάλι εκείνο το τροπάρι για τα μικροφράγματα στα λαγκάδια, για το νερό που πάει χαμένο, κάνε μου την χάρη και πάρτο απόφαση, δεν θα υπάρξει ποτέ καμμιά πρόβλεψη για το νερό. Τη μιά χρονιά δεν θα έχουμε να ποτίσουμε τα ζώα και την άλλη θα το βλέπουμε να φεύγει στην θάλασσα. 
Εκτός από εκείνο που μερικά δέντρα σκέφτηκαν να αποθηκεύσουν από μόνα τους...

Βράδυασε μετά, και κάθισα στην αυλή με σβηστό το φως να ακούω το χωριό. Ούτε μουσική, ούτε τίποτε. 
Τα παιδιά, οι περαστικοί, ένας κούκος πιό αργά, ομιλίες από κάποια αυλή, ένα βέλασμα κι' ένα γαύγισμα. Και κάμποσα ρακάκια, που στόμα έχουν και μιλιά δεν έχουν, είναι όμως μέρος της σκηνοθεσίας.


Το πρωί ξημέρωσε η πιό εκδικητική μέρα της εβδομάδας. Με ήλιο, ένα πολύ απαλό αεράκι, και με τις μυρωδιές του νησιού νάρχονται από παντού. Και με την πρώτη μισοκοιμισμένη σαύρα, τόσο, που σχεδόν κάθισε και την άγγιξα.

Μετά σε μια γωνιά του μεσημεριού βρήκα έναν ηλικιωμένο να τραβάει ποιός ξέρει για που...

...είδα το λιμάνι με μόνο ένα αυτοκίνητο...

...ύστερα βρέθηκα να κοιτάζω τη γραμμή από τις προπέλες του πλοίου...

...τα γνώριμα χωριά της άτυχης νότιας πλευράς του νησιού...

...τα αγαπημένα μου βράχια...

...και τέλος, με λίγο πιό καλλιτεχνική διάθεση, τον φάρο στο Στενό.


Μετά μπήκα μέσα, έπιασα ένα βιβλίο, ξεχάστηκα μέχρι την Ραφήνα. Πάμε πάλι...