Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Για λίγο παύει η σιωπή...

Για λίγο παύει η σιωπή σε τούτη ‘δω την άκρια του νησιού. 

Για λίγο μόνον, ακούγονται φωνές και γέλια, παιδιά μαζεύονται στο περιαύλιο της εκκλησίας...

...το γλωσσίδι χτυπάει επίμονα το σιδερένιο καύκαλο της καμπάνας...

...τραγούδια τρέχουν ανάκατα με ευχές τριγύρω στα τραπέζια και για λίγο, για πολύ λίγο, ο χρόνος στέκει ακίνητος. 

Είμαστε εμείς και ταυτόχρονα οι πρόγονοί μας, λέμε παμπάλαιες προσευχές...

...τσουγκράμε πανάρχαιο κρασί, 

...λουζόμαστε στον ίδιο όπως τότε Ήλιο, τα χορτάρια σαλεύουν απ΄ τον ίδιο Άνεμο, 

κι’ όλο αυτό είναι το τώρα που φτιάχνει το πάντα δίχως εμείς να το αντιλαμβανόμαστε.

Άμα θά 'χουμε φύγει, θα πρέπει νά 'μαστε σίγουροι πως δώσαμε στους επόμενους έναν τουλάχιστον λόγο για να συνεχίζουν. 

Μέσα σε όλο το χάος μιας πραγματικότητας ειδωμένης μέσα από οθόνες κινητών, θα πρέπει να θελήσουν να σηκώσουν τον εαυτό τους απέναντι στην αληθινή ζωή, στους αληθινούς φίλους.
Έχει έρθει το τέλος αυτού που στεγνά, σχεδόν στυφά, λέμε παράδοση και νιώθουμε να μας πνίγει στην τυπικότητά του. 

Τώρα η ευθύνη πέφτει σε μας, να έρθουμε κοντά για να μπορούμε να ακούμε ο ένας τον άλλον, να φτιάξουμε την εικόνα για το πώς οραματιζόμαστε το μέλλον, να υπολογίσουμε πόση δύναμη θα βάλουμε για να κρατήσει όλο αυτό για πολύ. 

Όλο αυτό χτισμένο γύρω από τον πυρήνα της ιδιαίτερης προσωπικότητας του νησιού, θα είναι πλέον η παράδοση.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

ΤΟ ΛΕΙΑΣΜΕΝΟ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ


Χίλιες φορές καλύτερος είναι ο αγρότης που βάζει τα χέρια του και βγάζει απ΄το χώμα μια πατάτα ή αρμέγει ένα κιλό γάλα, απ΄όλους τους θεωρητικούς του κόσμου τούτου. 
Μαζί και πρώτος απ΄όλους τους θεωρητικούς, ο εαυτός μου. 
Ό,τι κι΄αν πώ, όσα κι΄αν γράψω, όσο κι΄αν μιλήσω, η δουλειά του αγρότη θάναι άξια λόγου και θα αποτελεί σημείο αναφοράς, την ώρα που όλες οι κουβέντες θάχουν σβήσει και θάχουν ξεχαστεί.

Από τους θεωρητικούς όμως, υπάρχουν και εκείνοι που δεν τους φτάνει η γνώση στα χαρτιά, η πραγματικότητα τούς αναστατώνει, τους ταράζει, τους ξεσηκώνει απ΄τον καναπέ, τους τραβολογάει μέσα στα χωράφια και στις παραγγεριές, απαιτεί απ΄αυτούς να μιλήσουν τη φωνή τους, να μετρήσουν τη Γη πιθαμή την πιθαμή, να διαβάσουν τα ίχνη, να τα μεταφέρουν σε μικρά περίπλοκα μαυραδάκια απάνω στις σελίδες, να περάσουν την βαρειά σκυτάλη της παράδοσης στους επόμενους. 

Εκεί γύρω στο ’70, λοιπόν, μια κοπελιά της Σχολής Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών, παίρνει ένα διδακτορικό με θέμα: 
ΟΙ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΞΩΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ...
Να τόχε φανταστεί το μέγεθος του εγχειρήματος (του project όπως λέμε στα ελληνικά) άραγε..;





 Αφήνει, λοιπόν, το πτυχίο να κρέμεται στον τοίχο και σκαρφαλώνει στα βουνά του νησιού της. 

Μαθαίνει πώς είναι να μπαίνεις σε σκοτεινά, ερημωμένα κατοικιά, να πατάς σε στρώσεις ξεραμένης κοπριάς έχοντας τα μάτια στραμμένα στο χαμηλό ταβάνι, να σπρώχνεις το σκοτάδι πέρα με το φως του φακού, να βλέπεις τα ύστατα ίχνη του τελευταίου περάσματος των κατοίκων, ένα μπουκάλι σε μια θυρίδα....

...ένα κατσαρολικό δίπλα στην πυροστιά, ένα σκεβρωμένο σκαμνί, δυό γαλότσες ακουμπισμένες στη θέση τους, να πρέπει να κρατάς μουγγή τη νοσταλγία και την πίκρα για το χαμένο ήθος, για να μπορεί να μένει το μάτι καθαρό χωρίς περισπασμούς, να δουλέψει το μυαλό να πάρει την γνώση των βιβλίων και να την κάνει έργο ζωής.

Πόση δουλειά κρύβεται πίσω από κάθε αποτύπωση και κάθε περιγραφή, εκείνη μόνον το ξέρει. Όλα τα κατοικιά, ένα προς ένα, με τα ονόματά τους ένα προς ένα, με την κάθε λεπτομέρεια, το κάθε τι που θα αποδεικνυόταν σημαντικό για οποιονδήποτε μπορεί να ήθελε να εντρυφήσει στο θέμα.

Το περασμένο καλοκαίρι αγόρασα το βιβλίο της από το Μουσείο Μαρμαροτεχνίας και δεν το διάβασα με σειρά. Που πα’ να πει πως τόπιανα όταν μούλειπε το νησί κι΄ήθελα να το περπατήσω έστω και μέσα από το χαρτί. Άνοιγα τότε μια οποιαδήποτε σελίδα και διάβαζα. Και ζήλευα από τα κατάβαθα της ψυχής μου, έπεφτα σε απελπισία για όλα όσα δεν έχω δει και δεν θα βρεθεί ποτέ χρόνος να αντικρύσω.


Πριν από μερικές μέρες σε μια έρευνα στο διαδίκτυο έπεσα πάνω στο αυθεντικό κείμενο της διατριβής της κυρίας Μάχης Καραλή. Όποιος θέλει να δει το πρωτότυπο μπορεί να το βρει εδώ:

Ομολογώ ότι, όσο όμορφο κι΄αν είναι το καλοτυπωμένο βιβλίο με το γυαλιστερό εξώφυλλο, το πρωτότυπο το ξεπερνάει κατά πολύ σε αυθεντικότητα και ζωντάνια. 
 
Νομίζεις πως κάθε σελίδα είναι γραμμένη έξω, στον Τηνιακό αέρα, πως κάθε γραμμή είναι τραβηγμένη με το μπλοκ ακουμπισμένο απάνω σε μια μάντρα, πως μπορείς ακόμη να ακούσεις την σαύρα να οσμίζεται ακίνητη την παρουσία, τα γαϊδουράγκαθα να σκάνε στην καλοκαιρινή κάψα, πως προλαβαίνεις να δεις την στάλα του ιδρώτα να πέφτει πάνω στο ανοιχτό τετράδιο.

Κλείνω εδώ. 
Υπάρχουν αυτοί που αγαπάνε το νησί σαν ιδέα, σαν εξιδανικευμένη θεωρία για ένα μυθικό παρελθόν πασπαλισμένο με μπόλικη χρυσόσκονη.
Είναι όμως και εκείνοι που περάσαν πέρα από την αγάπη και είδαν την αληθινή εικόνα του χτες κι΄ακόμη δυσκολώτερα, είδαν κατάφατσα το επιτηδευμένα ανύποπτο σήμερα, τ΄αναμέτρησαν πόντο τον πόντο και μείνανε με κάτι πιό λείο μέσα τους, πιό πραγματικό, σαν χιλιοπατημένο σκαλοπάτι εξωκκλησιού που γυαλίζει σε κάθε γύρισμα του Ήλιου.