Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

ΜΠΗΤΣ ΜΠΑΡ...


Μια σύγχυση την έχω, αυτό είναι αλήθεια, παραδέχομαι την αδυναμία κατανόησης των «εξελίξεων» που τρέχουν στο νησί.

Είδα αυτήν την ανάρτηση για ένα νέο μπητσόμπαρο στην Άγια Θάλασσα:



Από κάποιον κύριο που δεν τον έχω ούτε καν φίλο στο «Μεγάλο Βιβλίο Της Μούρης Μας»

Ο άνθρωπος απορεί πώς είναι δυνατόν ένα από τα πιο αγνά κομμάτια της Τήνου να δίνεται για τέτοια δραστηριότητα. 

Απορία δεν υπάρχει καμία, ξένος είναι ο άνθρωπος, στην χώρα του δεν υπάρχουν διατηρητέα κτίρια γιατί κανείς δεν έδωσε τα παραδοσιακά κτίρια για αντιπαροχή, δεν καταλαβαίνει πως εδώ πρώτα θα κάνουμε την ματσακονιά και μετά θα τρέξουμε να στοκάρουμε/βάψουμε/κουκουλώσουμε/δικαιολογήσουμε. 

Δεν καταλαβαίνει ο άνθρωπος ότι η διαδικασία είναι απλή: 

χρειαζόμαστε λεφτά, 
τα χρειαζόμαστε τώρα, 
παραλίες έχουμε, 
νοικιάστε τες, 
μαζέψτε λεφτά, 
επαναλάβετε μέχρι να νοικιαστούν όλες οι παραλίες

Πιο ματσωμένοι, πιο μοδάτοι, πιο τρέντυ, ακολουθώντας το παράδειγμα των άλλων, τουριστικών νησιών, νισάφι πιά με την Παναγία! Αυτά ο Δήμος. 
Τα αναμενόμενα δηλαδή, γιατί από πού αλλού να περιμένει; 
Και, μεταξύ μας, προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρατήσει το νησί ζωντανό, να μην φεύγει ο κόσμος. 

Αλλά, θα υπάρχει πάντα το ρημάδι το αλλά που θα ρωτάει μέχρι πού θα φτάσει αυτό, πόση ανάπτυξη μπορείς να έχεις με μη παραγωγικές δραστηριότητες. 

Γιατί ο Μαμαλάκης μαγείρεψε με Τηνιακό τυράκι που όμως, λυπάμαι, είναι φτιαγμένο με γάλα φερτό απ΄αλλού, μιας και η ντόπια παραγωγή δεν επαρκεί. 

Και σερβιρίστηκε Τηνιακή μπύρα που μόνον το νερό της έχει Τηνιακό και τίποτε άλλο. Μεγάλη η λίστα της απαξίωσης της ντόπιας παραγωγής, σταματάω.

Αυτά από τον Δήμο λοιπόν και ειλικρινώς, μπράβο του.

Οι υπόλοιποι δεν καταλαβαίνω γιατί χαιρόμαστε. 

Γιατί χαιρόμαστε με τον γάμο του Χρανιώτη, την παρουσία του Ντάνου, το ρομαντικό δείπνο του Λιάγκα, τα βαφτίσια της Σκορδά;

Προφανώς έχουμε ανάγκη την αναγνώριση από αυτή την κατηγορία ανθρώπων. 

Των σχολιαστών του μηδενός, των αναπαραγωγών του τίποτε, των επικριτών του μήκους της φούστας της τάδε μοντέλας, των πρωταθλητών του σερβάιβορ, των δημιουργών του αντιπολιτισμού δηλαδή, της εύπεπτης χλαπάτσας που μας σερβίρουν και μεις την δεχόμαστε γιατί «Μωρέ και τι έγινε δηλαδή; Πάθαμε τίποτε τόσο καιρό που τα βλέπουμε;» 

Όχι. Ούτε μπιμπίκι βγάλαμε, ούτε στα χάπια πέσαμε.


Μόνον που χάσαμε κάθε έννοια αξιοπρέπειας και κριτικής ικανότητας, διάκρισης του καλού και του επικίνδυνου. 
Θεωρούμε φυσιολογικό να βλέπουν τα παιδιά μας αυτά τα σκουπίδια και να τα έχουν σαν πρότυπα.

Κι αυτό κατανοητό στην τελική όμως. 


Για χάρη όλων των πρωταθλητών στην κατινιά μπερδέψαμε την ψυχαγωγία με την διασκέδαση

Ούτε που ξέρουμε την διαφορά του ενός από το άλλο. 

Οπότε χαιρόμαστε που αυτοί που μέχρι χτες επισκέπτονταν άλλα νησιά και «τα έβγαζαν από την αφάνεια», σήμερα επισκέπτονται το δικό μας σαν σωτήρες, οι «εξωραϊστές» από τη μια και οι ιθαγενείς από την άλλη.

Από Μαυρογιαλούρο και δώθε δεν αλλάξανε και πολλά στην τελική. 

Σαν τους πολιτευτές των παλαιότερων χρόνων που σηκωνόμαστε όταν περνάγανε και αναγκαστικά χαμογελαστοί τους δίναμε το χέρι, στα μηδενικά που κατέστρεφαν τον τόπο, που ερήμωναν με τις αποφάσεις τους την ελληνική επαρχία εμείς καταθέταμε τα σέβη μας και την δουλοπρέπειά μας. 
Αναγκαστικά.

Το ίδιο και στους σελέμπριτιζ σήμερα. 
Σέλφι με τα αφεντικά της παρακουλτούρας. 
Βοθροκάναλα αυτοί; 
Παλαμάκια εμείς. 
Αναγκαστικά. 
Αλλιώς, το νησί "θα μείνει στην αφάνεια..." 

Τις κατίνες της γειτονιάς που κοροϊδεύαμε και μας ενοχλούσαν όταν άπλωναν την αδιακρισία τους στην αυλή μας, όχι μόνον τις παρακολουθούμε ανελλιπώς στα πρωινάδικα, αλλά και τις θεωρούμε απαραίτητες για την άνοδο της κοινωνικής υποστάθμης του νησιού.

Ειλικρινά, αυτή είναι η ανάπτυξη που είχαμε στο μυαλό μας;

Ας αναρωτηθούμε αυτό μόνον. 
Αν μας δινόταν η ευκαιρία να επιλέξουμε ανάπτυξη θα επιλέγαμε τις υποκλίσεις στις τηλεκατίνες και στα τηλεμηδενικά, ή κάτι άλλο; 

Γιατί αν επιλέγαμε από μόνοι μας την θέση του οσφυοκάμπτη, τότε κάτι δεν πάει καλά…

Η αλλαγή της ταυτότητας του νησιού είναι βίαιη. 

Τόσο βίαιη που δεν έχουμε καν δρόμους, δεν υπάρχει πρόσβαση στις πολυδιαφημισμένες παραλίες (για πάτε μέχρι Κολυμπήθρα ντάλα Αύγουστο...), και όταν φτάσουμε εκεί δεν έχει πού να παρκάρεις. 

Και θα αναγκαστούμε να σχεδιάσουμε εκ των υστέρων, ρωμαίικα, παραδοσιακά, πρόχειρα και με διαδικασίες αρπακτικών, δρόμους και πάρκινγκ και θα τα κάνουμε χειρότερα από ότι είναι τώρα. 

Αλλά, στο μεταξύ θα έχουμε βγάλει λεφτά, οπότε ας πάει και το παληάμπελο.
Ξεκαθαρίζω ότι δεν έχω κάτι με τους ιδιοκτήτες του μπητσόμπαρου στην Άγια Θάλασσα, αφορμή για μερικές σκέψεις ήταν, εύχομαι μόνον να έχουν συνείδηση της ιδιαιτερότητας του νησιού, να είναι συνεπείς προς τον τόπο και να κάνουν την μικρότερη δυνατή ζημιά.
Με αυτή την προϋπόθεση εύχομαι ειλικρινώς, καλές δουλειές!



Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

ΜΟΝΟΝ ΑΝ ΓΙΝΟΥΜΕ ΚΛΕΦΤΕΣ...



Περνάει δίπλα μου μια μηχανή μεγάλου κυβισμού, κράνος, μπουφάν, γάντια. 

Σκέφτομαι πως ο αναβάτης τηρεί όλους τους κανόνες ασφαλείας, υπάρχει όμως και κάτι άλλο που θεωρεί δεδομένο, λαμβάνει υπ όψιν του σαν σίγουρο: 
ότι εγώ, ο πλησίον οδηγός, δεν θα κάνω καμιά τρέλα, δεν θα στρίψω απρόσεκτα, δεν θα έχω αλλού το νου μου παρά στο τιμόνι, δεν θα περιφρονήσω την παρουσία του.
Και αυτά τα κάνω όχι μόνον γιατί υπάρχει νόμος, αλλά, γιατί ακόμη και αν πάψει να υπάρχει ο νόμος θα συνεχίσω να τα κάνω από σεβασμό στην ανθρώπινη παρουσία

Ο αναβάτης μπορεί να είναι εγκληματίας, ληστής, κλέφτης, βιαστής, φασίστας, ναζιστής. 
Δεν ζητάω ούτε πιστοποιητικό φρονημάτων ούτε προτέρου εντίμου βίου για να τον σεβαστώ. Τα θέματά του θα αντιμετωπιστούν από εκείνους που πρέπει, εκεί που πρέπει, με τον τρόπο που πρέπει. Στον δρόμο είναι μια ανθρώπινη ύπαρξη και σαν τέτοια απολαμβάνει τον σεβασμό που απαιτώ και εγώ από τους άλλους.

Κάπως έτσι, σαν έναν αναβάτη μηχανής, βλέπω το παιδί μου. 
Έτσι προσπαθώ να δω τα παιδιά όλων μας. 

Σκέφτομαι πως τους οφείλουμε να μεγαλώσουν σε μια κοινωνία όπου θα σέβεται ο ένας τον άλλον, θα συνδιαλέγεται μαζί του με μέγιστο σκοπό (πίσω από τον εκάστοτε σκοπό) να μείνουν ενωμένοι σαν κοινωνία. 

Αν αύριο διαφωνήσουν για το αν ο δρόμος θα περάσει πάνω από το χωριό ή κάτω από το χωριό...


...θα πρέπει να έχουν στο μυαλό τους ότι η διαφωνία θα πρέπει να γίνει με τρόπο ώστε στο τέλος της συζήτησης, να μην έχουν διχαστεί, να είναι και πάλι ενωμένοι σε μια κοινωνία. 

Φοβάμαι τα παιδιά των φασιστών, των «πατριωταράδων»...
 ...των «φυλετικά ανώτερων»...


....των φανατικών γαυροβάζελων...


....τρέμω τα παιδιά των κομματόσκυλων...

 
...τα παιδιά των βολεμένων, τα παιδιά με το «σωστό» χρώμα, τα παιδιά τα γεννημένα με «κυριαρχικά δικαιώματα» επάνω σε υπηρέτριες, σοφέρ, εργάτες, τα παιδιά με «βαρειές κληρονομιές».


Κοντολογίς, φοβάμαι τα παιδιά που γαλουχήθηκαν με την εντύπωση ότι υπερέχουν των άλλων παιδιών... 
 
...για κάποιον απροσδιόριστο, αυτοπροσδιοριζόμενο λόγο.

Φοβάμαι το κακό που μπορούν να κάνουν στα παιδιά των άλλων που μη έχοντας τέτοιες προσλαμβάνουσες θα τα αντιμετωπίσουν χωρίς φόβο. 

Τον «ανώτερο» όμως, τον «ξεχωριστό», τον «γεννημένο για να νικάει»...



...θα πρέπει να τον αντιμετωπίζουν με προσοχή

Γιατί αν νιώθει έτσι, σημαίνει ότι το μυαλό μέσα στο κεφάλι του είναι κλειστό, νεκρό από νωρίς. 

Ποιος να φταίει άραγε… Τα πρότυπά μας, οι γονιοί μας οι ίδιοι, η κοινωνία "η άτιμη";

Αυτό που ξέρω με σιγουριά είναι πως όλο αυτό αντιμετωπίζεται μόνον αν γίνουμε κλέφτες.

Υπάρχουν τόσα πράγματα εκεί έξω να κλέψει κανείς: ιδέες, σκέψεις, στάσεις ζωής, απόψεις, λέξεις, μουσική, ήχοι, χρώματα, ζωγραφιές, γλυπτά, εικόνες, καθημερινότητα. 

Πώς να πεις σε έναν φανατικό να ανοίξει ένα βιβλίο, να διαβάσει λογοτεχνία; 

Μα του έχει δώσει γραμμή ο αρχηγός, του έχει θέσει τα όρια...

 ...μέσα στα οποία θα «καλλιεργείται».

Πώς θα πείσεις έναν φασίστα να πάει σε μια έκθεση ζωγραφικής; 


Μα αν ο πίνακας είναι έξω από την κατανόηση που έχει για την φύση και την αναγκαιότητα της Eλεύθερης Tέχνης 
ακόμη και όταν δεν την καταλαβαίνουμε και απλώς την αντιλαμβανόμαστε...


...γιατί και η τέχνη γι’ αυτόν θα πρέπει να εξυπηρετεί κάποιον «ανώτερο σκοπό»...

 ...απλώς θα φύγει με τις ιδέες του ακόμη πιο σκληρές, πέτρες, βράχους θεόρατους. 

Πώς θα πείσεις έναν γαυροβάζελο να δει μια καλή ταινία; 

Αφού το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η γραμμή αποκτήνωσης που του δίνει ο δικός του αρχηγός. 

Ο φόβος είναι ο εχθρός της ελευθερίας. 

Της ελευθερίας να επιθυμώ βαθειά μέσα μου να σέβομαι τον άλλον
να ζω σε κοινωνίες με ισότιμα μέλη 
και αυτή η ισοτιμία να προκύπτει από τον απλό λόγο του σεβασμού της ανθρώπινης φύσης.

Κλέψτε όσο είναι νωρίς, και μάθετε και τα παιδιά να κλέβουν. 
Να ανοίγουν τα βιβλία... 


...και να κλέβουν λέξεις, εκφράσεις, σκέψεις, στίχους, ομορφιά, την άλλη άποψη. 

Να βλέπουν πίνακες και να κλέβουν τα χρώματα, τα σχήματα, το διαφορετικό και καμιά φορά ακαταλαβίστικο...


...την άλλη ματιά, την άλλη άποψη.

Να κλέβουν από ταινίες που θα τα κάνουν να σκέφτονται, να προβληματίζονται... 


...να θέλουν να μιλάνε για την άλλη άποψη, για αυτό που δεν φαντάζονταν ότι υπάρχει.

Να παθιάζονται με την γνώση, να θέλουν να την κλέβουν από όλους. 

Από την γιαγιά που μαντάρει μια κάλτσα, που κονταίνει ένα παντελόνι, τον παππού που μπολιάζει ένα δέντρο, που φυτεύει πατατιές, την γειτόνισσα που ζυμώνει και φουρνίζει, τον μάστορα που χτίζει μια ξερολιθιά, τον αρχιτέκτονα που ενσωματώνει το έργο του στο τοπίο, τον γλύπτη που βγάζει τη μορφή μέσα από την πέτρα, τον μάγειρα, τον χτίστη, τον αγρότη, τον εργάτη, τον μουσικό, τον χορευτή, τον επιστήμονα, από όλους έχει κάτι να κλέψει. 

Να το κάνει όχι γιατί του το επιβάλλει κάποιος, 
να το κάνει για να είναι το μυαλό του πάντα ανοικτό, για να μεγαλώσει αλλά να μην γεράσει...

...γιατί αν δεν το κάνει θα είναι νεκρό από τα είκοσι... 



...γιατί καμία κοινωνία δεν θα το σηκώνει και σε καμία κοινωνία δεν θα μπορέσει να ανήκει, θα καταλήξει στα χάλια του πατέρα του...


...να αναπαράγει ένα στείρο είδος κατάλληλο μόνον για μίσος. Απεριόριστο μίσος. 

Γιατί το αντίθετο του μίσους δεν είναι η αγάπη, αλλά ο σεβασμός.