Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Βωλάξ

Η Διονυσία κύτταξε τον καφέ της.
Οι φουσκάλες έλαμπαν στον ήλιο με χρώματα που στριφογύριζαν επάνω τους, έσκαγαν χωρίς κρότο, το καϊμάκι αραίωνε.

Σιγή...ανάσα κρατημένη....Θα είναι καλός ο καφές...;

Έβαλε μια γουλιά στο στόμα της..."Έχει ζάχαρη" ψιθύρισε, γυρίζοντας στην καφετζού είπε φωναχτά "Το μπρίκι είχε ζάχαρη απ΄τον προηγούμενο καφέ, μου φτιάχνετε έναν άλλον, σας παρακαλώ..."

Στο διπλανό χωράφι ένας κάτσικας μασουλάει ξερά χόρτα, κυττάει χωρίς να μας βλέπει, η ζέστη σπρώχνεται παραπέρα από το αεράκι, μιλάμε λέγοντας ανοησίες για την ντόπια παραγωγή, κλέβοντας ματιές προς τους τουρίστες δίπλα μας που εντρυφούν σε μια χωριάτικη σαλάτα, οι μέρες δεν φτάνουν, οι ώρες ξεγλιστράνε από τις χαραμάδες της προσοχής μας.

Η Βωλάξ δεν μπορεί να είναι πιό όμορφη μέσ΄την απλότητά της, τυλίγεται τον εαυτό της σαν καλαθάκι απ΄αυτά που μπερδεύουν με τέχνη εδώ γύρω από το ανύπαρκτο κέντρο τους, καταλήγει ή ξεκινάει από μια πηγή στην ρίζα του χωριού, μένει γεμάτη χρώματα που αντανακλούν στους ανθρώπους που την επισκέφτονται.

Κανέλλα...Το ψητό κατσαρόλας έχει απειροελάχιστη κανέλλα κρυμμένη πίσω απ΄την κόκκινη σάλτσα, μάς σπάει την μύτη, θέλουμε να παραγγείλουμε μπύρες.

Μιά τελευταία ματιά προς τα πίσω απ΄το σκονισμένο παράθυρο, καβαλάμε στον δρόμο προς Κτικάδο, χάνεται...

Χρόνια μετά η Βωλάξ στέκει παρά τις προσπάθειες των αποίκων να την προσαρμόσουν στα χούγια τους, όμως, οι ντόπιοι που δεν έχουν χούγια αλλά μέτρο, αντιστέκονται.

Μέτρο και κλιτότητα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: