Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

τότε που είχαμε πατρίδα...


Και τελικώς, φτάσαμε στην σύνταξη...
Το παιδί έχει πάρει τον δρόμο του, δεν είναι στο σπίτι από καιρό, άλλα πράγματα να με κρατάνε στην Αθήνα δεν έχουμε, άντε, πάμε για το νησί...
Α, το λογαριάζαμε από καιρό, μόλις ξεμπερδέψουμε να πάμε να ηρεμήσουμε, να ευχαριστηθούμε καθαρό αέρα, φύση, βόλτες, περίπατους, να ασχοληθούμε πάλι με όλα τα χόμπυ που παρατήσαμε εδώ και χρόνια, να βρούμε το νόημα μετά από το τόσο τσιμέντο και την τόση βρωμιά, την ζωή της πολυκατοικίας, τα Σαββατοκύριακα στην ίδια πλατεία, τον ίδιο αναγκαστικό περίπατο για τα ψώνια.
Βέβαια, τώρα έχει αρχίσει και τσιμπάει λίγο η μέση και ένα ψιλοπροβληματάκι με τα γόνατα της κυράς έχει γίνει λίγο πιό έντονο, αλλά, κατά τα άλλα, καλά.
Τρία χαπάκια την ημέρα είναι για τις αρρυθμίες, πρωί-μεσημέρι-βράδυ, δύο για το συκώτι και μόνον ένα για το ζάχαρο, παλεύεται η κατάσταση. Στο κάτω-κάτω γιατροί υπάρχουν στο νησί, έστω κάθε δεκαπέντε άμα έχει καράβι, αλλά, τί να κάνουμε, έτσι είναι οι προχωρημένες ηλικίες.
Θα πεις, δεν θα μπορείς να γυρίσεις όλα τα μέρη που έβλεπες σε φωτογραφίες, μονοπάτια, παραλίες, ξωκκλήσια στην κορφή του βουνού, ρεματιές με υπολλείματα από αρχαία δάση και όλα όσα ζήλεψες τόσα χρόνια που στα περιγράφανε. Έ, τί να κάνουμε, φτάσαμε ως εδώ έστω κι΄έτσι. Χάσαμε ένα κομμάτι, μεγάλο κομμάτι, αλλά, και τι μπορούσαμε να κάνουμε...
Έφτασα και διαβάζω στο ίντερνετ για το μέσο προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα και λέω, έχω πέντε χρονάκια ακόμη, αν δεν πέσω και σπάσω τίποτε και αν η κυρά δεχτεί να ακολουθήσει.
Ρωτάς τί θυμάμαι...
Θυμάμαι ένα διάστημα που ο θεός με είχε φωτίσει και δεν φεσώθηκα με κάρτες και δάνεια και όταν όλοι κατέρρεαν , εμείς δεν είχαμε την θηλιά στον λαιμό.
Θυμάμαι πόσο ντρεπόμουν για την κατάντια και την ξεφτίλα που δεν την δικαιούμασταν, τουλάχιστον εμείς του ιδιωτικού τομέα.
Θυμάμαι μαγαζιά κλειστά, το ένα πίσω από τ΄άλλο, ουρές στο ταμείο ανεργίας, μαγαζάτορες στις πόρτες με άδεια μάτια, φίλους να ζητιανεύουν τα δουλεμένα τους.
Θυμάμαι παιδιά να σταματάνε πρώτα τα αθλήματα, μετά τα αγγλικά και τέλος το φροντιστήριο.
Θυμάμαι φωνές στην τηλεόραση, σκάνδαλα που για να τα σκεπάσουν φτιάχναν επεισόδια, δημοσιογράφοι λυσσασμένοι να απαιτούν τηλεθέαση.
Θυμάμαι τους συνδικαλιστές με τους αδούλευτους μισθούς, που είχανε φορτώσει το χρέος στον ιδιωτικό τομέα να προκαλούν κι΄άλλο χάος και να στέκονται ανάλγητοι να κυττάνε το θαύμα της δημοκρατίας τους.
Θυμάμαι μετανάστες να μην έχουν από πού να φύγουν και πού να πάνε, τον κόσμο σαστισμένο να τους φορτώνει όλα τα κακά που τον βρήκαν, στο ένα φανάρι να τον διώχνει απ΄το παρμπρίζ και στο άλλο να βγάζει και να του δίνει το πρωινό του κουλούρι.
Θυμάμαι τη φτώχεια να ξανάρχεται και τις εκλογές να τις κάνουν μόνα τους τα κόμματα με τα τελευταία τσιράκια τους, όργια νοθείας και αταξίας.
Θυμάμαι το θράσος των γειτόνων να θεριεύει μέχρι που σε μια περίοδο δικής τους κρίσης εσωτερικής, έκαναν ένα έτσι και πήραν ένα κομμάτι πατρίδα, μικρό θα πεις, δεν παύει να είναι πατρίδα όμως...
Θυμάμαι τα διαβήματα, τους γραββατάκηδες του ΟΗΕ να έρχονται και να πηγαίνουν, να μας λένε ένα σωρό δικαιολογίες για την παγκοσμιοποίηση και τους γείτονες να γίνονται πιό θρασείς.
Τέλος, θυμάμαι τούτην εδώ την κυβέρνηση που έχουμε τώρα, φτιαγμένη από πολιτικούς των άλλων χωρών, ξένους σε ξένο τόπο, νέοι Όθωνες και Άρμανσμπεργκ, να μας την στέλνουν οι ξένοι για να μας βάλουν σε τάξη, να την υποδεχόμαστε σαν μεσσίες, να μας φέρονται σαν σκλάβους, να προσπαθούμε να εξεγερθούμε και να μην γίνεται τίποτε, να είναι όλα τα περάσματα πιασμένα...
Θυμάμαι τους υπουργούς να τα μαζεύουν και να φεύγουν για έξω, παρέα με τα κακοφορμισμένα παιδιά τους, και μετά να μας στέλνουν συμβουλές απ΄έξω για το πώς να φερθούμε και πώς να αντισταθούμε.
Θυμάμαι τότε που είχαμε πατρίδα και ντρεπόμασταν να την πούμε με τ΄όνομά της...

Δεν υπάρχουν σχόλια: