Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

'Εφυγε ένας Κελλιανός λεβέντης...

Λίγα λόγια.

Έφυγε ο Νίκος Ρουγγέρης, Κελλιανός.
Μεγάλη καρδιά, μπεσαλής πέρα για πέρα, πραγματικός λεβέντης σε όλα του.

Ο Νίκος είχε κουβαλήσει στα χέρια του τη μισή Τήνο κι' ολόκληρο το χωριό του, 
βιοπαλαιστής από την παληά ράτσα, έπιανε την πέτρα και την έστιβε.

Γλεντζές, γελαστός, ζωντανός, ένα κομμάτι χρώμα μέσα στα Κελλιά.

Ανήκει σε 'κείνους που θα τους σκεφτόμαστε έπειτ' από λίγο και θα λέμε "Οι παλιοί", εννοώντας μιάν άλλη πάστα, ένα άλλο ήθος στην απλή καθημερινότητα, έναν χωριανό που κουβάλαγε πάνω του όλα τα χαρακτηριστικά της ράτσας του βέρου Τηνιακού.


Νικόλα, καλό δρόμο! Η φωνή σου θ' ακούγεται στ΄αυτιά μας όσα χρόνια κι' αν περάσουν.

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

ΚΑΘ' ΟΔΟΝ Ο ΗΡΟΣΤΡΑΤΟΣ

Του ΣΤΑΘΗ (από το enikos.gr)

Η πατρίδα δεν είναι μόνον το παρελθόν, δεν είναι μόνον όσα ξέρεις για αυτήν, η πατρίδα είναι και το μέλλον.


Και εις ό,τι αφορά το παρελθόν, ο γέγονεν γέγονεν, όμως εξ αυτού του γεγονότος, εξ αυτού του συντελεσθέντος πέπρωται
nα συντελεσθεί και το μέλλον (καθώς επίσης μας διδάσκει η γλώσσα μας με την ποιητική του ανάλογου χρόνου για τα ρήματα, του «τετελεσμένου μέλλοντος»).

Αλλά, αν εκ του παρελθόντος «ερρύει και τα φαύλα και τα κρείττω», αυτό που σήμερα δημιουργούμε εδώ στην Ελλάδα ως παρελθόν του αύριο είναι μόνον φαύλο.

Σήμερα ένας νεαρός Ελληνας μπορεί να μπει στην αγορά εργασίας (αν ανήκει στο «τυχερό» 49% και όχι στο «άτυχο» 51%) με 427 Ευρώ μισθό αν είναι κάτω από 25 ετών και με 476 Ευρώ μισθό αν είναι μεγαλύτερος.

Τι μέλλον - δηλαδή τι πατρίδα έχει μπροστά του αυτός ο νέος;

Αν είναι πάλι «τυχερός» και συνεχίσει εργαζόμενος στην ίδια δουλειά, χωρίς να απολυθεί, χωρίς η επιχείρηση που τον απασχολεί να χρεωκοπήσει, χωρίς, χωρίς, χωρίς
σε δέκα χρόνια θα βγάζει 650 Ευρώ και ύστερα από δέκα ακόμα (αν δεν του πέσει ο ουρανός στο κεφάλι) θα βγάζει 750-800 Ευρώ.

Θα είναι δηλαδή μετά είκοσι έτη εργασίας στο ίδιο επίπεδο μισθού που διεκτραγωδούσαμε ήδη όταν, πριν από πέντε χρόνια, αρχίζαμε να ομιλούμε για τη «γενιά των 700 Ευρώ» - μάλιστα με φρίκη, επειδή διαπιστώναμε ότι εκείνη η γενιά ήταν η πρώτη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που οι προδιαγραφές και οι προοπτικές της για το μέλλον ήταν χειρότερες από των γονέων τους.

Μιλούσαμε τότε με απόγνωση για μια γενιά που της αφαιρείται από χέρι η ελπίδα του καλύτερου του «άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρωνες».

Τώρα, μόλις πέντε χρόνια μετά, πήγαμε ακόμα πιο πίσω, πριν από την εποχή του Ντίκενς, κι ακόμα πιο πριν, πριν από τη βιομηχανική επανάσταση, σήμερα δεν μπορούμε πια να μιλάμε για εργάτες, αλλά για κολίγους, για σκλάβους. Αυτοί που επί τριάντα χρόνια ευφημισμών και παρασιωπήσεων μας γάνωναν το μυαλό ότι «εργατική τάξη» δεν υπάρχει, εν τέλει τα κατάφεραν να την «εξαφανίσουν», όχι επειδή η εργατική τάξη έπαψε επί στιγμήν έστω να υπάρχει, όχι επειδή συρρικνώνονταν (αντιθέτως, όλα αυτά τα χρόνια διευρύνονταν), αλλά διότι την υποβάθμισαν σε επίπεδο σκλάβων, στον πάτο της τροφικής αλυσίδας του καπιταλισμού.

Πώς θα ζήσει ένας εργαζόμενος, όταν ξεκινάει τον εργασιακό του βίο με 427 ή 476 Ευρώ και όταν στην εργασιακή του ακμή θα βγάζει 650-700 Ευρώ;

Πώς θα κάνει οικογένεια; πώς θα αναθρέψει παιδιά; πώς;

Ποιοι πολιτικοί ηγέτες αφαίρεσαν από τους νέους το μέλλον τους, δηλαδή την πατρίδα τους; Κι όσοι διέπραξαν τέτοιο έγκλημα, δεν διέπραξαν εσχάτη προδοσία;
Αν η πονηρία του κ. Σημίτη με τη δημιουργική λογιστική, η αβελτηρία του κ. Καραμανλή με την υποταγή του στους «νταβατζήδες», η ανοησία του κ. Παπανδρέου με την αιχμαλωσία της χώρας και την υποταγή της στην Τρόικα δεν συνιστούν καταστροφή του μέλλοντος των νέων, δηλαδή καταστροφή της πατρίδας, τι συνιστούν; Στην πολιτική το λάθος είναι χειρότερο από έγκλημα.

Κι αν το έγκλημα (είτε ως εσκεμμένο λάθος είτε ως ασύγγνωστο) έχει ως αποτέλεσμα τη δήωση και τη λεηλασία της πατρίδας, σαν να έχασε πόλεμο μάλιστα με βαριά ήττα, τι έγκλημα είναι; πταίσμα ή πλημμέλημα;

Eίναι σκαστή εσχάτη προδοσία!

Και τα κλισέ τύπου Ντόρας κι άλλων, ότι δηλαδή «ουδείς είναι πιο πατριώτης απ’ τον άλλον», προσωπικώς τα ακούω βερεσέ. Δεν πρόκειται περί καλλιστείων πατριωτισμού, αλλά περί πολιτικής που (όπως πάντα) κρίνεται εκ του αποτελέσματος.

Και το αποτέλεσμα της πολιτικής των κυβερνήσεων Σημίτη - Καραμανλή - Παπανδρέου - Παπαδήμου είναι απτό: η Ελλάδα ευρέθη και είναι υπό Κατοχήν!

Ενας από τους λόγους που πολλοί προπαγανδιστές του συστήματος προσπαθούσαν να εξορίσουν όλα αυτά τα χρόνια τη λέξη «πατριώτης» απ’ το πολιτικό λεξιλόγιο, ένας από τους λόγους που ταύτιζαν οι πονηροί τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό ήταν για να μην μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε για «εθνική προδοσία».

Αλλά τι είναι τα 427 Ευρώ μισθός και η υπακοή, η υποταγή στις Υπαγορεύσεις της Τρόικας; Δεν είναι αποκοπή των πολιτών απ’ την ελευθερία τους; Δεν είναι ταξική κατοχή των Δυνατών πάνω στο συνανήκειν όλων; Δεν είναι κατάλυση του Αυτεξούσιου του Λαού; Κι αν δεν είναι όλα αυτά εσχάτη προδοσία, τι είναι;

«Oυ μόνον επ’ άρτω ζήσηται άνθρωπος» έλεγε ο Απόστολος Παύλος, θέλει κι άλλα: πολιτισμό, ελπίδα, έρωτα, σκοπό, ιδανικά, ιδέες, πόσω μάλλον αν αυτά τα άθλια 427 Ευρώ δεν φθάνουν ούτε για τον «άρτον».

Και δεν είναι αυτό εσχάτη προδοσία;

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Κυρ' βουλευτή μου !


Κυρ’ βουλευτή μου, εγώ είμαι! 
Δε με θυμάσαι, έ;
Τόξερα πως δεν θα με θυμόσουνα... 

Μα δεν με θυμόσουνα ούτε τότε, όταν με χαιρέταγες στο χωριό με ‘κείνο το κόλπο, που ξαφνικά πλάταινε το χαμόγελό σου και μας έκανες να πιστεύουμε πως μας είχες έναν-έναν ξεχωριστά στο μυαλό σου και λέγαμε και 'μεις:
"Τί ξεχωριστό χάρισμα είναι πού 'χει αυτός ο άνθρωπος! Σίγουρα τού πρέπει μια τιμή, να τονε βγάλουμε βουλευτή, να πάει ο τόπος μας έναν άξιο στην Βουλή"

Θυμάσαι; 
Πρώτα, πριν εκλεγείς, ερχόσουνα με ‘κείνο το τζην και το τζάκετ με τις βαρυφορτωμένες κλειδιά και τσιγάρα τσέπες, με ένα φτηνό νοικιάρικο Φιατάκι, με ξεκούμπωτο πουκάμισο και ένα πακέτο ΚΑΡΕΛΙΑ στην τσέπη του.
Λέγαμε και μεις "Δικός μας είναι, του λαού, αυτόνα θέλουμε!"

Μετά, έγιναν οι εκλογές και μας έβαζες και γυρνάγαμε από χωριό σε χωριό να κολλάμε αφίσσες και να μοιράζουμε ένα πρόγραμμα που ούτε εμείς καταλαβαίναμε τί έλεγε και σα μας ρωτάγανε, λέγαμε εκείνα που μας είχαν δασκαλέψει οι άνθρωποι της τοπικής οργάνωσης του κόμματος.

Όπου δεν κόλλαγε αφίσσα, εμείς παίρναμε σπρέυ και βάφαμε το μήνυμα σε στηθαία, σε μάντρες και σε τοίχους. 
Κι΄άμα βγήκε το κόμμα, ποιός μας έπιανε... 
Ξενυχτήσαμε γυρνώντας και κορνάροντας από χωριό σε χωριό, περήφανοι για τον κόπο μας που καταφέραμε και πείσαμε κι’ όλους τους άλλους πως ήσασταν οι καλύτεροι, οι άνθρωποι του λαού οι ίδιοι και πως είχαν άδικο που δε το νιώσαν σαν κι΄εμάς...

Μετά, βγήκες βουλευτής και σε είδαμε πίσω απ΄τον πρωθυπουργό και είπαμε "Να οι ελπίδες μας, αυτός θα είναι η φωνή μας μέσ' το λιμάνι της δημοκρατίας!". 
Φτάσαμε όμως, νάμαστε εμείς η φωνή του κόμματος στο νησί...

Μετά, ήρθες μια φορά να μας δεις , πάλι πριν από εκλογές θάτανε, δεν είμαι σίγουρος, αλλά, εκλογές θάτανε, γιατί άλλο λόγο δεν είχες νάρθεις να μας δεις πιά..

Τούτη τη φορά είχες δύο μηχανές με αναμμένα φανάρια να πηγαίνουν μπροστά και μια μαύρη λιμουζίνα που περικυκλώσαμε όλοι για να σε δούμε. 
Ήταν η φρουρά σου όμως, εσύ ερχόσουνα στην πραγματική, την μεγάλη, θωρακισμένη λιμουζίνα, παραπίσω. Είμαι σίγουρος πως ήξερες πως δεν είχες φόβο, κανένας μας δεν είχε σκοπό να σε ντουφεκίσει, τουλάχιστον τότε... 

Ανάμεσά μας μπήκαν οι φρουροί σου και από πίσω εσύ χαιρέταγες  πάνω από τις πλάτες των μπρατσωμένων με τα μαύρα γυαλιά, τον κόσμο που είχε έρθει να σε καλωσορίσει. 
Μα πού να σε πλησιάσουμε... 
Ήρθες, λοιπόν, πήγαμε στο σχολείο στην αίθουσα που είχαμε καθαρίσει και φροντίσει για νά σε δεχτούμε, και συ ανέβηκες στο βήμα. 

Πουθενά το τζην , πουθενά το μπουφάν και μια γραββάτα ακριβή στόλιζε τον ακριβό σου λαιμό απ΄όπου θάβγαινε ο λόγος του λαού για τον λαό...

Και ξεκίνησες να μιλάς κι΄ αφού δεν καταλαβαίναμε και πολλά, είπαμε όλοι "Ε, βέβαια, στην κυβέρνηση δε θα μιλάνε όπως ο αγράμματος κόσμος, πρέπει να γίνανε και τούτοι όλοι γραμματιζούμενοι και να πρέπει να μάθουν και 'μας τους μικρούς να καταλαβαίνουμε τα μεγάλα λόγια και τις μεγάλες ιδέες".

Μίλαγες, μίλαγες, μίλαγες, μα δεν ρώτησες τίποτε, τίποτε απολύτως...
Ούτε πώς τα βγάζουμε πέρα, ούτε τί γίνεται με τις ψεύτικες επιδοτήσεις που μας είχες στουμπώσει στη συνείδηση, ούτε πώς πάνε τα παιδιά μας στα σχολειά, ούτε αν φτάνει ο σπόρος, ούτε αν το καράβι έρχεται τον χειμώνα, ούτε αν το κέντρο υγείας που χτίστηκε μέσα σ΄ένα χρόνο σαν το τσαντήρι του τρελλού έφτανε μόνο σαν κτίριο ή έπρεπε νάχει και γιατρούς μέσα...

Μόνον όταν προφτάσαμε και φωνάξαμε λίγο πριν σε ξεπροβοδίσουμε στο αυτοκίνητο, πίσω από τους μπράβους σου, αυτά που είχαμε να σου πούμε με κραυγές για να ακουστεί του καθενός το δικό του, γύρισες , κι άπλωσες κυματίζοντας το χέρι αντιγράφοντας τον αρχηγό σου και είπες: 
"Ήρεμα, ήρεμα, μη φωνάζετε, με τις φωνές δε βγαίνει τίποτε, όλα θα τα κάνουμε όλα θα γίνουν, πρέπει νάχετε υπομονή και να θυμάστε πως η αλλαγή θέλει χρόνο γιατί οι προηγούμενοι άφησαν καμμένη γή..."

Κάναμε πως σε πιστέψαμε και μείναμε παγωμένοι από αυτά που είχαμε δει... 
Άλλος ήσουνα κι΄’ αλλος ήρθες. 
Σοσιαλιστή σε ξέραμε, σα βασιλιάς μας ήρθες...
 
Μετά στο καφενείο έγινε το έλα να δεις...
Οι περισσότεροι έλεγαν πως έχεις δίκιο, δεν γίνονται όλα σε μια μέρα, μα αυτοί ήταν οι βολεμένοι που, πεντάχρονα παιδιά στον πόλεμο, είχαν πάρει συντάξεις αντιστασιακών, μερικοί με θηριώδεις επιδοτήσεις και σίγουρα εκείνοι που είχαν βάλει τα παιδιά τους στο Δήμο, ή σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες του νησιού.

Είμασταν και ‘μεις οι άλλοι, που δε μας άφηνε κανείς να μιλήσουμε γιατί δεν κάναμε με κανένα κόμμα, μόνο φωνάζαμε το δίκιο του τόπου μας και των παιδιών μας. 

Ποιός να σ’ ακούσει όμως, άμα ξέρει πως δεν ψηφίζεις και κυρίως, άμα τούχει δείξει ο αρχηγός του, δηλαδή εσείς, πώς να μην ακούς, πώς να φιμώνεις και να λασπώνεις τον αντίπαλο, πώς να τον βλέπεις σαν εχθρό κι΄όχι σαν κάποιον με διαφορετική γνώμη... 

Τέλος πάντων, τα χρόνια περάσαν και κάθε φορά πριν τις εκλογές σε βλέπαμε, σε ακούγαμε, σε φροντίζαμε για ‘κείνο το λίγο που πέρναγες απ΄τον τόπο μας, μη τύχει και σε αγριέψουμε και μας περιφρονήσεις ακόμα χειρότερα...

Εσύ όμως, ούτε μας έβλεπες, ούτε μας άκουγες, ούτε μας φρόντισες ποτέ κι' από περιφρόνηση, είχες πάντα μπόλικη για όλους μας...

Αργήσαμε να καταλάβουμε πως με τα ψίχουλα απ΄το τραπέζι σου φρόντιζες την επανεκλογή σου, με τα δικά μας τα δικαιούμενα εσύ έχτιζες παλάτια και άφηνες για μας κάτι δρόμους που στην πρώτη νεροποντή τους έπαιρνε το νερό, όπως ακριβώς ο αέρας έπαιρνε τα λόγια σου, τόσο εύκολα...

Μετά, είδαμε δρόμους στη βορεινή μεριά του νησιού και χαρήκαμε, είπαμε "Να, ο δικός μας άνθρωπος μας νοιάστηκε, δίκιο είχαν οι άλλοι κι’ άδικα τους βρίζαμε , κρίμα τόσος σπαραγμός μεταξύ μας, ο άνθρωπος τόκανε αυτό που δεν τού ζήτησε κανείς, αλλά τέλος πάντων, κάτι έκανε στον τόπο..."

Μετά, μάθαμε πως εκεί που είχες κανονίσει να περάσουν οι δρόμοι ήταν ακριβώς εκείνη η περιοχή, που αποφάσισες νύχτα να προτείνεις και νύχτα να ψηφίσεις σαν βιομηχανική περιοχή και μας κρέμασαν τα σαγόνια από την έκπληξη, πώς γίνεται άνθρωπος του τόπου, να μην έχει σταλιά πόνο για τα παιδικάτα του, να βλέπει το νησί μόνο νταμάρι και τσιμέντο κι’ άσφαλτο...

Όταν ξανάρθες, ξαναήσουνα σοσιαλιστής, στο ντύσιμο όμως μόνον. 
Βλέπεις, είχαν μεσολαβήσει και κάποιοι άλλοι σαν κι΄εσένα μα με διαφορετικό χρώμα σημαίας κάτω απ΄το μπαλκόνι κι’ έπρεπε να κρύψεις την αλαζονεία σου. 
Θυμάσαι που τότε, όταν έφτασες στο χωριό, εμείς πάλι σηκωθήκαμε και σε χαιρετήσαμε παρά την αδιαφορία και τους τρόπους σου τους ανάγωγους. 

Να σου πω για να μην αναρωτιέσαι και μας πάθεις τίποτε: Σηκωθήκαμε και δώσαμε το χέρι γιατί οι μανάδες και οι πατεράδες μας, μάς έχουν μάθει πως τον ξένο των καλοδέχεσαι και μετά του λες αυτά που έχεις να του πεις και κάνεις και τα νιτερέσα σου σαν μπεσαλής άνθρωπος.

Εσύ όμως, το παρεξήγησες και νόμισες πως δεν είχαμε καταλάβει τίποτε και πως, σαν κορόιδα που είμασταν, δεν σε είχαμε πάρει χαμπάρι ακόμη. 
Δεν είδες όμως, κυρ' βουλευτάκο μου, πώς σε κυττάγανε οι νεώτεροι από τις πίσω σειρές, με τα μάτια κουκουλωτά, τα φρύδια σμιγμένα και τις άκρες των χειλιών να δείχνουν όλη την αηδία τους... 
Δεν τόδες γιατί δεν έχεις μάθει να κυττάς τον κόσμο και να τον βλέπεις , έχεις μάθει μόνον να βαριέσαι και να σιχαίνεσαι μέχρι θανάτου όλο αυτό το συνάφι, που μυρίζει δουλειά και μόχθο και χώμα και κοπριά και πίτουρο. 
Μα "Ο καλός, καλό δε βλέπει", έλεγε η γιαγιά μου, ελαφρύ το χώμα που την αγκάλιασε.

Τώρα, ακούσαμε πως ήσουν σύμφωνος για το γδάρσιμο που μας κάνατε όλοι μαζί οι βουλευτάδες. 
Δεν δίστασες ούτε στιγμή να σηκώσεις το τρυφερό χεράκι σου, που από τότε που με χαιρέταγες και τό 'νοιωθα μαλακό και άψυχο στην απαλάμη μου κάτι μέσα μου φώναζε πως δεν είσαι δικός μας, δεν δίστασες λοιπόν, να το σηκώσεις κα να θάψεις τα παιδιά όλων μας. 

Κοράκι, λοιπόν, ο Βαλές του νησιού μας, κοράκι με νύχια γαμψά που τ΄ακόνισες σε κότερα εφοπλιστών και τα δοκιμάζεις στις πλάτες μας. 
Κοράκι των ανθρώπων γιατι το κοράκι του αγρού κάμει όπως του προστάζει η φύση του και άλλο συμφέρον δεν έχει.

Ξέρεις κάτι; 
Κάνε ένα καλό και μην ξαναπατήσεις εδώ τριγύρω. 
Κάνε μου τη χάρη, σε παρακαλώ, γιατί υπάρχουν και μερικοί θερμόαιμοι που δε τόχουν σε τίποτε να σηκώσουν το δίκανο και να δοκιμάσουν μιάν ασκαγιά πάνω στο πρώτο περαστικό κοράκι, έτσι, πριν αρχινίσει το κανονικό κυνήγι...

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Πίσω στα Κελλιά, μέσα απ' τα χαρτιά...

[Όποιος θέλει, πριν ξεκινήσει το διάβασμα, μπορεί να πατήσει εδώ  για να ακούει παράλληλα με το κείμενο και μουσική μιας άλλης εποχής.]

Λοιπόν, τα Κελλιά υπήρξαν... 
Δεν ήταν χωριό-φάντασμα, δεν ήταν ο ήχος μιας πόρτας που έκλεισε απότομα, δεν ήταν το φως μιας λάμπας πετρελαίου που έσβησε ανεπιστρεπτί, το Χωρίον Κελλιά υπήρξε...

Και ο Πρόεδρος της Κοινότητας Νικόλαος Σκλάβος στις 4 Απριλίου 1921 εκδίδει ένα πιστοποιητικό, όπου αφήνει δύο ίχνη της σφραγίδας της Κοινότητας...
...εκ των οποίων το επάνω δεξιά είναι καλλιτέχνημα.

Οι κάτοικοι των Κελλιών ανέβαιναν μέχρι το υποθηκοφυλακείο της Ξινάρας για να διευθετήσουν τις υποθέσεις τους. 
Το παρακάτω έγγραφο έχει συνταχθεί το 1876. 
Προσέξτε το ανάγλυφο χαρτόσημο επάνω αριστερά και την σφραγίδα του Βασιλείου της Ελλάδος.

Στο χωριό υπήρχε πάντα μαραγκός, που έδινε μάλιστα και αναλυτική περιγραφή του κόστους της δυλειάς του:


Αλλά, αναλυτικός λογαριασμός υπήρχε και για την τελευταία κατοικία:


Οι ταξιδιώτες όταν γύριζαν με το "Δεσποινάκι" ή με τον "Παντελή" έκαναν μιά στάση στου Πεφάνη στην Ακτή Μιαούλη για τα βαμβακερά τους:




Εκεί κοντά στο '40, η αλληλογραφία των κατοίκων κουβάλαγε πάνω της κι' άλλα μηνύματα, πέραν των εσωκλειομένων...
"Θα ΝΙΚΗΣΩΜΕΝ, αλλά δια τους Έλληνας υπέρ την νίκην είναι η ΔΟΞΑ.   Ι. Μεταξάς"


"Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΡΕΤΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ"

Και εδώ πλέον, το χωριό έχει εξωραϊστεί κι΄ έχει γίνει μια "Καλλονή" χωρίς μάνα, αλλά, με πατέρα...



Και βέβαια, οι αγρότες των Κελλιών δεν ξέφευγαν από το μακρύ χέρι του νόμου ούτε όταν προσπαθούσαν να "ασκήσουν το επάγγελμα του πλανοδίου οπωροπώλου" και μάλιστα "εν Κελλίοις" χωρίς άδεια...


Όλως παραδόξως, δεν τους ξεχνά η πολιτεία ούτε όταν ζητάει από αυτούς να "Εκφράσουν ελευθέρως την γνώμην τους", δεδομένου ότι και αυτοί ανήκουν στον λαό και ο λαός "ΣΥΝΤΑΣΣΕΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ"...



...και μάλιστα, οι κάτοικοι δύνανται να αποστείλλουν την γνώμη τους ΑΤΕΛΩΣ στην ΕΠΙΤΡΟΠΗΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, που εδρεύει στην οδό ΖΑΛΟΚΩΣΤΑ 3:


Οι κάτοικοι των Κελλιών ξενητεύονται και πάνε στην Πόλη για να στείλουν στο νησί χρήματα. Κι' όταν θελήσουν να δουν για λίγο τα Κελλιά ξαπλωμένα στα ρηχά της Καστέλλας, πρέπει να πάνε στην Βασιλική Ελληνική Πρεσβεία εν Κωνσταντινουπόλει και να βγάλουν "Διαβατήριον δι' εργάτας και χειρώνακτας" που "Ισχύει δια μήνας εξ". Το παρακάτω διαβατήριο έχει εκδοθεί το 1906:



Τέλος, οι κάτοικοι των Κελλιών, δεν χάνουν ποτέ το χιούμορ τους και συντάσσουν ανεξήγητα σημειώματα όπως το παρακάτω, που υπενθυμίζει ή προστάζει κάποιους να "λάβουν την κλείδα της αλευρελαιοδερματοζαχαραποθήκης"...







Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΛΛΙΚΑΡΙ ΜΟΥ...


Παλλικάρι μου,

Σήμερα, στα οκτώ σου, στην Δευτέρα τάξη του Δημοτικού σχολείου, με τα μισά βιβλία απ΄όσα δικαιούσαι και που θάπρεπε νάχεις πάρει, συνεχίζεις και πορεύεσαι στην ζωή σου, εδώ που σούλαχε να γεννηθείς. 
Κάθε άνθρωπος οφείλει νάναι περήφανος για την πατρίδα του, για να μην χρειάζεται να προσβάλλει τις πατρίδες των άλλων για να νιώθει σπουδαίος.
Νάσαι περήφανος για την πατρίδα σου, λοιπόν, γιατί η πατρίδα σου είσαι εσύ ο ίδιος και όση περηφάνεια έχεις μέσα σου, τόση θάχει και η πατρίδα σου.

Να ξέρεις ότι, οι γονείς σου, όπως και χιλιάδες άλλοι γονείς, είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους απέναντι στους διαχειριστές της πατρίδας σου (που όλοι μαζί λέγονται Κράτος) και έχουν ήδη πληρώσει, μέσα από περίπλοκες διαδικασίες, για τα βιβλία που σου λείπουν, αυτούς που θάπρεπε να έχουν φροντίσει να είσαι πάνοπλος. Έχουν όμως, όπως θα δεις, λόγο σοβαρό που δεν το κάνουν.

Τα λεφτά για τα βιβλία σου, αυτήν την στιγμή, μάλλον, τα ροκανίζει ο πατέρας κάποιου άλλου παιδιού, το οποίο, με τα κλεμμένα δικά μας λεφτά, πάει σε ιδιωτικό σχολείο όπου βιβλία υπάρχουν.
Με αυτό το παιδάκι θα συναντηθείς ξανά στο μέλλον όταν θα ψάχνεις για δουλειά, όταν θα υπηρετείς την θητεία σου που εκείνο θα έχει παρακάμψει με κάποιο τέχνασμα των γνωστών του πατέρα του, όταν θα πιάνει «μιλητά» μια θέση απασχόλησης την οποία εσένα δεν θα σου έχει δοθεί η ευκαιρία να διεκδικήσεις.

Επίσης, θέλω να ξέρεις πως, απο το υστέρημα των γονιών σου, που είναι και δικό σου υστέρημα, πληρώνουμε την περίθαλψή σου. Άγνωστη λέξη για σένα ακόμη τώρα, που σημαίνει πως όταν διαταράσσεται η Υγεία σου, το Κράτος οφείλει να σε επαναφέρει στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, μιάς και γι’ αυτό του δίνεις τόσα λεφτά.

Λυπάμαι που στο λέω, αλλά, η παιδίατρός σου η κυρία Χριστίνα, που τόσο εμπιστεύεσαι και αγαπάς, δεν είναι μέρος αυτής της οφειλόμενης προς εσένα κρατικής φροντίδας, αλλά, την πληρώνουμε ξεχωριστά σε κάθε μας επίσκεψη, όπως ξεχωριστά πληρώνουμε και τα φάρμακα που μας γράφει κάθε φορά.

Βλέπεις, τα παιδάκια δεν αρρωσταίνουν βάσει προγράμματος και δεν μπορούμε να κλείνουμε ραντεβού στο ΙΚΑ μετά από σαράντα μέρες για να σε εξετάσουν όταν εσύ έχεις σαράντα πυρετό.

Επίσης, επειδή δουλεύουμε και οι δύο γονείς, δεν έχουμε τον χρόνο των τριών ωρών για να περιμένουμε στην ουρά του Νοσοκομείων Παίδων για να σε εξετάσει ένας γιατρός κάθε φορά που εσύ αρρωσταίνεις και, πίστεψέ με, τα παιδάκια αρρωσταίνουν αρκετά συχνά, ειδικά τα πρώτα χρόνια των παιδικών σταθμών και του νηπιαγωγείου. 
Έτσι, το καθαρό και άνετο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκες όταν χρειάστηκε, ήταν και αυτό πληρωμένο από εμάς, και μάλιστα, αδρά.
«Αδρά», σημαίνει πως κάθε χρόνο δίνουμε προληπτικά σε μια εταιρεία που λέγεται ασφαλιστική, ένα μεγάλο ποσόν για σένα, μήπως και αρρωστήσεις ή κάτι σου συμβεί.
«Αδρά», σημαίνει επίσης ότι, η ασφαλιστική εταιρεία κάθε χρόνο μας βάζει να πληρώνουμε όλο και περισσότερα, γιατί βασίζεται στον αιώνιο φόβο του γονιού για το παιδί του και μας απειλεί δείχνοντάς μας τί τραβάνε οι άλλοι που δεν έχουν να πληρώσουν στα δημόσια νοσοκομεία.

Όλα αυτά τα χρήματα είναι κλεμμένα απ’ το μέλλον σου, από τις σπουδές σου, από την καλλιέργεια που σου οφείλουμε πέρα από τις τυπικές σπουδές, από το κεφάλαιο μιας δικής σου επιχείρησης.

Έτσι, όταν θα χρειαστεί να συνεχίσεις τις σπουδές σου στο εξωτερικό, δεν θα τα καταφέρουμε και θα βρεθείς να υστερείς σε σχέση με το παιδάκι που σούλεγα προηγουμένως.
Αν πάλι θελήσεις να κάνεις μια δική σου δουλειά, ξανά δεν θα μπορέσουμε και θα πρέπει να ενταχθείς σε κάποιο πρόγραμμα νεανικής επιχειρηματικότητας για να πάρεις κάποια επιδότηση, που όμως και πάλι, θα πρέπει να περάσει από τους κρατικούς αρμοδίους και μάλλον, θα πρέπει να σε γράψω σε κάποια κομματική οργάνωση για να ελπίσουμε σε κάτι.

Τώρα πάμε και στην σωματική σου ευρρωστία, που είναι μέρος της αγωγής που σου οφείλουμε.
Το γυμναστήριο που πάμε και κάνεις ΤΑΕ ΚΒΟΝ ΝΤΟ είναι και αυτό πληρωμένο ξεχωριστά.
Βλέπεις, πιστεύουμε πως σαράντα λεπτά γυμναστική, χωρίς αθλητικό εξοπλισμό, δύο φορές την εβδομάδα, και αυτές άν δεν βρέχει, δεν φτάνουν για να αθλείσαι σωστά. Η τύχη μας ήταν το ότι, πέσαμε σε δασκάλους και όχι απλούς προπονητές.

Επίσης, θα θέλαμε να πηγαίνεις και στο ωδείο, γιατί η μουσική δεν μαθαίνεται από βιβλία με ωραίες εικόνες, χωρίς να έχετε τραγουδήσει ποτέ ούτε ένα τραγούδι όλοι μαζί μέσα στην τάξη, χωρίς να έχετε ακούσει μέσα στην τάξη σας λίγη μουσική από το κάθε είδος, αλλά, ούτε ο χρόνος, ούτε και άλλα λεφτά μας περισσεύουν.

Και αν μας περισσεύανε φέτος, από του χρόνου, δεν θα τα είχαμε.

Και πάμε να σου πω τί είδους περιπέτεια σε περιμένει στην συνέχεια.
Μετά το Δημοτικό σχολείο θα ακολουθήσει το Γυμνάσιο και μετά, το Λύκειο.
Εκεί θα αρχίσεις να μαθαίνεις ένα σωρό ενδιαφέροντα πράγματα, όλου του κόσμου την γνώση. 
Κανονικά, θάπρεπε να μην χορταίνεις να βρίσκεσαι εκεί.
Θεωρητικά, θα έπρεπε εκεί μέσα να ετοιμάζεσαι για την εμπειρία του Πανεπιστημίου, να συσσωρεύεις αρκετές γνώσεις για να μπορείς να ακολουθήσεις το επάγγελμα που θες και σε εκφράζει.
Το πόσο έτοιμος είσαι, ελέγχεται με εξετάσεις, όπου κανονικά θα έπρεπε να σε ρωτάνε για τα όσα έχεις διδαχθεί στο γυμνάσιο και στο λύκειο. 
Όμως, εκείνοι θα σε ρωτήσουν πράγματα που δεν θάχεις ξανακούσει, αν δεν φροντίσουμε να σε πάμε σε ένα σχολείο μετά το σχολείο, που λέγεται φροντιστήριο και που σωστά μαντεύεις τώρα πλέον, το πληρώνουμε εμείς.

Όπως, εμείς πληρώνουμε και τα αγγλικά σου, και από την Πέμπτη τάξη θα πληρώνουμε και τα γαλλικά σου.
Το Κράτος θέλει να ξέρεις τουλάχιστον δύο γλώσσες όταν θα βγεις να δουλέψεις, αλλά, οι δάσκαλοι που διαθέτουν και το πρόγραμμα που έχουν δεν επαρκεί.
Το καλό είναι ότι, αν θελήσεις να γίνεις καθηγητής κάποιας ξένης γλώσσας, θα στηριχτείς επάνω σ’ αυτό ακριβώς το κενό του συστήματος για να βρεις κι’ εσύ δουλειά.
Γενικώς, εδώ που ζούμε, όλοι μαθαίνουν να πατάνε επάνω σε "κενά" διαφόρων ειδών για να επιβιώνουν εις βάρος των άλλων:
κενά στην νομοθεσία, κενά στο εκπαιδευτικό προσωπικό, κενά στην φύλαξη, κενά στην ασφάλεια, κενά στο σύστημα υγείας.

Σε μπέρδεψα, λεβέντη μου, αλλά, πρέπει να στα πω για να τ’ ακούσω και να τα θυμηθώ κι’ εγώ, ειδικά τώρα, που έχουν βρεθεί ντόπιοι και ξένοι και μου λένε πόσο τεμπέλης είμαι και πόσο λίγο παράγω και πόσα λεφτά φάγαμε παρέα. 

Επίσης, μου λένε πόσο θα με πληρώνουν λιγότερο για την ίδια δουλειά που κάνω και σήμερα και ‘γω απορώ, πώς θα βρίσκω να πληρώνω όλα όσα πληρώνω σήμερα, δεδομένου ότι, όλα όσα τους έχω δώσει όλα αυτά τα χρόνια χάθηκαν στις τσέπες τους.

Μάλλον, θα μου λένε πως πρέπει να σταματήσω να πληρώνω φροντιστήριο, ιδιωτική ασφάλεια, γυμναστήριο, ωδείο και αγγλογαλλικά και ΄συ να γίνεις αναγκαστικά κάτι άλλο από αυτό που θα μπορούσες νάχεις γίνει αν δεν μας τρώγανε τον κόπο μας και κάνανε με τα λεφτά μας αυτό που ώφειλαν να κάνουν.

Μάλλον τους συμφέρει να έχουν έλληνες εργάτες αντι για πακιστανούς, με τετρακόσια ευρώ τον μήνα και μάλλον δεν θέλουν το παιδάκι που σούλεγα προηγουμένως να χρειαστεί ποτέ να παίξει με τους ίδιους όρους με σένα, για να εξασφαλίσει έτσι εύκολα την επιτυχία του στο δύσκολο μέλλον, όπως μας το φτιάξανε.

Λυπάμαι που στο λέω, μα η Δημοκρατία έχει γεννηθεί εδώ, ακριβώς εδώ όπου σήμερα εξευτελίζεται και κυλιέται στην βρωμερότερη λάσπη των γυαλιστερών παπουτσιών τους.

Λυπάμαι που στο λέω, μα πέθαναν ατέλειωτες σειρές ανθρώπων στο όνομα της Δημοκρατίας.

Λυπάμαι που στέκω εντελώς αδύναμος στον λόφο επάνω από τις Θερμοπύλες, βλέποντάς τους να περνάνε χωρίς μάχη.
Αφήνω το ξίφος να πέσει απ’ το χέρι και σε προδίδω άλλη μια φορά, Εφιάλτης του ίδιου μου του παιδιού...


Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Το "ΡΕ!!!" ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ


Δε θα μιλήσω για τους άλλους, θα πω για μένα.
Ξέρω τον λόγο που δεν έχω κατέβει στον δρόμο ακόμη, να αντιδράσω με τα όσα συμβαίνουν. 

Δεν κατέβηκα γιατί δεν μ΄αρέσει να συμμετέχω σε κινήσεις από τα πριν υπολογισμένες και αναμενόμενες, προγραμματισμένες και εξυπηρετικές του συστήματος. 

Δεν πήγα λοιπόν, στο Σύνταγμα, δεν συμμετείχα στους αγανακτισμένους, δεν θέλησα να περάσω μέσα από αυτήν την βαλβίδα εκτόνωσης, να τους κάνω την χάρη να γελάνε δίχως να τρέμουν έστω και λίγο πίσω από τα κλειστά παράθυρα της Βουλής.

Η μόνη ελπίδα είναι η μή βία, η μόνη ελπίδα είναι η δημοκρατία και η ιερή Ψήφος με το δικαίωμα της συμμετοχής και όχι με την ξετσιπωσιά τής εκπροσώπευσης. 
Αυτά πιστεύω και καμμιά δίκαια υψωμένη γροθιά δεν αμφισβητώ.

ΑΛΛΑ, προτιμάω την ουσία από τον τύπο, το είναι από το φαίνεσθε.
Και αυτό, ΔΕΝ είναι υλοποιήσιμο τώρα.
Εννοώ ότι, εάν αύριο γίνονταν εκλογές όπου θα έπρεπε να αποκρυσταλλωθεί το άγος των δύο τελευταίων χρόνων, ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΧΑ ΤΙ ΝΑ ΨΗΦΙΣΩ....

ΘΑ ΕΙΧΑ ΌΜΩΣ, απέναντί μου δεκάδες ειρωνικά χαμόγελα, δάσος σμιγμένα φρύδια και σωρό τα λόγια σαν φοιτητικής συνέλευσης του ’83 να με νουθετούν, κουνώντας παράλληλα το κεφάλι γεμάτο απαξίωση για όλα όσα έχουν πει και δεν τους άκουσα, για το πόσο στενόμυαλος είμαι και δεν δέχτηκα να αιτηθώ την ιθαγένεια κάποιου κρατιδίου της ελληνικής αριστεράς, κατά προτίμηση του δικού τους, μοναδικού, αποκλειστικού, σωστού ανάμεσα στους άλλους προδότες των μεγάλων ηγετών.

ΛΟΙΠΟΝ, ΑΚΟΥΣΤΕ ΜΕ ΛΙΓΑΚΙ:

Θέλω να φύγει αυτή η παρέα από τα έδρανα του ιερότερου κτιρίου της Πατρίδας μου (ναι, της Πατρίδας μου, όχι της χώρας μου) και να μείνει απ’ έξω για όσο γίνεται περισσότερο.

Θέλω να πάω να ψηφίσω με Τιμή και με το κεφάλι ψηλά, ασκώντας το ιερότερο καθήκον και την σοβαρότερη υποχρέωσή μου με επίγνωση του βάρους που φέρει επάνω του το Ψηφοδέλτιό μου, που κανονικά, θα έπρεπε να το νιώθω να στάζει το αίμα όλων όσων έπεσαν γι’ αυτήν την διαδικασία.

Θέλω, να ΘΕΛΩ αυτό που ψηφίζω και να μην είναι η επιλογή μου αυτή της λιγότερο μυρωδάτης κουράδας.

Θέλω να μην ξαναδώ σημαιάκια έξω από τα άντρα των κομμάτων να πανηγυρίζουν επειδή κάποιοι άλλοι θα τα φάνε χοντρά με τις δικές μου πλάτες, βάζοντάς με συνυπεύθυνο μετά, όταν θα αποκαλυφθεί το αίσχος τους.

Θέλω να θέλω να κατέβω στο Σύνταγμα, στην Ομόνοια, στην πλατεία της γειτονιάς μου και να γιορτάσω μιάν αλλαγή δική μου, καταδική μου και κανενός λογολάγνου υποκριτή, μιαν αλλαγή για εμάς όλους, που δουλεύουμε ή που θέλουμε να δουλέψουμε και να είμαστε περήφανοι για την δουλειά που προσφέρουμε.

Θέλω να ψηφίσω ένα όνομα που δεν τόχω ξανακούσει και δεν θα μου θυμίζει μιαν ατέλειωτη σειρά Ριχάρδων ή Ερρίκων των Α’, Β’, Γ’, Δ’...

Θέλω αυτός που θα ψηφίσω, νάχει γράψει κάτι που θα έχω διαβάσει, νάχει ζωγραφίσει κάτι που θάχω δει, νάχει φωτογραφίσει την χώρα που ζω, νάχει γράψει κάτι πού ’χω τραγουδήσει, θέλω νάχει πονέσει τό ίδιο με μένα στις φάλαγγες των νοσοκομείων, στα φαράγγια της γραφειοκρατείας, στους νεκροθαλάμους των πανεπιστημίων.

Θέλω να κάθεται στο διπλανό τραπεζάκι στο σουβλατζίδικο της γειτονιάς και να θέλω να τον χαιρετήσω επειδή είναι εκεί και επειδή κάνει κάτι για όλους και όχι μόνο για μένα.

Θέλω να φτιάχνει μόνος του αυγά τηγανητά στις τρεις η ώρα τη νύχτα όταν θα ξενυχτάει για να μελετήσει τί πρέπει να γίνει στον τόπο μας.

Θέλω να μπαίνει στο λεωφορείο και να μυρίζει τον ιδρώτα των άλλων, να σπρώχνεται στις ώρες αιχμής, να βλαστημάει όταν αργεί να φτάσει στην δουλειά του.

Θέλω να είμαι φτωχός, αν δεν γίνεται αλλιώς, αλλά να τόχω αποφασίσει εγώ κι’ όχι τα ανέραστα, δυσλεκτικά σπασικλάκια της κοινότητας (άλλη μία ιερή λέξη, ξετσιπωμένη όσο γίνεται περισσότερο) και να είμαι γι' αυτήν μου την επιλογή αξιοπρεπής, που δεν είμαι σήμερα.

Θέλω να μην ξέρω πλέον τους ηγήτορες και τους πνευματικούς ταγούς των παρατάξεών σας, δεν με νοιάζουν οι αγαλμάτινες, αποφασιστικές τους φάτσες.

Θέλω αυτός που θα ψηφίσω ή αυτός που θα κατέβω μαζί του στο πεζοδρόμιο να σιχαίνεται τις λέξεις «κόμμα» και «παράταξη».

Τέλος...

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΣΤΑ ΚΕΛΛΙΑ...

Τα παληά σπίτια, όπως και οι παληοί άνθρωποι, έχουν κάτι διαφορετικό που τα κάνει αυτό που είναι.
Ισως είναι οι ταλαιπωρίες, ίσως ο καιρός και οι κακουχίες, που αφήνουν τα σημάδια επάνω τους, ίσως πάλι να μην είναι μόνον αυτό, μα νάναι και η έγνοια πού’χαν οι κάτοικοι γι’αυτά και κάθε ρωγμή, κάθε πεσμένο σοβά, κάθε λεκέ απ΄τη βροχή, έσπευδαν με φροντίδα να το γειάνουν, να κλείσουν την πληγή, να περιποιηθούν την γρατζουνιά. 

Και οι επάλληλες στρώσεις ασβέστη, καμμιά φορά με καμπόσο χώμα απ΄την λερωμένη βούρτσα, τα ξυσίματα στον σπασμένο σοβά και τα πασαλείμματα με άμμο, λίγο τσιμέντο και κανένα κεραμίδι κοπανισμένο, οι διαφορετικές επιχρώσεις σε ορισμένα σημεία, είναι αυτά που έδιναν στο σπίτι την όψη του ζωντανού. 
Σα να λέμε, δεν υπάρχει photoshop και βλέπω όλες τις ρυτίδες του παππού, αλλά, τελικώς, αυτές είναι που τον κάνουν να δείχνει και σαν κανονικός παππούς, δίχως εγωπαθείς παραποιήσεις.
Έτσι, ο χρόνος και η έγνοια κάνανε τα σπίτια τρισδιάστατα. 

Εννοώ με αυτό πως, άλλο είναι να βλέπεις το φως να πέφτει σχεδόν παράλληλα σε μια λευκή επιφάνεια και αυτή να γεμίζει του κόσμου τις σκιές και τα ανάγλυφα και άλλο να βλέπεις μια τεχνικώς άψογη επιφάνεια που αφήνει όμως, τον Ήλιο να περνάει ανεκμετάλλευτος, αδιάφορος από πάνω της.
Αυτοί που χτίζουν τελευταία στο νησί και τόχουν το μεράκι, προσπαθούν, θα τόχετε δει, να φτιάξουν τον σοβά να δείχνει ανάστατος, να ξεφεύγει από το επίπεδο, να δείχνει ντόπιος και όχι αθηναίικος.
 
Θυμάμαι τότε και χίλιες φορές, έναν Ιάπωνα ζωγράφο που προσπαθούσε να βάλει σε μια ζωγραφιά τα φύλλα του δέντρου τυχαία, και τού ήταν περίπου αδύνατον να μπορέσει να απομιμηθεί την ίδια την τυχαιότητα. 
 
Ή, όπως οι μεγάλοι ζωγράφοι που προσπαθούν να ζωγραφίσουν σαν μικρά παιδιά κι΄αυτό να το κάνουν ηθελημένα, 
 
Έχετε δει διαφημίσεις που προβάλλουν το θέμα τους με μια παιδική ζωγραφιά;
Ε, λοιπόν, ξέρετε με σιγουριά αν η ζωγραφιά που βλέπετε είναι φτιαγμένη από παιδί ή αν είναι ενός μεγάλου, που θέλει να ζωγραφίσει σαν παιδί και αυτό, σας το λέει ένας εσωτερικός κανόνας που δεν σας τον έχει διδάξει κανένας. 
Απλώς, το μέσα σας παιδί μπορεί και αναγνωρίζει τον μεγάλο που πάει να το ξεγελάσει.
Έτσι και με τα παληά σπίτια. Τίποτε δεν μπορεί να απομιμηθεί την τιμή που τους κάνει ο χρόνος.

Κι΄επειδή τίποτε δεν είναι τυχαίο, οι κάτοικοι ήξεραν πάντα, και ορισμένοι ξέρουν ακόμη, πώς να τοποθετήσουν μια γλάστρα για να χρωματιστεί μια σφραγισμένη πόρτα ή για να μαλακώσει το κενό που αφήνει ένα γκρεμισμένο σπίτι.
Δεν διδάσκεται αυτό, δεν μπαίνει σε μουσείο, δεν καλλιεργείται. 
Μόνον αν είσαι τυχερός και σου ξυπνήσει μια μέσα ανάγκη και σε κάνει να θελήσεις να αρχίσεις να βλέπεις κι' όχι μόνον να κυττάς. 
Τότε, ο κόσμος όλος γίνεται ένα θαύμα, δεν χορταίνεις να κυττάς, δεν καταδέχεσαι να σπαταλήσεις ούτε ένα βλέμμα, νιώθεις τη ζωή να κυλάει, λυπάσαι για όσα αποτυπώνεις και μετά πασχίζεις να ξανανιώσεις και συνειδητοποιείς την απόσταση, το ανέφικτο μιας φωτογραφίας.

Κι' όταν ξαναγυρίσεις, αγωνιώντας να πιάσεις την ίδια εικόνα ξανά, αναγνωρίζεις την αδυναμία να "μπεις στο ίδιο ποτάμι δυό φορές", αφουγκράζεσαι προσεκτικά και ακούς τον χρόνο που τρέχει κάτω απ' τα πόδια σου, κυττιέσαι στον καθρέφτη και βρίσκεις την πρώτη γκρίζα τρίχα. 

Μόνη παρηγοριά σου, ξαφνικά, γίνεται το ότι, ένα μπουκάλι χλωρίνης έχει σταθεί εκεί που πρέπει, δίπλα στο κατάλληλο χρώμα και 'συ, είσαι αρκούντως ώριμος για να δεις εκεί την αθέλητη, εφήμερη, ζωντανή τέχνη.

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...