Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΣΤΑ ΚΕΛΛΙΑ...

Τα παληά σπίτια, όπως και οι παληοί άνθρωποι, έχουν κάτι διαφορετικό που τα κάνει αυτό που είναι.
Ισως είναι οι ταλαιπωρίες, ίσως ο καιρός και οι κακουχίες, που αφήνουν τα σημάδια επάνω τους, ίσως πάλι να μην είναι μόνον αυτό, μα νάναι και η έγνοια πού’χαν οι κάτοικοι γι’αυτά και κάθε ρωγμή, κάθε πεσμένο σοβά, κάθε λεκέ απ΄τη βροχή, έσπευδαν με φροντίδα να το γειάνουν, να κλείσουν την πληγή, να περιποιηθούν την γρατζουνιά. 

Και οι επάλληλες στρώσεις ασβέστη, καμμιά φορά με καμπόσο χώμα απ΄την λερωμένη βούρτσα, τα ξυσίματα στον σπασμένο σοβά και τα πασαλείμματα με άμμο, λίγο τσιμέντο και κανένα κεραμίδι κοπανισμένο, οι διαφορετικές επιχρώσεις σε ορισμένα σημεία, είναι αυτά που έδιναν στο σπίτι την όψη του ζωντανού. 
Σα να λέμε, δεν υπάρχει photoshop και βλέπω όλες τις ρυτίδες του παππού, αλλά, τελικώς, αυτές είναι που τον κάνουν να δείχνει και σαν κανονικός παππούς, δίχως εγωπαθείς παραποιήσεις.
Έτσι, ο χρόνος και η έγνοια κάνανε τα σπίτια τρισδιάστατα. 

Εννοώ με αυτό πως, άλλο είναι να βλέπεις το φως να πέφτει σχεδόν παράλληλα σε μια λευκή επιφάνεια και αυτή να γεμίζει του κόσμου τις σκιές και τα ανάγλυφα και άλλο να βλέπεις μια τεχνικώς άψογη επιφάνεια που αφήνει όμως, τον Ήλιο να περνάει ανεκμετάλλευτος, αδιάφορος από πάνω της.
Αυτοί που χτίζουν τελευταία στο νησί και τόχουν το μεράκι, προσπαθούν, θα τόχετε δει, να φτιάξουν τον σοβά να δείχνει ανάστατος, να ξεφεύγει από το επίπεδο, να δείχνει ντόπιος και όχι αθηναίικος.
 
Θυμάμαι τότε και χίλιες φορές, έναν Ιάπωνα ζωγράφο που προσπαθούσε να βάλει σε μια ζωγραφιά τα φύλλα του δέντρου τυχαία, και τού ήταν περίπου αδύνατον να μπορέσει να απομιμηθεί την ίδια την τυχαιότητα. 
 
Ή, όπως οι μεγάλοι ζωγράφοι που προσπαθούν να ζωγραφίσουν σαν μικρά παιδιά κι΄αυτό να το κάνουν ηθελημένα, 
 
Έχετε δει διαφημίσεις που προβάλλουν το θέμα τους με μια παιδική ζωγραφιά;
Ε, λοιπόν, ξέρετε με σιγουριά αν η ζωγραφιά που βλέπετε είναι φτιαγμένη από παιδί ή αν είναι ενός μεγάλου, που θέλει να ζωγραφίσει σαν παιδί και αυτό, σας το λέει ένας εσωτερικός κανόνας που δεν σας τον έχει διδάξει κανένας. 
Απλώς, το μέσα σας παιδί μπορεί και αναγνωρίζει τον μεγάλο που πάει να το ξεγελάσει.
Έτσι και με τα παληά σπίτια. Τίποτε δεν μπορεί να απομιμηθεί την τιμή που τους κάνει ο χρόνος.

Κι΄επειδή τίποτε δεν είναι τυχαίο, οι κάτοικοι ήξεραν πάντα, και ορισμένοι ξέρουν ακόμη, πώς να τοποθετήσουν μια γλάστρα για να χρωματιστεί μια σφραγισμένη πόρτα ή για να μαλακώσει το κενό που αφήνει ένα γκρεμισμένο σπίτι.
Δεν διδάσκεται αυτό, δεν μπαίνει σε μουσείο, δεν καλλιεργείται. 
Μόνον αν είσαι τυχερός και σου ξυπνήσει μια μέσα ανάγκη και σε κάνει να θελήσεις να αρχίσεις να βλέπεις κι' όχι μόνον να κυττάς. 
Τότε, ο κόσμος όλος γίνεται ένα θαύμα, δεν χορταίνεις να κυττάς, δεν καταδέχεσαι να σπαταλήσεις ούτε ένα βλέμμα, νιώθεις τη ζωή να κυλάει, λυπάσαι για όσα αποτυπώνεις και μετά πασχίζεις να ξανανιώσεις και συνειδητοποιείς την απόσταση, το ανέφικτο μιας φωτογραφίας.

Κι' όταν ξαναγυρίσεις, αγωνιώντας να πιάσεις την ίδια εικόνα ξανά, αναγνωρίζεις την αδυναμία να "μπεις στο ίδιο ποτάμι δυό φορές", αφουγκράζεσαι προσεκτικά και ακούς τον χρόνο που τρέχει κάτω απ' τα πόδια σου, κυττιέσαι στον καθρέφτη και βρίσκεις την πρώτη γκρίζα τρίχα. 

Μόνη παρηγοριά σου, ξαφνικά, γίνεται το ότι, ένα μπουκάλι χλωρίνης έχει σταθεί εκεί που πρέπει, δίπλα στο κατάλληλο χρώμα και 'συ, είσαι αρκούντως ώριμος για να δεις εκεί την αθέλητη, εφήμερη, ζωντανή τέχνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: