Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Κυρ' βουλευτή μου !


Κυρ’ βουλευτή μου, εγώ είμαι! 
Δε με θυμάσαι, έ;
Τόξερα πως δεν θα με θυμόσουνα... 

Μα δεν με θυμόσουνα ούτε τότε, όταν με χαιρέταγες στο χωριό με ‘κείνο το κόλπο, που ξαφνικά πλάταινε το χαμόγελό σου και μας έκανες να πιστεύουμε πως μας είχες έναν-έναν ξεχωριστά στο μυαλό σου και λέγαμε και 'μεις:
"Τί ξεχωριστό χάρισμα είναι πού 'χει αυτός ο άνθρωπος! Σίγουρα τού πρέπει μια τιμή, να τονε βγάλουμε βουλευτή, να πάει ο τόπος μας έναν άξιο στην Βουλή"

Θυμάσαι; 
Πρώτα, πριν εκλεγείς, ερχόσουνα με ‘κείνο το τζην και το τζάκετ με τις βαρυφορτωμένες κλειδιά και τσιγάρα τσέπες, με ένα φτηνό νοικιάρικο Φιατάκι, με ξεκούμπωτο πουκάμισο και ένα πακέτο ΚΑΡΕΛΙΑ στην τσέπη του.
Λέγαμε και μεις "Δικός μας είναι, του λαού, αυτόνα θέλουμε!"

Μετά, έγιναν οι εκλογές και μας έβαζες και γυρνάγαμε από χωριό σε χωριό να κολλάμε αφίσσες και να μοιράζουμε ένα πρόγραμμα που ούτε εμείς καταλαβαίναμε τί έλεγε και σα μας ρωτάγανε, λέγαμε εκείνα που μας είχαν δασκαλέψει οι άνθρωποι της τοπικής οργάνωσης του κόμματος.

Όπου δεν κόλλαγε αφίσσα, εμείς παίρναμε σπρέυ και βάφαμε το μήνυμα σε στηθαία, σε μάντρες και σε τοίχους. 
Κι΄άμα βγήκε το κόμμα, ποιός μας έπιανε... 
Ξενυχτήσαμε γυρνώντας και κορνάροντας από χωριό σε χωριό, περήφανοι για τον κόπο μας που καταφέραμε και πείσαμε κι’ όλους τους άλλους πως ήσασταν οι καλύτεροι, οι άνθρωποι του λαού οι ίδιοι και πως είχαν άδικο που δε το νιώσαν σαν κι΄εμάς...

Μετά, βγήκες βουλευτής και σε είδαμε πίσω απ΄τον πρωθυπουργό και είπαμε "Να οι ελπίδες μας, αυτός θα είναι η φωνή μας μέσ' το λιμάνι της δημοκρατίας!". 
Φτάσαμε όμως, νάμαστε εμείς η φωνή του κόμματος στο νησί...

Μετά, ήρθες μια φορά να μας δεις , πάλι πριν από εκλογές θάτανε, δεν είμαι σίγουρος, αλλά, εκλογές θάτανε, γιατί άλλο λόγο δεν είχες νάρθεις να μας δεις πιά..

Τούτη τη φορά είχες δύο μηχανές με αναμμένα φανάρια να πηγαίνουν μπροστά και μια μαύρη λιμουζίνα που περικυκλώσαμε όλοι για να σε δούμε. 
Ήταν η φρουρά σου όμως, εσύ ερχόσουνα στην πραγματική, την μεγάλη, θωρακισμένη λιμουζίνα, παραπίσω. Είμαι σίγουρος πως ήξερες πως δεν είχες φόβο, κανένας μας δεν είχε σκοπό να σε ντουφεκίσει, τουλάχιστον τότε... 

Ανάμεσά μας μπήκαν οι φρουροί σου και από πίσω εσύ χαιρέταγες  πάνω από τις πλάτες των μπρατσωμένων με τα μαύρα γυαλιά, τον κόσμο που είχε έρθει να σε καλωσορίσει. 
Μα πού να σε πλησιάσουμε... 
Ήρθες, λοιπόν, πήγαμε στο σχολείο στην αίθουσα που είχαμε καθαρίσει και φροντίσει για νά σε δεχτούμε, και συ ανέβηκες στο βήμα. 

Πουθενά το τζην , πουθενά το μπουφάν και μια γραββάτα ακριβή στόλιζε τον ακριβό σου λαιμό απ΄όπου θάβγαινε ο λόγος του λαού για τον λαό...

Και ξεκίνησες να μιλάς κι΄ αφού δεν καταλαβαίναμε και πολλά, είπαμε όλοι "Ε, βέβαια, στην κυβέρνηση δε θα μιλάνε όπως ο αγράμματος κόσμος, πρέπει να γίνανε και τούτοι όλοι γραμματιζούμενοι και να πρέπει να μάθουν και 'μας τους μικρούς να καταλαβαίνουμε τα μεγάλα λόγια και τις μεγάλες ιδέες".

Μίλαγες, μίλαγες, μίλαγες, μα δεν ρώτησες τίποτε, τίποτε απολύτως...
Ούτε πώς τα βγάζουμε πέρα, ούτε τί γίνεται με τις ψεύτικες επιδοτήσεις που μας είχες στουμπώσει στη συνείδηση, ούτε πώς πάνε τα παιδιά μας στα σχολειά, ούτε αν φτάνει ο σπόρος, ούτε αν το καράβι έρχεται τον χειμώνα, ούτε αν το κέντρο υγείας που χτίστηκε μέσα σ΄ένα χρόνο σαν το τσαντήρι του τρελλού έφτανε μόνο σαν κτίριο ή έπρεπε νάχει και γιατρούς μέσα...

Μόνον όταν προφτάσαμε και φωνάξαμε λίγο πριν σε ξεπροβοδίσουμε στο αυτοκίνητο, πίσω από τους μπράβους σου, αυτά που είχαμε να σου πούμε με κραυγές για να ακουστεί του καθενός το δικό του, γύρισες , κι άπλωσες κυματίζοντας το χέρι αντιγράφοντας τον αρχηγό σου και είπες: 
"Ήρεμα, ήρεμα, μη φωνάζετε, με τις φωνές δε βγαίνει τίποτε, όλα θα τα κάνουμε όλα θα γίνουν, πρέπει νάχετε υπομονή και να θυμάστε πως η αλλαγή θέλει χρόνο γιατί οι προηγούμενοι άφησαν καμμένη γή..."

Κάναμε πως σε πιστέψαμε και μείναμε παγωμένοι από αυτά που είχαμε δει... 
Άλλος ήσουνα κι΄’ αλλος ήρθες. 
Σοσιαλιστή σε ξέραμε, σα βασιλιάς μας ήρθες...
 
Μετά στο καφενείο έγινε το έλα να δεις...
Οι περισσότεροι έλεγαν πως έχεις δίκιο, δεν γίνονται όλα σε μια μέρα, μα αυτοί ήταν οι βολεμένοι που, πεντάχρονα παιδιά στον πόλεμο, είχαν πάρει συντάξεις αντιστασιακών, μερικοί με θηριώδεις επιδοτήσεις και σίγουρα εκείνοι που είχαν βάλει τα παιδιά τους στο Δήμο, ή σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες του νησιού.

Είμασταν και ‘μεις οι άλλοι, που δε μας άφηνε κανείς να μιλήσουμε γιατί δεν κάναμε με κανένα κόμμα, μόνο φωνάζαμε το δίκιο του τόπου μας και των παιδιών μας. 

Ποιός να σ’ ακούσει όμως, άμα ξέρει πως δεν ψηφίζεις και κυρίως, άμα τούχει δείξει ο αρχηγός του, δηλαδή εσείς, πώς να μην ακούς, πώς να φιμώνεις και να λασπώνεις τον αντίπαλο, πώς να τον βλέπεις σαν εχθρό κι΄όχι σαν κάποιον με διαφορετική γνώμη... 

Τέλος πάντων, τα χρόνια περάσαν και κάθε φορά πριν τις εκλογές σε βλέπαμε, σε ακούγαμε, σε φροντίζαμε για ‘κείνο το λίγο που πέρναγες απ΄τον τόπο μας, μη τύχει και σε αγριέψουμε και μας περιφρονήσεις ακόμα χειρότερα...

Εσύ όμως, ούτε μας έβλεπες, ούτε μας άκουγες, ούτε μας φρόντισες ποτέ κι' από περιφρόνηση, είχες πάντα μπόλικη για όλους μας...

Αργήσαμε να καταλάβουμε πως με τα ψίχουλα απ΄το τραπέζι σου φρόντιζες την επανεκλογή σου, με τα δικά μας τα δικαιούμενα εσύ έχτιζες παλάτια και άφηνες για μας κάτι δρόμους που στην πρώτη νεροποντή τους έπαιρνε το νερό, όπως ακριβώς ο αέρας έπαιρνε τα λόγια σου, τόσο εύκολα...

Μετά, είδαμε δρόμους στη βορεινή μεριά του νησιού και χαρήκαμε, είπαμε "Να, ο δικός μας άνθρωπος μας νοιάστηκε, δίκιο είχαν οι άλλοι κι’ άδικα τους βρίζαμε , κρίμα τόσος σπαραγμός μεταξύ μας, ο άνθρωπος τόκανε αυτό που δεν τού ζήτησε κανείς, αλλά τέλος πάντων, κάτι έκανε στον τόπο..."

Μετά, μάθαμε πως εκεί που είχες κανονίσει να περάσουν οι δρόμοι ήταν ακριβώς εκείνη η περιοχή, που αποφάσισες νύχτα να προτείνεις και νύχτα να ψηφίσεις σαν βιομηχανική περιοχή και μας κρέμασαν τα σαγόνια από την έκπληξη, πώς γίνεται άνθρωπος του τόπου, να μην έχει σταλιά πόνο για τα παιδικάτα του, να βλέπει το νησί μόνο νταμάρι και τσιμέντο κι’ άσφαλτο...

Όταν ξανάρθες, ξαναήσουνα σοσιαλιστής, στο ντύσιμο όμως μόνον. 
Βλέπεις, είχαν μεσολαβήσει και κάποιοι άλλοι σαν κι΄εσένα μα με διαφορετικό χρώμα σημαίας κάτω απ΄το μπαλκόνι κι’ έπρεπε να κρύψεις την αλαζονεία σου. 
Θυμάσαι που τότε, όταν έφτασες στο χωριό, εμείς πάλι σηκωθήκαμε και σε χαιρετήσαμε παρά την αδιαφορία και τους τρόπους σου τους ανάγωγους. 

Να σου πω για να μην αναρωτιέσαι και μας πάθεις τίποτε: Σηκωθήκαμε και δώσαμε το χέρι γιατί οι μανάδες και οι πατεράδες μας, μάς έχουν μάθει πως τον ξένο των καλοδέχεσαι και μετά του λες αυτά που έχεις να του πεις και κάνεις και τα νιτερέσα σου σαν μπεσαλής άνθρωπος.

Εσύ όμως, το παρεξήγησες και νόμισες πως δεν είχαμε καταλάβει τίποτε και πως, σαν κορόιδα που είμασταν, δεν σε είχαμε πάρει χαμπάρι ακόμη. 
Δεν είδες όμως, κυρ' βουλευτάκο μου, πώς σε κυττάγανε οι νεώτεροι από τις πίσω σειρές, με τα μάτια κουκουλωτά, τα φρύδια σμιγμένα και τις άκρες των χειλιών να δείχνουν όλη την αηδία τους... 
Δεν τόδες γιατί δεν έχεις μάθει να κυττάς τον κόσμο και να τον βλέπεις , έχεις μάθει μόνον να βαριέσαι και να σιχαίνεσαι μέχρι θανάτου όλο αυτό το συνάφι, που μυρίζει δουλειά και μόχθο και χώμα και κοπριά και πίτουρο. 
Μα "Ο καλός, καλό δε βλέπει", έλεγε η γιαγιά μου, ελαφρύ το χώμα που την αγκάλιασε.

Τώρα, ακούσαμε πως ήσουν σύμφωνος για το γδάρσιμο που μας κάνατε όλοι μαζί οι βουλευτάδες. 
Δεν δίστασες ούτε στιγμή να σηκώσεις το τρυφερό χεράκι σου, που από τότε που με χαιρέταγες και τό 'νοιωθα μαλακό και άψυχο στην απαλάμη μου κάτι μέσα μου φώναζε πως δεν είσαι δικός μας, δεν δίστασες λοιπόν, να το σηκώσεις κα να θάψεις τα παιδιά όλων μας. 

Κοράκι, λοιπόν, ο Βαλές του νησιού μας, κοράκι με νύχια γαμψά που τ΄ακόνισες σε κότερα εφοπλιστών και τα δοκιμάζεις στις πλάτες μας. 
Κοράκι των ανθρώπων γιατι το κοράκι του αγρού κάμει όπως του προστάζει η φύση του και άλλο συμφέρον δεν έχει.

Ξέρεις κάτι; 
Κάνε ένα καλό και μην ξαναπατήσεις εδώ τριγύρω. 
Κάνε μου τη χάρη, σε παρακαλώ, γιατί υπάρχουν και μερικοί θερμόαιμοι που δε τόχουν σε τίποτε να σηκώσουν το δίκανο και να δοκιμάσουν μιάν ασκαγιά πάνω στο πρώτο περαστικό κοράκι, έτσι, πριν αρχινίσει το κανονικό κυνήγι...

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Αυτή είναι η αλήθεια και έχεις ένα εξαιρετικό ταλέντο φίλε μου να την παρουσιάζεις ολοζώντανη μέσα από τη γραφή σου. Στο χωριό μου βλέπω ανθρώπους του μόχθου, κυρίως γεωργούς, που έχουν αγριέψει για τα καλά. Πολύ φοβάμαι ότι σε περίπτωση που θα περάσει βουλευτής από εδώ θα έχουμε σοβαρά επεισόδια. Οι καλοί τρόποι έχουν και τα όρια τους, όταν βλέπεις τους «κυρίους» αυτούς να σε κοροϊδεύουν ξανά και ξανά με τον ποιο ανεπαίσχυντο τρόπο.

Ανώνυμος είπε...

Θα απαντήσω με κάτι που λένε στο δικο μου "χωριό": "Τέτοιο μαντρί, τέτοιο τυρί"!!!
Εχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν. Εμείς τους εκλέξαμε, δεν μας τους επέβαλε κανένας. Είμαστε τόσο αφελείς...!!!!

Ανώνυμος είπε...

Δε λέω ότι δε φταίμε κι εμείς άλλα μη νομίζεις ότι τα πράγματα είναι τόσο απλοϊκά. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με πρωτοστάτη το skai αυτό τον καιρό κάνουν τα αδύνατα δυνατά ώστε να κάνουν το άσπρο μαύρο και να παρασύρουν όσο περισσότερους μπορούν στη προπαγάνδα τους. Δυστυχώς όλος ο κόσμος δεν ασχολείται με το να ψάχνει τη συμβαίνει με τη πολιτική κατάσταση στη χώρα, (μακάρι ν ασχολούταν) για πολλούς ακόμα η μόνη ενημέρωση είναι τα καλοστημένα και καλοπληρωμένα δελτία ειδήσεων (ιδικά στην επαρχία). Όταν ο άλλος τρέχει από το πρωί ως το βράδυ για την επιβίωση, το να του λες για έλλειμμα δημοκρατίας και άλλα τέτοια μάλλον σαν παραμυθάκια της χαλιμάς του φαίνονται. Δυστυχώς, ακόμα η γραβάτα και η σοβαροφάνεια πουλάνε στο κόσμο. Πολύ φοβάμαι ότι αν δεν σοβαρευτούμε και αντιδράσουμε άμεσα σ αυτή την αθλιότητα των επαγγελματιών δωσίλογων πολιτικών μας, τελικά η εκτόνωση θα έρθει με αίμα. Και μακάρι να βγω ψεύτης... όποιος ελπίζει μόνο από της εκλογές είναι πολύ γελασμένος και πολύ αθώος… Όταν έρχονται «σε ανύποπτο χρόνο» και ετοιμάζουν το έδαφος ώστε να ιδιωτικοποιήσουν της πηγές στα χωριά μας, δηλαδή να μας κλέψουν ακόμα και τους λιγοστούς φυσικούς πόρους, φανταστείτε σε τι σημείο βρισκόμαστε. Βέβαια όσο διαρκεί ακόμα η εθνική μας εκπαίδευση μέσα από τα εθνικιστικά τουρκικά σίριαλ τα μπούτια και τους γάμους των σελέπριτυ. Όσο βαθαίνει η προπαγάνδα της υπερκατανάλωσης και η εκπόρνευση του παιδικού μυαλού με λατινοαμερικάνικα σίριαλ τύπου Πάτυ. Ποιος να ενδιαφερθεί για τα ανθρώπινα δικαιώματα, για το δικαίωμα στην Υγεία τη Δικαιοσύνη τη Δημοκρατία, και ακόμα ποιο πολύ, πώς να κατανοήσει κανείς τι σημασία έχει το να παραμείνει το νερό φυσικό δημόσιο αγαθό για όλους ?