Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Πίσω στα Κελλιά, μέσα απ' τα χαρτιά...

[Όποιος θέλει, πριν ξεκινήσει το διάβασμα, μπορεί να πατήσει εδώ  για να ακούει παράλληλα με το κείμενο και μουσική μιας άλλης εποχής.]

Λοιπόν, τα Κελλιά υπήρξαν... 
Δεν ήταν χωριό-φάντασμα, δεν ήταν ο ήχος μιας πόρτας που έκλεισε απότομα, δεν ήταν το φως μιας λάμπας πετρελαίου που έσβησε ανεπιστρεπτί, το Χωρίον Κελλιά υπήρξε...

Και ο Πρόεδρος της Κοινότητας Νικόλαος Σκλάβος στις 4 Απριλίου 1921 εκδίδει ένα πιστοποιητικό, όπου αφήνει δύο ίχνη της σφραγίδας της Κοινότητας...
...εκ των οποίων το επάνω δεξιά είναι καλλιτέχνημα.

Οι κάτοικοι των Κελλιών ανέβαιναν μέχρι το υποθηκοφυλακείο της Ξινάρας για να διευθετήσουν τις υποθέσεις τους. 
Το παρακάτω έγγραφο έχει συνταχθεί το 1876. 
Προσέξτε το ανάγλυφο χαρτόσημο επάνω αριστερά και την σφραγίδα του Βασιλείου της Ελλάδος.

Στο χωριό υπήρχε πάντα μαραγκός, που έδινε μάλιστα και αναλυτική περιγραφή του κόστους της δυλειάς του:


Αλλά, αναλυτικός λογαριασμός υπήρχε και για την τελευταία κατοικία:


Οι ταξιδιώτες όταν γύριζαν με το "Δεσποινάκι" ή με τον "Παντελή" έκαναν μιά στάση στου Πεφάνη στην Ακτή Μιαούλη για τα βαμβακερά τους:




Εκεί κοντά στο '40, η αλληλογραφία των κατοίκων κουβάλαγε πάνω της κι' άλλα μηνύματα, πέραν των εσωκλειομένων...
"Θα ΝΙΚΗΣΩΜΕΝ, αλλά δια τους Έλληνας υπέρ την νίκην είναι η ΔΟΞΑ.   Ι. Μεταξάς"


"Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΡΕΤΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ"

Και εδώ πλέον, το χωριό έχει εξωραϊστεί κι΄ έχει γίνει μια "Καλλονή" χωρίς μάνα, αλλά, με πατέρα...



Και βέβαια, οι αγρότες των Κελλιών δεν ξέφευγαν από το μακρύ χέρι του νόμου ούτε όταν προσπαθούσαν να "ασκήσουν το επάγγελμα του πλανοδίου οπωροπώλου" και μάλιστα "εν Κελλίοις" χωρίς άδεια...


Όλως παραδόξως, δεν τους ξεχνά η πολιτεία ούτε όταν ζητάει από αυτούς να "Εκφράσουν ελευθέρως την γνώμην τους", δεδομένου ότι και αυτοί ανήκουν στον λαό και ο λαός "ΣΥΝΤΑΣΣΕΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ"...



...και μάλιστα, οι κάτοικοι δύνανται να αποστείλλουν την γνώμη τους ΑΤΕΛΩΣ στην ΕΠΙΤΡΟΠΗΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, που εδρεύει στην οδό ΖΑΛΟΚΩΣΤΑ 3:


Οι κάτοικοι των Κελλιών ξενητεύονται και πάνε στην Πόλη για να στείλουν στο νησί χρήματα. Κι' όταν θελήσουν να δουν για λίγο τα Κελλιά ξαπλωμένα στα ρηχά της Καστέλλας, πρέπει να πάνε στην Βασιλική Ελληνική Πρεσβεία εν Κωνσταντινουπόλει και να βγάλουν "Διαβατήριον δι' εργάτας και χειρώνακτας" που "Ισχύει δια μήνας εξ". Το παρακάτω διαβατήριο έχει εκδοθεί το 1906:



Τέλος, οι κάτοικοι των Κελλιών, δεν χάνουν ποτέ το χιούμορ τους και συντάσσουν ανεξήγητα σημειώματα όπως το παρακάτω, που υπενθυμίζει ή προστάζει κάποιους να "λάβουν την κλείδα της αλευρελαιοδερματοζαχαραποθήκης"...







3 σχόλια:

Γιακορ είπε...

Μπράβο σου. Θα σου στείλω κι εγώ έγγραφα παλιά με την ονομασία ΚΕΛΛΙΑ για να τα βάλεις. Τώρα έχω μπλέξει με την κίνηση των δημάρχων και με το ΝΟΣΤΟ.

Leopold Dustal είπε...

Δεν υπάρχει πιο συγκινητικό ταξίδι από αυτό που κάνει κάποιος μέσα από τα παλιά έγγραφα· τα κιτρινισμένα ραβασάκια και τα προικοσύμφωνα, τις περίτεχνες σφραγίδες στα ξεθωριασμένα γράμματα, τα παλιά σκονισμένα δικαιόγραφα...

Κατρακυλάς, με μια γλυκιά ζάλη, όπως τα παιδάκια στην τσουλήθρα του σχολείου, και στο τέλος τα πόδια σου φτάνουν στις ρίζες του μεγάλου δέντρου που λέγεται Κελλιά, μαζί με άλλα δέντρα (στο δάσος-Τήνος) που στέκουν περήφανα παρά την δύναμη του κυκλαδίτικου αέρα.

Και κάποτε θα έρθουν στο μέρος νέα παιδιά να δέσουν τις κούνιες τους στα κλαδιά, και να κατέβουν και να ζαλιστούν –για μία φορά ακόμη– σ' αυτές τις αρχέγονες τσουλήθρες.

Leopold Dustal είπε...

Δεν υπάρχει πιο συγκινητικό ταξίδι από αυτό που κάνει κάποιος μέσα από τα παλιά έγγραφα· τα κιτρινισμένα ραβασάκια και τα προικοσύμφωνα· τις περίτεχνες σφραγίδες στα ξεθωριασμένα γράμματα· τα παλιά σκονισμένα δικαιόγραφα...

Κατρακυλάς, με μια γλυκιά ζάλη, όπως τα παιδάκια στην τσουλήθρα του σχολείου, και στο τέλος τα πόδια σου πατούν τη γη και φτάνουν στις ρίζες του μεγάλου δέντρου που λέγεται Κελλιά. Και κάποτε, στο μέρος αυτό, θα έρθουν νέα παιδιά για να δέσουν τις κούνιες τους στα κλαδιά, και θα παίξουν το τόπι, και να ζαλιστούν –για μια ακόμη φορά– σ' αυτές τις αρχέγονες τσουλήθρες που μας πάνε στα πίσω χρόνια.