Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Ρε ασταδιάλα.....

Ρε, για κύττα, ρε...

Πώς εμεγάλωσε η πόλη, πώς έμοιασε στας Αθήνας, πώς επλάτυνε και εψήλωσε, πώς εβάρυνε απ΄το τσιμέντο και το σίδερο, πόσο κατάφερε να ασχημύνει κι΄άλλο...!!!

Ούτε τα νυχτερινά φώτα μπορούν να κρύψουν το μέλλον που έχει διαλέξει εδώ και καιρό το νησί....

Όσα χτίστηκαν είναι χειρότερα από τα προηγούμενα και όσοι χτίζουν, ζηλεύουν τόσο πολύ τα Cayenne των άλλων, που πρέπει να αποκτήσουν κι΄αυτοί πάση θυσία δικό τους και μάλιστα, το συντομώτερο...

Όσο για τους ντόπιους, έχουν χάσει τον μπούσουλα, δεν ξέρουν τί τους γίνεται και δεν ενδιαφέρονται κιόλας, φτάνει που το νησί ζει απ΄την οικοδομή και μόνον απ΄αυτήν...

Η άσχημη χώρα της Τήνου, λοιπόν, σαν καρκίνος απλώνεται με πολλαπλές μεταστάσεις και στο υπόλοιπο νησί, σε όλα τα όργανά του, σε όλες τις συνειδήσεις...

Καλό χειμώνα.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Ο ΙΟΣ ΤΟΥ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ...

".....Τα συνεργεία του ΥΠΕΧΩΔΕ δεν είναι σε θέση να εντοπίσουν τον φθοροποιό παράγοντα, δεδομένης μάλιστα και της παντελούς έλλειψης σχετικής βιβλιογραφίας ή άλλων παρόμοιων περιστατικών, που έχει 'καταφάει' κυριολεκτικά τις πολυκατοικίες στο κέντρο της Αθήνας, δίνοντας τροφή για επιστημονικοφανή σχόλια που μιλάνε για τον 'Ιό του τσιμέντου'.

Πιό συγκεκριμένα, εκτεταμένες φθορές έχουν παρατηρηθεί στους σκελετούς εκατόν τριάντα πολυκατοικιών στο κέντρο της Αθήνας, οι οποίες έχουν αρχίσει να εκκενώνονται προληπτικά.
Κύκλοι του ΥΠΕΧΩΔΕ έχουν αφήσει να διαρρεύσει ότι, επίκεινται κατεδαφίσεις των εν λόγω κτιρίων, εφ' όσον οι βλάβες είναι μη αντιστρεπτές και μη επιδιορθώσιμες.
Ανησυχία εξ'άλλου προκαλεί το γεγονός ότι, δεν είναι δυνατόν να εντοπιστεί το αίτιο, ενώ παράλληλα ίχνη 'προσβολής' παρουσιάζονται και σε κτίρια σε άλλες περιοχές της Αθήνας. ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΝΩΜΙΑ 12/8/2011".

Ο μηχανολόγος Δημήτρης Τσοπάνογλου, χαμογέλασε ελαφρά. Έκοψε προσεκτικά το φύλλο και το έβαλε στην τσάντα του με σκοπό να το δώσει αύριο να του το κορνιζάρουν.
"Η αρχή του τέλους..." σκέφτηκε, "Τόσα χρόνια, τόσοι συνεργάτες, τόσοι κόποι..."

Πλησίασε στο παράθυρο του λιτού γραφείου του και κύτταξε τον οχετό του τσιμέντου, που απλωνόταν μπροστά στα μάτια του.
Μ' έναν πρόχειρο υπολογισμό κατέληξε σέ ένα νούμερο που τον έκανε να χαμογελάσει: "Επτάμιση χρόνια το πολύ...! Σε επτάμιση χρόνια το αίσχος που πλαστοπροσωπούσε την Αθήνα, θα ήταν παρελθόν."

Θυμήθηκε τον φίλο του τον Παρασίδη, έναν από τους κορυφαίους βιολόγους στην Ευρώπη, όταν του είχε ζητήσει, πίσω στο 1998, να τροποποιήσει γενετικά κάποιο βακτήριο, έτσι ώστε να μπορεί να προσβάλλει το τσιμέντο.
Ενώ περίμενε ότι θα γελούσε εις βάρος του, ότι θα τον χλεύαζε σαν επιστήμονα, εκείνος είχε απλώς τραβήξει την καρέκλα του πίσω, είχε κατεβάσει τα γυαλιά στο στήθος του και σμίγοντας τα φρύδια του του είχε ζητήσει να το επαναλάβει.

Έκτοτε, δεκάδες φοιτητές του τμήματος της Εφαρμοσμένης Γενετικής του Παρασίδη είχαν κάνει ατελείωτα πειράματα, που κατά την γνώμη τους, δεν είχαν κανένα απολύτως νόημα.
Ο καθηγητής είχε μοιράσει έξυπνα τομείς του πειράματος σε τριάντα διαφορετικούς μεταπτυχιακούς φοιτητές, των οποίων την δουλειά θα μπορούσε έπειτα να συνδυάσει και να φτάσει στο ζητούμενο αποτέλεσμα, όπως και έγινε.
Χρεώθηκε, βέβαια, με τα μηδενικά αποτελέσματα των ερευνών του, τουλάχιστον όπως αυτές έβγαιναν προς τα έξω, και μάλιστα, με την ενεργοποίηση του νόμου περί αξιολόγησης των πανεπιστημίων τον Οκτώβριο του 2008, είχε κινδυνέψει να βρεθεί εκτός της επιστημονικής κοινότητας, αλλά, άξιζε τον κόπο.

Παιδιά και οι δυό τους ο Τσοπάνογλου με τον Παρασίδη, είχαν λατρέψει τις αλάνες, τις πλατείες, τα πάρκα και τους λόφους, τους ελεύθερους χώρους, την ανθρώπινη συναναστροφή και όλην αυτή την αγάπη τους, την είχαν μεταδώσει και στα παιδιά τους, που όμως πλέον είχαν αρχίσει να ασφυκτιούν στον κλοιό της πόλης και είχαν πάρει την απόφαση να μην γυρίσουν ποτέ πίσω μετά το Πανεπιστήμιο, παρά να μείνουν για πάντα στην δεύτερη πατρίδα τους, εκείνη των σπουδών τους.

Δεν θα ήταν υπερβολικό να έλεγε κανείς πως τα δάκρυα του Τσοπάνογλου όταν αντίκρυσε στην αποθήκη του υπογείου το παρατημένο ποδήλατο του γιού του, ήταν εκείνα που πυροδότησαν την ιδέα για τον ιό του τσιμέντου.

Το αστείο ήταν, πως οι δημοσιογράφοι, στην προσπάθειά τους να ονοματίσουν το φαινόμενο, είχαν πέσει διάνα στην περιγραφή του ώς ΙΟ ΤΟΥ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ, την ίδια στιγμή, που οι επιστημονικοί κύκλοι απέρριπταν με ανασηκωμένο υπεροπτικά το φρύδι αυτήν την θεωρία.

Ο Παρασίδης, αρεσκόταν να το λέει "Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ", σε συνδυασμό μάλιστα και με κάποιες πρώτες κινήσεις-προτάσεις που είχε κάνει σε φίλους του στο Υπουργείο Πολιτισμού, για διεξαγωγή ανασκαφών στα σημεία όπου απαλλοτριώνονταν τα κτίρια.

Και εν πάσει περιπτώσει, ήταν έτοιμες από καιρό και οι προτάσεις, που περιλάμβαναν όχι μόνον αποζημιώσεις των ενοίκων που είχαν χάσει τα σπίτια τους, αλλά και την παροχή πρώην εγκαταλελειμμένων, αλλά πρόσφατα ανακαινισμένων κατοικιών ανά την Ελλάδα σε περιοχές με μεγάλο δείκτη εγκατάλειψης.

Επτάμιση χρόνια ακόμη...

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

χύθηκε ο καφές, ρεεεεέ.....


Και από πού να ξεκινήσεις...
Από την παιδεία...;
Και από πού ακριβώς...;  Απ΄τα πανεπιστήμια με τους προαλειφόμενους δικτατορίσκους συνδικαλιστάδες ή από τα πολυφυλετικά δημοτικά όπου δεν υπάρχει τρόπος μείωσης των απωλειών χρόνου εξ΄αιτίας της γλώσσας ούτε για τα ελληνάκια ούτε για τα ξενάκια...
Πιάσε καλύτερα την άμυνα, ειδικά τώρα που τα γειτονάκια αγριεύουν ξανά...Τώρα μόλις παραλάβαμε μέρος των πυρομαχικών για άρματα που υπηρετούν στον Ελληνικό στρατό εδώ και πέντε χρόνια. Ά, βάλε και τα διαβήματα, είναι σοβαρή άσκηση εξωτερικής πολιτικής...
Στον πολιτισμό πώς τα βλέπεις...;
Είναι κάτι μάρμαρα που μας ταϊζουν ακόμη και κάτι παλαβοί που στέκονται και κυττάνε μπογιατισμένους μουσαμάδες και στραβωμένες λαμαρίνες, αυτό δεν είναι...;
Και πώς αντέχουν εκείνες τις φωνάρες για τόσην ώρα και κείνο το τσίρι-τσίρι με τα βιολιά και περνάνε και καλά....
Για τον τουρισμό δεν έχεις να μου πεις τίποτα, όμως...
Έρχονται οι ξυνόγαλοι απ΄τους βορράδες και λιάζονται και μπανιαρίζονται στις θάλασσές μας, τους ψιλοκοροϊδεύουμε και με κάτι μουσακάδες με σάπιες μελιτζάνες, κάτι μπουζουκοκομπανίες του μπάρμπα μου του πικραμένου και με κάτι χαμόγελα και φιλικά χτυπήματα στην πλάτη και όξω απ΄την πόρτα...
Λετσοτουρίστες και αλητοτουρίστες είναι οι δύο όροι που ευδοκιμούν μόνον στην Ελλαδασκάρη...Άσε που μετά οι ίδιοι, θα έφερναν και τις φαμίλιες που θα έκαναν, εμείς θέλουμε τα φράγκα και τα θέλουμε τώρα...!
Για τα τρενάκια δεν σ΄ακούω να μου λες τίποτε...Ούτε και για τα αστικά τα λεωφορειάκια που είναι κάργα στον επιβάτη με πληρότητες που ξεπερνάνε το 130% και παρ΄όλ΄αυτά πάνε για πάτο με το κεφάλι, δεδομένου ότι σε χίλιους τριακόσιους οδηγούς αντιστοιχούν οκτακόσιοι διοικητικοί...
Στα παποράκια..; έ;; εκεί κι΄αν γίνεται το μαλεβράσε....Για πετάξου μια Ικαρία να σε δώ...
Έχεις σόϊ και σπίτι στο Αιγαίο..; Μεγάλε, προνομιούχος !!! Και πάς δεκαπέντε μέρες τον χρόνο..; Μόνο..;;;  Πόσο έχει τετραμελής οικογένεια με αμάξι για το νησί..;; Και πόσο σου χρέωσε τον καφέ και την χωριάτικη στο νησί, που παλεύει να βγάλει δέκα μήνες απ΄τους δύο του καλοκαιριού, χωρίς αγροτική παραγωγή και με αγγουράκια Τουρκίας και λεμονάκια Αργεντινής στο ράφι του πολυεθνικού σουπερμερκάτου...;;;
Άκου τώρα να σου πω...
Σούχει χυθεί ποτέ καφές στο γραφείο...;;;
Δεν ξέρεις από πού ναξεκινήσεις... Να σταματήσεις τον καφένα μη χυθεί στην μοκέτα ή να σηκώσεις τα χαρτιά να μην βραχούν τελείως...Να κλείσεις τον υπολογιστή μή και βραχυκυκλώσει το πληκτρολόγιο ή να σπρώξεις την καρέκλα να μην τρέξει ο καφές επάνω...Να στεγνώσεις γρήγορα το παντελόνι μην κάνει λεκέ ή να δείς αν έτρεξε ο καφές και μέσα στα συρτάρια...
Έτσι περίπου πορεύεται και η Ελλαδιέρα Λεόνε.
Δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις....
Κι΄έχουνε χυθεί καφέδες και καφέδες κι΄όσην ώρα μιλάμε χύθηκαν κι΄άλλοι...

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Βωλάξ

Η Διονυσία κύτταξε τον καφέ της.
Οι φουσκάλες έλαμπαν στον ήλιο με χρώματα που στριφογύριζαν επάνω τους, έσκαγαν χωρίς κρότο, το καϊμάκι αραίωνε.

Σιγή...ανάσα κρατημένη....Θα είναι καλός ο καφές...;

Έβαλε μια γουλιά στο στόμα της..."Έχει ζάχαρη" ψιθύρισε, γυρίζοντας στην καφετζού είπε φωναχτά "Το μπρίκι είχε ζάχαρη απ΄τον προηγούμενο καφέ, μου φτιάχνετε έναν άλλον, σας παρακαλώ..."

Στο διπλανό χωράφι ένας κάτσικας μασουλάει ξερά χόρτα, κυττάει χωρίς να μας βλέπει, η ζέστη σπρώχνεται παραπέρα από το αεράκι, μιλάμε λέγοντας ανοησίες για την ντόπια παραγωγή, κλέβοντας ματιές προς τους τουρίστες δίπλα μας που εντρυφούν σε μια χωριάτικη σαλάτα, οι μέρες δεν φτάνουν, οι ώρες ξεγλιστράνε από τις χαραμάδες της προσοχής μας.

Η Βωλάξ δεν μπορεί να είναι πιό όμορφη μέσ΄την απλότητά της, τυλίγεται τον εαυτό της σαν καλαθάκι απ΄αυτά που μπερδεύουν με τέχνη εδώ γύρω από το ανύπαρκτο κέντρο τους, καταλήγει ή ξεκινάει από μια πηγή στην ρίζα του χωριού, μένει γεμάτη χρώματα που αντανακλούν στους ανθρώπους που την επισκέφτονται.

Κανέλλα...Το ψητό κατσαρόλας έχει απειροελάχιστη κανέλλα κρυμμένη πίσω απ΄την κόκκινη σάλτσα, μάς σπάει την μύτη, θέλουμε να παραγγείλουμε μπύρες.

Μιά τελευταία ματιά προς τα πίσω απ΄το σκονισμένο παράθυρο, καβαλάμε στον δρόμο προς Κτικάδο, χάνεται...

Χρόνια μετά η Βωλάξ στέκει παρά τις προσπάθειες των αποίκων να την προσαρμόσουν στα χούγια τους, όμως, οι ντόπιοι που δεν έχουν χούγια αλλά μέτρο, αντιστέκονται.

Μέτρο και κλιτότητα...

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

οι διακοπές πεθαίνουν...

Φυσάει στο μπαλκόνι και θυμίζει νησί.
Τραβάω την καρέκλα στην γωνία, αράζω, κλείνω τα μάτια και νιώθω το αεράκι να ελαφρώνει την κούραση της μέρας.
Ανοίγω τα μάτια, περιμένω να δω τα φώτα του Κουμάρου, το περίγραμμα του Ξώμποργου, προσγειώνομαι, εδώ είναι πρωτεύουσα, δεν είναι παίξε-γέλασε.

Σεπτέμβρης κιόλας μεσ΄το μυαλό μου, οι διακοπές έχουν πάψει, ο θάνατος που κουβαλάνε πάνω τους είναι εδώ, αγκαλιάζονται τα ζευγάρια στο κατάστρωμα μόλις αρχίζει και φαίνεται το λιμάνι της επιστροφής, η πόλη χτυπάει τα πρώτα γκρίζα της χαστούκια στις μαλακωμένες απ΄ τον ήλιο και την θάλασσα ψυχές, η κούραση επιστρέφει σαν να μην έφυγε ποτέ.

Ο γιός μου μελαγχολεί από την επόμενη μέρα, ξεγελιέται με τα παιχνίδια που τού έλειψαν, με τις παραμορφωμένες παιδικές εκπομπές, με τους φίλους που βρίσκει στο πάρκο. Άνδρες γαρ, πόλις.

Είκοσι και μία του μηνός Ιουλίου του δισχιλιοστού και δεκάτου έτους από αυθαιρεσίας μηδενισμού του κοντέρ της ιστορίας.
Όλα μοιάζουν ξαναειπωμένα, ξαναδιαβασμένα, ηχώ αειπαλλόμενη στα τσιμέντα, ζωή και θάνατος καμωμένα ένα, καρέκλες καφενείου σωριασμένες πάνω στα τραπέζια για το σφουγγάρισμα.

Οι διακοπές πεθαίνουν την στιγμή που αρχίζουν, καλές διακοπές...

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ...

Σε λίγο καιρό θάρθουν όλοι, σχεδόν όλοι, μερικοί, κάποιοι απ΄όλους, αρκετοί, καμπόσοι, όσοι περιμέναμε, όσοι είχαμε ξεχάσει, όσοι θέλαν ή δεν θέλαν.

Το νησί θάχει κόσμο για δύο μήνες, θα προσποιηθεί πως είναι όπως παληά, μια υγιής, αυτάρκης οικονομία, μια απέριττη κοινωνία, μία ΝΗΣΟΣ στην μέση του αρχιπελάγους, φωτεινή, ιδιαίτερη, μοναδική.

Μετά, θα  γυρίσουν όλοι στα αφύσικα τσιμεντένια συρταράκια τους και το νησί θα κυτταχτεί και θα διαπιστώσει πως αυτοί που πέρασαν δεν πήραν τίποτε στην καρδιά τους, απλώς, πέρασαν άλλο ένα καλοκαίρι σε ένα από τα Κυκλαδονήσια.

Σωροί megabytes σε usb-sticks και SDcards, σε jpg, TIF, PNG, GIF και κάθε υπαρκτό format αποθήκευσης και ερμηνείας της πραγματικότητας, που θα πέσουν στην συνέχεια στα χέρια του PHOTOSHOP για να σουλουπωθούν κατά το δοκούν, αναλόγως των αναμνήσεων που επιθυμεί ο ιδιοκτήτης, έτσι ώστε χρόνια μετά, θάχει μείνει μόνον η περιγραφή του φίλτρου και του εφέ που χρησιμοποιήθηκε, ενώ το βίωμα θα είναι ασαφές, όλα τα νησιά θα έχουν γίνει ένα, το παληό και το νέο θα φτιάχνεται και θα χαλάει ανάλογα με τα κέφια μας.

Χιλιάδες φωτογραφίες για να ξορκίσουμε την αδυναμία να επικοινωνήσουμε με τους ντόπιους και να κοινωνήσουμε τον τόπο.
Ζωή μέσα από εικόνες, απουσία συνείδησης, ένα laptop στα γόνατα να μασκάρει τον χρόνο που περνάει και περιμένει να γελάσει σαρκαστικά στο τέλος του δρόμου.

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Το υποβρύχιο

Στην επιφάνεια είναι τα κόμματα, τα κανάλια, οι πολιτικοί, τα γεγονότα μεταφρασμένα στην γλώσσα του τρόμου ή του καλοπιάσματος, του πρωινάδικου ή της καταστροφολαγνείας.

Σηκώνει κύμα καμμιά φορά, ταραχές, διαδηλώσεις, τρομοκρατία, αντιπαραθέσεις στην Βουλή, εκλογές, έκτροπα, απολύσεις, ξεπουλήματα.

Αυτά βλέπουμε και με αυτά πορευόμαστε.
Νομιζόμαστε ειδήμονες της καθημερινότητας, κατέχουμε αλήθειες που μόνον εμείς αντιληφθήκαμε, καταλήγουμε σε αναλύσεις μοναδικές, ιδανικές για να συνοδεύουμε τον φραπέ και το ουζάκι μας, ν΄ακούνε τα τριγύρω τραπέζια και να θαυμάζουν τον ρήτορα...

Κάτω, εκεί που τα κύματα δεν φτάνουν, από ΄κει που όλα τα παρατηρείς δίχως να σε βλέπουν και όποτε θες πατάς το κουμπί της τορπίλης, εκεί τριγυρνάει το υποβρύχιο...

Δεξιά κι΄αριστερά, αναρχικά και ακροδεξιά, φιλολαϊκά και καπιταλιστικά, τα χρώματα της επιφάνειας αντανακλούν επάνω του, μα δεν το βάφουν, μοιάζει πάντα με κάτι, αλλά, σε λίγο αλλάζει και μοιάζει με κάτι άλλο...

Το υποβρύχιο δεν έχει όνομα, αριθμό, χαρακτηριστικά.
Έχει μόνον πλήρωμα: πλουτοκράτες, κρατικούς λειτουργούς, διαπλεκόμενους, παρατρεχάμενους, συνδικαλιστές, τραπεζίτες, ενίοτε και κατευθυνόμενους τρομοκράτες.

Ρυθμίζει με την παρουσία του το κύμα στην επιφάνεια. Πότε θα ξεσπάσει, πόση δύναμη θάχει, πόσο θα κρατήσει, πόσους θα εξοντώσει. Η απόφαση παίρνεται με γνώμονα το συμφέρον του πληρώματος.

Κανείς δεν διαφεύγει από τα στεγανά του υποβρυχίου. Γεννούν τα παιδιά τους μέσα ΄κει και τα κάνουν ίδια μ΄αυτούς. Είναι η ράτσα τέτοια που δεν ανέχεται άλλο εξόν από την ανακύκλωση των ίδιων γονιδίων. Των γονιδίων του λαθρεπιβάτη της χώρας, του δοσίλογου, του πουλημένου τομαριού, του σφογγοκωλάριου...

Δεν έχει βρεθεί ακόμη τρόπος να βουλιάξει το υποβρύχιο, ίσως όμως κάποτε βρεθεί τρόπος να κοπεί η επικοινωνία με τους επάνω συνεργάτες...

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...