Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

ΥΜΝΟΣ -Οράσιο Καστίγιο

Το βρήκα όμορφο, με όλη την σημασία τής λέξης, και σας το δείχνω.



ΥΜΝΟΣ
Σε γνωρίζω από την κόψη του φωτός την τρομερή,
από το θαλασσινό ανέμισμα του δωρικού χιτώνα,
σε γνωρίζω από το γλυπτό του μοσχοφόρου,
κι από το γέρσιμο της Νίκης που πάει να λύσει το σανδάλι της,
σε γνωρίζω από τον φοίνικα της Δήλου κι από το όνομα της Ναυσικάς
από το ποτήρι που ο Εκτορας υψώνει για τη λευτεριά στη ραψωδία Η της
Ιλιάδας,
σε γνωρίζω από τα βιολετί μάτια και το μελί χαμόγελο,
σε γνωρίζω από τον βασιλικό στη γλάστρα του μεσημεριού,
από τη λέξη θάλασσα, από τη γεύση της ελιάς,
από τα σανδάλια του Μελισσινού στην οδό Πανδρόσου,
σε γνωρίζω από τον Μανώλη Γλέζο που σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη
και κατέβασε τη σημαία με τη σβάστικα,
από τον Αμφίμαχο που πήγαινε στη μάχη χρυσοστόλιστος σαν κοπελίτσα,
από το ΟΧΙ που γέμισε δάφνες την Πίνδο,
από τον ξωμάχο που βρίσκει ένα μαρμάρινο κεφάλι και το βάζει στη
μασχάλη του σαν κολοκύθα,
σε γνωρίζω από τον καστανά και τον σφουγγαρά,
από τον Κλεόμβροτο που έπεσε από τα τείχη της Αμβρακίας, μόλις
διάβασε τον Φαίδωνα,
από την παρθένο που τραγούδησε σαν κουκουβάγια πάνω από τη στέγη,
από την οδό Λέπσιους 10 της Αλεξάνδρειας, όπου έζησε ο Καβάφης,
σε γνωρίζω από τη Γοργόνα που ρωτάει τον ναυτικό:  
Ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος;
από το φυτό εκείνο με τη μαύρη ρίζα και τα γαλακτόχροα άνθη που οι
θεοί αποκαλούνε μώλυ,
από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο που έριξε κάτω το σκήπτρο και το στέμμα
και πέθανε σαν απλός στρατιώτης,
από το φως των Μυκηνών, από το μάτι του φυλαχτού,
από την ταβέρνα του Κώστα, όπου υπήρξα ευτυχής,
από τις Σουλιώτισσες που ρίχτηκαν η μια μετά την άλλη
στον γκρεμό,
από το Ζ που είναι χαραγμένο στους τοίχους του Αδη.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΩΝ ΟΚΤΩ...


Είμαι οκτώ, το πολύ εννιά χρονών. Είμαστε στην Τήνο από τότε που έκλεισαν τα σχολεία, ενώ ο πατέρας μου δουλεύει ακόμη στην Αθήνα, θάρθει αργότερα, να κάτσει και για το κυνήγι. Αυτοκίνητο δεν υπάρχει, έτσι κι΄αλλιώς το ’72 στα Κελλιά δεν υπήρχαν αυτοκίνητα εκτός απ΄το ταξί του Βάγου, καλή του ώρα. 
 
Το λεωφορείο έρχεται τρεις φορές την ημέρα και φυσικά δεν γίνεται λόγος να περάσει απο Κολυμπήθρα. Ο δρόμος, που προορίζεται για φορτωμένα γαϊδούρια και μουλάρια, είναι χωμάτινος με αρκετά άσχημα σημεία και η παραλία εκτός από το καφενεδάκι του Μπαϊμπά και τις μικρές αποθήκες δεν έχει τίποτε άλλο. 

Κάτω από το κτίριο των φρερ δεν υπάρχει πάρκινγκ, όπως και απέναντι, επάνω απ΄το καφενεδάκι ο χώρος είναι τουλάχιστον το ένα πέμπτο του σημερινού. Δεν θυμάμαι καθόλου να υπάρχει κάτι εκεί που σήμερα είναι το ξενοδοχείο και ο λόγος είναι απλός: δεν πηγαίναμε ποτέ στην Κωμ’τιανή παραλία, κάναμε μπάνιο στην Κελλιανή αφού εκεί μας έβγαζε ο δρόμος μέσα απ΄το λιβάδι.
Όσον αφορά την Αγαπιανή άμμο, εκεί η θάλασσα «έβγαζε φίδια» και μας την έκαναν να μοιάζει σαν το τρίγωνο των Βερμούδων, όπου αν πλησιάζαμε ποτέ, θα χανόμασταν έτσι, χωρίς λόγο και αιτία.

Κάθε μπάνιο ήταν μια ολόκληρη εκδρομή, μια μικρή περιπέτεια, μια εξόρμηση δύσκολη και καλά οργανωμένη και κάθε χρόνο δεν γινόταν να κάνω πάνω από δέκα το πολύ μπάνια γιατί η ταλαιπωρία για όλους τους υπολοίπους που αναγκαστικά θα μου έκαναν το χατήρι, ήταν μεγάλη. 
 
Θυμάμαι μια πάνινη τσάντα κι΄ένα πλαστικό δοχείο νερού με χερουλάκι, απο κείνα που τότε έπρεπε να αγοράσεις από την Πιπίνα, γιατί δεν υπήρχε τόση σοφία στον κόσμο τότε ώστε να εμφιαλώνουν το απλούστερο, πολυτιμότερο και σε αφθονία υγρό και να μας το πουλάνε χρυσάφι. Θυμάμαι τρείς τέσσερεις φέτες από την μεγάλη ψωμάρα, γιατί ούτε ψωμι του τόστ υπήρχε, κανένα ζαμπονάκι σε κονσερβούλα, μερικά βραστά αυγά, μαζί με καμμιά ντομάτα και κανένα αγγουράκι για τους μεγαλύτερους. Πετσέτες, μπανιερά, η πανταχού παρούσα NIVEA στο μεταλλικό, μπλε, στρογγυλό κουτί χωρίς δείκτη προστασίας, καπελλάκι με γείσο ολόγυρα και δρόμο νωρίς-νωρίς να μην μας πιάσει ο ήλιος.

Ο δρόμος απ΄το Κάτω Κλείσμα μέχρι τα Κελλιά ήταν επίσης χωμάτινος. Φτάναμε λοιπόν, στο Κάτω Κλείσμα όπου μπαίναμε για να πιάσουμε τα μονοπάτια για το λιβάδι. Κι’ είχε ένα ωραίο μονοπατάκι δεξιά στο χωριό, που έφτανε μέχρι την βρύση με τις δύο γούρνες με το ολόδροσο τρεχάμενο νερό. Όλο και κάποια γνωστή κυρά θα συναντούσε η γιαγιά μου η Κατερίνα, θα πιάνανε την κουβέντα, θα κάνανε την πρώτη ερώτηση που κάνανε πάντα οι ντόπιοι όταν βλέπανε «Αθηναίους»: «Πότε θα φύγετε..;» ή «Θα κάτσετε καλά;» Και γινόταν η ερώτηση αυτή με όλη την έννοια της απώλειας, πότε θα αδειάσει πάλι το χωριό από όλους εσάς που έχετε φύγει για την πόλη...

Και ξεκίναγε η πορεία, το βασικό της στάδιο δηλαδή. Για λίγο πηγαίναμε στο μονοπάτι και μετά ο δρόμος γύρναγε κι΄έπεφτε στο σχεδόν στεγνό ποτάμι με τα βότσαλα και τα «ελικόπτερα», εκείνα τα πολύχρωμα έντομα με τα τεράστια φτερά. Απορούσα πώς κατάφερνε η γιαγιά μου και θυμόταν πάντα τα σωστά περάσματα ανάμεσα στους κάλαμους, στις μάντρες και τα τριφυλλοφορεμένα χωράφια που πάντα περπατάγαμε στην άκρη τους σε ήδη σχηματισμένα μονοπάτια.

Μετά, σε κάποιο σημείο πέφταμε μέσα στα πρώτα μποστάνια, γεμάτα με καρπούζια, εκείνα τα σφιχτά, ολοστρόγγυλα, πρασινόμαυρα καρπουζάκια που τάκοβες και μοσχοβόλαγε ο τόπος. Και πάντα παίρναμε ένα για τη θάλασσα. Θα πεις, δεν μαλώνανε οι ιδιοκτήτες; Θα σου πω πως αν σε βλέπανε να περνάς και δεν έπαιρνες, μάλλον για προσβολή θα το παίρνανε, παρά για καλοσύνη.

Καμμιά διακοσαριά μέτρα πριν την Κολυμπήθρα υπήρχε κι’ ένα πηγάδι, άκρη-άκρη στη μάντρα με τον δρόμο. Αυτός λοιπόν ο χριστιανός, ξέχωρα απ΄το μπαλάγκο, είχε πάντα κι’ ένα μεταλλικό κύπελλο δεμένο σε σχοινί για να ξεδιψάνε οι περαστικοί. Νερό... Σκέφτομαι καμμιά φορά πού ακριβώς να είναι αυτό το σημείο και αν θα πίνεται το νερό του πηγαδιού σήμερα...

Και μετά, άρχιζε να ακούγεται ο υπόκωφος ήχος των κυμάτων και μ’έπιανε εκείνη η ανατριχίλα, το δέος για το θηρίο που άφριζε και μούγκριζε πίσω από τους χαμηλούς αμμόλοφους με τους μυτερούς θάμνους, οι πρώτες σταγόνες απ΄τον αφρό μάς έφταναν ήδη, νιώθαμε την αρμύρα στο στόμα, ένα, δύο τρία βήματα και βγαίναμε στην κορφή του μονοπατιού και βλέπαμε επιτέλους το εγκλωβισμένο στον όρμο της Κολυμπήθρας Αιγαίο να βρυχάται στα μούτρα μας. Θάναι κρύα; Θάχει πολύ κύμα; 
 
Τραβάγαμε για την άκρη αριστερά και στήναμε τα υπάρχοντά μας επάνω στον πλατύ βράχο που υπάρχει και σήμερα. Το καρπούζι έπαιρνε την τιμητική του μέσα στο νερό για να είναι δροσερό και τα φαγητά έμπαιναν στον ίσκιο. 
 
«Βρέξε τα χεράκια πρώτα και λίγο εδώ μπροστά την καρδούλα, να μην πάρει την κρυάδα απότομα».

Η γιαγιά, σαν όλες τις γιαγιάδες, δεν ήξερε μπάνιο και πλατσούραγε στα ρηχά. 
Η μάνα μου, το ίδιο. Αν τύχαινε να συναντηθούμε με άλλους χωριανούς, τότε σίγουρα θάταν Κυριακή, γιατί τις καθημερινές δεν υπήρχε ψυχή , ειδικά στην Κελλιανή άμμο.
Άρα, δεν είχα και παρέα...
Έβρισκα λοιπόν αφρόξυλα κι΄έστηνα παιχνίδι, άνοιγα και κανένα πηγάδι στην άμμο να γεμίζει νερό κι΄εγώ να απορώ γιατί το νερό δεν πίνεται και πέρναγε η ώρα. 
Μετά το φαγητό βέβαια, ούτε λόγος για κολύμπι. 
«Τρεις ώρες πρέπει να περάσουν, λέν’ οι γιατροί». 
Μετά, έπρεπε να κάτσουμε για καμμιά ώρα στην καυκάλα να κόψει λίγο ο ήλιος, να περάσει η μεγάλη κάψα, να μπορέσουμε να φύγουμε. Τότε, η γιαγιά Κατερίνα επιστράτευε την μνήμη της και με κάμποσα ένθετα φαντασίας μούλεγε και μούφτιαχνε ιστορίες. 
Εδώ περιμένανε το καΐκι οι παληοί, εδώ οι πειρατές αράζανε το καράβι τους, εκεί κοιμόταν εκείνοι που περίμεναν να φύγουν για τη Χιό, παραδίπλα στον πόλεμο είχαν το φυλάκιο οι Ιταλοί, κι΄εκεί πέρα είχε βγάλει μια φορά η θάλασσα ένα μεγάλο φίδι πούχε στην κοιλιά του φαγωμένες δυό αγελάδες...

Και μόλις έπεφτε λιγάκι ο ήλιος, πάμε για πίσω. Μια ταλαιπωρημένη επιστροφή με την πλάτη λιγάκι καμμένη απ΄τον ήλιο και τ’ αλάτι, τα πόδια κουρασμένα απ΄το κολύμπι να μην μπορούν να δρασκελίοουν εύκολα τις μάντρες, το κεφάλι βαρύ, ζαλισμένο, τα χέρια κρεμάμενα να μην αντέχουν ούτε την σακκουλίτσα με το βρεγμένο μαγιό, τον δρόμο, ειδικά απ΄το Κάτω Κλείσμα και πάνω, μαρτύριο σωστό.

Μετά θυμάμαι την μεγάλη σιδερένια λεκάνη γεμάτη με νερό και το σφουγγάρι να τρίβει την πλάτη μου με κάμποσο πράσινο σαπούνι. Λίγο φαγάκι στα περπατιά, παρέα με το ραδιοφωνάκι του Λωράν κι’ ύστερα ύπνος, βαθύς, γλυκός κι’ ατάραχος. Ο μεγάλος σκοπός, η κορυφή του καλοκαιριού, είχε αλωθεί.


Τρίτη 26 Ιουλίου 2011

Να' χαμαν και να' μασταν, λέει...


Οι Έλληνες έχουμε ένα βασικότατο χαρακτηριστικό: 
είμαστε ο λαός που θα ήθελε να είναι κάτι άλλο, κάπου αλλού, κάποιος άλλος , με άλλη παρέα.

Είμαστε στην πλατεία της γειτονιάς και πίνουμε το καφεδάκι μας: «Νάμασταν τώρα Βάρκιζα..»
Πάμε στην Βάρκιζα: «Νάμασταν τώρα στο νησί...»
Πάμε στο νησί: «Νάμασταν τώρα Κουφονήσια, έχεις πάει Κουφονήσια;» 
Πάμε Κουφονήσια: «Κάτι φιλαράκια πήγανε Μαλδίβες, μιλάμε εξωτικά τελείως, άλλο πράμα...»
Πάμε Μαλδίβες με διακοποδάνειο και γυρνάμε. 
Μετά από ένα χρόνο: «Τί να μας πούνε κι’ οι  Μαλδίβες... Κάτουρο η θάλασσα και κάτι τσούχτρες ναααα... Και ούτε ένα φραπεδάκι, ρε κολλητέ σε ολόκληρο νησί !»

Πάμε για φαγητό στο ταβερνάκι: «Να σε πάω ‘γω να φας κοψίδι σ’ ένα ταβερνάκι στα Άνω Πετράλωνα...»
Πάμε στα Άνω Πετράλωνα: «Έχεις πάει λίμνη Πλαστήρα πούχει ένα μαγαζί και κάνει φοβερό παστό;»

Αγοράζουμε αυτοκίνητο: «Είδες το καινούργιο AUDI
Παίρνουμε επιτέλους το AUDI: «Έβγαλε η NISSAN ένα καινούργιο SUV, άλλο πράμα...»

Σκιαζόμαστε στην παραλία κάτω απ΄τ’ αρμυρίκια: «Νάβαζαν και καμμιά δυό ομπρελλίτσες, τίποτα ξαπλώστρες να βολεύεται ο κόσμος, καλά θάτανε...»
Βάζουνε ξαπλώστρες και ομπρελλίτσες: «Έχεις πάει Άγια Θάλασσα; Ούτε ξαπλώστρες και σαχλαμάρες, ούτε ομπρέλλες... Αγνά, απλά πράγματα...»

Δουλεύουμε στη ΔΕΗ: «έχω ένα ξαδερφάκι στον ΟΤΕ και περνάνε φίνα...» 
Το ξαδερφάκι στον ΟΤΕ, βέβαια, θαυμάζει το ξαδερφάκι στη ΔΕΗ...

Δουλεύουμε σε ιδιωτική εταιρεία: «Έλα ρε! Σού κάνει ο καθένας τον καμπόσο με τα λεφτά που τα βρήκε έτοιμα απ΄τον μπαμπά ! Νάχεις μια δική σου δουλειά νάσαι κύριος, λέω’γω !»
Ανοίγουμε δικό μας μαγαζί: «Χέστα... Σκέτη σκλαβιά... Ενώ άμα είσαι σε εταιρεία, είσαι κύριος!  Έχεις τις διακοπές σου, τις αργίες σου, τα Σαββατοκύριακά σου...»

Κάνουμε περατζάδα στην παραλία του λιμανιού: «Χάθηκε ο κόσμος ένα δεντράκι, ένας φοίνικας, να μοιάσει λιγουλάκι με Μαϊάμι...»

Χτίζουμε σπίτι στην Τήνο : «Να μου το κάνεις σαν εκείνο που είδα στην Μύκονο...»

Συζητάμε έλληνες με έλληνες: «Έλα ρε man, που χάθηκες; Κλείσε θα σε πάρω πίσω (!!! απ’ ευθείας εξωφρενική μετάφραση του call you back, με ενδιαφέρουσες πάντως προεκτάσεις...) Είμαι  dead πλέον, cant stand it δηλαδή...  Anyway, θα κάνω ότι μπορώ με κάτι άκρες που έχω και god help us γιατί ο άνθρωπος είναι τελείως average από μυαλό... Αλλά και ‘ συ μην κάθεσαι άπραγος, do something

Έρχονται μετανάστες: «Εγώ τους χαίρομαι με τις κελεμπίες τους τις πολύχρωμες και με τα σαρίκια τους, τί δηλαδή, να ντρέπονται; Έχουν το θάρρος να είναι αυτό που είναι!»
Βλέπουμε την παρέλαση των ομογενών στη Νέα Υόρκη: «Όχι, ρε αδερφέ, πάλι ρεζίλι μας κάνανε... Μα είναι τώρα εν έτει 2011 εμείς νάμαστε κολλημένοι στη φουστανέλλα... Ξεκόλλα ρε μεγάλε, άλλαξε επιτέλους!»

Κι’ ΄έτσι φτάσαμε να φτιάξουμε μια χώρα που σιγά-σιγά κάτι αρχίζει να θυμίζει μα δεν ξέρει τί...

Κάπου υπάρχει η Ελλάδα μου, μα δεν ξέρω πού...

Βάλε ‘συ τώρα και την Τήνο στην κουβέντα, να δούμε τί θα καταλάβεις...

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

Πέντε κουκούτσια...

 Για κυττάξτε καλά και πείτε στον εαυτό σας τί ακριβώς βλέπετε...


Ένας θα πει πως βλέπει πέντε κουκούτσια.
Άλλος θα πει πως βλέπει απορρίματα.
Ένας τρίτος βλέπει καύσιμη ύλη.
Κάποιος θα πεί πως βλέπει ποτό φτιαγμένο από τα πικραμύγδαλα που βρίσκονται μέσα.
Και ένας τελευταίος μπορεί να πει πως βλέπει πέντε εν δυνάμει δέντρα...


Δίκιο έχουν όλοι, αλλά, κερδίζει εκείνος που βλέπει πιό μακρυά...
Και τελικά, δεν έχει σημασία τί είδαμε εμείς όλοι, αλλά, τί θα βλέπανε οι κυβερνήτες τού τόπου τούτου σε πέντε κουκούτσια. 

Γιατί, αλλοίμονό μας, βλέπουν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από πέντε εν δυνάμει δέντρα...
Βλέπουν κάτι που τούς κρατάει το βλέμμα το πολύ για πέντε δευτερόλεπτα. 
Δεν υπάρχει παραπέρα σκέψη ή προβληματισμός.

Γι΄αυτό ακριβώς, αδυνατούν ή αδιαφορούν εκ των πραγμάτων να δουν ποιό ακριβώς τμήμα της κοινωνίας πλήττεται ανεπανόρθωτα. 
Αδυνατούν να μπουν στην θέση των παιδιών που τώρα, αυτήν εδώ την στιγμή, καλούνται να αποφασίσουν πώς θα πορευτούν στην ζωή τους.

Τί περιμένεις να αποφασίσει ένα δεκαπεντάχρονο κουκουτσάκι, 
ένας εν δυνάμει ενεργός πολίτης (για να περιγράψω εύκολα το ποθούμενο), 
όταν τού έχεις κλείσει την αυλαία όπου θάπαιζε τον ρόλο του, 
του έχεις κατεβάσει τα ρολλά στην εργασία που θα συμμετείχε, 
του έχεις σβήσει την προοπτική από τον πίνακα που καλείται να ερμηνέψει, 
όταν τον έχεις βρίσει, λερώσει και κατασυκοφαντήσει πριν ακόμη προλάβει να φταίξει ;

Μας κυβερνάει ένα άεργο, κακομαθημένο κράτος, 
που ξυπνάει κάθε πρωί και λέει,  
"φέρε λεφτά γι΄αυτό, φέρε λεφτά για τ΄άλλο, δώσε, θέλω κι΄άλλα" 
και τα σκορπάει χωρίς να νιώθει τίποτε από τον κόπο που χρειάστηκε για να μαζευτούν.

Και όποτε του καπνίσει, μας ζητάει να επαληθεύσουμε ότι, όντως, το θέλουμε στο σπίτι μας, να χαλάει τα λεφτά μας, να μας προσβάλλει με τους τρόπους του, να μας θίγει με τις συμπεριφορές του.

Το θέμα είναι πως πάντα θα ζούμε στο ίδιο σπίτι με αυτούς...
Δεν λέω να τους πούμε να πιάσουν δουλειά και να βάλουν ένα χεράκι να βγούμε απ΄τα δύσκολα, 
όχι, αυτό προϋποθέτει στοιχειώδη ποσότητα αξιοπρέπειας που δεν υπάρχει.
..........................................................................................
Κι΄αν τους ζητάγαμε να μετακομίσουν στο υπόγειο..;

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

ΕΠΤΑ ΟΚΑΔΕΣ ΣΥΚΩΝ...


Για να μην ξεχνάμε, πως το κράτος ήταν πάντα εκεί,
για να φορολογήσει ακόμη και έξι οκάδες εληές ή και "επτά οκάδας σύκων"...

Και είναι σίγουρο πως το κράτος, "το υποκάμισον του έθνους" κατά τον δολοφονηθέντα Δραγούμη, έχει ανάγκη τις προσόδους για να μπορεί να υφίσταται.

Ο σκοπός όμως αυτής της υπόστασης δεν είναι άλλος από το να υπηρετεί τα συμφέροντα των πολιτών του.

Πόσο εύκολα μπορώ να φανταστώ τους αγρότες που κατέβαλλαν τους παρακάτω φόρους να σέρνονται στην συνέχεια σε γραφεία προυχόντων, γραμματέων, βουλευτών και επιτρόπων για μια μικρή χάρη...


Πόσο εύκολα μπορώ να τους φανταστώ όρθιους στην γωνιά του γραφείου, μαζεμένους, με το καπέλο στο χέρι, το ντρίλινο φθαρμένο σακκάκι, να περιμένουν ώρες τον ισχυρό να τους δεχτεί, μόνο και μόνο για να τους απευθύνει τον λόγο σε απαξιωτικό ενικό και να τους τρομοκρατήσει με το αυστηρό βλέμμα πάνω από τα κατεβασμένα ματογυάλια.


Η εξουσία και η επί της ουσίας απουσία της, έλαμψε και λάμπει στον τόπο αυτόν, παραδοσιακά, οικογενειοκρατικά.
Πώς περιμέναμε κάτι άλλο σήμερα...






Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Ελλάδα, συγγνώμη...


Θυμάστε πώς έλεγε εκείνο το τραγούδι... 

«Ελλάδα, συγγνώμη, 
αν θες ν' αλλάξω γνώμη 
πρέπει και συ να μάθεις ν' αγαπάς, 
πάψε να με παιδεύεις 
και να με κοροϊδεύεις, 
και τα όνειρά μου Ελλάδα μη σκορπάς»

Αν και το τραγούδι έχει στίχο που βγάζει με επιτυχία την απόγνωση και την πίκρα μιας ολόκληρης γενιάς, εν τούτοις, εκφράζει, σαν παράπλευρο αποτέλεσμα, στον μέγιστο δυνατό βαθμό την παρανόηση και την σύγχυση που κουβαλάμε μέσα μας σχετικά με βασικές έννοιες, που περιγράφουν αυτό που λέμε Ελλάδα.
Πόσοι είναι εκείνοι που είναι σε θέση να εντοπίσουν τις διαφορές μεταξύ των εννοιών, ΚΡΑΤΟΣ, ΈΘΝΟΣ, ΧΩΡΑ, ΠΑΤΡΙΔΑ και να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν κατάλληλα τις ούτως ή άλλως φορτισμένες αυτές έννοιες...

Χρωστάμε πολλά στην πατριδοκαπηλεία της χούντας, αλλά και στα διαρκή λάθη της αριστεράς, που βρίσκεται πάντα σε αμηχανία απέναντι σε τέτοιες έννοιες και μονίμως αυτολογοκρινόμενη, για το κενό συνείδησης που υπάρχει μέσα μας γύρω από το θέμα αυτό.

Έτσι, φτάνουμε να κατηγορούμε την πατρίδα για σφάλματα και χειρισμούς τού κράτους, χωρίς να έχουμε καταλάβει πως το κράτος είναι ο χειριστής των υποθέσεων τού έθνους, το οποίο, σαν έννοια, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την πατρίδα, όχι όμως μόνον αυτήν.

Η οργή, λοιπόν, που πηγάζει από τους χειρισμούς των διοικούντων και των διαχειριστών των θεμάτων που αφορούν το έθνος, αποδίδεται εσφαλμένα προς την πατρίδα. 
Ο «κωλότοπος» δεν είναι ο φταίχτης αφού δεν προσωποποιείται, και πέραν της ιστορικής υπόστασής του δεν διαθέτει βουλητικό, άρα, δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο χλεύης ή εκτόνωσης της οργής μας. 
Είναι όμως, κάτι που το θεωρούμε ξένο προς εμάς εφ΄όσον ούτε εμείς εκφραζόμαστε μέσα από αυτό, αλλά, ούτε και αυτό μας εκφράζει, και έτσι, το εκδικούμαστε σε κάθε ευκαιρία. Ας θυμηθούμε πως, δημοκρατία δεν είναι το δικαίωμα να εκλέγεις εκπροσώπους, αλλά, το δικαίωμα να ψηφίζεις, να λες την γνώμη σου.

Η όλο και αυξανόμενη παραβατικότητα των κατοικούντων την Ελλάδα, με προεξάρχοντες και πρώτους διδάξαντες τους έλληνες, από την πιό σύνθετη παράβαση νόμων, μέχρι απλές καθημερινές αντικοινωνικές συμπεριφορές (παραβίαση σηματοδοτών, κίνηση σε αντίθετο ρεύμα, ρύπανση των δημοσίων χώρων, αγνόηση απαγορεύσεων κ.λπ.) δεν έχει σαν στόχο τον συμπολίτη, αλλά, το κράτος. 

Ο έλληνας που περνάει με κόκκινο δεν το κάνει για να θίξει τον πεζό, αυτό είναι παράπλευρο αποτέλεσμα. Το κάνει γιατί το θεωρεί σαν μια μορφή προσωπικής αντίστασης στο μονίμως εχθρικό κράτος, που θέτει τον εκάστοτε κανόνα. 
Είναι μια μορφή εσφαλμένης αντίδρασης προς το κράτος, που είναι συνήθως απόν όταν πρέπει να μας συνδράμει ή τουλάχιστον, να μας λαμβάνει υπ΄όψιν του.

Δεν είναι ξεκάθαρο μέσα στο μυαλό μας (και εδώ φταίει η πελατειακή σχέση πολίτη-κράτους) ότι, το έθνος, η πόλη, η πατρίδα, είμαστε εμείς. 
«Άνδρες γαρ πόλις» γράφει ο Αριστοτέλης και θεωρεί πως ακόμη και αν η πόλη καταστραφεί, αρκούν οι πολίτες για να την ξαναδημιουργήσουν, ακόμη και κάπου αλλού. Αυτό προϋποθέτει μια βαθειά συνείδηση συνέχειας και ιστορικότητας, η οποία όμως, σε ευτυχείς περιόδους ειρήνης, δυστυχώς, ατονεί.

Λύσεις δεν υπάρχουν. 
Η γενιά που βγαίνει στον εργασιακό στίβο τώρα είναι τόσο τρομαγμένη και πρώιμα κουρασμένη, που απλώς θα αναγκαστεί να σκύψει κάτω από τα όρια τής αξιοπρέπειας για να επιβιώσει.

Η αγωνία δεν κεφαλαιοποιείται σαν ψήφος και αυτό είναι γνωστό στο κράτος. 
Αύριο, που θα αλλάξουν οι χειριστές, το κράτος θα παραμένει απρόσωπο και ανάλγητο για άλλη μια φορά απέναντι στους πολίτες. Αυτό όμως, δεν θα μπορέσει να συνεχίσει να γίνεται επ΄άπειρον.
Ήδη ο κύκλος έκλεισε, η μεταπολίτευση εξαργυρώθηκε, οι πολιτικοί τελείωσαν, ο πήχυς των ουσιαστικών απαιτήσεών μας κατέβηκε στα εντελώς βασικά και ψάχνουμε να βρούμε το επόμενο σημείο στήριξής μας για να γίνει σημείο αναφοράς ενός ολόκληρου νέου λαού.


Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ...

(αναδημοσίευση από το tinoscult.wordpress.com)

Και μαζεύτηκαν όλoι στο Σύνταγμα, να διαμαρτυρηθούν για το έγκλημα που η αντιδημοκρατική κυβέρνηση ετοιμαζόταν να ψηφίσει, έχοντας προηγουμένως τρομάξει τον κόσμο με διαρκείς εκπομπές και βομβαρδισμό ειδήσεων από πουλημένους δημοσιογράφους.

Αυτή τη φορά, η αστυνομία δεν στήθηκε να προστατέψει τα γραββατοφορεμένα παχύδερμα, αλλά, μόλις οι διαδηλωτές πλησίασαν, έβγαλε τα κράνη, απίθωσε τις ασπίδες και τα ρόπαλα και ενώθηκε με τους διαδηλωτές, γυρίζοντας προς τη Βουλή.

ΟΙ βουλευτές ξαφνικά, κατάλαβαν το κακό που πήγαιναν να κάνουν, ο πρωθυπουργός αναλύθηκε σε δάκρυα, πέφτοντας στα γόνατα και ζητώντας συγγνώμη προς όλους και κανέναν συγκεκριμένα, φωνάζοντας γοερά “Μαμά, δεν μπορώ, πες τους πως προσπάθησα, σε παρακαλώ!”.

Ο αρχηγός ης αντιπολίτευσης με τους αρχηγούς των άλλων κομμάτων πήγαν, τον σήκωσαν, του παραστάθηκαν, τον έστησαν στα πόδια του, “Δεν πειράζει, έλα, σήκω, όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε, έλα, ας τους πούμε την αλήθεια και να δεις που θα καταλάβουν !”

Απ΄έξω ο λαός είχε μάθει τί είχε γίνει και ζητωκραύγαζε.

Στην Γερμανία η Μέρκελ έπαιρνε τηλέφωνο τον Σαρκοζί: “Αυτό δεν θα το ανεχτώ!” ωρυόταν. “Θα το δεχτούμε και θα κοιτάξουμε να μπαλώσουμε το ψέμα, αλλιώς, αυτοί είναι ικανοί να γρεμίσουν όλη την Ευρώπη!”

Τα κανάλια στην μικρομέγαλη χώρα ήταν σε αμηχανία. Ο ΣΠΑΪ και το ΜΕΜΑ είχαν μείνει άναυδα και οι μεγαλοδημοσιογράφοι τους δεν έυρισκαν λόγια να περιγράψουν την απογοήτευσή τους για την αποφυγή της υποταγής. από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο το μόνο που κατάφερναν να ακούσουν ήταν “Τέρμα τα ψέματα, τελείωσε, δεν πάει άλλο, δεν έχω άλλα ψέματα, στέρεψα !”

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κύριος Πάγκακος, φανερά καταβεβλημένος, χλωμός και αδυνατισμένος, βγήκε από την βουλή χωρίς συνοδεία και περπάτησε ανάμεσα στον κόσμο: “Συχωρέστε με, δεν ξέρω να κρατάω το στόμα μου, τί είπα, Θεέ μου, τί είπα…” και γεμάτος συντριβή, μέσα στην αδιαφορία τού κόσμου, χάθηκε στο βάθος του δρόμου.

Λαός και πολιτικοί, αγκαλιασμένοι από τους αγκώνες, προχώραγαν προς τις κάμερες των ξένων τηλεοπτικών συνεργείων χαμογελαστοί, οι γραβάτες ανέμιζαν δεμένες στα κοντάρια των πλακάτ, όλοι μαζί έδειχναν απίστευτη δύναμη, ανίκητοι, καμμιά φτώχεια δεν θα μπορούσε να τους νικήσει, θα ξαναφτιάχνανε την Ελλάδα ο κόσμος να χαλάσει..!

Χτύπησα το κεφάλι μου στο κομοδίνο και ξύπνησα…

Κωλοξυπνητήρι…

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Λίγο πριν ανοίξουν οι πόρτες τού γηπέδου,

τ΄ακίνητα καθίσματα...

μια απαρατήρητη  σημαία...

ένας επικίνδυνος ευφημισμός...

δύο λευκοί ίσκιοι...

η νεότητα, που για λίγο αποσταίνει...

μια απώλεια και ένα ακόμη καφέ εν τη γεννέσει του...

ο εκστασιασμένος μισθοφόρος...

τα κληρονομικά που γκρεμίζουν το νησί...

ο βασιλιάς τού κόσμου...

η αγνή τέχνη στης κόρης τον πύργο...

μια μπουλντόζα στην ομίχλη...

η νύχτα στα Κελλιά ...

τα άγρια ζώα τής ζούγκλας...

 κάτι το ωραίο...

 ο Jackson Pollock στον τοίχο τού διπλανού σπιτιού...


 ο παππούς μου ανάμεσα σε χακί φίλους...

 ο γάτος βενζινάς...

 και ο Αντώνης...

περιμένουν κρατώντας την ανάσα τους
τί θ΄αποφασίσουν άλλοι γι΄αυτούς...

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Σκύβω ταπεινά το κεφάλι...

Αγαπητοί φίλοι,

Είναι χαρά μου να είμαι ο πρώτος, που θα μοιραστεί μαζί σας μιά νέα πραγματικότητα, ένα κόσμημα αρχιτεκτονικής, που ήρθε να προστεθεί στα λοιπά αριστουργήματα, που στολίζουν την Νότια πλευρά του νησιού μας, μια αδιαμφισβήτητα και αποδεδειγμένα ανιαρή πλευρά τού νησιού, όπου τα τελευταία χρόνια γίνονται διαρκείς προσπάθειες να αποκτήσει επιτέλους πρόσωπο και ταυτότητα.

Πρόκειται για μια πενταόροφη πολυκατοικία, που χαρακτηρίζεται από την καινοτομία να είναι ΞΑΠΛΩΜΕΝΗ !!!

Μάλιστα! Σαν μια γοργόνα τού Αιγαίου έχει γείρει νωχελικά πάνω από μια παραλία του τυχερού αυτού νησιού και ατενίζει περήφανα τις θάλασσες..!

Τιμή και δόξα στο νησί, που ευτύχησε να δεχτεί στην ανιαρή γή του ένα τέτοιο αγλάισμα οφθαλμών, ένα ζωντανό μπράβο στον επιστήμονα, που με το συγκεκριμένο έργο του, τιμάει το πανεπιστήμιό του και τους καθηγητές του !!!

Ο φθόνος και η ζήλεια ας συνοδεύει όσους ποτέ δεν αξιώθηκαν να εγκυμονήσουν στα στενά μυαλά τους ένα τέτοιο θαύμα αρχιτεκτονικής...

Περήφανος σαν Τηνιακός, ή μάλλον, τηνιακός (σκύβω ταπεινά εμπρός στο τέχνημα),

Όφιος, ο χαμερπής.


Υ.Γ.1  Βεβαίως, βιάστηκα ο μωρός, γιατί το αρχιτεκτόνημα δεν είναι ακόμη έτοιμο. Σε αναμονή της ολοκλήρωσής του όμως, ανταμειβόμαστε με το απαράμιλλο κάλλος, την συμμετρία και την αρμονία των τσιμεντένιων του ικριωμάτων.

Υ.Γ. 2 Πρόταση-προτροπή προς τούς έχοντες χωράφια στην νότια πλευρά: ΜΗΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΤΕ ΝΑ ΠΟΥΛΑΤΕ, ΜΕ ΤΗΝ ΣΤΑΣΗ ΣΑΣ ΤΙΜΑΤΕ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΣΑΣ !

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Εν Γκούρα τας 18-3-48-

Μεταγράφω και σας παραθέτω ένα γράμμα Τηνιακού στρατιώτη από το μέτωπο του εμφυλίου.
Έχω κρατήσει την ορθογραφία γιατί αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επιστολής.
Προσέξτε τρία σημεία. 
Πρώτον, ο στρατιώτης φοβάται μήπως η μητέρα του τον δεί αδύνατο στην φωτογραφία που τής εσωκλείει και ανησυχήσει και προσπαθεί να την πείσει, ότι όλα είναι καλά.
Δεύτερον, ο πόλεμος απουσιάζει εντελώς από το γράμμα.
Τρίτο και συγκινητικότερο, μετά το τέλος της επιστολής, προσθέτει πέμπτη σελίδα όπου ρωτάει για τα ζωντανά της οικογένειας, σαν να ρωτάει για μέλη της οικογένειας. Επίσης, είναι φανερή η περηφάνεια που νιώθει για ένα συγκεκριμένο ζώο που το φαντάζεται και το ζητάει στολισμένο.

Εν Γκούρα τας 18-3-48-

Σεβαστήν μου Μητέρα και αδελφέ Νικόλα Σας φιλώ εγώ το τέκνον σου Δ...... υγίαν έχω και ηγίαν επιθημό και δια εσάς να μανθάνο να χέρομαι (.) πρό δέκα ημερόν μητέρα εβγήκαμε φωτογραφίαν με το πατριώτη μου το Βίλα από τα μοναστήρια που έχει γυνέκα του δον ιάκοβου του πουσιτήλη την ανηψιά (.)
Μάθε μητέρα αυτός είναι στο 2ον Λόχο και εγώ στον 1ον αλά σε ένα τάγμα και τώρα μητέρα α(ν)ταμόνομε κάθε μέρα και περνάμε φίνα. αλά αυτός μητέρα ήταν τυχερός και έχει ιδικότητα στο Βαρί όλμο και τις πορίες που κάναμεν αυτός τα φορτόνανε όλα σε









μουλάρια και βάδιζεν αδιατός ενώ εγώ ο άτιχως τα σίκονα όλα και ήμουνα πολί κουραζμένος και τώρα ο Βίλας σχεδόν ένα και μησόο μίνα καθόταν στη Γκούρα φρουρά δεν ακολουθούσε μαζί μας ο Βαρής όλμος και έτσι μητέρα κάθετε και είναι ένα γούστο παχής ενώ εγώ το άτιχω δεν μα φίνουν η πορίες να παχίνω αλα τώρα και εμής μητέρα ήμαστε στη Γκούρα 10 ημέρες και έχομεν ξεκούρασην.
και τώρα μητέρα άρχησα πάλη να σιάνο πάχινα λιγάκη γιατί στη φοτογραφία εγώ ήμε αδίνατος αλά έχομεν βγή προ δέκα









ημερόν και της πέρνομεν σήμερα και σου την στέλνω να με δίτε να παριγορηθήτε λίγο που ήμε και με ένα πατριότη αλά εάν μητέρα ήξερα ότι θα καθήσομεν τόσες μέρες θα βγέναμε τώρα που ξεκοράστηκα λίγες μέρες και παρόλο που ήταν τόσες λίγες ημέρες έσιαξα πολί και εάν εβγέναμε τώρα θα έβγενα πιό παχής να εφχαρσιτηθής καλίτερα αλά και πάλη δεν πηράζη τώρα ήμε πιό σιαμένος (.)
Και τώρα ακόμα βρισκόμαστε στάσιμη στην Γκούρα και περνάμεν φίνα και να μην ανησηχάς μιτέρα











καθόλου και πρότα ο θεός ήμε πολί καλά αλά να μην νομίζης πως ήμε αδίνατος γιατί στη φοτογραφία με τράβιξεν αδίνατο ενώ δεν ήμε αδίνα(το)ς δεν ξέρο πώς με τράβιξεν τόσο αδίνατο ενώ μητέρα δεν ήμε αλά δεν πηράζη.
αυτά τα ολίγα σου γράφω.
Κάνο τέλος σας γλικοφιλό όλους σας γλικά γλικά.

Δ.......  Κ.........

δόσεν χερετιζμούς σε όλους τους σηγγηνής μου στους φίλους μου και στην γυτόνησάν μου φαμιλικός







                                                 

γράψε μου Μητέρα
η κατσίκες τί κάνουν γενήσανε και πώς πάνε
και η αγελάδα εάν γένησεν
ή όχοι και το δαμάλι τί
κάνη γράψε μου ο πούλαρος
τή κάνη πάντος τόρα μητέρα θα τον στρόσετε
και θα πηγένετε στα πανηγήρια
να του κάμετε ένα ωρέο καπήστερ
χρωματιστό με κόκινα κοπολόγια
και για τα πανηγήρια θα είναι εξερετικός
δόσεν χερετισμούς σε όλους και σας φιλό.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Στου Μπερνίτσα το ζαχαροπλαστείο...


«....Λέει ο Θωμάς, ν ανέβεις στην Αθήνα, όλο και κάποια δουλειά θάβρεις. Δέκα ώρες Τήνο-Αθήνα έκανε το καράβι τότε. Κατάστρωμα, βροχή, δεν άντεχα την κλεισούρα του αμπαριού, μαθημένος απ΄το έξω. Φτάνω στον Πειραιά, κόσμος κακό , φασαρία, σάστισα, μούρθε να ξαναμπώ στο καράβι τα μπρος πίσω για το νησί. Με τα πολλά κατέβηκα, πάτησα πόδι στην προκυμαία, βρήκα ένα κάρρο με πήγε ως το σαπουνάδικο που ήταν στην Πειραιώς, από ΄κει τόκοψα με τα πόδια, έφτασα στου Φρατζέσκου τον καφενέ στην Κουμουνδούρου. 

Τι χαμπέρια μου λέει, δουλειά του λέω δεν έχω και δεν θέλω να φύγω για πέρα, γιατί τότε όλοι φεύγαν για την Πόλη ή για τη  Σμύρνη να πα΄ να δουλέψουνε σε σπίτια μαγέροι και καμαριέρες. Δεν άντεχα να φύγω, έβλεπα διαβατήριο και μ΄έπιανε τρέμουλο, να θέλω σφραγίδα για ναρθω πίσω, ν΄ακούω βιολί νησώτικο και να τρέχουν ποτάμι τα μάτια μου, δεν ήθελα. 
Είπα πάω στην Αθήνα κι΄ας κάμω ό,τι βρω, θα σούρνομαι, μα στα ξένα δεν πάω.

Ο Φρατζέσκος είχε γνωριμίες, μου λέει άσε τον μπόγο κει στη γωνία, με στέλνει σ΄ένα μαγαζί που ήθελε λέει κόσμο για μια δουλειά που δεν είχε ξαναγίνει στην Αθήνα. Λέω μέσα μου, τί δουλειά είναι τούτη δω, μην είναι τίποτε βρωμιά στη μέση, πάω που λές γωνία Πανεπιστημίου και Πατησίων, κυττάω καλά, τί να δω΄, ένα ζαχαροπλαστείο, «Π. Μπερνίτσας» είχε την ταμπέλλα, κόσμος, μιλιούνια, μηρμυγκιές, να λες πού πάνε όλοι αυτοί , πού χωράνε κει μέσα.

Να μοσχοβολάει ο τόπος βούτυρα και κρέμα. Εγώ ήμουν με τα ρούχα απ΄το ταξίδι, ντράπηκα, λέω θα με δει έτσι θα με στείλει από κει πούρθα, τί να κάμω τώρα, λέω, μπες μέσα Λορέντζο κι΄ότι γίνει.

Με πήρε ένας αψηλός με ποδιά ως τον αστράγαλο, με πήγε παραμέσα, μέχρι να φτάσω στο γραφείο είχα πεθάνει στη λιγούρα, μ΄ένα καφέ κι΄ένα παξιμαδάκι ήμουνα απ΄το ταξίδι, είχα ντραπεί να πω πεινάω. Ταψιά μπακλαβάδες, πάστες, εκμέκ, μιλφέιγ, φρουί γλασέ, δεν τάξερα, μετά τάμαθα και τάλεγα, τότε μου φαινότανε σα να βλέπω όνειρο πως πέθανα και πήγα σε παράδεισο. 
Χτυπάω, ακούω εμπρός, μπαίνω, βλέπω έναν λίγο γεμάτο, αυστηρό, με φαλάκρα, γυαλιά και ψιλό μουστακάκι να παλεύει με κάτι χαρτιά. Είσαι ο ξάδερφος τού Φρατζέσκου με ρωτάει, σάστισα, με είχε πει για ξάδερφο, ναι , μουρμουράω, κάτσε μου λέει. Τί ξέρεις να κάνεις, ξέρεις να χτυπάς την κρέμα να κάμεις σαντιγύ, ξέρεις να σοροπιάζεις γαλαχτομπούρεκο, ξέρεις να ψήνεις τα φύλλα του μιλφέιγ, ξέρεις να κάμεις τυλιχτά κεράσματα, όλο όχι έλεγα, δεν ήξερα άλλο από να χτίζω μάντρες και να φυτεύω πατάτα και όσπρια. Δε πειράζει μου λέει, θα μάθεις.

Και άρχισα την άλλη μέρα να πασαλείβομαι και να λερώνω. Μα έμαθα γρήγορα. Έπιασα κι΄ένα δωματιάκι πάνω από κάτι γραφεία στην Μπενιζέλου Παλαιολόγου, πλήρωνα με τη βδομάδα, σου λέγαν τότε, πλέρωνε τώρα και κάτσε να δούμε, θάχεις κι΄αύριο δουλειά; Φτωχός ο κόσμος, φοβόταν όλοι τί θα γίνει την επαύριο, ζούσαν ακόμη στο φόβο του ’97 που παραλίγο να μας ξεσύρουν οι Τούρκοι πίσω από τη Λάρισα, κάτω, Λαμία και βγάλε.

Έβγαινε το μεροκαματάκι και παράπονο δεν είχα. Είχα βάρδιες γιατί το μαγαζί δεν έκλεινε ποτέ ήταν όλο το εικοσιτετράωρο ανοικτό, ίσαμε τρακόσια άτομα δουλεύαμε κει μέσα. Μετά, άμα τελείωνα πήγαινα και στου Φρατζέσκου, έπαιρνα το καφεδάκι μου, άκουγα και τα πολιτικά, έκανα και τον πολύξερο από κεινα πούχα ακούσει να συζητάνε οι πελάτες στο ζαχαροπλαστείο, ερχόταν όλος ο καλός ο κόσμος, δημαρχαίοι, σύμβουλοι, της δημογεροντίας, άκουγες, μάθαινες. 

Να σκεφτείς, ο Μπερνίτσας είχε για τις συνταγές τον κυρ-Νίκο τον Τσελεμεντέ και τον Παπαστεφάνου που ήταν αρχιμάγειρας τότε στ΄ανάκτορα. Ναι , βέβαια! Ερχόταν και τούλεγε ήμουνα στο Παρίσι και κει τρώνε αυτό για μόδα, στάσου να στο φτιάξω. Μετά πήγαινε στη Βιέννη και στη Ζυρίχη, έφερνε άλλες ιδέες, νάσου να γεμίζουν με φρέσκιες πάστες οι βιτρίνες, έρχονταν οι κυράδες, τους τρέχαν τα σάλια, και τότε δεν ήταν κοκκάλες σα τώρα, τότε λέγανε τα πάχη μου τα κάλλη μου, και δώστου οι πάστες και τα εκμέκ. Και το γάλα, παχύ-παχύ, πού τα νερά που πίνετε τώρα, τόφερνε απ΄το δικό του το βουστάσιο, που ήταν στην οδό Ηπείρου και μετά που άρχισε να χτίζεται η περιοχή και να μην τονε χωράει ο τόπος το πήρε από κει και το πήγε κάτου, στην Ιερά Οδό.

Με τον καιρό βολεύτηκα, έστελνα και στη μάνα μου να βάνει στην μπάντα, να παντρέψουμε τη Μαριέττα μας.

Μια μέρα που λες, είχα βάρδια έξι το πρωί με τέσσερις τ΄απόγευμα, ΄κει που φτάνω στη δουλειά βλέπω τον Μπερνίτσα έξω απ΄το μαγαζί, ερχόταν πάντα πριν χαράξει, τον βλέπω που λες ανάστατο, τρέχα Λορέντζο, λέει, μη βγάλεις τα ρούχα μην αλλάξεις, μόν΄ανέβα στο ποδήλατο και πήγαινε τούτα τα πακέτα σ΄αυτή τη διεύθυνση.

Ανέβηκα στο ποδήλατο, έτρεμε η ψυχή μου μη τα πετάξω κάτω, φτάνω, κυττάω, ήταν τού Μπενάκη, κατεβαίνει ένας με μαύρα μου λέει απ΄του κυρίου Μπερνίτσα είσαι. Λέω ναι, νάσαι καλά μου λέει παλλικάρι μου, ήμουν και νέος τότε, μη κυττάς πως μάζεψα τώρα, νάσαι καλά, μας έσωσες, και μου βάνει στο χέρι πέντε δραχμές, ποσό για την εποχή!

Χαρά εγώ, απ΄τη σαστισμάρα δεν πρόλαβα ούτε ευχαριστώ να πω. Μετά έμαθα πως είχαν κόσμο, κάποιον πρέσβη που τα σιροπιαστά δεν ταβαζε στο στόμα του και θέλαν γλυκό ευρωπαϊκό καλά και σώνει, ειδάλλως θάμενε η δουλειά ακάμωτη και τσάμπα ο κόπος.
Ο Μπερνίτσας πιά είχε να το λέει, μ΄έπιασε απ΄τους ώμους και με ευχαρίστησε με χειραψία μπροστά σε όλους.

Δεν περνάνε τρεις μέρες, νάσου τρία ποδήλατα έξω απ΄το μαγαζί. Μας μαζεύει ο κύριος Παναγιώτης και μας κάνει τη μεγάλη ανακοίνωση: θα πηγαίνουμε στα σπίτια φρέσκο γάλα και κρέμα, θα κάνουμε διανομή και γλυκά και ό,τι ζητάνε. 

Έβαλε και στις εφημερίδες αγγελία, έβγαιναν τότε ο ΑΓΩΝ, η ΕΣΤΙΑ, ο ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ και οι ΝΕΟΙ ΚΑΙΡΟΙ, και έλεγε η αγγελία, το ζαχαροπλαστείο Παναγιώτη Μπερνίτσα ενημερώνει την εκλεκτή πελατεία του ότι από σήμερα και τα λοιπά και τα λοιπά. Έγραψε και το τηλέφωνο, είχε το 393, αυτός και ο Θανόπουλος στα Χαυτεία ήταν οι πρώτοι που βάλαν τηλέφωνο. Από την άλλη μέρα άρχισε το ταβατούρι. Ντριν το τηλέφωνο, φεύγα Λορέντζο για τής κυρίας Σταματιάδη, φεύγα Σωτήρη για το τάδε προξενείο, τρέχαμε, μέχρι που σχολνάγαμε είχαμε κάνει την Αθήνα πέντε φορές. 

Αλλά, δεν είχε κανείς παράπονο, όλοι βγάζαμε και κάτι παραπάνω, μας ζηλεύανε οι άλλοι που είχαν μείνει στο εργαστήριο να τους τρώει η λάντζα και ο φούρνος, αλλά, τί να κάμεις έτσι είν΄η ζωή. Τυχερός στάθηκα παράπονο δεν έχω. Όλα γίνηκαν κατ΄ευκήν, παντρεύτηκε η Μαριέττα μας, και η μάνα είχε το χοίρο της κάθε χρόνο, δεν έλειπε τίποτε.

Μέχρι, που μεγάλωσε η δουλειά και αναγκάστηκε ο κυρ-Παναγιώτης να βάλει μόνιππα για να προλαβαίνει. Κάθε μόνιππο έκανε δουλειά για τρία ποδήλατα. Κι΄έτσι πάψαμε και γυρίσαμε και μεις μέσα, στα παληά λημέρια. Έβλεπες τα βλέμματα των άλλων να λένε, βρε καλώς τους και να χαίρονται που μας κατάπιε πάλι το εργαστήριο και μας. Δε πειράζει, πάλι καλά είμασταν, πάλι έτσ΄ειν΄η ζωή, είπα. Έφευγαν και μαστοράκια κι΄άνοιγαν δικά τους μαγαζιά, πάντα είχε ανάγκη από χέρια το μαγαζί, δε μας έλειψε δουλειά ποτέ.

Μας αφήκε και τα ποδήλατα δώρο κι΄από ΄κει άμα ήρθα στο νησί, το κουβάλησα να τόχω να θυμούμαι. Μετά έγινε ο πόλεμος, οι δύο βαλκανικοί και η καταστροφή στη Μικρασία, τ΄άφησα και σκούριασε, το πετάξαμε στο πίσω λαγκάδι, κάθε φορά που πέρναγα έψαχα να το βρω με τα μάτια, μα είχε πιά σκεπαστεί απ΄τα χόρτα.

Ένα μόνο είχε ο κυρ-Παναγιώτης που δεν ήταν του χαρακτήρος του. Δεν ήθελε τους επαρχιώτες να πατάνε στο μαγαζί του. Άμα έβλεπε μπόγο πλάι σε τραπέζι κάτι τον έπιανε, μάλλον θυμόταν τα δικά του , τη φτώχεια και την αγωνία του και δεν άντεχε, κακός άνθρωπος δεν ήτανε, μόνο τούτο, δεν ήθελε επαρχιώτες να δίνουν τη συνάντηση στο μαγαζί του ».

(Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από το podilates.gr)

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...