Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Στου Μπερνίτσα το ζαχαροπλαστείο...


«....Λέει ο Θωμάς, ν ανέβεις στην Αθήνα, όλο και κάποια δουλειά θάβρεις. Δέκα ώρες Τήνο-Αθήνα έκανε το καράβι τότε. Κατάστρωμα, βροχή, δεν άντεχα την κλεισούρα του αμπαριού, μαθημένος απ΄το έξω. Φτάνω στον Πειραιά, κόσμος κακό , φασαρία, σάστισα, μούρθε να ξαναμπώ στο καράβι τα μπρος πίσω για το νησί. Με τα πολλά κατέβηκα, πάτησα πόδι στην προκυμαία, βρήκα ένα κάρρο με πήγε ως το σαπουνάδικο που ήταν στην Πειραιώς, από ΄κει τόκοψα με τα πόδια, έφτασα στου Φρατζέσκου τον καφενέ στην Κουμουνδούρου. 

Τι χαμπέρια μου λέει, δουλειά του λέω δεν έχω και δεν θέλω να φύγω για πέρα, γιατί τότε όλοι φεύγαν για την Πόλη ή για τη  Σμύρνη να πα΄ να δουλέψουνε σε σπίτια μαγέροι και καμαριέρες. Δεν άντεχα να φύγω, έβλεπα διαβατήριο και μ΄έπιανε τρέμουλο, να θέλω σφραγίδα για ναρθω πίσω, ν΄ακούω βιολί νησώτικο και να τρέχουν ποτάμι τα μάτια μου, δεν ήθελα. 
Είπα πάω στην Αθήνα κι΄ας κάμω ό,τι βρω, θα σούρνομαι, μα στα ξένα δεν πάω.

Ο Φρατζέσκος είχε γνωριμίες, μου λέει άσε τον μπόγο κει στη γωνία, με στέλνει σ΄ένα μαγαζί που ήθελε λέει κόσμο για μια δουλειά που δεν είχε ξαναγίνει στην Αθήνα. Λέω μέσα μου, τί δουλειά είναι τούτη δω, μην είναι τίποτε βρωμιά στη μέση, πάω που λές γωνία Πανεπιστημίου και Πατησίων, κυττάω καλά, τί να δω΄, ένα ζαχαροπλαστείο, «Π. Μπερνίτσας» είχε την ταμπέλλα, κόσμος, μιλιούνια, μηρμυγκιές, να λες πού πάνε όλοι αυτοί , πού χωράνε κει μέσα.

Να μοσχοβολάει ο τόπος βούτυρα και κρέμα. Εγώ ήμουν με τα ρούχα απ΄το ταξίδι, ντράπηκα, λέω θα με δει έτσι θα με στείλει από κει πούρθα, τί να κάμω τώρα, λέω, μπες μέσα Λορέντζο κι΄ότι γίνει.

Με πήρε ένας αψηλός με ποδιά ως τον αστράγαλο, με πήγε παραμέσα, μέχρι να φτάσω στο γραφείο είχα πεθάνει στη λιγούρα, μ΄ένα καφέ κι΄ένα παξιμαδάκι ήμουνα απ΄το ταξίδι, είχα ντραπεί να πω πεινάω. Ταψιά μπακλαβάδες, πάστες, εκμέκ, μιλφέιγ, φρουί γλασέ, δεν τάξερα, μετά τάμαθα και τάλεγα, τότε μου φαινότανε σα να βλέπω όνειρο πως πέθανα και πήγα σε παράδεισο. 
Χτυπάω, ακούω εμπρός, μπαίνω, βλέπω έναν λίγο γεμάτο, αυστηρό, με φαλάκρα, γυαλιά και ψιλό μουστακάκι να παλεύει με κάτι χαρτιά. Είσαι ο ξάδερφος τού Φρατζέσκου με ρωτάει, σάστισα, με είχε πει για ξάδερφο, ναι , μουρμουράω, κάτσε μου λέει. Τί ξέρεις να κάνεις, ξέρεις να χτυπάς την κρέμα να κάμεις σαντιγύ, ξέρεις να σοροπιάζεις γαλαχτομπούρεκο, ξέρεις να ψήνεις τα φύλλα του μιλφέιγ, ξέρεις να κάμεις τυλιχτά κεράσματα, όλο όχι έλεγα, δεν ήξερα άλλο από να χτίζω μάντρες και να φυτεύω πατάτα και όσπρια. Δε πειράζει μου λέει, θα μάθεις.

Και άρχισα την άλλη μέρα να πασαλείβομαι και να λερώνω. Μα έμαθα γρήγορα. Έπιασα κι΄ένα δωματιάκι πάνω από κάτι γραφεία στην Μπενιζέλου Παλαιολόγου, πλήρωνα με τη βδομάδα, σου λέγαν τότε, πλέρωνε τώρα και κάτσε να δούμε, θάχεις κι΄αύριο δουλειά; Φτωχός ο κόσμος, φοβόταν όλοι τί θα γίνει την επαύριο, ζούσαν ακόμη στο φόβο του ’97 που παραλίγο να μας ξεσύρουν οι Τούρκοι πίσω από τη Λάρισα, κάτω, Λαμία και βγάλε.

Έβγαινε το μεροκαματάκι και παράπονο δεν είχα. Είχα βάρδιες γιατί το μαγαζί δεν έκλεινε ποτέ ήταν όλο το εικοσιτετράωρο ανοικτό, ίσαμε τρακόσια άτομα δουλεύαμε κει μέσα. Μετά, άμα τελείωνα πήγαινα και στου Φρατζέσκου, έπαιρνα το καφεδάκι μου, άκουγα και τα πολιτικά, έκανα και τον πολύξερο από κεινα πούχα ακούσει να συζητάνε οι πελάτες στο ζαχαροπλαστείο, ερχόταν όλος ο καλός ο κόσμος, δημαρχαίοι, σύμβουλοι, της δημογεροντίας, άκουγες, μάθαινες. 

Να σκεφτείς, ο Μπερνίτσας είχε για τις συνταγές τον κυρ-Νίκο τον Τσελεμεντέ και τον Παπαστεφάνου που ήταν αρχιμάγειρας τότε στ΄ανάκτορα. Ναι , βέβαια! Ερχόταν και τούλεγε ήμουνα στο Παρίσι και κει τρώνε αυτό για μόδα, στάσου να στο φτιάξω. Μετά πήγαινε στη Βιέννη και στη Ζυρίχη, έφερνε άλλες ιδέες, νάσου να γεμίζουν με φρέσκιες πάστες οι βιτρίνες, έρχονταν οι κυράδες, τους τρέχαν τα σάλια, και τότε δεν ήταν κοκκάλες σα τώρα, τότε λέγανε τα πάχη μου τα κάλλη μου, και δώστου οι πάστες και τα εκμέκ. Και το γάλα, παχύ-παχύ, πού τα νερά που πίνετε τώρα, τόφερνε απ΄το δικό του το βουστάσιο, που ήταν στην οδό Ηπείρου και μετά που άρχισε να χτίζεται η περιοχή και να μην τονε χωράει ο τόπος το πήρε από κει και το πήγε κάτου, στην Ιερά Οδό.

Με τον καιρό βολεύτηκα, έστελνα και στη μάνα μου να βάνει στην μπάντα, να παντρέψουμε τη Μαριέττα μας.

Μια μέρα που λες, είχα βάρδια έξι το πρωί με τέσσερις τ΄απόγευμα, ΄κει που φτάνω στη δουλειά βλέπω τον Μπερνίτσα έξω απ΄το μαγαζί, ερχόταν πάντα πριν χαράξει, τον βλέπω που λες ανάστατο, τρέχα Λορέντζο, λέει, μη βγάλεις τα ρούχα μην αλλάξεις, μόν΄ανέβα στο ποδήλατο και πήγαινε τούτα τα πακέτα σ΄αυτή τη διεύθυνση.

Ανέβηκα στο ποδήλατο, έτρεμε η ψυχή μου μη τα πετάξω κάτω, φτάνω, κυττάω, ήταν τού Μπενάκη, κατεβαίνει ένας με μαύρα μου λέει απ΄του κυρίου Μπερνίτσα είσαι. Λέω ναι, νάσαι καλά μου λέει παλλικάρι μου, ήμουν και νέος τότε, μη κυττάς πως μάζεψα τώρα, νάσαι καλά, μας έσωσες, και μου βάνει στο χέρι πέντε δραχμές, ποσό για την εποχή!

Χαρά εγώ, απ΄τη σαστισμάρα δεν πρόλαβα ούτε ευχαριστώ να πω. Μετά έμαθα πως είχαν κόσμο, κάποιον πρέσβη που τα σιροπιαστά δεν ταβαζε στο στόμα του και θέλαν γλυκό ευρωπαϊκό καλά και σώνει, ειδάλλως θάμενε η δουλειά ακάμωτη και τσάμπα ο κόπος.
Ο Μπερνίτσας πιά είχε να το λέει, μ΄έπιασε απ΄τους ώμους και με ευχαρίστησε με χειραψία μπροστά σε όλους.

Δεν περνάνε τρεις μέρες, νάσου τρία ποδήλατα έξω απ΄το μαγαζί. Μας μαζεύει ο κύριος Παναγιώτης και μας κάνει τη μεγάλη ανακοίνωση: θα πηγαίνουμε στα σπίτια φρέσκο γάλα και κρέμα, θα κάνουμε διανομή και γλυκά και ό,τι ζητάνε. 

Έβαλε και στις εφημερίδες αγγελία, έβγαιναν τότε ο ΑΓΩΝ, η ΕΣΤΙΑ, ο ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ και οι ΝΕΟΙ ΚΑΙΡΟΙ, και έλεγε η αγγελία, το ζαχαροπλαστείο Παναγιώτη Μπερνίτσα ενημερώνει την εκλεκτή πελατεία του ότι από σήμερα και τα λοιπά και τα λοιπά. Έγραψε και το τηλέφωνο, είχε το 393, αυτός και ο Θανόπουλος στα Χαυτεία ήταν οι πρώτοι που βάλαν τηλέφωνο. Από την άλλη μέρα άρχισε το ταβατούρι. Ντριν το τηλέφωνο, φεύγα Λορέντζο για τής κυρίας Σταματιάδη, φεύγα Σωτήρη για το τάδε προξενείο, τρέχαμε, μέχρι που σχολνάγαμε είχαμε κάνει την Αθήνα πέντε φορές. 

Αλλά, δεν είχε κανείς παράπονο, όλοι βγάζαμε και κάτι παραπάνω, μας ζηλεύανε οι άλλοι που είχαν μείνει στο εργαστήριο να τους τρώει η λάντζα και ο φούρνος, αλλά, τί να κάμεις έτσι είν΄η ζωή. Τυχερός στάθηκα παράπονο δεν έχω. Όλα γίνηκαν κατ΄ευκήν, παντρεύτηκε η Μαριέττα μας, και η μάνα είχε το χοίρο της κάθε χρόνο, δεν έλειπε τίποτε.

Μέχρι, που μεγάλωσε η δουλειά και αναγκάστηκε ο κυρ-Παναγιώτης να βάλει μόνιππα για να προλαβαίνει. Κάθε μόνιππο έκανε δουλειά για τρία ποδήλατα. Κι΄έτσι πάψαμε και γυρίσαμε και μεις μέσα, στα παληά λημέρια. Έβλεπες τα βλέμματα των άλλων να λένε, βρε καλώς τους και να χαίρονται που μας κατάπιε πάλι το εργαστήριο και μας. Δε πειράζει, πάλι καλά είμασταν, πάλι έτσ΄ειν΄η ζωή, είπα. Έφευγαν και μαστοράκια κι΄άνοιγαν δικά τους μαγαζιά, πάντα είχε ανάγκη από χέρια το μαγαζί, δε μας έλειψε δουλειά ποτέ.

Μας αφήκε και τα ποδήλατα δώρο κι΄από ΄κει άμα ήρθα στο νησί, το κουβάλησα να τόχω να θυμούμαι. Μετά έγινε ο πόλεμος, οι δύο βαλκανικοί και η καταστροφή στη Μικρασία, τ΄άφησα και σκούριασε, το πετάξαμε στο πίσω λαγκάδι, κάθε φορά που πέρναγα έψαχα να το βρω με τα μάτια, μα είχε πιά σκεπαστεί απ΄τα χόρτα.

Ένα μόνο είχε ο κυρ-Παναγιώτης που δεν ήταν του χαρακτήρος του. Δεν ήθελε τους επαρχιώτες να πατάνε στο μαγαζί του. Άμα έβλεπε μπόγο πλάι σε τραπέζι κάτι τον έπιανε, μάλλον θυμόταν τα δικά του , τη φτώχεια και την αγωνία του και δεν άντεχε, κακός άνθρωπος δεν ήτανε, μόνο τούτο, δεν ήθελε επαρχιώτες να δίνουν τη συνάντηση στο μαγαζί του ».

(Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από το podilates.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια: