Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Το άδειο σκαμνί...


Βρέθηκα στο υγρό κελί. 
Ήταν καθισμένος σ΄ένα σκαμνί, τυλιγμένος μ΄ένα βρώμικο, σκισμένο χιτώνα, σκυφτός, με τα χέρια δεμένα με σκοινί, ακουμπισμένα ανάμεσα στα πόδια.

Κρυώνεις, ρώτησα. 

Κάνει κρύο, είπε σιγά. 

Θα πεινάς και θα διψάς, είπα σιγανά.

Κούνησε το κεφάλι...

Δεν μπορώ να κάνω τίποτε για σένα, ούτε νερό να σου δώσω ούτε ψωμί, του είπα.

Δεν πειράζει, να με σκέφτεσαι κι΄είναι το ίδιο, είπε μαλακά, να με σκέφτεσαι εδώ μέσα που είμαι και θα είναι σαν νερό και σαν ψωμί για μένα. 

Έσκυψα κάτω.

Αύριο θα σε πάνε στον άλλο δικαστή, είπα και τον κύτταξα.

Ναι, έχει κι΄αυτός σειρά, απάντησε.

Άρχισε να τρέμει. 
Υγρασία και κρύο μπαίναν απ΄την καγκελόπορτα. 
Έξω ακούγονταν οι φωνές των στρατιωτών.

Ούτε γι αύριο μπορώ να κάνω τίποτε, είμαι πολύ μακρυά από ΄δω, δυό χιλιάδες χρόνια μακρυά, είπα.

Είσαι δίπλα μου, μα δεν πρέπει να κάνεις τίποτε, απάντησε κυττάζοντας κάτω. 
Αν θες να με σκέφτεσαι, και αυτή θάναι η συντροφιά μου. 

Δεν μπορώ να κρατήσω την σκέψη μου κοντά σου εύκολα, ακόμη κι΄όταν ξέρω το μαρτύριό σου, είπα.

Το ξέρω..., είπε.

Είναι σαν να κοιμάμαι στο ξύπνιο μου και μετά έρχεται η σκέψη σου και με πιάνει ντροπή, είπα.

Δες πέρα απ΄τη ντροπή, δες τον εαυτό σου, αυτό να προσπαθείς, είπε.

Περιμένεις το Σάββατο, ρώτησα.

Όχι, είπε.

Μα τότε τελειώνουν όλα... Ίσως θα βοηθούσε το να σκεφτόσουν την έγερση, είπα.

Πρέπει να είμαι εδώ...Να ζω κάθε στιγμή, αλλιώς, δεν έχει νόημα η έγερση, είπε.

Πώς είναι όταν σηκώνεσαι απ΄τους νεκρούς, ρώτησα.

Δεν είμαι εκεί...Είστε όλοι εσείς, αλλά εγώ δεν είμαι εκεί, είπε.

Δεν είσαι, ρώτησα.

Όχι.... Είμαι ήδη σε κάθε ανθάκι που σκάει, σε κάθε πρώτο βήμα παιδιού, σε κάθε χαμόγελο που μόλις αρχίζει να φωτίζει ένα πρόσωπο, στο χέρι που αγγίζει ένα μέτωπο με ανησυχία, είπε.

Και ΄μεις, ρώτησα.

Εσείς απλώς περιμένετε να περάσει η ώρα και να γυρίσετε στις συνήθειές σας, είπε.

Τί πρέπει να κάνω, ρώτησα.

Δεν ξέρω, αληθινά δεν ξέρω. Δεν ήμουν ποτέ ο δάσκαλος που φαντάστηκες, είπε.

Και τότε, ρώτησα.

Τότε, να με σκέφτεσαι εδώ που είμαι τώρα, αν θες, και τ΄άλλα έρχονται μόνα τους.

Το κελί σκοτείνιασε κι΄άλλο, οι φωνές έπαψαν, Αυτός δεν ήταν πιά δίπλα μου και το φώς του πρωινού μπήκε απ΄την τραβηγμένη κουρτίνα.

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Παίξτε ΤΗΝΟΠΟΛΗ !!!

Σύντομα κοντά σας και με τις κάρτες τού παιχνιδιού,
για να μπορέσετε και ΄σεις να διαλύσετε την δική σας Τήνο !!!

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Φασόλια και ταχίνι...

"Ανέβαινε το λοιπό, ο γέρο-γέρο-Μπινιντές, ο Τζώρτζης ο Μπινιντές, πάνω στο δώμα κι΄αρχίνιζεν:
Ακούσατε, ακούστε! Στην Κολυμπήθρα έν΄ καΐκ΄ αραγμένο και κάν΄ πατάτις!
Ή ξέρω ΄γω τί άλλο, ό.τι ήταν της εποχής."

"Και ακουγόταν απ΄το δώμα ως κάτω στο χωριό;"

"Ε, ακουγόταν...Μα ήταν ψηλά το σπίτ΄, στ΄απάνω χωριό, πάνω απ΄τον Άγιο Ζαχαρία, ήκαμιν κι΄αντίλαλο...Και μετά, ένας με τον άλλον το μαθαίναν."

"Κι΄άμα φύσαγε, πώς ακουγόταν..;"

"Ε, άμα φύσαγε, δεν ερχόταν καΐκ΄..!"

Ρούφηξε μιά γουλιά ρακί, δάγκωσε και ένα σύκο ξερό.
"Το καΐκ΄τότε έμενε μιά-δυό μέρες και προλαβαίναμε να κάνουμε ο καθένας ό,τι είχιν. Άλλος πατάτες,
άλλος λεμόνια. Τότες, τα λεμόνια ήταν με το καμμάτ΄. Μέτραγες, τρία, τέσσερα, πέντε, σαράντα, πενήντα κομμάτια και μετά έγινε με την οκά και μετά πάλι, έγινε με το κιλό. Παράξενο δεν έν΄αυτό..;"

"Και πώς γινόταν, πηγαίνατε στην Κολυμπήθρα και τί κάνατε..;"

"Εκεί που έν΄σήμερα τ΄ Βάγ΄ το κατοικιό, στην Κωμ΄τιανή τ΄ν άμμο, που έν΄και πιό σκεπά, ήταν η αποθήκη του μπάρμπα-Γιαννουλάκη. Εκεί πήγαιν΄ ο καθένας αυτά που είχε κι΄έπαιρνε πάλι απ΄αυτά που είχε φέρει το καΐκ΄."

"Τί έφερνε συνήθως..;"

"Ε, όσπρια, τις πιό πολλές φορές. Μα έφερναν και λάδ΄ και σπόρ΄ καμμιά φορά."

"Και τότε που έλεγες, τί ακριβώς έγινε;"

Βήχει, πίνει μια γουλιά ρακί.
"Μα πρι΄ στο πω, να ξέρ΄ς πως τότε είχε και πείνα και φτώχεια και τίποτις δεν είχαμι και όλο κάτι θάλειπε και άμα βρισκόταν καμμιά ευκαιρία, τρέχαμι...." χαμογελάει απολογητικά.

"Γιά λέγε..."

"Ήρθε το λοιπό, το καΐκ΄ κι΄ίφιριν φασόλια και ταχίνι. Τότε το ταχίνι το βάζαμε στο ψωμί και το τρώγαμε κι΄ ήταν χρειαζούμενο σα να λέμε, νάχεις να δίνεις κάτι στο παιδί να μην τρώει σκέτο παξιμάδ΄...
Ανεβαίν΄ που λες ο Μπινιντές, ο γέρο-γέρο-Μπινιντές, στο δώμα κι΄αρχίζει:

Έ, χωριανοί, ακούστε! Ήρθιν καΐκ΄στην Κολυμπήθρα κι΄ίφιριν φασόλια και ταχίν΄ !

Και νομίζαν όλοι, πως το καΐκ΄ είχε φέρει φασόλια και τα χύν΄ , πως τα πετάει στη θάλασσα, πως τα χύνει...!
΄ τα πολ΄ ώρα, νάσου να κατεβαίνουν όλοι με τα γαϊδούρια, περνάν΄απ΄τον Καρκάδο, πού πάτι μαρέ, ίρθιν καΐκ΄ στην Κολυμπήθρα, ίφιριν φασόλια και τα χύν΄...Ίντα λες μαρέ, τάσου νάρθω κι΄γω, τα ίδια και στο Κάτω Κλείσμα, να κατεβαίνουν οι ανθρώπ΄  να προλάβουν τα φασόλια που το καΐκ΄ τάχυνε....

Γελάς τώρα, μα τότες είχε πείνα, το καταλαβαίν΄ς..;
Όλα τούτα που΄ν΄σκαμμένα πα΄στα γκρεμνά και τώρα εν΄γεμάτα βλήστρες, τότε ήταν σπαρμένα. Κι΄ άμα είχε κανείς ένα κομματάκι γή, όσο μικρό και νάτανε, τόβαζε κάτι για νάχει να συμπληρώνει, μα ξερικό θες, μα ό,τι είχε...
Άλλη φορά θα σ΄ πώ για τις γελούδες, να δγείς τί έκαν΄ο κόσμος για να φυλάξει τον καρπό...
Μα άλλ΄ φορά, όχι τώρα..."

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

ΜΠΟΥΓΑΔΑ...

Πρωί-πρωί Δευτέρα, μόλις τα παιδιά μαζεύτηκαν στο σχολείο των Κελλιών, μονοθέσιο με πάνω από εβδομήντα παιδιά απ΄ τα τέσσερα χωριά, η Φρατζέσκα με την Μαριέττα συναντήθηκαν εμπρός στο τσαγκαριό τού Αλμπέρτη και άρχισαν ν΄ανηφορίζουν προς το ξυνάρι με τo κοφίνι γεμάτο με ασπρόρουχα για πλύσιμο.

Κάθε είκοσι με τριάντα μέρες που μαζεύονταν τα άσπρα, βάζανε και μια καλή μπουγάδα. Μεγάλη μπουγάδα κάνανε κι΄όταν ερχόταν άνοιξη κι΄έπρεπε να φυλάξουν τα πιό βαρειά χειμωνιάτικα στην ναφθαλίνη.
Γιατί τα καθημερινά, τα σκούρα, αυτά που λερώνονταν στις δουλειές, τα έπλεναν με την πρώτη ευκαιρία στην κοντινότερη πλύστρα τού χωριού, όπου υπήρχε και πηγάδι.
Μέχρι και σήμερα, σε πολλά σπίτια των Κελλιών μπορεί να βρει κανείς πηγάδι στο περιβόλι τους, σημάδι ότι το χωριό ανέκαθεν είχε πολλά νερά.
Ακόμη και τώρα, μεσ΄το κατακαλόκαιρο, αν γυρίσεις να κυττάξεις προς την Αγία Υπακοή, μπορείς να δεις τις δράφες να μωβίζουν μεσ΄τα λαγκάδια, κι΄αν κάνεις τον κόπο ν΄ανέβεις ως τού Πολέμου τον Κάμπο, δεν θα πιστεύεις πόσο νερό καταφέρνει και κρατάει η Καστέλλα στα σπλάχνα της.

Πάμε πίσω στα ασπρόρουχα όμως, που ήθελαν ιδιαίτερη περιποίηση, μιάς και ήταν τα "καλά" που, εφόσον κόστιζαν πολύ περισσότερο, έπρεπε και να διαρκέσουν όσο γινόταν πιό πολύ. 
Έφταναν έτσι, δεύτερο ή και τρίτο χέρι σε άψογη κατάσταση, με δαντέλλες χειροποίητες, περίτεχνους γιακάδες και πανέμορφα κεντήματα.
Πόσα τέτοια κομμάτια, που θα έφταναν για να γεμίσουν τις αίθουσες κάποιου λαογραφικού μουσείου, δεν θάφτηκαν μέσα σε γκρεμισμένα σπίτια, πόσα δεν έγινα ξεσκονόπανα ή παληόπανα για οποιαδήποτε δουλειά, κανείς δεν ξέρει.

Ούτε η Φρατζέσκα, ούτε η Μαριέττα όμως, δεν γνώριζαν τότε το μέλλον που επεφύλασσαν οι επερχόμενες γενιές στα "καλά" τους ρούχα.
Συνέχισαν, λοιπόν, ν΄ανηφορίζουν προς το ξυνάρι κρατώντας το μπουγαδοκόφινο απο ένα χερούλι η καθεμιά.
Δεν είναι δα και κανένα εύκολο χωριό τα Κελλιά, μια ανηφόρα ατελείωτη απ΄την μια άκρη ως την άλλη που διατρέχει το κάτω, το μεσιανό και τ΄απάνω χωριό. Κι΄αν στην βρύση μετά του Λάνη τον καφενέ κάνεις δεξιά, έ, κάπως μαλακώνει το ανέβασμα. Αν το κόψεις όμως απ΄τα σκαλιά του Αγίου Ζαχαρία, τότε θέλει γερά πνευμόνια μέχρι το παπαδικό.

Με τα πολλά έφτασαν στο ξυνάρι. Ήδη, απ΄ του Λόντου το σπίτι άκουσαν το νερό να τρέχει, μαζί με τις φωνές όσων ήταν ήδη εκεί και είχαν αρχίσει την διαδικασία της μπουγάδας.

Στην αρχή, έβγαιναν όλα τα ρούχα απ΄το κοφίνι και μουλιάζονταν καλά-καλά, ένα-ένα, στις πλύστρες. Μετά γινόταν το πρώτο πλύσιμο, ένα ξέβγαλμα και κατόπιν αφήνονταν να στραγγίσουν, να φύγουν τα πολλά νερά.
Στην συνέχεια, άρχιζε το στίβαγμα πίσω στο κοφίνι.
Κάθε ρούχο, τα πιό μεγάλα πρώτα και τα πιό λεπτεπίλεπτα δεύτερα, έπαιρνε την θέση του πίσω στο κοφίνι. Η φροντίδα που έπρεπε να δοθεί ήταν να μείνει το κάθε ρούχο αφράτο στην θέση του, χωρίς να πατωθεί πολύ. Με επιδέξιες κινήσεις λοιπόν, δίπλωναν το κάθε ρούχο σε πολλές, μικρές πτυχές και το έβαζαν απλωμένο στο κοφίνι. Ακολουθούσε άλλο κι΄έπειτα άλλο κι΄έπειτα άλλο, μέχρι που το κοφίνι γέμιζε.

Τώρα όμως ήταν το δύσκολο. Το κοφίνι έπρεπε να κάνει την ίδια διαδρομή πίσω στο σπίτι, μόνο που τώρα, τα ρούχα ήταν βρεγμένα και το φορτίο ασήκωτο.
Είχε όμως συνεννοηθεί η Μαριέττα να περάσει ο Ζάννες με το γαϊδούρι, ν΄αναλάβει κι΄αυτός μέρος τής φροντίδας των ασπρόρουχων.

Μόλις το κοφίνι έφτασε στο σπίτι, οι φιλενάδες χαιρετήθηκαν και τράβηξε η Φρατζέσκα στις δουλειές  της. Η Μαριέττα, έβαλε κάτω στην αυλή δυό πέτρες στενόμακρες και πλακουτσωτές, σήκωσε το κοφίνι και τ΄ακούμπησε επάνω, να μπορούν να τρέχουν τα νερά εύκολα.

Άναψε φωτιά κι΄έβαλε νερό να βράσει. Άπλωσε πάνω στα ρούχα ένα τετράγωνο κομμάτι από βαρύ καραβόπανο που εξείχε αρκετά από τα πλάγια του κοφινιού και από πάνω, ένα καθαρό, μεγάλο κομμάτι τσουβάλι. Πάνω σ΄αυτό, το σταχτόπανο, άπλωσε φρέσκα λεμονόφυλλα και στην συνέχεια έβαλε με το φτυαράκι καμπόση στάχτη από ξύλα.
Έπιασε και δίπλωσε τα κομμάτια τών δυό πανιών που εξείχαν στα πλάγια επάνω στο κοφίνι, όπως κάνουμε με τα φύλλα της σπανακόπιττας.
Το νερό δεν είχε βράσει ακόμη. Έρριξε δυό φρύγανα ακόμη στη φωτιά κι΄έβαλε το μπρίκι να κάνει έναν ρεβυθοκαφέ όσην ώρα περίμενε. Μια, δυό γουλιές και το νερό είχε βράσει. Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της, πήρε την λεκάνη με το νερό, έπιασε στο δάχτυλο και το πήλινο σταμνάκι και βγήκε στην αυλή.
Τώρα χρειαζόταν υπομονή.
Γέμισε το σταμνί με καυτό νερό κι΄άρχισε να το χύνει αργά-αργά πάνω στο διπλωμένο τσουβάλι που μέσα του ήταν τα λεμονόφυλλα με την στάχτη, το καθαριστικό και μαζί λευκαντικό της εποχής, η αλισίβα, που είχε την ιδιότητα να διαλύει τα λίπη και τα λάδια πριν το βασικό πλύσιμο.

Περίμενε να περάσει σιγά-σιγά το νερό στα ρούχα, γέμισε πάλι το σταμνί κι΄ έρριξε κι΄άλλο καυτό νερό, κι΄άλλο, κι΄άλλο ώσπου να τελειώσει όλη η ποσότητα κι΄ένα λεπτό αυλάκι νερού φαινόταν να στραγγίζει απ΄το κοφίνι προς την υδρορροή.
Τα ρούχα θα μέναν έτσι μέχρι το άλλο πρωί, να δράσει η αλισίβα, να ευκολύνει το κυρίως καθάρισμα.

Άντε πάλι την άλλη μέρα το πρωί για το ξυνάρι, όπου άρχιζε το κυρίως πλύσιμο με πλάκα σαπούνι και μπόλικο τρίψιμο. Κόπανο σπάνια χρησιμοποιούσε η Μαριέττα κι΄αυτόν, μόνο για τα σεντόνια ή τις πετσέτες. Τ΄άλλα τα έτριβε προσεκτικά στο χέρι, να μην τριφτούν οι γιακάδες, ειδικά εκείνοι που ήταν ήδη γυρισμένοι τα μέσα έξω μιά φορά, γιατί μετά το ρούχο ήταν για πέταμα. Το πράσινο σαπούνι, αγοραστό "ΑΛΕΠΟΥΔΕΛΗ", έδινε κι΄έπαιρνε. Το χωριό δεν είχε βλέπεις τότε ακόμη αρκετά λάδια για να φτιάξουν πλάκα σαπούνι κι΄έπρεπε να το αγοράζουν.

Το τελευταίο νερό ήταν για το ξέβγαλμα. Μπόλικο, δροσερό, τρεχάμενο νερό απ΄την πηγή πάνω απ΄το χωριό, που τώρα είναι κρυμμένη, χτισμένη μέσα σε τσιμεντένια φυλακή, έπαιρνε τα αθώα υπολείμματα του σαπουνιού, άφηνε το ξυνάρι να μοσχοβολάει πάστρα και νοικοκυροσύνη κι΄έτρεχε απ΄τον υνταγό ώς κάτω στο χωριό.

Και στην πρώτη ευκαιρία, μια Κυριακή ή μια γιορτή, τα λευκά είχαν την τιμητική τους. Όλος ο κόπος κι΄η φροντίδα έλαμπαν πάνω τους και μαζί τους έλαμπε και το χωριό.

Αυτά τα λίγα για την μπουγάδα, να τα θυμάστε την επόμενη φορά, που θα πατήσετε το κουμπί του πλυντηρίου ξεφυσώντας και γκρινιάζοντας για το πότε μαζεύτηκε πάλι τέτοιο ρουχομάνι...

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

No life mister, no life...

Το παρακάτω κείμενο είναι από το podilates.gr και το αναρτώ γιατί μου το θύμισε το άρωμα του λεμονανθού, που έρχεται σιγά-σιγά και μπορεί και ομορφαίνει ακόμη και το τσιμέντο που μέσα τοου ζούμε.


Το βλέμμα σπρωχνότανε κάτω, δεν πέρναγε πέρα από τις μύτες των παπουτσιών του και τα βαρειά του φρύδια δεν άφηναν να δω τα μάτια του, καταλάβαινα όμως την σκοτεινιά στην ψυχή του και πιό πολύ ένοιωθα την βαρειά του ανάσα, παρά που την άκουγα.

Πώς βρέθηκα μέσα σε τούτο τον καφενέ, τον βγαλμένο από κάποιο βιβλίο του Καραγάτση, ούτε που κατάλαβα. Θυμήθηκα πως κάποτε είχα ταξιδέψει ως την Μυτιλήνη μόνο και μόνο για να πιώ καφέ σ’ έναν από κείνους τους παληούς καφενέδες που είχα δει στην τηλεόραση πως υπήρχαν ακόμη και τώρα, σ’ έναν ακόμη πιό παλιό απ’ όλους όσους είχα γνωρίσει, βρισκόμουν εδώ, στο Πέραμα.

Έβαλα με το μυαλό μου πως θάπρεπε να θυμηθώ να ξανάρθω χειμώνα, νάναι αναμμένη και η μαντεμένια ξυλόσομπα, να βρέχει έξω και να κάτσω σε μια γωνιά να βλέπω διακριτικά τα γερόντια που φεύγουν σιγά-σιγά και μαζί τους θα φύγει και ο καφενές.

«Με πιάνει κάθε που αρχίζει να μυρίζει ο λεμονανθός...»
Ρούφηξε τη μύτη του από αμηχανία, σαν παύση για να ξαναπιάσει τον ειρμό.
«Γίνεται από μόνο του. Δίχως να το θέλω τρέχουν τα μάτια μου, βουρκώνω κι’ ύστερα κλαίω για ώρα.»

Έμπλεκε και ξέμπλεκε τα δάχτυλά του συνεχώς. Απόρησα που δεν κάπνιζε.
«Μα δε ντρέπομαι...»

Έσκυψε κι’ άλλο το κεφάλι, έλεγες πως θα το μπήξει μέσα στα στήθια του.
«Μερικά πράγματα δε σ’αφήνουν ποτέ. Γίνονται και μετά η ζωή σου σημαδεύεται από ‘κει και πέρα, χαρακώνεται...»
Τον άφησα να κρατήσει τον αργό ρυθμό του. Όσο κι’ αν μ’ έτρωγε η απορία, όσο κι’ αν τρωγόμουνα να μάθω, τον άφησα να τα πεί όπως κι’ όποτε εκείνος ήθελε.

«Εδώ χάμω ούτε να φτύσεις δεν είναι. Τόσο σίδερο δεν τόχα φανταστεί ότι υπήρχε μέσα στις προβλήτες. Και το βλέπεις έτσι και λες, σκουριασμένο είναι, μα έτσι είναι το σίδερο, έχει πάντα αυτή την όψη και μόνο σα το πιάσεις και το κόψεις, το κολλήσεις, το χτυπήσεις και μετά το ασταρώσεις και το βάψεις παύει να μυρίζει σα σίδερο. Καράβια, πλεούμενα, φαρτηγά, μαούνες, όλα από ‘δω χάμω ξεκινάνε. Δε τα βλέπετε ‘σεις που περνάτε απ’ όξω γιατί είν’ οι μάντρες ψηλές και μας κρύβουν.»
Θυμήθηκα πως τα μεσημέρια καμμιά φορά, άμα μ’ έφερνε ο δρόμος από τη Γρηγόρη Λαμπράκη, έβλεπα εργάτες με ολόσωμες φόρμες να πετάγονται από κάποια πόρτα απ’ τη μεριά της θάλασσας και να χώνονται σε κάποιο σαντουϊτσάδικο κι’ απ’ την ανοιχτή σιδερόπορτα μόλις πρόφταινα να δω όρθια σκαριά άβαφτα, ατελείωτα, σκέτο σίδερο.

«Τόφερε η τύχη να πρέπει να πάρω σύνταξη από ‘δω. Δεν τόξερα το σίδερο, μα τόμαθα. Ακόμη όμως το σιχαίνομαι. Είχα μάθει μαραγκός. Γλυκό πράμα το ξύλο, ζωντανό, όσα χρόνια και να περάσουν μιλάει πάντα. Ενώ το σίδερο δε συνηθιέται, άτιμο πράμα, στη φυλάει και λίγο να ξαστοχήσεις, πάει, τρέχεις για ορούς και φάρμακα.»

Ξεθάρρεψε λίγο και σήκωσε το βλέμμα λίγο πιό πέρα προς το φως που ερχόταν απ’ την πόρτα. Γύρισα κι’ έρριξα κι’ εγώ μιά ματιά έξω απ’ το τζάμι. Φαίνονταν πλάϊ-πλάϊ τα τιμόνια των δύο ποδηλάτων.

Ησύχασα. Από τη ώρα που μπήκαμε ‘δω μέσα είχα ξεχάσει να κυττάξω προς τα ΄κει.
«Ευτυχώς, το παιδί δεν θα τελειώσει ‘δω χάμω. Τον έχω στο πανεπιστήμιο, τελειώνει σε δυό-τρία χρονάκια, μετά στρατιωτικό και τέλος. Θα βρει μια δουλειά να πω κι’ εγώ πως ανάσανα. Θα κάμω να βρω μιαν άλλη δουλειά, με πιό λίγα λεφτά, πού θα πάει, δυό ψυχές θάμαστε με την κυρά, δουλεύει και ‘κείνη λατζέρα σ’ ένα εστιατόριο στον Πειραιά, θα βγαίνουμε. Μα τώρα, δε θέλω το παιδί να στερηθεί. Και τα σίδερα έχουν καλά λεφτά. Σου τρων τη ζωή, αλλά, πληρώνουν καλύτερα από αλλού.»

Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι. Τίποτε απ’ όσα άκουγα δεν μου εξηγούσε αυτό που είχα δεί. Έναν άνθρωπο πάνω σ’ ένα ποδήλατο σκέτο ρημάδι, να κάνει πετάλι και να κλαίει αδιάκοπα, σα να θρηνούσε μια κάποιαν απώλεια. Προσπάθησα να μην αφήσω να φανεί η αδιαφορία που είχε αρχίσει να με κατακλύζει και τον άφησα να συνεχίσει.

«Τώρα θα σου πω κάτι, που οι άλλοι στη δουλειά το ξέρουν και γι’ αυτό μ’ αποφεύγουν, αλλά, κανείς άλλος, ούτε γυναίκα, ούτε συγγενής, ούτε φίλος δεν το ξέρει. Για το παιδί δε το συζητάμε...αυτός δε θα μάθει ποτέ...τον θέλω νάχει το κεφάλι ψηλά.»
Το βλέμμα αντί να χαμηλώσει, γύρισε καταπρόσωπο.
«Το ποδήλατο το’δες...»
«Τό’ δα» είπα και φάνηκε σα να βγαίνει μια ξένη φωνή απ΄το στόμα μου.
«Δεν τ’ αγόρασα...», είπε και με κύτταξε έντονα στα μάτια σα να περίμενε κάποια αντίδραση.
Είδε πως δεν άλλαξα και συνέχισε.

«Εκεί στην Γ15, στις γερανογέφυρες, δουλεύουν ξένοι, ξέρεις, μαύροι, μελαμψοί. Εγώ φεύγοντας από’ δω με τα πόδια για το σπίτι πέρναγα την ώρα που σχολνάγανε και λίγο-πολύ τους ήξερα, σα φάτσες δηλαδή. Περπατάγαμε και λίγο πλάι-πλάι, σύντροφοι στην κούραση, ξέρεις, νιώθεις πως όταν την μοιράζεσαι την κούραση, είναι σα να λιγοστεύει.»

Έβαλε τα χέρια στον γιακά του τριμμένου σακκακιού του κι’ έκανε σα να το στρώνει στους ώμους του, σα κάποιος κύριος, που ετοιμάζεται να κλείσει μια μεγάλη συμφωνία.
«Ήταν κι’ ένας που έφευγε με ποδήλατο, με τούτο ‘δω πού΄χω απ’ όξω», έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι δείχνοντας έξω.
«Είχε κι’ έναν φίλο και φεύγανε μαζί. Ο ένας με τα πόδια κι’ ο άλλος απ’ το πλάι σιγά-σιγά με το ποδήλατο, παρέα στο συντρόφι του. Δε ζήλεψα τόσο το ποδήλατο, όσο ζήλεψα τη φιλία τους. Ο ένας να μπορεί να πατήσει πετάλι, να μπορεί να φύγει από ‘δω χάμω όσο πιό γρήγορα γίνεται, να πάει να ξεβρωμίσει τη σάρκα του και να μένει να τσουλάει σιγά-σιγά δίπλα στον άλλον. Κι’ ο άλλος, με την κούρασή του να μη ζητάει να ανέβει κι’ αυτός λίγο πάνω, να γλυκάνει λίγο το πρόσωπό του, να αποκάμει λίγο νωρίτερα.»

Μίλαγε και φαινόταν πως ο θαυμασμός του ήταν ειλικρινής.
«Είναι στη ράτσα τους, είναι καμμιά θρησκεία, είναι η απόσταση από τον τόπο τους, ό,τι και νάναι πάντως εγώ δεν τό’ ζησα ποτές μου.»

Μεμιάς, σαν κάποιο αόρατο σύννεφο να μπήκε στην ψυχή του, σκοτείνιασε πάλι και το βλέμμα γύρισε να κυττάει τις σανίδες του πατώματος.
«Αυτόν τον Αχμέτη, που λες, μια μέρα τονε πήρε από κάτω μια νταλίκα πού’ βγαινε από την αποβάθρα», είπε με μιαν ανάσα, «τού’ δωκε μιά και τονε πέταξε κάτω απ’ το ποδήλατο σαν αχερόκουκλα και μετά πέρασε από πάνω του όλο το συρόμενο», είπε και γύρισε να με δει καταπρόσωπο, να διαπιστώσει αν με ειχε σοκάρει.

Σήκωσα το ποτήρι και ήπια μια γουλιά νερό. Σταύρωσα τα χέρια μου στα γόνατα και περίμενα.
«Πώς δουλεύει το μυαλό του ανθρώπου δε το ξέρω. Ξέρω όμως πως μόλις τον είδα κάτω και κόσμο τριγύρω να κυττάει τη δυστυχία που μόλις και ξεκίναγε, δε σκέφτηκα άλλο από το ποδήλατο.»
Ο λαιμός μου είχε στεγνώσει.
«Είχε μείνει ανέπαφο, σα να μην είχε γίνει τίποτε, όπως το βλέπεις έξω από την πόρτα» και έδειξε με το πηγούνι του προς τη μεριά που ήταν τα δυό ποδήλατα.

Δεν γύρισα το κεφάλι μου.
«Έτσι, σα καπνός πέρασε απ’ το μυαλό μου όλη μου η κούραση, τα δυο-τρία χρόνια που θα πρέπει νάμαι ακόμη εδώ κάτω, το παιδί που δεν πρέπει να στερηθεί. Και τόκαμα...Έσκυψα, σήκωσα το ποδήλατο, ανέβηκα πάνω κι΄έφυγα. Είχα να κάνω πετάλι από δεκαπέντε χρονώ. Ήταν μπερδεμένο. Σα νάμουνα το παιδί που ήμουν τότε και ταυτόχρονα ο άψυχος και μαζί και ‘κείνος που τον σκύλεψε».

Τώρα μίλαγε στον εαυτό του. Ακόμη κι’ αν μ’ έβλεπε να σηκώνομαι και να φεύγω, πάλι θα συνέχιζε τα λεγάμενά του.
«Δε μετάνιωσα....Μόνο, που σα μπαίνει η άνοιξη κι’ ανθίζουν οι λεμονιές, τονε σκέφτομαι τον δύστυχο τον Αχμέτη και σκέφτομαι το λεμονανθό που δε μπορεί να μυρίσει πιά και κλάιω δίχως να το θέλω».
Σταμάτησε για λίγο.

«Δυό πράματα με στοιχειώνουν από ‘κείνη τη μέρα. Ο λεμονανθός και ‘κείνος ο έρμος ο σύντροφός του, που είχε σκύψει πάνω από το κορμί του φίλου του και κύτταζε τριγύρω μέσα στα μάτια όλων κι’ όλο έλεγε μέσ’ απ’ τα κλάμματά του: no life mister, no life...»

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Στο λιοτρίβι...


«Αντέλα! Έ, Αντέλα!», έσκυψε απ΄τα περπατιά κάτω η κυρα-Κατερίνα.
«΄Εεε..», σήκωσε το κεφάλι της η Αντέλα.
«Πού εν΄ η Λίζα μας ;»
«Στου λουτρίδ΄μι τα πιδιά, παν΄να γυρίσουν το βόλτο...», είπε η μεγάλη αδελφή. Τί μεγάλη δηλαδή, δέκα η μία και εφτά η άλλη ήτανε...
«Στου λουτρίδ;! ΄γιό πιδί, θα μ΄γυρίσ΄μεσ΄ τ΄μουτζούρα..!»

Η κυρα-Κατερίνα έψαχνε τη Λίζα απ΄το πρωί. Το συνήθιζε το Λιζάκι. Έφευγε το πρωί και γύρναγε όποτε τέλειωνε το παιχνίδι. Σε αντίθεση με την Αντέλα, που όλο γύρω απ΄το σπίτι γύριζε. Τώρα, για παράδειγμα, έπαιζε με την Μαρία την Μπουρμπουνού και την Μαρίνα της Μαριόνκας στο παλιό σχολειό, εκεί που σήμερα είναι δίπατο σπίτι με πανύψηλη αροκάρια στον κήπο. 
Χωρίζανε «σπ΄τάκια» και παίζανε. Κάθε λογής γυαλιστερό χαρτάκι ή κομμάτι από σπασμένη πορσελάνη, το μάζευαν με προσοχή και τόκαμαν για σερβίτσιο: «Έλα να σ΄κάμου καφέ, γειτόν΄σσα!», «Μιτά χαράς, γειτόν΄σσα, έλα κι΄από ΄κ΄πέρα να πιούμι τσάϊ!».

Έλα μου όμως που ο μήνας έμπαινε Οκτώβριος και το ελαιοτριβείο είχε αρχίσει να δουλεύει στο φούλ...Και δεν υπήρχε μόνον αυτό, ήταν ακόμη δύο στο Κάτω Κλείσμα κι΄ ένα στον Καρκάδο. Ήταν και καλή χρονιά εφέτος, ευκαιρία να κάνει κανείς κανένα μεροκάματο παραπάνω.

Μόλις, λοιπόν, παίρναν χαμπάρι τα παιδιά πως ο μπάρμπα-Γιωργάκης είχε ανάψει το καζάνι, έτρεχαν στο λιοτρίβι να γυρίσουν τον βόλτο ή την βίδα. Οι εληές, αφού πέρναγαν πρώτα απ΄τον χτιστό βόλτο όπου γινόταν το πρώτο σπάσιμο, έμπαιναν στις πετσέτες, στοιβάζονταν στο πιεστήριο, περιχύνονταν με άφθονο βραστό νερό απ΄ το καζάνι και πιέζονταν με την βοήθεια της βίδας για να βγεί το λάδι. 
Η φωτηά του καζανιού έκαιγε ελαιοπυρήνα στην καλύτερη περίπτωση και, στην όχι και τόσο καλή περίπτωση, βοϊδιές...

Πηγαίναν, λοιπόν, τα παιδιά να γυρίσουν το βόλτο ή την βίδα, έτσι, σαν διασκέδαση κι΄όχι για χαρτζηλίκι, αφού ούτε λεφτά περισσεύαν, αλλά, και υπήρχαν εργάτες γι΄αυτήν τη δουλειά. 
Βέβαια, όπως και να το κάνει κανείς, κάτι οι καπνιές απ΄το καζάνι, κάτι τα λάδια και η μούργα, που τα παιδιά τα διασκέδαζε ιδιαίτερα να κάθονται και να την χαζεύουν να τρέχει, έβγαιναν όλα μέσ΄ τη λίγδα απ΄το λιοτρίβι.

Τουλάχιστον, να προλάβαινε να την κάνει ένα μπάνιο πριν χωθεί στο σπίτι, αρπάξει κανένα κομμάτι ψωμί με ζάχαρη κι΄άειντε βρες την μετά. Και να γυρίζει μεσ΄το χωριό με τα λερωμένα ρούχα στο μεταξύ...

Όπως, λοιπόν, βγήκε η κυρα-Κατερίνα στην γωνία της τσατσα-Καρμέλας, νάσου και παίρνει το μάτι της την Λίζα να χώνεται στης πεθεράς της τής Αντέλας την πόρτα. Γκρούκ, έτριξε η πόρτα πάνω στο χιλιοπατημένο μάρμαρο κι΄έκλεισε κρύβοντας το παιδί πίσω της.
Γκρουκ η πόρτα δεύτερη φορά, μα μέχρι ν΄ανέβει τα σκαλιά η κυρα-Κατερίνα, άφαντη η Λίζα. Στο μεταξύ η άμια-Αντέλα, πούχε ακούσει την πόρτα ν΄ανοίγει και να κλείνει δυό φορές, βγήκε σκουπίζοντας τα χέρια της ως τον παράσταθα να δεί ποιός ανέβαινε.

«Έ, άμια, πού εν΄η ιμκρή;» κύτταξε κλεφτά η Κατερίνα πάνω απ΄τον ώμο τής πεθεράς της στην κουζίνα.
«Η Λίζα, μαρέ;», σάστισε η τσατσα-Αντέλα και βγήκε στην αυλή,
«Μα, μη μ΄κάν΄ς που δε ξέρ΄ς !» έκανε ν΄αγριέψει η Κατερίνα.
«Μα πού έν΄μαρέ η Λίζα,δεν την ίδγια απ΄του προυί...»...
«Άμια! Ισύ μ΄τη χαλάς! Όλο παστρικιά έν΄ μ΄λες κι΄ όλο μεσ΄ ζ΄ λάσπες γυρνά !»
«Μα δεν ντ΄νίδγια σ΄ λέω..!»
«Μα ιδώ ανέβηκιν, ηνταμό δεν ντ΄ν΄ίδγιες..!» έκανε κρατώντας το θυμό της η Κατερίνα και ανέβηκε τρία-τέσσερα σκαλιά προς την ταράτσα να δεί μήπως η μικρή είχε ανέβει εκεί για να γλυτώσει το πλύσιμο.
«Δεν εν ηφτού, σ΄λέου, δεν ανιβαίν΄ ηκεί...»
«Καλά...», γύρισε η κυρα-Κατερίνα και κατέβηκε τα σκαλιά φουντωμένη μή θέλοντας να δώσει συνέχεια, «καλά, άμια, μα ιγώ ντ΄ν ίδγια, δεν κάν΄ς καλά που την κρύβ΄ς...» συμπλήρωσε και φουριόζα, κατέβηκε στο δρόμο.
«Έλα, Παναΐγια μ΄, ιφτή η γυναίκα...» έμεινε να κυττάει από τα περπατιά η τσατσα-Αντέλα με αληθινή σαστισμάρα την Κατερίνα να στρίβει στη γωνία.

Και τότε, πριν προλάβει να κάνει ένα βήμα προς την κουζίνα, ένα τρίξιμο ακούστηκε από πίσω της κι΄ένα κεφαλάκι με δυό μπαγαπόντικα ματάκια έσκασε μύτη κάτω απ΄το μεγάλο κοφίνι της μπουγάδας, που στράγγιζε αναποδογυρισμένο στη γωνιά, κάτω απ΄τη θυρίδα.

«Ιδώ ίσι, μουρή κι δε μ΄λείς; Μ΄ακούς που τσακώνουμι μι ντ΄μάνα σ΄ κι δε μ΄λείς; » χτύπησε τα χέρια της στην ποδιά της η τσατσα-Αντέλα κρύβοντας με δυσκολία τα γέλια της και κάνοντας την θυμωμένη.
«Δε θέλου να μι πλύν΄, καθαρή ίμι...» βγήκε μπουσουλώντας η Λίζα απ΄το κοφίνι.
«Ήντα μουρδάρ΄κο πιδί έν΄ηφτό! Μα ποιανού ήμοιασις, μαρέ..;» κούνησε το δεξί της χέρι μ΄ανοιχτά τα δάχτυλα, δήθεν απειλητικά, προς το μέρος του παιδιού.
«Έ, γιαγιά, δε θέλου να μι πλύν΄, καθαρή ίμι...» ξαναείπε το Λιζάκι κυττάζοντας κάτω.

Τί να κάνει όμως η τσατσ΄Αντέλα, απ΄την μιά το λάτρευε το παιδί και δεν ήθελε να το στεναχωρεί κι΄απ΄την άλλη, έπρεπε να λύσει και το διπλωματικό επεισόδιο που είχε προκύψει με την Κατερίνα, την νύφη της.
Μιά και δυό παίρνει το παιδί και το πάει δίπλα στου Ζάννε, τό και τό και να μην την μαλώσει, δε θα το ξανακάνει...

Η Κατερίνα πάλι, απ΄τη μιά ήθελε να γελάσει κι΄απ΄την άλλη δεν ήθελε να δώσει θάρρος στο σκανταλιάρικο Λιζάκι.
Ζέστανε νερό, τόβαλε στο βρυσάκι, έβαλε τη μικρή μέσα στη σκάφη και μ΄ένα πανί και με μια πλάκα σαπούνι με αλισίβα άρχισε να τρίβει το λιγδωμένο κορμάκι τής μικρής, που δεν έβγαλε άχνα, ακόμη κι΄όταν τα σαπούνια μπήκαν στα μάτια της. Περίμενε τη γαλόσουπα με τ΄αστρουλάκι που θ΄ακολουθούσε και σώπαινε. 
 
Κι΄αύριο μέρα ήταν, το λιοτρίβι εκεί θα ήταν και από εληές, είχε ο Θεός...

.................................................

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΛΕΡΟ...


«Το πρωί μόλις ανοίξαμε τις τηλεοράσεις ακούσαμε ότι, οι Τούρκοι πήραν την Λέρο. Παγώσαμε, τρομάξαμε, μαζευτήκαμε...Θυμήθηκα άλλες εποχές που μας έπιανε ιερή μανία όταν κάποιος άγγιζε κάτι απ΄την πατρίδα και τώρα ούτε που τόλμαγες να πεις την λέξη. Δεν υπήρχαν πιά πατρίδες και σημαίες...

Και τώρα; Σκέφτηκα...Τώρα ποιό νησί έχει σειρά, πού θα πάνε ν΄ακουμπήσουν τα βρωμόχερά τους οι καλοί γειτόνοι και κουμπάροι..;

Είχαν βγεί στις τηλεοράσεις κι΄όλοι οι σφογγοκωλάριοι και πετάγαν τις ευθύνες στους άλλους, μα ποιός τους άκουγε...Μερικά κανάλια έβαλαν και τραγούδια του περασμένου πολέμου και στο ίντερνετ φωνάζαν όλοι πως τα έλεγαν καιρό και κανείς δεν τους άκουγε, τους είχαν στήσει στον τοίχο και τους έβριζαν πολεμοκάπηλους και ξενοφοβικούς.

Την αλήθεια δεν την μάθαμε παρά μετά από πέντε μέρες.
Οι Τούρκοι είχαν ησυχάσει για καμπόσο καιρό, μας είχαν κοιμίσει τού καλού καιρού, νομίσαμε πως δεν τους ένοιαζε πιά και μετά κάναν ένα μπραφ και πήραν το νησί. Στρατός γερός δεν υπήρχε να κάμει κάτι, ούτε αεροπορίες και ναυτικά πρόλαβαν. Οι Τούρκοι τόζωσαν από παντού και φτιάξαν έναν διάδρομο επικοινωνίας με την Τουρκία που τον προστάτευαν με κάθε μέσο. Δεν τους ένοιαζε ούτε ο Έβρος, ούτε άλλο νησί, μα αυτό που είχαν πάρει το κρατάγαν καλά σαν μωρό νεογέννητο, σαν πολύτιμο βάζο σε μετακόμιση.

Τα τζιμάνια μας φοβόνταν για την Κάλυμνο και τη Σάμο που ήταν κοντά και το βρήκαν στη Λέρο. Τα ξένα κανάλια το είχαν ρίξει τέταρτη είδηση, σαν νάρθαν δυό φίλοι επίσκεψη στο σπίτι μας...
Σαν να μην έφταναν αυτά, ξάφνου γέμισε τούρκικους ραδιοφωνικούς σταθμούς το Αιγαίο, που μιλάγαν ελληνικά και λέγαν ότι να μην  φοβόμαστε τίποτα, γιατί ο σκοπός ήταν να βρούμε μια λύση για την συνδιαχείριση του Αιγαίου κι΄όχι η κατοχή του νησιού.

Οι δικοί μας περίμεναν τους Αμερικάνους να μας πουν τί να κάμουμε. 
Λέγαν οι τηλεοράσεις, λέγαν, λέγαν, λέγαν, ένας μάλιστα έβγαλε και Τούρκο να μας μιλήσει, να μας ενημερώσει. Το μεγαλοκάναλο έγινε κέντρο ενημέρωσης του λαού, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μίλαγε μόνον εκεί. Απαγορεύτηκαν στην τηλεόραση και οι συζητήσεις με τα παράθυρα με τους ειδικούς, που παληά λέγαν όποια μπαρούφα τους κατέβαινε για κάθε θέμα. Όσο καιρό τούς εξυπηρετούσε το σύστημα το κράταγαν, τώρα, τόχαν δαιμονοποιήσει...

Τα τουρκικά αεροπλάνα έφτασαν ως πάνου απ΄την Χαλκίδα, ενώ όταν σηκώνονταν τα δικά μας, βρίσκαν το Αιγαίο μπλοκαρισμένο από συχνότητες και αντίμετρα, που δεν τους αφήναν να πετάξουν.
Το ίντερνετ έπηξε από μηνύματα φιλίας από τους γειτόνους, ενώ οι σελίδες των υπουργείων είχαν καταληφθεί από τούρκους χάκερς που πέρναγαν όποια γραμμή ήθελαν.

Στην Αθήνα τώρα, έγινε το μεγάλο ταβατούρι. 
Όπου υπήρχαν μουσουλμάνοι βγήκαν στους δρόμους και διεκδίκησαν τις περιοχές. Τί σημαίες, τι αφίσες, τί ντουντούκες διαλαλούσαν τον λόγο και το θέλημα του Αλλάχ και όλο και περισσότεροι μαζεύονταν στους δρόμους όλο και πιό αγριεμένοι. Λένε πως έγιναν πολλά εκείνες τις μέρες που δεν θα τα μάθει ποτέ κανείς. Και όλοι αυτοί έιχαν πλάτες εκείνο το κομματάκι της λεγόμενης αριστεράς, που πάντα διοικούσε τα εσωτερικά της χώρας...

Ετούτοι λέγαν πως δεν πρέπει να λειτουργήσουμε με αναχρονιστικά αντανακλαστικά και πως πρέπει να δέιξουμε ψυχραιμία μέχρι να δούμε τις αληθινές προθέσεις των γειτόνων, δεν τους λέγαν Τούρκους, τους λέγαν γειτόνους. Μαζί με τούτα, άρχισαν να σκάνε όλο και πιό πολλές τρομοκρατικές ενέργειες στην πόλη και έβλεπες νεαρούς με ρόπαλα και σιδερικά να κυνηγάνε στρατιωτικούς και αστυνομικούς μεσ ΄το κέντρο της Αθήνας.

Στις φυλακές οι εξεγέρσεις έφταναν μέχρι θάνατο και υπήρχαν ομάδες που προμήθευαν όπλα τους κρατουμένους...Έγινε χαμός..Πόσοι λιανίστηκαν από κάθε πλευρά εκείνες τις μέρες, κανείς δεν ξέρει...

Κλείσαν και τα σχολεία, γιατί τις πρώτες μέρες έγιναν πολλά επεισόδια σε βάρος παιδιών μουσουλμάνων και σε όσα έμειναν ανοιχτά, οι προοδευτικοί είχαν βάλει σκοπιές με φυλλάδια με απειλητικά συνθήματα να προειδοποιούν τους γονείς για το πώς θα φερθεί το παιδί κι΄ο δάσκαλος στην τάξη, να μην ειπωθεί τίποτε πατριωτικό, να μην θιγούν οι μετανάστες, να μην μάθουν τα παιδιά τί έγινε.

Στα σύνορα στον Έβρο δεν κουνήθηκε μύγα. Οι στρατιώτες πυροβόλαγαν χωρίς δεύτερη κουβέντα όποιον πλησίαζε στο ποτάμι ή το σύρμα. Βρήκαν μετά παιδάκια και μάνες γαζωμένα απ΄τις σφαίρες, σωρό. Κανείς δεν θεωρούνταν εγκληματίας, όλοι προστάτευαν τη χώρα. Τώρα το θυμήθηκαν...

Και πάλι είχαμε παίξει το παιχνίδι των Τούρκων, που στείλανε εκείνες τις μέρες ορδές λαθρομετανάστες, σίγουροι πως δεν θα κρατιόμασταν και θα κάναμε αυτό που περίμεναν. 
Μετά γέμισαν τα δελτία ειδήσεων σ΄ολο τον κόσμο από εικόνες και βίντεο της σφαγής, που είπαν μάλιστα πως προηγήθηκε της επίθεσης στην Λέρο κι΄έτσι, βρεθήκαμε κατηγορούμενοι να απολογούμαστε όπως οι Σέρβοι πριν από χρόνια.

Οι Ρώσοι, που τους περιμέναμε να μας σταθούν, περίμεναν στην γωνία να δουν τί θα συμβεί, γιατί στο μεταξύ στα ανατολικά σύνορά τους, είχαν ξεσπάσει ταραχές και μεγάλο μέρος του στρατού απασχολούταν εκεί. 
Οι Αρμένιοι, απ΄τους οποίους περιμέναμε έστω έναν εσωτερικό αντιπερισπασμό, είχαν να σβήσουν τις φωτιές στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ που πάλι είχαν ανάψει. 
Όσο για τους εβραίους, είχαν ήδη ξεκινήσει συζητήσεις με τους τούρκους για το κοίτασμα στα δυτικά της Λέρου.

Δεν σούπα τίποτε για τους κατοίκους και τους στρατιώτες του νησιού. Αυτούς δεν τους είχαν αγγίξει ούτε τρίχα. Τους κατοίκους τούς καλοτάϊζαν, τούς πήγαν γιατρούς και νοσηλευτές, έβαλαν δωρεάν συγκοινωνία για όποιον θάθελε να περνάει στην Τουρκία και μετά να ξαναγυρίζει και τους έκοψαν κάθε επαφή με τον έξω κόσμο, έτσι που δεν ήξεραν τί και πώς είχε γίνει. 
Νόμιζαν εκείνοι πως ήταν μέρος μιας συμφωνίας και πως αυτός ήταν και ο λόγος που περνάγανε καλά και δεν τους πείραζε κανείς.

Τούς στρατιώτες, τους έβαλαν σε φουσκωτά με νερό και λίγες γαλέτες και τους έδιωξαν απ΄το νησί, χωρίς να πειράξουν κανένα τους.
  
Μετά ζητήσαμε διευθέτηση, για να μην την πούμε συνθηκολόγηση και άρχισαν οι διαπραγματεύσεις. Οι Τούρκοι προσφέρθηκαν να καλύψουν τα νησιά που είχαν κακή συγκοινωνία, με γιατρούς και αυτά που τους έλειπαν τόσον καιρό. Ζήτησαν, μάλιστα, να γίνουν και δημοψηφίσματα σε κάθε νησί. 
Να μην στα πολυλογώ, βρεθήκαμε αγκαλιά με τους γειτόνους χωρίς να καταλάβουμε το πώς και μας μπαστακωθήκανε στο Αιγαίο και μπαίνανε και βγαίνανε όποτε ήθελαν. 

Στην Αθήνα, με την μεσολάβηση εξωκοινοβουλευτικών του κόμματος που φαντάζεσαι, αποφασίστηκε να εκκενωθεί από ντόπιους η περιοχή που φαντάζεσαι και πήγαν και μείναν εκεί όλοι οι μουσουλμάνοι της Αθήνας, γιατί και αυτός που έμενε στην Καλλιθέα ας πούμε, έβλεπε πως δεν μπορούσε πιά να κατοικήσει εκεί, φοβόταν για την φαμελιά του.
Αυτά..

Και σήμερα, άμα θέλω να πάω στο νησί, θα πρέπει να πάω με τούρκικο καράβι γιατί κι΄αυτό, το δώσαμε να το χειριστούν αυτοί.

Οι εκλογές δεν έχουν πιά νόημα, διαλέγουμε μόνον διαχειριστές των εντολών, όπως γινόταν και πάντα, μόνο που τώρα, το λένε και ανοιχτά.

Αυτά γινήκανε όσο έλειπες...»

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...