Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

ΜΠΟΥΓΑΔΑ...

Πρωί-πρωί Δευτέρα, μόλις τα παιδιά μαζεύτηκαν στο σχολείο των Κελλιών, μονοθέσιο με πάνω από εβδομήντα παιδιά απ΄ τα τέσσερα χωριά, η Φρατζέσκα με την Μαριέττα συναντήθηκαν εμπρός στο τσαγκαριό τού Αλμπέρτη και άρχισαν ν΄ανηφορίζουν προς το ξυνάρι με τo κοφίνι γεμάτο με ασπρόρουχα για πλύσιμο.

Κάθε είκοσι με τριάντα μέρες που μαζεύονταν τα άσπρα, βάζανε και μια καλή μπουγάδα. Μεγάλη μπουγάδα κάνανε κι΄όταν ερχόταν άνοιξη κι΄έπρεπε να φυλάξουν τα πιό βαρειά χειμωνιάτικα στην ναφθαλίνη.
Γιατί τα καθημερινά, τα σκούρα, αυτά που λερώνονταν στις δουλειές, τα έπλεναν με την πρώτη ευκαιρία στην κοντινότερη πλύστρα τού χωριού, όπου υπήρχε και πηγάδι.
Μέχρι και σήμερα, σε πολλά σπίτια των Κελλιών μπορεί να βρει κανείς πηγάδι στο περιβόλι τους, σημάδι ότι το χωριό ανέκαθεν είχε πολλά νερά.
Ακόμη και τώρα, μεσ΄το κατακαλόκαιρο, αν γυρίσεις να κυττάξεις προς την Αγία Υπακοή, μπορείς να δεις τις δράφες να μωβίζουν μεσ΄τα λαγκάδια, κι΄αν κάνεις τον κόπο ν΄ανέβεις ως τού Πολέμου τον Κάμπο, δεν θα πιστεύεις πόσο νερό καταφέρνει και κρατάει η Καστέλλα στα σπλάχνα της.

Πάμε πίσω στα ασπρόρουχα όμως, που ήθελαν ιδιαίτερη περιποίηση, μιάς και ήταν τα "καλά" που, εφόσον κόστιζαν πολύ περισσότερο, έπρεπε και να διαρκέσουν όσο γινόταν πιό πολύ. 
Έφταναν έτσι, δεύτερο ή και τρίτο χέρι σε άψογη κατάσταση, με δαντέλλες χειροποίητες, περίτεχνους γιακάδες και πανέμορφα κεντήματα.
Πόσα τέτοια κομμάτια, που θα έφταναν για να γεμίσουν τις αίθουσες κάποιου λαογραφικού μουσείου, δεν θάφτηκαν μέσα σε γκρεμισμένα σπίτια, πόσα δεν έγινα ξεσκονόπανα ή παληόπανα για οποιαδήποτε δουλειά, κανείς δεν ξέρει.

Ούτε η Φρατζέσκα, ούτε η Μαριέττα όμως, δεν γνώριζαν τότε το μέλλον που επεφύλασσαν οι επερχόμενες γενιές στα "καλά" τους ρούχα.
Συνέχισαν, λοιπόν, ν΄ανηφορίζουν προς το ξυνάρι κρατώντας το μπουγαδοκόφινο απο ένα χερούλι η καθεμιά.
Δεν είναι δα και κανένα εύκολο χωριό τα Κελλιά, μια ανηφόρα ατελείωτη απ΄την μια άκρη ως την άλλη που διατρέχει το κάτω, το μεσιανό και τ΄απάνω χωριό. Κι΄αν στην βρύση μετά του Λάνη τον καφενέ κάνεις δεξιά, έ, κάπως μαλακώνει το ανέβασμα. Αν το κόψεις όμως απ΄τα σκαλιά του Αγίου Ζαχαρία, τότε θέλει γερά πνευμόνια μέχρι το παπαδικό.

Με τα πολλά έφτασαν στο ξυνάρι. Ήδη, απ΄ του Λόντου το σπίτι άκουσαν το νερό να τρέχει, μαζί με τις φωνές όσων ήταν ήδη εκεί και είχαν αρχίσει την διαδικασία της μπουγάδας.

Στην αρχή, έβγαιναν όλα τα ρούχα απ΄το κοφίνι και μουλιάζονταν καλά-καλά, ένα-ένα, στις πλύστρες. Μετά γινόταν το πρώτο πλύσιμο, ένα ξέβγαλμα και κατόπιν αφήνονταν να στραγγίσουν, να φύγουν τα πολλά νερά.
Στην συνέχεια, άρχιζε το στίβαγμα πίσω στο κοφίνι.
Κάθε ρούχο, τα πιό μεγάλα πρώτα και τα πιό λεπτεπίλεπτα δεύτερα, έπαιρνε την θέση του πίσω στο κοφίνι. Η φροντίδα που έπρεπε να δοθεί ήταν να μείνει το κάθε ρούχο αφράτο στην θέση του, χωρίς να πατωθεί πολύ. Με επιδέξιες κινήσεις λοιπόν, δίπλωναν το κάθε ρούχο σε πολλές, μικρές πτυχές και το έβαζαν απλωμένο στο κοφίνι. Ακολουθούσε άλλο κι΄έπειτα άλλο κι΄έπειτα άλλο, μέχρι που το κοφίνι γέμιζε.

Τώρα όμως ήταν το δύσκολο. Το κοφίνι έπρεπε να κάνει την ίδια διαδρομή πίσω στο σπίτι, μόνο που τώρα, τα ρούχα ήταν βρεγμένα και το φορτίο ασήκωτο.
Είχε όμως συνεννοηθεί η Μαριέττα να περάσει ο Ζάννες με το γαϊδούρι, ν΄αναλάβει κι΄αυτός μέρος τής φροντίδας των ασπρόρουχων.

Μόλις το κοφίνι έφτασε στο σπίτι, οι φιλενάδες χαιρετήθηκαν και τράβηξε η Φρατζέσκα στις δουλειές  της. Η Μαριέττα, έβαλε κάτω στην αυλή δυό πέτρες στενόμακρες και πλακουτσωτές, σήκωσε το κοφίνι και τ΄ακούμπησε επάνω, να μπορούν να τρέχουν τα νερά εύκολα.

Άναψε φωτιά κι΄έβαλε νερό να βράσει. Άπλωσε πάνω στα ρούχα ένα τετράγωνο κομμάτι από βαρύ καραβόπανο που εξείχε αρκετά από τα πλάγια του κοφινιού και από πάνω, ένα καθαρό, μεγάλο κομμάτι τσουβάλι. Πάνω σ΄αυτό, το σταχτόπανο, άπλωσε φρέσκα λεμονόφυλλα και στην συνέχεια έβαλε με το φτυαράκι καμπόση στάχτη από ξύλα.
Έπιασε και δίπλωσε τα κομμάτια τών δυό πανιών που εξείχαν στα πλάγια επάνω στο κοφίνι, όπως κάνουμε με τα φύλλα της σπανακόπιττας.
Το νερό δεν είχε βράσει ακόμη. Έρριξε δυό φρύγανα ακόμη στη φωτιά κι΄έβαλε το μπρίκι να κάνει έναν ρεβυθοκαφέ όσην ώρα περίμενε. Μια, δυό γουλιές και το νερό είχε βράσει. Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της, πήρε την λεκάνη με το νερό, έπιασε στο δάχτυλο και το πήλινο σταμνάκι και βγήκε στην αυλή.
Τώρα χρειαζόταν υπομονή.
Γέμισε το σταμνί με καυτό νερό κι΄άρχισε να το χύνει αργά-αργά πάνω στο διπλωμένο τσουβάλι που μέσα του ήταν τα λεμονόφυλλα με την στάχτη, το καθαριστικό και μαζί λευκαντικό της εποχής, η αλισίβα, που είχε την ιδιότητα να διαλύει τα λίπη και τα λάδια πριν το βασικό πλύσιμο.

Περίμενε να περάσει σιγά-σιγά το νερό στα ρούχα, γέμισε πάλι το σταμνί κι΄ έρριξε κι΄άλλο καυτό νερό, κι΄άλλο, κι΄άλλο ώσπου να τελειώσει όλη η ποσότητα κι΄ένα λεπτό αυλάκι νερού φαινόταν να στραγγίζει απ΄το κοφίνι προς την υδρορροή.
Τα ρούχα θα μέναν έτσι μέχρι το άλλο πρωί, να δράσει η αλισίβα, να ευκολύνει το κυρίως καθάρισμα.

Άντε πάλι την άλλη μέρα το πρωί για το ξυνάρι, όπου άρχιζε το κυρίως πλύσιμο με πλάκα σαπούνι και μπόλικο τρίψιμο. Κόπανο σπάνια χρησιμοποιούσε η Μαριέττα κι΄αυτόν, μόνο για τα σεντόνια ή τις πετσέτες. Τ΄άλλα τα έτριβε προσεκτικά στο χέρι, να μην τριφτούν οι γιακάδες, ειδικά εκείνοι που ήταν ήδη γυρισμένοι τα μέσα έξω μιά φορά, γιατί μετά το ρούχο ήταν για πέταμα. Το πράσινο σαπούνι, αγοραστό "ΑΛΕΠΟΥΔΕΛΗ", έδινε κι΄έπαιρνε. Το χωριό δεν είχε βλέπεις τότε ακόμη αρκετά λάδια για να φτιάξουν πλάκα σαπούνι κι΄έπρεπε να το αγοράζουν.

Το τελευταίο νερό ήταν για το ξέβγαλμα. Μπόλικο, δροσερό, τρεχάμενο νερό απ΄την πηγή πάνω απ΄το χωριό, που τώρα είναι κρυμμένη, χτισμένη μέσα σε τσιμεντένια φυλακή, έπαιρνε τα αθώα υπολείμματα του σαπουνιού, άφηνε το ξυνάρι να μοσχοβολάει πάστρα και νοικοκυροσύνη κι΄έτρεχε απ΄τον υνταγό ώς κάτω στο χωριό.

Και στην πρώτη ευκαιρία, μια Κυριακή ή μια γιορτή, τα λευκά είχαν την τιμητική τους. Όλος ο κόπος κι΄η φροντίδα έλαμπαν πάνω τους και μαζί τους έλαμπε και το χωριό.

Αυτά τα λίγα για την μπουγάδα, να τα θυμάστε την επόμενη φορά, που θα πατήσετε το κουμπί του πλυντηρίου ξεφυσώντας και γκρινιάζοντας για το πότε μαζεύτηκε πάλι τέτοιο ρουχομάνι...

1 σχόλιο:

Οδυσσέας είπε...

Πες τα χρυσόστομε!
Καλημέρες