Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

No life mister, no life...

Το παρακάτω κείμενο είναι από το podilates.gr και το αναρτώ γιατί μου το θύμισε το άρωμα του λεμονανθού, που έρχεται σιγά-σιγά και μπορεί και ομορφαίνει ακόμη και το τσιμέντο που μέσα τοου ζούμε.


Το βλέμμα σπρωχνότανε κάτω, δεν πέρναγε πέρα από τις μύτες των παπουτσιών του και τα βαρειά του φρύδια δεν άφηναν να δω τα μάτια του, καταλάβαινα όμως την σκοτεινιά στην ψυχή του και πιό πολύ ένοιωθα την βαρειά του ανάσα, παρά που την άκουγα.

Πώς βρέθηκα μέσα σε τούτο τον καφενέ, τον βγαλμένο από κάποιο βιβλίο του Καραγάτση, ούτε που κατάλαβα. Θυμήθηκα πως κάποτε είχα ταξιδέψει ως την Μυτιλήνη μόνο και μόνο για να πιώ καφέ σ’ έναν από κείνους τους παληούς καφενέδες που είχα δει στην τηλεόραση πως υπήρχαν ακόμη και τώρα, σ’ έναν ακόμη πιό παλιό απ’ όλους όσους είχα γνωρίσει, βρισκόμουν εδώ, στο Πέραμα.

Έβαλα με το μυαλό μου πως θάπρεπε να θυμηθώ να ξανάρθω χειμώνα, νάναι αναμμένη και η μαντεμένια ξυλόσομπα, να βρέχει έξω και να κάτσω σε μια γωνιά να βλέπω διακριτικά τα γερόντια που φεύγουν σιγά-σιγά και μαζί τους θα φύγει και ο καφενές.

«Με πιάνει κάθε που αρχίζει να μυρίζει ο λεμονανθός...»
Ρούφηξε τη μύτη του από αμηχανία, σαν παύση για να ξαναπιάσει τον ειρμό.
«Γίνεται από μόνο του. Δίχως να το θέλω τρέχουν τα μάτια μου, βουρκώνω κι’ ύστερα κλαίω για ώρα.»

Έμπλεκε και ξέμπλεκε τα δάχτυλά του συνεχώς. Απόρησα που δεν κάπνιζε.
«Μα δε ντρέπομαι...»

Έσκυψε κι’ άλλο το κεφάλι, έλεγες πως θα το μπήξει μέσα στα στήθια του.
«Μερικά πράγματα δε σ’αφήνουν ποτέ. Γίνονται και μετά η ζωή σου σημαδεύεται από ‘κει και πέρα, χαρακώνεται...»
Τον άφησα να κρατήσει τον αργό ρυθμό του. Όσο κι’ αν μ’ έτρωγε η απορία, όσο κι’ αν τρωγόμουνα να μάθω, τον άφησα να τα πεί όπως κι’ όποτε εκείνος ήθελε.

«Εδώ χάμω ούτε να φτύσεις δεν είναι. Τόσο σίδερο δεν τόχα φανταστεί ότι υπήρχε μέσα στις προβλήτες. Και το βλέπεις έτσι και λες, σκουριασμένο είναι, μα έτσι είναι το σίδερο, έχει πάντα αυτή την όψη και μόνο σα το πιάσεις και το κόψεις, το κολλήσεις, το χτυπήσεις και μετά το ασταρώσεις και το βάψεις παύει να μυρίζει σα σίδερο. Καράβια, πλεούμενα, φαρτηγά, μαούνες, όλα από ‘δω χάμω ξεκινάνε. Δε τα βλέπετε ‘σεις που περνάτε απ’ όξω γιατί είν’ οι μάντρες ψηλές και μας κρύβουν.»
Θυμήθηκα πως τα μεσημέρια καμμιά φορά, άμα μ’ έφερνε ο δρόμος από τη Γρηγόρη Λαμπράκη, έβλεπα εργάτες με ολόσωμες φόρμες να πετάγονται από κάποια πόρτα απ’ τη μεριά της θάλασσας και να χώνονται σε κάποιο σαντουϊτσάδικο κι’ απ’ την ανοιχτή σιδερόπορτα μόλις πρόφταινα να δω όρθια σκαριά άβαφτα, ατελείωτα, σκέτο σίδερο.

«Τόφερε η τύχη να πρέπει να πάρω σύνταξη από ‘δω. Δεν τόξερα το σίδερο, μα τόμαθα. Ακόμη όμως το σιχαίνομαι. Είχα μάθει μαραγκός. Γλυκό πράμα το ξύλο, ζωντανό, όσα χρόνια και να περάσουν μιλάει πάντα. Ενώ το σίδερο δε συνηθιέται, άτιμο πράμα, στη φυλάει και λίγο να ξαστοχήσεις, πάει, τρέχεις για ορούς και φάρμακα.»

Ξεθάρρεψε λίγο και σήκωσε το βλέμμα λίγο πιό πέρα προς το φως που ερχόταν απ’ την πόρτα. Γύρισα κι’ έρριξα κι’ εγώ μιά ματιά έξω απ’ το τζάμι. Φαίνονταν πλάϊ-πλάϊ τα τιμόνια των δύο ποδηλάτων.

Ησύχασα. Από τη ώρα που μπήκαμε ‘δω μέσα είχα ξεχάσει να κυττάξω προς τα ΄κει.
«Ευτυχώς, το παιδί δεν θα τελειώσει ‘δω χάμω. Τον έχω στο πανεπιστήμιο, τελειώνει σε δυό-τρία χρονάκια, μετά στρατιωτικό και τέλος. Θα βρει μια δουλειά να πω κι’ εγώ πως ανάσανα. Θα κάμω να βρω μιαν άλλη δουλειά, με πιό λίγα λεφτά, πού θα πάει, δυό ψυχές θάμαστε με την κυρά, δουλεύει και ‘κείνη λατζέρα σ’ ένα εστιατόριο στον Πειραιά, θα βγαίνουμε. Μα τώρα, δε θέλω το παιδί να στερηθεί. Και τα σίδερα έχουν καλά λεφτά. Σου τρων τη ζωή, αλλά, πληρώνουν καλύτερα από αλλού.»

Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι. Τίποτε απ’ όσα άκουγα δεν μου εξηγούσε αυτό που είχα δεί. Έναν άνθρωπο πάνω σ’ ένα ποδήλατο σκέτο ρημάδι, να κάνει πετάλι και να κλαίει αδιάκοπα, σα να θρηνούσε μια κάποιαν απώλεια. Προσπάθησα να μην αφήσω να φανεί η αδιαφορία που είχε αρχίσει να με κατακλύζει και τον άφησα να συνεχίσει.

«Τώρα θα σου πω κάτι, που οι άλλοι στη δουλειά το ξέρουν και γι’ αυτό μ’ αποφεύγουν, αλλά, κανείς άλλος, ούτε γυναίκα, ούτε συγγενής, ούτε φίλος δεν το ξέρει. Για το παιδί δε το συζητάμε...αυτός δε θα μάθει ποτέ...τον θέλω νάχει το κεφάλι ψηλά.»
Το βλέμμα αντί να χαμηλώσει, γύρισε καταπρόσωπο.
«Το ποδήλατο το’δες...»
«Τό’ δα» είπα και φάνηκε σα να βγαίνει μια ξένη φωνή απ΄το στόμα μου.
«Δεν τ’ αγόρασα...», είπε και με κύτταξε έντονα στα μάτια σα να περίμενε κάποια αντίδραση.
Είδε πως δεν άλλαξα και συνέχισε.

«Εκεί στην Γ15, στις γερανογέφυρες, δουλεύουν ξένοι, ξέρεις, μαύροι, μελαμψοί. Εγώ φεύγοντας από’ δω με τα πόδια για το σπίτι πέρναγα την ώρα που σχολνάγανε και λίγο-πολύ τους ήξερα, σα φάτσες δηλαδή. Περπατάγαμε και λίγο πλάι-πλάι, σύντροφοι στην κούραση, ξέρεις, νιώθεις πως όταν την μοιράζεσαι την κούραση, είναι σα να λιγοστεύει.»

Έβαλε τα χέρια στον γιακά του τριμμένου σακκακιού του κι’ έκανε σα να το στρώνει στους ώμους του, σα κάποιος κύριος, που ετοιμάζεται να κλείσει μια μεγάλη συμφωνία.
«Ήταν κι’ ένας που έφευγε με ποδήλατο, με τούτο ‘δω πού΄χω απ’ όξω», έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι δείχνοντας έξω.
«Είχε κι’ έναν φίλο και φεύγανε μαζί. Ο ένας με τα πόδια κι’ ο άλλος απ’ το πλάι σιγά-σιγά με το ποδήλατο, παρέα στο συντρόφι του. Δε ζήλεψα τόσο το ποδήλατο, όσο ζήλεψα τη φιλία τους. Ο ένας να μπορεί να πατήσει πετάλι, να μπορεί να φύγει από ‘δω χάμω όσο πιό γρήγορα γίνεται, να πάει να ξεβρωμίσει τη σάρκα του και να μένει να τσουλάει σιγά-σιγά δίπλα στον άλλον. Κι’ ο άλλος, με την κούρασή του να μη ζητάει να ανέβει κι’ αυτός λίγο πάνω, να γλυκάνει λίγο το πρόσωπό του, να αποκάμει λίγο νωρίτερα.»

Μίλαγε και φαινόταν πως ο θαυμασμός του ήταν ειλικρινής.
«Είναι στη ράτσα τους, είναι καμμιά θρησκεία, είναι η απόσταση από τον τόπο τους, ό,τι και νάναι πάντως εγώ δεν τό’ ζησα ποτές μου.»

Μεμιάς, σαν κάποιο αόρατο σύννεφο να μπήκε στην ψυχή του, σκοτείνιασε πάλι και το βλέμμα γύρισε να κυττάει τις σανίδες του πατώματος.
«Αυτόν τον Αχμέτη, που λες, μια μέρα τονε πήρε από κάτω μια νταλίκα πού’ βγαινε από την αποβάθρα», είπε με μιαν ανάσα, «τού’ δωκε μιά και τονε πέταξε κάτω απ’ το ποδήλατο σαν αχερόκουκλα και μετά πέρασε από πάνω του όλο το συρόμενο», είπε και γύρισε να με δει καταπρόσωπο, να διαπιστώσει αν με ειχε σοκάρει.

Σήκωσα το ποτήρι και ήπια μια γουλιά νερό. Σταύρωσα τα χέρια μου στα γόνατα και περίμενα.
«Πώς δουλεύει το μυαλό του ανθρώπου δε το ξέρω. Ξέρω όμως πως μόλις τον είδα κάτω και κόσμο τριγύρω να κυττάει τη δυστυχία που μόλις και ξεκίναγε, δε σκέφτηκα άλλο από το ποδήλατο.»
Ο λαιμός μου είχε στεγνώσει.
«Είχε μείνει ανέπαφο, σα να μην είχε γίνει τίποτε, όπως το βλέπεις έξω από την πόρτα» και έδειξε με το πηγούνι του προς τη μεριά που ήταν τα δυό ποδήλατα.

Δεν γύρισα το κεφάλι μου.
«Έτσι, σα καπνός πέρασε απ’ το μυαλό μου όλη μου η κούραση, τα δυο-τρία χρόνια που θα πρέπει νάμαι ακόμη εδώ κάτω, το παιδί που δεν πρέπει να στερηθεί. Και τόκαμα...Έσκυψα, σήκωσα το ποδήλατο, ανέβηκα πάνω κι΄έφυγα. Είχα να κάνω πετάλι από δεκαπέντε χρονώ. Ήταν μπερδεμένο. Σα νάμουνα το παιδί που ήμουν τότε και ταυτόχρονα ο άψυχος και μαζί και ‘κείνος που τον σκύλεψε».

Τώρα μίλαγε στον εαυτό του. Ακόμη κι’ αν μ’ έβλεπε να σηκώνομαι και να φεύγω, πάλι θα συνέχιζε τα λεγάμενά του.
«Δε μετάνιωσα....Μόνο, που σα μπαίνει η άνοιξη κι’ ανθίζουν οι λεμονιές, τονε σκέφτομαι τον δύστυχο τον Αχμέτη και σκέφτομαι το λεμονανθό που δε μπορεί να μυρίσει πιά και κλάιω δίχως να το θέλω».
Σταμάτησε για λίγο.

«Δυό πράματα με στοιχειώνουν από ‘κείνη τη μέρα. Ο λεμονανθός και ‘κείνος ο έρμος ο σύντροφός του, που είχε σκύψει πάνω από το κορμί του φίλου του και κύτταζε τριγύρω μέσα στα μάτια όλων κι’ όλο έλεγε μέσ’ απ’ τα κλάμματά του: no life mister, no life...»

Δεν υπάρχουν σχόλια: