Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Η ΡΥΤΙΔΑ ΣΤΟ ΜΕΣΟ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ....

Και πές εσύ ότι αύριο κόβει δραχμή.

Μόνο για εσωτερική χρήση.

Και πες ότι κρατάει το ευρώ για συναλλαγές (με τους άνωθεν και έξωθεν τοκογλύφους) και ταξίδια εις την αλλοδαπήν.

Και, ειλικρινέστατος, σού λέει, "αύριο που θα πάς στον μπακάλη πάρε μαζί σου τις δραχμές, το ευρώ θα τόχω εγώ για να κάνω τα ίσα μου και τους λογαριασμούς μου και να ξέρω τι χρωστάμε".

Και βγαίνεις εσύ απ΄το σπίτι και πάς στο καφετυροπιττάδικο και λές "Καλημέρα, Μάκη, κάνε μια φραπεδούμπα ν΄ανοίξει το μάτι" και σου λέει ο Μάκης "Ορίστε, Γρηγόρη μου" και επανέρχεσαι εσύ "Πόσο κάνει;" και έρχεται ο νταμπλάς "Εξακόσιες δώδεκα, Γρηγόρη μου..." και εκεί ακριβώς χαλνάνε οι σχέσεις σου με τον Μάκη, που αυτομάτως μετατρέπεται σε "Ρε μ@λ@κ@"!!! Εξακόσιες δώδεκα δραχμές ένα φραπεδάκι (εξέπεσε από φραπεδούμπα) σε πλαστικό και στο χέρι;;;;"
"Μα Γρηγόρη μου, τόσο τονε πλήρωνες και χτές και δε σε έκοφτε, τί σ΄έπιασε σήμερις..." απαντεί έκπληκτος ο Μάκης.

Και κάθεσαι και λογαριάζεις και λες ένα και ογδόντα ευρά επί τριακόσιες τεσσαράκοντα δραχμούλες, μας κάμει, όντως, εξακόσιες δώδεκα δραχμάρες... Πώς δε τόχα πάρει χαμπάρι τόσο καιρό...

"Καλά" λες, και σημειώνεις πως αύριο το πρωί θα πάρεις καφέ στο θερμός απ΄το σπίτι, "Βάλε και μια ζαμπονοτυρόπιττα να στηλωθούμε λιγούλι".
Απλώνει ο Μάκης την πιάστρα, τσιμπάει την παραγγελία από την βετρίνα, την σακκουλιάζει, τής προσάπτει και μία χαρτοπετσέτα και στην αποδίδει:
"Εξακόσιες σαράντα έξι δραχμές, Γρηγόρη μου", σού λέει και διακρίνεις πως κοκκινίζει ελαφρά...

Και ξαναματαλογαριάζεις και βρίσκεις πως ένα κι΄ενενήντα επί τριακόσιες σαράντα δραχμές,  επαληθεύει το απαιτηθέν από του Μάκου ποσόν....

"Φτού, γ@μώ το φελέκι μου, τί κερατιάτικα πληρώνω ο μ@λ@κ@ς τόσον καιρό..." και αποφασίζεις αύριο να πάρεις τοστάκι στο αλουμινόχαρτο απ΄το σπίτι...

Και πάνω πούσαι να αναχωρήσεις απ΄το μαγαζί συλλογιζόμενος "Άμα με ξαναδείς, να με χέσεις...", ακούς τον Μάκη να λέει στην κοπελλάρα απο τα απέναντι γραφεία που περιμένει τον φρέντο της (την είχες πάντα την υποψία πως πρέπει νάχει φάει πολύ ξύλο για να μάθει τον φρέντο...) :
"Επτακόσιες σαρανταοχτώ δεσποινίς Μαριλένα μου..."
Και βλέπεις το μακιγιάζ να αγωνιά να καλύψει την χλωμάδα στην προ ολίγου γλυκειά μουρίτσα τής δεσποινίς Μαριλένας του, που του αποδίδει τα δέοντα και επί δεκαετίαν χρωστούμενα:
"Επτακόσιες σαρανταοχτώ δραχμές ένας καφές με μιά λίγδα γάλα;;; Να τον βάλεις στον π@το σου, παλιολαμόγιο!!!"

Δεν έχεις λόγο, αλλά ούτε και επιχειρήματα να διαφωνήσεις με την δεσποινίς Μαριλένα,  μένεις να θαυμάζεις τον τσαντισμένο της ποπό όπως εξέρχεται απ΄το καφετυροπιτάδικο, λές ένα "γειά" και προχωράς προς το αυτοκίνητο....

Τις επόμενες μέρες ακούς παρόμοιους διαλόγους όπου βρεθείς...
"Είκοσι χιλιάρικα!!! Τί φάγαμε ρε π@π@ρ@, δύο άτομα, που κάνει είκοσι χιλιάρικα !!! Ξέρεις πόσες μέρες δουλεύω εγώ για να βγάλω είκοσι χιλιάρικα!!!"

"Οχτακόσιες σαράντα έξι δραχμές ένα κουτάκι τσίχλες!!!! Ναι ρε, τό ξέρω πως πάντα εδώ στο ταμείο τις είχες και πάντα τις έπαιρνα σαν παρορμητικό ζώον που είμαι γιατί μ΄αρέσει το κουτάκι που είναι σαν μπαλάκι και μ΄αρέσει και η σταγονίτσα η μέντα πούχουνε μέσα, αλλά, οχτακόσιες σαράντα έξι δραχμές!!!"

"Τρία χιλιάρικα και εξήντα δραχμές για ένα ουισκάκι πατημένο στα παγάκια, στα όρθια με άλλους πεντακόσιους που δεν έχουν πού να σταθούν στο κωλομάγαζο!!! Ναι το ξέρω πως ΠΑΝΤΑ τόχες εννιά ευρώ το γ@μοποτό, αλλά ΤΩΡΑ με πειράζει!!!"

"Τριάντα τέσσερεις χιλιάδες δραχμές η πυραμίδα της  PLAYMOBIL με τέσσερεις Αιγύπτιους και τρεις καμήλες!!!!  Άσε, με τόσα λεφτά πάω το παιδί στην Αίγυπτο και παίζει με την κανονική πυραμίδα!!! Αλλά, ξέρεις τί με πειράζει πιό πολύ;;; Το ότι τόσον καιρό μούλεγες πως κάνει εκατό ευρώ ΜΟΝΟΝ!!!"

Και περνάνε οι μέρες και βλέπεις κόσμο σκεφτικό στους δρόμους, να κυττάνε τα ψιλά στην παλάμη τους και να κουνάνε τα κεφάλια τους, να σμίγουν τα φρύδια μπρος στα ράφια του σουπερμερκάτου, να δίνουν χιλιάρικο χαρτζιλίκι στο εγγόνι και να καμαρώνουν και λές, πόσος χρόνος χάθηκε, πόση αξιοπρέπεια εξαργυρώθηκε, πόσο μέτρο και πόση τάξη εκταμιεύτηκε, πόση ζωή σπαταλήθηκε και κατέληξε ύβρις, λεκές, ρυτίδα στο μέσο του μετώπου μας...

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Η φάτσα μου στο νερό...

                  
Πάνω στο πάτωμα του σπιτιού, στο πατημένο χώμα που ισώθηκε με μύριους κόπους, πού έπαιζα σκάβοντας κρυφά τρυπούλες γιά να γεμίσω το πλαστικό φορτηγάκι μου, να φτιάσω τα παιδικά μου όνειρα, πάνω’κεί ακούμπαγε η μάνα μου, σαραντάρα τότε, τον σιδερένιο κουβά, τον γυαλιστερό, που έκανε έναν ξερό θόρυβο όταν άφηνες το χερούλι του να χτυπήσει στα πλευρά του, τα γεμάτα με νερό από την βρύση στον πλάτανο, στο Αη Γιάννη.

Ολόφρεσκο, θάλεγες, ζωντανό νερό.

Έσκυβα πλάι στον κουβά με λαχτάρα και δέος, ακούμπαγα τα χέρια του δεκάχρονου εαυτού μου στο χείλος κι’ έβλεπα κύκλους να φεύγουν απ’ το μέταλλο προς το κεντρο του νερού σε κάθε μου χτύπημα, οσο απαλο και νάταν.

Μετά, έφτανε η μεγάλη στιγμή΄ έφερνα το πρόσωπό μου παράλληλα με την επιφάνεια γιά να μην μπει το νερό στην μύτη μου και με τσούξει και σπρώχνοντας τα χείλη μου όσο πιό έξω μπορούσα, έδινα το πιό ζουμερό φιλί της ζωής μου στο νερό.

Και ρούφαγα, ρούφαγα, ρούφαγα ώσπου να μην έχω πιά ανάσα και τότε σήκωνα το κεφάλι με μιά εκπνοή ευχαρίστησης και κύτταζα στις πλαινές ριγες του κουβά να δώ πόσο ήπια, πόσο το κατέβασα.

Θυμάμαι δυό κούβάδες, έναν γιά να πίνουμε και έναν γιά το μεταλλικό βρυσάκι που τόχε βάψει με φυστικί λαδομπογιά ο θείος μου ο Λωράν και το είχαμε κρεμασμένο στο πίσω αυλιδάκι και που όσο τελείωνε το νερό, τόσο αδυνάτιζε και η ροή του.

Την βρυση στον πλάτανο στον Αη Γιάννη την σπάσανε οταν έκοψαν ένα κλαδί που εμπόδιζε στο χτίσιμο και ‘κείνο έπεσε πάνω της και την τσάκισε.
Φάνηκαν τότε, οι από μέσα πέτρες , της αχρείαστης πιά βρύσης.

Τρεχάμενο νερό , τρεχάμενες ζωές.

Κανένα νερό δεν είχε πιά εκείνη την γεύση , δεν κουβάλαγε την σαγήνη της τελετουργιας του νερού σαν τόφερνε η μάνα μου , καλή της ώρα , τρείς τέσσερεις φορές την ημέρα.
Πολύτιμο από τον κόπο που κουβάλαγε μέσα του, την αγάπη και την φροντίδα της μάνας , της γιαγιάς, των δικών, απ’ ό,τι χάθηκε γιά πάντα.

  03/9/04 

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Ζ΄γαλάδος...


Κάτω από το Ξώμπουργο, μακριά από τα φημολογούμενα ως αγορασμένα από επιχειρηματίες Μοναστήρια, 

...άλλο ένα εγκαταλελειμμένο χωριό.


Πατάει πάνω σε τεράστιες, αρχαίες πέτρες και μόνο η εκκλησία του, 

...ο Άγιος Γεώργιος παραμένει ώς είχε.


Τα υπόλοιπα είναι περιττά, 

...αφήνω τις φωτογραφίες 

...να τα πουν όλα.






Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

ΓΡΑΙΚΙΚΟ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Πώς θα γίνει να φέρουμε την Κίνα πιό κοντά; 
Απλό: φτωχαίνουμε τον  ευρωπαϊκό νότο και τον αναγκάζουμε να δουλεύει με κινέζικα μεροκάματα παράγοντας καλούδια για τον ευρωπαϊκό βορρά.

Ε, καί...

Έτσι κι΄αλλιώς, οι νέοι θεωρούν freedom το να μπορούν να μπαίνουν ελεύθερα σε chat-roοms στο ίντερνετ όποτε θέλουν, να κάνουν upload όποια φωτογραφία ή slideshow επιθυμούν,  να βλέπουν extreme τσόντες και shocking videos με εκτελέσεις από το Αφγανιστάν, να παίζουν lineage και counter strike με μόνη την ελπίδα να βελτιωθεί το ping τους και να παίζουν στα ίσα τους gamers των χωρών που φιλοξενούν τους servers. Αν δεν καταλάβατε κάποιους όρους, δεν πειράζει, έτσι κι΄αλλιώς ανήκετε στην γενιά που φεύγει.

Η άλλη γενιά, που έρχεται, θεωρεί καλλιτέχνη την Πέγκυ Ζήνα και καλλιτέχνη και τον Μπιθικώτση, απλώς, λένε διαφορετικά τραγούδια μωρέ...

Θεωρεί μουσική, αυτή που βγαίνει από τα samplers των dj και μουσική και τον Μότσαρτ, απλώς, αυτός ο δεύτερος παιδευόταν περισσότερο χωρίς virtual dj, avidemux, avisynth και audiograbber να φτιάξει αυτό που ήθελε μωρέ...

Δεν χρειάζεται βιβλιοθήκες, γιατί δεν έχει και βιβλία, γιατί δεν έχει χρόνο να διαβάσει εξωσχολικά, γιατί δεν μένει χρόνος από τα φροντιστήρια, γιατί τον λίγο ελεύθερο χρόνο θα τον φάει στο facebook, γιατί τελικά, έφτασαν όλα να δείχνουν πως δεν έχουν κανένα νόημα...

Ε, και...

Αύριο θα βλέπει τούρκικες πλατφόρμες άντλησης πετρελαίου στο Αιγαίο, έλληνες μετανάστες στην Αλβανία, τούρκους εποίκους στην Θράκη, σκοπιανούς επιχειρηματίες στην Θεσσαλονίκη, china-town στο Πέραμα, προαιρετικά τα ελληνικά για τις καθημερινές συναλλαγές, χαλάρωση του κοινωνικού ιστού και σκλήρυνση των εθνικών δεσμών στις συγκατοικούσες ομάδες, απώλεια μνημών τόπου και ιστορίας, «Γραικικό Ομοσπονδιακό Κράτος του Αιγαίου» και δεν θα βλέπει καμμία διαφορά από εκείνο που κάποτε λεγόταν Ελλάδα...

Ε, λοιπόν...

...ποτέ οι Γερμανοί και τα υπόλοιπα γερμανόφωνα γειτονάκια τους, χλωμοί σφογγοκωλάριοι αλλότριων αναγκών, δεν έβγαλαν απ΄το μυαλό τους την επιθυμία της κυριαρχίας στους τριγύρω. Ευτυχείς ηγέτες αγελαίων λαών, υποτακτικών, που ποτέ τους στην νεώτερη ιστορία τους δεν επαναστάτησαν κατά καθεστώτων, έκαψαν όταν τους είπαν οι ηγέτες τους να κάψουν, απο βιβλία μέχρι ανθρώπους και όταν οι απέξω τους κούνησαν επιτιμητικά το δάχτυλο πως δεν κάνει, απλώς, άλλαξαν τρόπο. Η ιδέα όμως μένει η ίδια. Και το συμπέρασμα φρικτό στην απλότητά του: οι δύο γείτονες, ο Βορράς και ο Νότος, δεν ταιριάζουν στο ίδιο τραπέζι που τους έβαλαν να κάτσουν. 
Ο Νότος θέλει να γλεντήσει και να γλεντήσουν και οι άλλοι μαζί, ενώ ο Βορράς έχει στο μυαλό του να μην ξεχάσει να κόψει το τιμολόγιο στην εταρεία...

Το 2011 θα είναι, από ιστορικής απόψεως, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα χρονιά...

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

οι λέξεις...


Η Βουλή, βράδυ Σαββάτου, έρημη, σκοτεινή / παραέξω οι εκλογείς, το σώμα, αναμένει / η Πανεπιστημίου κενή, τα πεζοδρόμια άδεια από τα σεντόνια με τις πραμάτειες / μετά τις εκλογές πάλι / η Ομόνοια φωτεινή μέσα στα τσιμέντα της, ο φόβος και το κιτς φυλάνε τα έρημα / Αιόλου έρημη, Παρίσι-Τέξας του Βέντερς, αφίσσες στις βιτρίνες των ερημωμένων καταστημάτων «Κλειστό λόγω μνημονίου», τελευταία άπελπις προσπάθεια άγρας ψήφων / άστεγοι σε κάθε εσοχή, χαρτόνια και κούτες βαλμένα με τάξη, μερικού αλλάζουν ρούχα για να κοιμηθούν, η πλατεία Κοτζιά άδεια και φωτισμένη / Ψυρρή / αδιαχώρητο / μεζεδομετανάστες σε ρυπαρά πεζοδρόμια, καρέκλες στο οδόστρωμα, φοιτητές και μη, γύρω από λεπτές φέτες χταποδιού στη σχάρα με τσίπουρα κακής ποιότητας να οδηγούν τις συζητήσεις / τρεις τουρίστες προσπαθούν να διασχίσουν τα συνωστισμένα σώματα, κυττούν κάτω, δεν συμμετέχουν / αφίσσες που δεν καταλαβαίνεις τί διαφημίζουν, ιντερνετική αισθητική χωρίς υπότιτλους για τους μυημένους / Κυριακή πρωί, γύρα στα Αναφιώτικα / τουρίστες απορημένοι / όλοι οι Αρχαιολογικοί χώροι κλειστοί λόγω εκλογών / ο πεζόδρομος της Ακρόπολης καταπατημένος από μηχανοκίνητα / επιστροφή στο σπίτι / ευτυχώς σε δύο κανάλια έχει παιδικό, βλέπω KONG και ΛΑΓΟΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ / στα άλλα κανάλια βράζουν οι επιτυχίες, δεν αντέχω τη μυρωδιά του βραστού, συνεχίζω με ΜΠΟΜΠ ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΚΗ / οι πετυχημένοι πολεμιστές κέρδιζαν τις μάχες αγγίζοντας απλώς την λαβή του σπαθιού / άλλοι χρειάζονται ΜΜΕ, πληρωμένους δημοσιογραφίσκους και απειλές / ακολουθούν τα Χριστούγεννα σε όλη τους την τραγικότητα / περνάει εμπρός από τα μάτια μου ο Θείος Τάκης του Ξανθούλη και ο Ξεπεσμένος Δερβίσης του Παπαδιαμάντη / αγγίζω τις ράχες των βιβλίων στα ράφια, δύο μετά τα μεσάνυχτα / παρηγοριά να ξέρεις πως έστω πέρασαν από τα μάτια σου / "Έβραζεν, έβραζε, η νύκτα βαθιά. Ζεστόν το σαλέπι, πολύ ζεστότερον το στρώμα." / οι λέξεις, μόνον οι άριστες από αυτές μένουν, βαλμένες πλάϊ-πλάϊ στο γονιδίωμα του βιβλίου, διαιωνίζονται δίκην εγωιστικού γονιδίου, ιχνηλατούν και προσδιορίζουν την πορεία μας.

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι΄όλα τα ίδια μένουν....

Μεταφέρω από το εξαιρετικό blog  TERRA COMPUTERATA:

Νοε 04 2010

Λένε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Τι έγινε λοιπόν στην ελληνική οικονομία το 1843;
Το καλοκαίρι του 1843, η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει στις τράπεζες της Ευρώπης τα τοκοχρεολύσια παλιότερων δανείων που είχε πάρει η χώρα. Δυστυχώς τα λεφτά δεν είχαν πάει σε υποδομές που θα βοηθούσαν την κατεστραμμένη ελληνική οικονομία, αλλά είχαν σπαταληθεί στους εμφυλίους της επανάστασης και στα λούσα του παλατιού και των Βαυαρών συμβούλων του στέμματος. (Σας θυμίζει τίποτα;)
Οι τόκοι που έπρεπε να καταβάλλονται κάθε χρόνο ήταν 7 εκατομμύρια δραχμές και ισοδυναμούσαν με το μισό των συνολικών εσόδων του ελληνικού κράτους που έφταναν μετά βίας τα 14 εκατομμύρια ετησίως. Στην πραγματικότητα, με την καταβολή των τόκων δεν περίσσευε τίποτα να επενδυθεί προς όφελος του ελληνικού λαού. (Αυτό μήπως;)
Την άνοιξη του 1843, η κυβέρνηση παίρνει μέτρα λιτότητας, τα οποία όμως δεν αποδίδουν τόσο ώστε να συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα για την ετήσια δόση χρήματα. Έτσι, τον Ιούνιο του 1843, η ελληνική κυβέρνηση ενημερώνει τις ξένες κυβερνήσεις ότι αδυνατεί να καταβάλει το ποσό που χρωστάει και ζητά νέο δάνειο από τις μεγάλες δυνάμεις, ώστε να αποπληρώσει τα παλιά. Αυτές αρνούνται κατηγορηματικά. (Βρε κάτι συμπτώσεις…)
Αντί να εγκρίνουν νέο δάνειο, εκπρόσωποι των τριών μεγάλων δυνάμεων (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσία) κάνουν μια διάσκεψη στο Λονδίνο για το ελληνικό χρέος και καταλήγουν σε καταδικαστικό πρωτόκολλο. Οι πρεσβευτές των μεγάλων δυνάμεων με το πρωτόκολλο στο χέρι, παρουσιάζονται στην ελληνική κυβέρνηση και απαιτούν την ικανοποίηση του. Αρχίζουν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα δύο μέρη και μετά από έναν μήνα υπογράφουν μνημόνιο (!), σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα πρέπει να πάρει μέτρα ώστε να εξοικονομήσει μέσα στους επόμενους μήνες το αστρονομικό επιπλέον ποσό των 3,6 εκατομμυρίων δραχμών, που θα δοθούν στους δανειστές της. (Πάμε πάλι απ’ την αρχή. Σας θυμίζει τίποτα;)
Για να είναι σίγουροι ότι το μνημόνιο θα εφαρμοστεί κατά γράμμα, οι πρεσβευτές απαιτούν να παραβρίσκονται στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου που θα εγκρίνει τα μέτρα και να παίρνουν ανά μήνα λεπτομερή κατάσταση της πορείας εφαρμογής τους, αλλά και των ποσών που εισπράττονται. (Τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει…)
Για να μην πολυλογώ, σας αναφέρω τα βασικά μέτρα που επέβαλε η κυβέρνηση μέσα στο 1843 σε εφαρμογή του τότε μνημονίου. Κάθε ομοιότητα με την εποχή μας είναι εντελώς τυχαία και πέραν των προθέσεων του ιστορικού:
1. Απολύθηκε το ένα τρίτο των Δημοσίων υπαλλήλων και μειώθηκαν 20% οι μισθοί όσων παρέμειναν.
2. Σταμάτησε η χορήγηση συντάξεων, που τότε δεν δίνονταν στο σύνολο του πληθυσμού αλλά σε ειδικές κατηγορίες.
3. Μειώθηκαν κατά 60% οι στρατιωτικές δαπάνες, μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των ένστολων και αντί για μισθό οι στρατιωτικοί έπαιρναν χωράφια.
4. Επιβλήθηκε προκαταβολή στην είσπραξη του φόρου εισοδήματος και της «δεκάτης», που ήταν ο φόρος για την αγροτική παραγωγή.
5. Αυξήθηκαν οι δασμοί και οι φόροι χαρτοσήμου.
6. Απολύθηκαν όλοι οι μηχανικοί του Δημοσίου και σταμάτησαν όλα τα δημόσια έργα.
7. Καταργήθηκαν εντελώς όλες οι υγειονομικές υπηρεσίες του κράτους.
8. Απολύθηκαν όλοι οι υπάλληλοι του εθνικού τυπογραφείου, όλοι οι δασονόμοι, οι δασικοί υπάλληλοι και οι μισοί καθηγητές πανεπιστημίου.
9. Καταργήθηκαν όλες οι διπλωματικές αποστολές στο εξωτερικό.
10. Νομιμοποιήθηκαν όλα τα αυθαίρετα κτίσματα και οι καταπατημένες «εθνικές γαίες» με την πληρωμή προστίμων νομιμοποίησης.
11. Περαιώθηκαν συνοπτικά όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις με την καταβολή εφάπαξ ποσού.
Δεν είναι ανατριχιαστικά όμοια με την εποχή μας; Είδατε που οι οικονομικές συνταγές λιτότητας είναι σαν το παλιό καλό κρασί; Ίδιες, αιώνιες, ανυπόφορες. Κι επειδή ξέρω ότι θα ρωτήσετε «τι πέτυχαν με όλα αυτά;», σας απαντώ: Ο κόσμος εξαθλιώθηκε για μεγάλο διάστημα, οι ξένοι πήραν ένα μέρος των χρημάτων τους, η χώρα είδε κι έπαθε να συνέλθει, αλλά φαλίρισε ξανά μετά από πενήντα ακριβώς χρόνια, με το «Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαριλάου Τρικούπη το 1893. Πάντως, το συγκεκριμένο μνημόνιο του 1843, από πολλούς ιστορικούς θεωρείται μία από τις σοβαρότερες αφορμές για το ξέσπασμα της επανάστασης της 3ης Σεπτέμβρη 1843, που έφερε Σύνταγμα στη χώρα.
(Αναλυτικά η ιστορία του μνημονίου του 1843, στα άρθρα του Τάκη Κατσιμαρδου στην Ημερησία 18,23/9 και 2/10).

http://blogs.sch.gr/tgiakoum/archives/author/tgiakoum

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

"άνδρες γαρ πόλις..."

"....και ου τείχη ουδέ νήες ανδρών κεναί "(Θουκυδίδης Η-77)

Μεταφέρω από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ το παρακάτω κείμενο, καλό ή όχι, θ ατο διασπιστώσετε μόνοι σας.
Απλώς, σαν επαλήθευση του κειμένου και της πικρής πραγματικότητας, κάντε μια αναζήτηση στο google πληκτρολογώντας "πλατεία Καρύτση" για να δείτε ποιές εικόνες θα σας βγάλει...





Μικρή αγρυπνία στου Καρύτση
Tου Nικου Γ. Ξυδακη

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου Καρύτση είναι τρίκλιτος βασιλική μετά τρούλου, προφυλαγμένη από το βουητό της οδού Σταδίου σε μια εξαίσια αθηναϊκή πλατεία, την ομώνυμη. Το αρχιτεκτονικό της στυλ είναι αθηναϊκό, δηλαδή νεοκλασικό ανάμεικτο, με βυζαντινές και ρωμανικές επιρροές· φέρει την υπογραφή του σπουδαίου Λύσανδρου Καυταντζόγλου, αλλά δεν ακολουθεί το αμιγές νεωτεριστικό ύφος άλλων έργων του, λ.χ. της Αγίας Ειρήνης επί της Αιόλου, του Αγίου Κωνσταντίνου της Ομονοίας, του Αρσακείου κ.λπ.

Κατά τούτο, κατά το ανάμεικτο του ύφους και κατά την κλίμακα του μικρού μεγέθους του, τούτος ο ναός εκφράζει την Αθήνα του 19ου και του 20ού αιώνα, εκφράζει το μεικτό αλλά νόμιμο ύφος του κρατιδίου, τους αστούς κυρίως, αλλά και τους επήλυδες που έγιναν αστοί, τους νοικοκυραίους, τους υφασματέμπορους, τους βιοτέχνες, τους γραφιάδες και τους ραφτάδες, τους χρυσοχόους και τους ρολογάδες, τους καφεπώλες, τους δημοσιογράφους, τους βενιζελικούς, τους ευσεβιστές της «Ζωής», τους μουσόφιλους του «Παρνασσού», τους αναγνώστες της Εστίας και του Βήματος, όσους ακόμη και σήμερα ζουν, κινούνται, ανασαίνουν πέριξ του κομψού τρούλου και του φαιομάρμαρου πυλώνος.

Αλλά αυτοί οι άνθρωποι τελειώνουν, φεύγουν. Ο κόσμος αυτός των νεοελληνικών δύο αιώνων, πλούσιος μες στις αντινομίες και τα έργα του, κόσμος της εργασίας και του εμπορίου, των Γραμμάτων και της γνώσης, αυτός ο κόσμος εγκαταλείπει την πλατεία Καρύτση, συνταξιοδοτείται ή χρεοκοπεί, μετακομίζει, αποχωρεί. Σε κάθε μαγαζί, σε κάθε εργαστήριο που κλείνει, ιδρύεται καφενείο και μπαρ. Ο homo faber, o homme des lettres, ο cognoscente, εγκαταλείπουν τη σκηνή, τα κτίρια με την πατίνα της γνώσης και της τέχνης.

Τη θέση τους παίρνει ο κόσμος της διασκέδασης, της αμεριμνησίας, κόσμος ανέργων και αέργων ενδεχομένως, κόσμος του μεταιχμίου, μεταφερμένος από αλλού, κόσμος που ουδέποτε θα ριζώσει και θα γνωρίσει, δεν θα ενδιαφερθεί να μάθει ποια ήταν η αθηναϊκή οικογένεια Καρύκη ή Καρύτση, κτιτορική του ναΐσκου από τον 11ο αιώνα, οικογένεια που έβγαλε Μητροπολίτη Αθηνών και Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον 16ο αιώνα.


Κόσμοι άλλου γένους. Μπείτε σ’ ένα μαγαζί της Πραξιτέλους, της Λέκκα, της Κολοκοτρώνη, οποιοδήποτε· κάνετε μια ερώτηση για οτιδήποτε αναζητείτε εκεί γύρω, οσοδήποτε εκκεντρικό, μια μισομέταξη φόδρα, ένα εξωτικό κουμπί, ένα ασημένιο εξάρτημα. Ευθύς θα σας απαντήσουν, με ακρίβεια, με σαφήνεια: Στο 12 της Λεωχάρους, στη Μιλτιάδους καθώς μπαίνεις, στη Ρόμβης 2, στη Χαβρίου τρίτο μαγαζί όπως μπαίνεις από Κολοκοτρώνη. Ρωτήστε οτιδήποτε απλούστατο σε έναν θαμώνα των μπαρ της Καρύτση: Προς τα πού πέφτει η οδός Νικίου; Δεν ξέρω, δεν είμαι από δω – αυτή είναι η πιθανότερη απάντηση.

Δεν ξέρω, δεν είμαι από δω. Αυτός είναι ο αναδυόμενος κόσμος του μετασχηματισμένου ιστορικού κέντρου: διαρκώς επήλυδες, περαστικοί, σταθμεύοντες προσωρινά για ένα ποτό στο διασκεδασογκέτο. Σε ένα διαμορφούμενο γκέτο χωρίς κατοικίες, χωρίς εμπορικά, χωρίς βιοτεχνίες και γραφεία, χωρίς ανθρώπους ημέρας εντέλει, μόνο με ανθρώπους νυκτός, σε μια πόλη που αφαιμάσσεται από εργασία και dare e avere ημερήσιο, σε μια πόλη που βυθίζεται στην κρίση και παραδίδεται νωχελικά, ηδονικά, αυτοκαταστροφικά σε ατμούς αλκοόλ και τσιγάρου, στα μπιτ και την αυτοθέαση.

Μοίρα της Πλάκας, μοίρα του Ψυρρή, μοίρα του Κεραμεικού... Μοίρα των παρόχθιων της μυθικής πλατείας Καρύτση, του πιο παλιού και στέρεου οργάνου του αστικού μας βίου. Εκεί όπου φύτρωσε και βλάστησε η Αθήνα των αισθητών και των επιτηδευματιών, του Μιχαήλ Μητσάκη, του Νιρβάνα, του Παπαδιαμάντη και του Βάρναλη, του Μικρασιάτη λεπτουργού και του ρωμανιωτοεβραίου υφασματέμπορου, σε μάρμαρα κλασικά και βυζαντινά και μεταοθωμανικά, σε κονιάματα νεοκλασικά, σε ρείθρα πεζοδρομίων από μάρμαρο πεντελικό, σε μικρομέγαρα art deco με εσωτερικά αίθρια και καφενεδάκια στη στοά εισόδου, εκεί, σε αυτό το παλίμψηστο, αργοσβήνει τώρα η σωρευμένη μνήμη, αργοσβήνουν φωνές, παραγγελίες, συναλλαγές, μικρές βιτρίνες και πατιναρισμένα ερμάρια από δρυ και καρυδιά, και ανάβουν ορμητικές άλλες φωνές, άλλα φώτα, άλλα μουσικές, σκεύη από χάλυβα inox και γυαλί, βέσπες νυκτός, νεαρούδια με μπίρες ορθίων, άλλα λόγια. Ισως καλύτερα, ίσως.

Στην πλατεία Καρύτση εισήλθα, το πρώτον, περί το 1968. (Τα εικονίσματα του ναού είναι δυτικότροπα, ναζαρηνά, παρατήρησα πρόσφατα). Η εντύπωση ήταν εντύπωση μεγαλείου. Στα μεσήλικα μάτια μου το μεγαλείο της πλατείας λιγόστεψε, ο ναός μίκρυνε· ο έρωτας παραμένει αμείωτος.

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...