Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΄89

προπαραμονή Χριστουγέννων του '89 / από Θεσσαλονίκη, όπου υπηρετούσα, προς Τήνο με τον ΑΝΕΜΟ, ένα καράβι που έκανε ένα απίστευτο δρομολόγιο μέχρι Ρόδο / παρέα με δεκαπέντε νταλικιέρηδες, επί συνόλου τριάντα επτά επιβατών / βλέπουμε ταινίες μέχρι τις μία το βράδυ / τους BLUES BROTHERS τους βλέπω μόνος μου / πέφτω στην παχειά, καινούργια, πεντακάθαρη μοκέτα του σαλονιού και κοιμάμαι μέχρι τις δέκα / παίρνω καφέ ζεστό σε μονό πλαστικό και βγαίνω στο κατάστρωμα / ψιλοβρέχει μ΄εκείνη την ανεπαίσθητη βροχή που δεν θες να φύγεις από μέσα της / γκρίζος ουρανός, χωρίς ορατότητα, αρυτίδωτη θάλασσα / λυπάμαι που δεν έχω κάποιον να το δούμε παρέα / φτάνουμε στο νησί γύρω στις τρείς / ταξί μέχρι το χωριό / μπαίνω στην ζεστή από την σόμπα κάμαρα, δεν ξέρουν τί ώρα φτάνω, πετάγονται πάνω, με ζεσταίνουν με τις αγκαλιές τους / σούπα κριθαράκι και σύγλινο / πέφτω και δεν με παίρνει ο ύπνος / στην εκκλησία και μετά στου Μωυσή για σουβλάκια, κάτω από Τσιτσάνη και Μητροπάνο / προς το σπίτι κάνει κρύο, να σε σπρώχνει να θες να γυρίσεις / το πρωί καφές ελληνικός με σπιτικά μπισκότα από την Μαρία την Γιαγκουλάκαινα / βόλτα στους Μύλους, τα χορτάρια νοτισμένα από την υγρασία / περνάνε οι μέρες με τραγούδια και σπεροκαθίσματα / στο πλατύ περβάζι του παραθύρου αναβοσβήνει με ΄κείνα τα παληά φωτάκια το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, το παληό, το φερμένο απ΄την Αθήνα /

έρχεται η μέρα να φύγω / με κατεβάζει στην Χώρα ο πατέρας μου / έχει απαγορευτικό μέχρι τις δώδεκα, μπαίνω στο καφενείο του Νατάλε, πριν τους Ταξιάρχες / ελληνικός διπλός στο γκαζάκι / μαρμάρινο τραπέζι, τα καθίσματα αντικριστά η μια σειρά προς την άλλη / ανοίγω δύο λευκές σελίδες και γράφω προς τον εαυτό μου / η πόρτα του καφενείου μισάνοιχτη / μπαίνουν δύο περιστέρια / όλοι ήρεμοι σαν να μην συνέβη τίποτε / "έλα, καλώς τα μου" , σκύβει τους βάζει σιταράκι κάτω από ένα τραπέζι / τρώνε, τσιμπολογάνε, γυρνάνε και φεύγουν / ποτέ δεν το ξανάζησα / δεν θυμάμαι το ταξίδι για Πειραιά / δεν θυμάμαι την επιστροφή στην Θεσσαλονίκη...

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

Ηθοποιός...

Βλέπω τα αμυγδαλωτά κουκιδάκια-καραβάκια στον χάρτη γύρω-τριγύρω στο νησί.
Μπαίνω στο site με τα πλοία, κάνω ένα ζούμ στον χάρτη και νομίζω πως έρχομαι πιό κοντά, πως με παίρνει λίγο-λιγουλάκι ο αέρας του νησιού.


Κοροϊδεύομαι και λέω πως θάθελα νάμαι εκεί τα Χριστούγεννα...

Η μισή αλήθεια είναι πως η πόλη είναι μια βαθεια, άπατη χαβούζα, με πολύ ψηλό τοιχείο που δεν φτάνουν τα χέρια μου να γραπωθούν και να με τραβήξουν έξω.
Η ολόκληρη αλήθεια είναι πως η συνήθεια είναι θάνατος εν ζωή...

Μετά, στην εύκολη εποχή, τη Λαμπρή, έρχομαι στο νησί, σαν ασυνεπής συγγενής, και προσποιούμαι πως συμμετέχω. Πάω και μια βόλτα μέχρει τη θάλασσα και οικτίρω εκείνους που δεν την απολαμβάνουν τον χειμώνα, ή έστω με τα κρύα...


Ηθοποιός προς τον μοναδικό θεατή, τον εαυτό μου τον ίδιο...



Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ

Πέρασε ο Κορνήλιος Καστοριάδης από την Τήνο.

Μετά έφυγε απ΄το φώς κι΄έφυγε κι΄απ΄το νησί…

Έμεινε η σκέψη του πίσω, ή μάλλον, ο τρόπος σκέψης του.

Πόσα βιβλία του θάπρεπε νάχει διαβάσει κανείς για να είναι σε θέση να εκφέρει γνώμη; Είναι το ζητούμενο η εκφορά άποψης ή κάτι άλλο, πρακτικότερο...;

Δεν είναι, νομίζω, αναγκαίο να έχεις διαβάσει όλα τα βιβλία ενός στοχαστή για να μπορείς να μορφώσεις γνώμη.
Αντιθέτως, είναι απαραίτητο να μπεις έστω και για λίγο στην θέση του και να σταθείς απέναντι στα καθ΄ημέραν, με τον δικό του τρόπο, όπως εσύ αντιλαμβάνεσαι.

Ίσως αυτή η σημαντικότητα να είναι και το ζητούμενο από την ανάγνωση, το να μπορείς έστω και μόνον κατά την διάρκεια του αναγνωστικού χρόνου, να μπαίνεις στην θέση ενός άλλου, διαφορετικής οπτικής ανθρώπου.
Βέβαια, αυτή η άποψη θα έβρισκε διαμετρικά αντίθετους τους επαγγελματίες της ανάλυσης και των ουτοπικών χρονοχώρων, σύμφωνα με τους οποίους, όλοι οφείλουν να εφευρίσκουν τρόπους να μορφώσουν μια θέση-αντίθεση.

Θυμήθηκα τις εκδηλώσεις για τον Καστοριάδη στην χώρα της Τήνου. Ήταν οικείες και προσιτές απ΄όλους ή μόνον, από μια αυτοπροσδιοριζόμενη, εσωστρεφώς αυτάρκη και αυτοτροφοδοτούμενη ελίτ που δεν θεωρεί απαραίτητη την κατανόηση των δραματουργούμενων από τον «απλό λαό»...;
Ή μήπως οι εκδηλώσεις έγιναν ούτως ή άλλως πέρα από την κατανόηση του κοινού με στόχο την ηθική και μόνον ικανοποίηση: «και στο νησί μας είχαμε λόγιους και τους τιμούμε με ακαταλαβίστικους τρόπους»...


Ο Καστοριάδης ήταν πέρα από αυτά και δεν έχει κανείς απαίτηση από έναν στοχαστή να γράψει σε ύφος προσιτό στον καθένα πνίγοντας έτσι την μορφή του λόγου όπως βγαίνει από μέσα του προς όφελος (;) μιας ελάχιστα πιθανής αναμόρφωσης των ηθών και των αντιλήψεών μας.

Το χρέος παρ΄όλ΄αυτά δεν παύει να υπάρχει, να μεταφερθεί αυτή η γνώση σε απλά λόγια στους καθημερινούς ανθρώπους, που δεν έχουν τον χρόνο ή και τα υπόλοιπα γνωσιακά εργαλεία που σχηματοδοτούνται όταν κάποιος έχει περίσσευμα χρόνου και το εκμεταλλεύεται για ίδιο όφελος, με μόνη πιθανότητα να αλλάξει έστω και λίγο, έστω και σπερματικά ο τρόπος σκέψης του. Ποιός μπορεί να το κάνει αυτό όμως...

Δεν έχει καμμιά αξία το να προσπαθεί κανείς να διαβάσει και να κατανοήσει κάτι για το οποίο δεν έχει τα κατάλληλα εργαλεία. Θα είναι σαν να προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει ιδεογράμματα και μάλιστα, χωρίς την ομορφιά των καλλιγραφικών τους απαιτήσεων.

Μετά αναρωτιέμαι, βλέποντας όλον αυτόν τον κόσμο να μπαινοβγαίνει στα βιβλιάδικα: υπάρχει άραγε, κάποια σχέση ανάμεσα στον αυξανόμενο αριθμό υπερ-βιβλιοπωλείων στις μεγάλες πόλεις και στον αριθμό των αναγνωστών...;

Υπάρχει η σχέση εμπιστοσύνης, που υπήρχε παλιά με τον βιβλιοπώλη της γειτονιάς, που ήταν σε θέση να συστήσει ή να αποτρέψει κάποιον από κάποιο ανάγνωσμα σε αντίθεση με τον υπάλληλο του μεγα-βιβλιοπωλείου, ο οποίος φοβάται να πει ευθέως την γνώμη του και να "θάψει" κάποιο βιβλίο...;

Δεν ξέρω, ούτε και νομίζω να μπορεί να μετρηθεί, το πόσο έχουν επηρρεάσει τα διάφορα αναγνώσματα τους εσωτερικούς κόσμους των τριγύρω μας, την καθημερινότητα στον τρόπο π.χ. που μιλάει και νουθετεί το παιδί του, στον τρόπο που αποφασίζει τί θα ψηφίσει κ.λπ.

Πιστεύω όμως, πως ο αληθινός εγωιστής είναι εκείνος που δεν διαβάζει καθόλου, που δεν νιώθει την ανάγκη να μπει στην θέση του άλλου, που πιστεύει πως τα βιβλία είναι για κάποιους άλλους, όχι γι΄αυτόν που τα ξέρει όλα ή που είναι πέρα από την κατανόηση.

Ο καθένας αντιλαμβάνεται και προσδιορίζει τις εσωτερικές του ανάγκες, ακόμη και αν αυτές έχουν σαν αντικείμενο την εξωτερίκευση και την κοινωνικότητα, με διαφορετικό τρόπο. Θεωρεί, ίσως, απαραίτητη την γνώση της ιστορίας για να μπορεί να προσδιοριστεί χωροχρονικά. Θεωρεί, πιθανόν, αναγκαία την στάση απέναντι στην καθημερινότητα σημαντικότερη της ιστορίας. Θεωρεί, ακόμη, ότι η μελέτη των ταπεινότερων ενστίκτων αποτελεί το μέσον για την προσέγγιση της αρχέγονης φύσης που μας δυναστεύει. Σημασία έχει όμως, το να νιώθει κανείς την ανάγκη της έρευνας. Ειδάλλως, ο φόβος του θανάτου γίνεται τρόμος και η αβεβαιότητα για το αύριο παραμορφώνεται σε εξοντωτικές για την ψυχή θεωρίες και πράξεις

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Σαγματοποιός...

"Ν΄ανέβει το παιδί σε γαϊδούρι ; Τρελλός θάσαι !!! "
Κι΄έτσι το παιδί δεν ανέβηκε σε γάιδαρο γιατί η γυναίκα μου, σαν γνήσιο παιδί της πόλης, φοβόταν οποιοδήποτε ζώο με πάνω από δύο πόδια...

Την επόμενη χρονιά, άλλαξε γνώμη και θέλησε να δεί το παιδί καβάλα σε γάιδαρο.
Ψάξαμε να βρούμε έναν από τους τρεις τελευταίους έχοντες και κατέχοντες γάιδαρο στο χωριό.

Μάταια...

Το αντιπροτελευταίο γαϊδούρι είχε βγει στην σύνταξη λόγω γήρατος, το προτελευταίο γαϊδούρι είχε μετοικήσει στην Χαλακιά, ενώ το τελευταίο είχε βγει και αυτό στην σύνταξη, αλλα, με πρόωρη συνταξιοδότηση λόγω αποστρατείας του αφεντικού του.

Και μαζί με το δίποδο, χάθηκε και η "διοικητική μέριμνα" γι΄αυτό.
Πώς να το καβαλήσεις το ταλαίπωρο χωρίς σαμάρι ;
Και άμα θελήσεις σαμάρι, ποιός θα το φτιάξει ;
Ένας τελευταίος ήταν στην Κώμη και μετά πάει η τέχνη και χάθηκε.
Ποιός άραγε διαφύλαξε την τέχνη, όπως έγινε με την πηλοπλαστική για παράδειγμα...
Ποιός σκέφτηκε να διδαχθεί ή να καταγράψει όλη αυτή την συσσώρευση εμπειρίας για να μην πάει χαμένη...
Θαύμαζα σ΄ένα βιβλίο του Αλέν ντε Μποτόν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα γεγονότα και τα συμβαίνοντα. Πόση λεπτομέρεια και πόση ενδελέχεια κρύβει η ματιά ενός που απλώς, αποφάσισε να σταματήσει για λίγα παραπάνω λεπτά και να δώσει την προσοχή του σε καθημερινά πράγματα.
Τί φοράει το γαϊδούρι ; σαμάρι .
Και ποιός το φτιάχνει ; Έμας μάστορας στην Κώμη.
Ωραία! Και πώς φτιάχνεται ένα σαμάρι ; .......................

Πάει η γνώση, χάθηκε.
Και μη μου πει κανείς ότι, έχουμε την τέχνη από άλλες περιοχές, γιατί τότε θα έπρεπε να ακυρώσουμε με αυτό το σκεπτικό κάθε τοπική λαογραφία και λαοτεχνία.
Όχι. Το σαμάρι στην Τήνο φτιαχνόταν με άλλον τρόπο που πιά δεν γνωρίζουμε.
Αύριο, θα θαυμάσουμε όμως, σε κάποιο ντοκυμανταίρ το πώς χτυπάγανε το ξύλο στην Αίγυπτο και σφυρηλατούσαν ένα πλοίο που θα ανεβοκατέβαινε τον Νείλο.

Υπάρχει ομοιότητα;
Υπάρχει κοινό εργαλείο;
Από πού έφτασε η τέχνη στην Τήνο ;

Αναπάντητα...

Θα πεις, και σιγά την σημασία που έχει αυτή η γνώση...
Η απάντηση είναι απλή: κάποιος έτρωγε ψωμάκι και τάιζε και την φαμελιά του όλη απ΄αυτήν την τέχνη. Είναι, λοιπόν, ύβρις, με την αρχαία σημασία της λέξης, αυτήν της προσβολής, το να αφήσεις να χαθεί μια μνήμη που ήδη τρέχει σαν ίχνος στα γονίδιά μας.
Κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν μπορεί να μελετήσει, την επίδραση που έχει ή που θα έχει, στην εξελικτική μας πορεία η απώλεια αυτών των μνημών και των δεξιοτήτων.
Εξελιχθήκαμε στα έλλογα όντα που είμαστε, μέσα από την ανάγκη.
Συνεχίζουμε να εξελισσόμαστε στο κάτι άγνωστο των μετά πενήντα-εξήντα χρόνων από τώρα με βάση ποιά ανάγκη....;

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ....

Όλα τριγύρω φωνάζουν :  γιορτάστε !
Όλα στήνονται να μας κάνουν να πιστέψουμε : είναι οι γιορτές ! οι πολυπόθητες !

Όλοι μας τραβούν από το χέρι : έλα ! έχε χαρά ! είναι απαραίτητο νάχεις χαρά !
Όλα γυαλίζουν και λάμπουν : τυφλώσου για λίγο ! γιορτές !

Όλοι σε σπρώχνουν με το σώμα και τους ώμους : μπες, άσε να παρασυρθείς, ψώνισε, γιορτές ! αυτό είναι το νόημα, μην το ψάχνεις αλλού!
Όλα το επιβάλλουν : νάσαι χαρούμενος ! είναι αναγκαστικό ! είναι υποχρέωσή σου !

Όλα το δείχνουν : άμα σιωπάς, μας θυμίζεις πόσο τα ψευτίσαμε όλα...



Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Έβρεξε και ήρθαν κάτω τα αιώνια στου πολέμου τον κάμπο,
γέμισε ο κόσμος βλήστρες, που δεν θα φτιαχτούν ποτέ...


Σιγά-σιγά το νησί θα κατηφορίσει προς την θάλασσα,
θα κυλίσει το χώμα προς τα ρέματα,
θα γυμνωθούν οι βράχοι,
θα στερέψουν από πράσινο οι πλαγιές
και θα ξενητέψουν τα ζούδια,
που φωλιάζαν στα σκιερά και στα σκεπά...

Θάρθει το νερό να μπει στα σπίτια,
μα δεν θα βρει κανέναν...
Θα παρασύρει τότε, όλες τις μνήμες
και τα ίχνη από επάλληλες γενιές
και θα αφήσει άδειες κάμαρες,
άδεια από αγάπη μάτια,
άδειες από συνέχεια καρδιές...



Κι΄ όταν δεν θάχει μείνει πιά αληθινή ψυχή,
εξόν από τα περιφερόμενα ψέμματα ζωής και τα θύματά τους,
το νησί θα κόψει τις άγκυρες και, σαν άλλη Άδηλος Αστερία,
πριν βγεί να πλέψει στις θάλασσες,
και να χτυπηθεί με τα κύματα
θα γυρίσει να διακρίνει τα ανόητα δάκρυά μας
από την απέναντι ακτή, που θα χάνεται από εμπρός του...

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Στον σταύλο...


Εγώ δούλευα από πριν εκεί μέσα. Μετά ήρθαν οι συνταγματαρχαίοι και τα τσιράκια τους και μας έκαμαν γραφιάδες να κρατάμε τα αρχεία και τους φακέλλους όσων ήσαντε στη μαύρη λίστα.
Απορούσα πόσοι δούλευαν για να παρακολουθούν τους άλλους και στο τέλος ποιός τους έλεγχε όλους αυτούς...; όποιος ήθελε έβαζε μια φυτιλιά και έστελνε τον γείτονά του στο διάολο.
Δηλώσεις νομιμοφροσύνης, αναφορές της ασφάλειας, μέχρι και του Μίκη ένας φάκελλος αναφοράς κίνησης από τις μέρες που πέρασε στη Ζάτουνα εξόριστος, είχε περάσει από τα χέρια μου. Και ονόματα, ονόματα, ονόματα !!! Νόμιζες πως όλη η Ελλάδα ήταν στην παρανομία και όπου νάναι θα έσκαγε το καζάνι να τους πνίξει όλους τους, μα μπά...τίποτε δε γινόταν. Κατάλαβα τότε πως απλώς φυλάγαμε τα έρημα και χτίζαμε και κάμποσο φόβο για να μην κοτάει κανείς να κουνηθεί.
Έγραφα, αντέγραφα, τέλειωνα στίβες με καρμπόν, είχαμε τότε και κείνα τα μαύρα τα μανίκια που τα φοράγαμε εξωτερικά για να μην μας λερώνει το μελάνι τα πουκάμισα και θυμάμαι τάβαζε η κυρα-Ματίνα να τα πλύνει και μαύριζε το νερό από το μελάνι των καρμπόν.

Και τί να κάνεις , τί να πεις, όχι δε θέλω, βάλτε με αλλού; Κάηκες, την άλλη στιγμή θα ήσουνα στο υπόγειο και θα σε λιανίζανε κανονικά εκείνοι που μέχρι χτές ήταν συνάδελφοί σου.
Δε ξέρω πώς σάλεψε το μυαλό τους και θέλησαν τόσοι πολλοί να κολλήσουν από κοντά με τη χούντα και με τα σινάφια της...Ίσως νόμισαν πως θάτανε για πάντα, μα έπειτα, κρατάει τέτοιο βάρος και τέτοιο σκοτάδι από πάνου του ο έλληνας για πολύ καιρό...δε ξέρω, δε θέλω να πιστεύω...
Ο έγγονάς μου, ο Νίκος, όλο βρίζει όταν ακούει να μιλάνε για την χούντα, όλο καταριέται. Εγώ του λέω τί νόημα έχει αυτό που κάνεις..; Μου λέει, δε καταλαβαίνεις το κακό που κάνανε, ειδικά εσύ που τόζησες, δε μισείς ;
Εγώ παλλικάρι μου, του λέω, απ΄το γραφείο μέσα δεν έζησα τίποτε, μόνο έβλεπα και άκουγα, ούτε ήρωας είμαι ούτε σημάδια από ξύλο μ΄ αφήκαν. Μου λέει, φτάνει οπού φοβόσουνα και έτρεμε η ψυχούλα σου και μεγάλωσες μέσα στη σκοτεινιά, δε το νιώθεις αυτό;
Και έτσι νάναι, του λέω, εσύ τί βγάζεις με το να βρίζεις ; Τίποτα! Βρίζεις γιατί βρεθήκαν κι΄αυτοί και σούδειξαν πόσο ικανοί είμαστε για όλα, πώς μέσα μας δεν έχει βάλει ο θεός μόνο καλό ή μόνο κακό, μα και απ΄τα δυό ανάκατα... Βρίζεις χωρίς να σκεφτείς πως όλοι μας μπορούμε να γίνουμε τέτοιοι και φοβάσαι στα κατάβαθά σου πως μπορεί να ξανασυμβεί και τότε ποιανού το μέρος θα πάρεις..Αυτό φοβάσαι και αυτό βρίζεις: τον δειλό σου εαυτό, που αναρωτιέται πως αν βρεθεί στη μέση της αναμπουμπούλας τί θα κάμει...; θα τρέξει να παλέψει ακόμα και χωρίς ελπίδα...;
Σωπαίνει...θυμώνει και λίγο και δε μου μιλάει, μα δε πειράζει, το ίδιο τον νοιάζομαι και έτσι και αλλιώς.
Χαίρομαι να τονε βλέπω και φοβούμαι μη και τύχει και ξανάρθουν τέτοιοι χρόνοι. Και, θες η περπατησιά του, θες οι τρόποι του, μου θυμίζει ένα παλλικάρι που φέραν ένα απόγευμα στα γραφεία. Λυγερόκορμος, λεβέντης, να τονε ζηλεύουν όλες οι κοπελιές της γειτονιάς του και να τονε καμαρώνει η μάνα του. Μέσα σε μια βδομάδα τον είχανε κάνει αγνώριστο, λες και τον είχανε λυώσει με τα χέρια τους τα ίδια, σα να μισούσανε τα νιάτα του, σα να μη θέλανε να υπάρχει αυτός ο παλλίκαρος και τους ξεφτιλίζει την κακομοιριά τους...
Μετά τον στείλανε στου Αβέρωφ κι΄από κει στη Γυάρο. Σε μια λίστα με εφτάμιση χιλιάδες κρατούμενους κρατούμενους βρήκα τ΄όνομά του, μα ποτέ δεν έμαθα αν έζησε ή αν έσβησε εκεί.
Θα πεις, δεν ήταν ο μόνος και γιατί σου μιλάω γι΄αυτόν συγκεκριμένα... Θα σου πω...
Όταν τον ακολουθήσανε για να τονε πιάσουν, γύρναγε απ΄τη δουλειά, δούλευε στο εργοστάσιο του Σαρίδη, στα έπιπλα, εφτά το πρωί μ΄εφτά το βράδυ για εικοσιπέντε δραχμές το μήνα. Και για να του κλείσει το δρόμο το ασφαλίτικο έπεσε πάνω σ΄αυτόν και στο ποδήλατο που καβάλαγε. Μας έλεγε ο Μηνάς ο ασφαλίτης και γέλαγε σαν το ζώο, πως άμα έπεσε κάτω και τονε πιάσανε, εκείνος είχε το νού του στο ποδήλατο που τούχανε στραβώσει οι ρόδες κι΄είχε στραπατσαριστεί, κι΄έκλαιγε για το ποδήλατο κι΄όχι γι΄αυτά που τον περίμεναν...Μην ανησυχείς, τούπε κι΄ο Μηνάς και καμάρωνε για το χιούμορ του, σε λίγες μέρες θα είσαι και εσύ έτσι και χειρότερα, και δώς΄του γέλια αυτός και οι υπόλοιποι υποταγμένοι στο γραφείο κι΄όχι μόνον αυτοί, μα και ο καφετζής που ήταν μπροστά και όλοι οι υπόλοιποι που δεν τολμάγαμε να μην γελάσουμε με τ΄αστείο του Μηνά του σκατόψυχου...
Λοιπόν, ήταν τέτοια η λύσσα τους, που φέραν και το ποδήλατο στα κεντρικά και το διάλυσαν για να βρουν τις προκυρήξεις και τις μπροσούρες...Τόγδυσαν τελείως και σα να μην έφτανε αυτό, ξηλώσαν το κουδούνι και το πήραν για να το κουδουνάνε στα μούτρα του πιτσιρικά όση ώρα μαρτύραγε και να του κάνουν την ψυχή κομμάτια.
Το ποδήλατο το αφήκαν πεταμένο στο δέντρο έξω απ΄το υπουργείο.
Από ΄κει το μάζεψα και το πήγα σπίτι, τόβαλα σε μια γωνιά στην αυλή και είπα κανείς να μην το πειράξει.
Μετά, όταν λευτερωθήκαμε και γίνηκε η πρώτη γιορτή στο Πολυτεχνείο, το πήρα και τόσυρα μέχρις εκεί. Εκέι ήταν η θέση του. Ήταν κι΄αυτό σα μια πύλη, μα ενός μόνο ανθρώπου.
Το πήρα και τ΄ακούμπησα πάνω στο κειμήλιο της μεγάλης καγκελόπορτας.
Και τα δύο τ΄άψυχα πατήθηκαν όχι από ρόδες ή ερπύστριες, μα από το φθόνο του ανθρώπου για τον άνθρωπο.
Στάθηκα και τα κύτταξα τόνα ακουμπισμένο πάνω στ΄άλλο. Προσπαθούσα να κλάψω μα δεν έβγαινε ούτε στάλα.
Σού ΄πα και πριν πως φοβάμαι μη και ξαναζήσει ο τόπος και μαζί ο έγγονάς μου τέτοιο κακό. Μετά σας βλέπω έτσι σταυλισμένους στις καφετέριες και στα κομπιούτερ και λέω, δεν έχουν λόγο να ζητήσουν επανάσταση παρά μόνον αν τους το ζητήσει κάποιο κόμμα. Ειδάλλως, γύρω-τριγύρω απ΄τα χνώτα τους όλα είναι καλά και ήσυχα. Δε ξέρω... μπορεί και να μην είναι για καλό...


Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Έφυγε κι΄ο κυρ-Πέτρος...


Έφυγε ο κυρ-Πέτρος...

Από τις τελευταίες χαρακτηριστικές φιγούρες της Καλλονής,
ενεργό μέλος της κοινότητας, με έντονη παρουσία, δραστήριος έως το τέλος...

Τί περιγράφει έναν άνθρωπο...;
Η φωνή πρώτα-πρώτα...
Μετά μια χειρονομία κι΄ένα βάδισμα...
μια συνήθεια,
και τέλος...
η στάση του απέναντι στη ζωή...

Στην φωτογραφία είναι το κατοικιό του, στης Κόρης τον Πύργο.
Τίποτε δεν μένει ίδιο...

Χάνεται ο άνθρωπος, φεύγει απ΄ το φώς, αλλάζει και όλο το τοπίο...


Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Στους μύλους, στην Καλλονή...


 Μεταποίηση ης ντόπιας παραγωγής ακριβώς στο κέντρο των εύφορων χωραφιών, ανάμεσα στο χώμα το στηλωμένο με κόπο, το συγκρατημένο να μη φύγει στην θάλασσα.
Θαυμαστά κτίσματα, διαφορετικά και τα τρία μεταξύ τους, με άλλον τρόπο φτιαγμένα, με άλλη εργονομία, με ίδιον, όμως σκοπό.

Μετά, το πλατύ χωράφι, αλάνα θα το λέγαμε στην πρωτεύουσα αν το είχαμε, έγινε το γήπεδο των τριγύρω χωριών.

Τέλος, στις σημερινές ημέρες, η ύβρις της εποχής δεν άφησε αλώβητο ούτε αυτό το μνημείο, δεν άφησε αλέρωτη ούτε αυτήν την μνήμη.
Νεκροταφείο αυτοκινήτων και ηλεκτρικών συσκευών οι Μύλοι...

"Και το παληό τί θα το κάνω;" ρώτησα όταν έφτασε το νέο πλυντήριο...
"Άσε, θα το φροντίσουμε εμείς..."

Το ξαναχαιρέτησα μετά από καμμιάν εβδομάδα όταν πήγα για βόλτα και φωτογραφίες στους Μύλους.
Συνάντησα και τα συντρίμμια της παληάς πυροσβεστικής που είχα φωτογραφήσει πέρυσι και που φέτος ήταν πλέον κομματιασμένη...

Προσπάθησα να δω με τον νου μου γαϊδούρια φορτωμένα καρπό να ανηφορίζουν, τον αγρότη να κρατάει την ουρά του ζώου "βρε, χιού, βρε !!!"...
Στάθηκε αδύνατο να φτιάξω έστω και μια εικόνα...
Μαζί με το σέβας για τον κόπο των παλαιών, χάνεται και η ντροπή...

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

φως...



Δεν είναι το καλοκαίρι, που έφυγε...
Πάντα φεύγει...

Είναι που σε λίγο τελειώνουν τα χρόνια που θα παίζουμε με το πλαστικό, πολύχρωμο μπουλντοζάκι στην άμμο...

Τότε, θα γεράσω...

αγκαλιά...


το μάτι, που ήξερε να βλέπει τις πτυχώσεις, τις αγκαλιές της Γης, τα απαγκιάσματα / ο νους, που δεν είχε μέσα του την εκμετάλλευση, αλλά, την αξιοποίηση / το μεράκι, που έβαζε κάτι από την καλαισθησία του αυτοδίδακτου στο καθημερινό / η ηθική, που δεν άφηνε να μη σκεφτείς εκείνους που ακολουθούν / η αξιοσύνη, που έκανε τα αδύνατα δυνατά / το πείσμα, που δεν άφηνε άφταστο κανένα σημείο του νησιού / η αγάπη, που έστησε τελικά τούτο το νησί στα πόδια του / χάνονται, γιατί η ΑΝΑΓΚΗ (κατά τον ορισμό των τραγικών) δεν είναι πιά η ίδια....

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΥΡΤΟΣ, ΜΠΑΛΛΟΣ ή ΣΟΥΣΤΑ...

Πάντα τους μπέρδευα τους χορούς.
Ρωτάω ακόμη την μάνα μου σαν ακούσω κάποιο νησιώτικο που το νομίζω αλλοιώτικο.
Και πάντα ξέρει ποιός είναι ποιός, με μια σιγουριά που ποτέ δεν θ΄αποκτήσω, ίσως γιατί μ΄αρέσει ο ρυθμός και το τραγούδι, μα δεν έχει γίνει δυνατό να κυλίσει ακόμη στις φλέβες μου η ανάγκη του χορού...

Λυπάμαι αφάνταστα τον τρόπο του χορού που χάθηκε.

Λυπάμαι που αποχώρησαν από τα κοινά οι λίγοι που πρόλαβα να δω να χορεύουν πραγματικό συρτό.
Ο θείος μου ο Πασσάς και ο Βούρος ήταν οι δύο που πάντοτε ήθελα να βλέπω να χορεύουν.

Πόσο απαλά χόρευαν, πόσο χόρευαν και δεν χόρευαν...
Πόσο έμοιαζαν να περπατούν στο κύμα, πόσο δεν είχαν ανάγκη ούτε το χώμα που πατούσαν για να χορέψουν...
Πόσο δεν μπορεί να τους μοιάσει κανείς στην αξιοπρέπεια και το ήθος του χορού, αυτό που συνήθως απλοποιούμε λέγοντάς το λεβεντιά.

Δεν την έχουμε, και το χειρότερο, δεν ξέρουμε πού να την βρούμε...

Από την μιά, ο χορός χωρίς επιτήδευση, ο από μόνος του, και απ΄την άλλη τα βίαια χτυπήματα της ανασφάλειας.

Ισως έτσι να προστάζει η ψυχή σε σημερινούς καιρούς, ίσως πάλι να μην έχει καμμιά σημασία γιατί ο χορός δεν καλείται πλέον να εκφράσει αυτά που απαιτούσαν οι παληοί απ΄αυτόν...

Οι μεγαλύτεροι, λοιπόν, που σιγά-σιγά αποχωρούν, παίρνουν μαζί τους και τον τρόπο του χορού τους, κομμάτια ολόκληρα απ΄το νησί, που χάνεται και εκείνο με την σειρά του...

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

τέλος καλοκαιριού...


Το νησί που φεύγει.
Φεύγει, και μάλιστα, χωρίς να αφήσει ίχνη.
Κάθε τρόπος, ήθος, έθος, λαλιά και κάθε αλληλουχία γενεών που χάνεται, δεν γράφεται παρά μόνον σαν αχνή εικόνα χωρίς λέξεις, εκείνων που πρόλαβαν το νησί που χάνεται.

Δεν υπάρχει πόνος για το νησί που φεύγει, μόνον πόνος για εμάς που ήρθαμε και χάσαμε και για εκείνους που θ' ακολουθήσουν, χωρίς να ξέρουν πώς βρέθηκαν εδώ και ποιό το χρέος τους προς τον εαυτό τους...