Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Τί ειν΄η σκηνή, δυό κουρελούδες όλες κι΄όλες...

"Είναι δύσκολο νάσαι ερασιτέχνης. Δεν προσπορίζεσαι τίποτα από τον κόπο σου. Πρέπει να τ΄αγαπάς αυτό που κάνεις γιατί αυτό που θα σου δώσει στο δίνει στην ψυχή και καθόλου στην τσέπη. Και για τον καθένα απ΄όλους, για τον κάθε έναν ξεχωριστά στον θίασο, αυτό που το δίνει είναι μόνο δικό του γιατί έχει ο καθένας και μιάν άλλη ψυχή.

Που η μιά ευχαριστιέται με το χειροκρότημα, η άλλη τρέφεται με τον ρόλο, η άλλη ζει για το χτυποκάρδι των πρώτων πέντε-δέκα λεπτών της παράστασης και μια άλλη το κάνει γιατί άμα δεν το κάνει, απλά, δεν ζει.

Το σανίδι έχει σκουλήκι και το σκουλήκι κάποια στιμγή μπαίνει μέσα σου, εσύ δεν το καταλαβαίνεις, μα σε πιάνει κάτι σα πυρετός και θες να είσαι κει πάνω, να μπαίνεις σε πετσιά αλλωνών, να λες λόγια που δεν θα τάλεγες ποτέ από μόνος σου, να συναναστρέφεσαι φονιάδες, πόρνες, τρελλούς, ό,τι βάλει ο νούς σου.

Και πεθαίνεις. Με κάθε ρόλο πεθαίνεις. Ο ηθοποιός είναι ο μόνος που ξέρει από τα πριν πώς είναι να παύεις να υπάρχεις. Τέλειωσε ο ρόλος; Ε, αυτό είναι θάνατος, αυτό που υπήρξες και σουδωσε το χειροκρότημα παύει να υπάρχει, ζεις τον θάνατό σου, έστω και σαν κάποιος που υπήρξες σε ένα παράλληλο σύμπαν, στο σανίδι.

Λέω σανίδι και μούρθε στο μυαλό μια φορά που ευχόμουν να είχα κάτω απ΄τα πόδια μου σανίδι κι΄ας ήταν και σάπιο κι΄ας ήταν σκωροφαγωμένο κι' ας έτριζε κάθε που άλλαζες πόδι. Ήταν τότε που παίζαμε επάνω σε τραπέζια! Τραπέζια, από κείνα τα στενόμακρα των πανηγυριών, ενωμένα πλάι πλάι για να κάνουν σκηνή, να φαινόμαστε από μακρυά, σκηνή δεν υπήρχε στην  αίθουσα, πού να παίξεις να σε δει ο κόσμος. Κι΄είχαν έρθει κι΄ένα σωρό με γαιδούρια, με μουλάρια και κάτι λίγοι με αυτοκίνητα, μα ως πόσα αυτοκίνητα να είχε τότε στην Τήνο, ευτυχώς ήταν και δυό ταξί, φαρδειά σα μαούνες. Γιατί έπρεπε να φύγουμε απ΄το Ξώμποργο και να πάμε στην Καρδιανή. Ναι, στο Ξώμποργο ήταν η σκηνή με τα τραπέζια, στο Ξώμποργο. Ο Βουτσίνος, βέβαια! Είχε εκείνο που τον έκανε πέρα από παπά και κάτι σαν καθοδηγητή της καθημερινότητας.

Παίζαμε που λες κάθε χρόνο στο Ξώμποργο, στην αίθουσα δεξιά απ΄το πηγάδι, τη μεγάλη, βάλε με το μυαλό σου στριμωγμένα τετρακόσια άτομα, πεντακόσια, μεγάλο πανηγύρι!
Μόλις τελείωνε η λειτουργία, καθόταν ο κόσμος να φάει, να πιεί, στην ώρα επάνω έβγαινε ο Βουτσίνος και φώναζε, "Άντε, τελειώνετε να παίξουμε θέατρο!", σηκωνόταν ο κόσμος, μάζευε, στήναμε εμείς τα τραπέζια και παίζαμε. 
Σκηνή δεν υπήρχε, πώς να κάνεις τώρα εκείνες τις πάγκες να σταθεροποιηθούν; Δεν γινόταν. Να πας να κάνεις βήμα στην σκηνή και να κουνιέται ο τόπος όλος! Και να παίζουμε καμμιά κωμωδία, θυμάμαι να παίζουμε Μολιέρο, τον Φιλάργυρο, να νομίζει ο κόσμος πως το κάνουμε επίτηδες, να ξεκαρδίζονται, εμείς να κοντεύουμε να σωριαστούμε και 'κεινοι να νομίζουν πως είναι στο έργο.

Ευχαριστιόταν όμως οι άνθρωποι τότε. Κάθε πότε θα βλέπαν παράσταση στη ζωή τους, έβλεπες φάτσες γελαστές, μάτια κι αυτιά που ρούφαγαν την παράσταση κυριολεκτικά, δε σούκανε καρδιά να πεις τα παρατάω, δεν παίζω. Και μετά, σκέψου πως ήταν και γνωστοί, συντοπίτες, μας ξέραν και τους ξέραμε, έρχοταν και για το έργο και για εμάς, διπλό το βάρος, που βάρος δεν τόλεγες, διπλή χαρά να πώ καλύτερα. Και δεν υπάρχει ούτε μιά φωτογραφία από τότε, ούτε μία...


Μα βάλε τώρα πόσο χρονώ είμασταν όλοι μας και πόση ορμή, λέω καμμιά φορά, είχαμε και τραβολογιόμαστε να πάμε να παίξουμε στην άκρη του κόσμου. Ξέρεις, μπορεί και εκείνη η χαρά που ένιωθε ο κόσμος και την νιώθαμε κει 'μείς, την αναπνέαμε με κάποιο τρόπο, νάταν εκείνη που μας στέριωσε στο σανίδι της Ερασιτεχνικής. Γιατί να ξέρεις, πολλές φορές λες δεν πάει άλλο, ειδικά στην αρχή, που είσαι νέος και σε τραβάει η ζωή δεξιά κι΄αριστερά. Εμείς στην αρχή βάλαμε τέτοια θεμέλια φαίνεται κι΄έτσι καταφέραμε και στεριώσαμε και είμαστε ακόμη εδώ και φτιασιδωνόμαστε και ξεφυλλίζουμε φθαρμένες σελίδες, χιλιοσημειωμένες, τσακισμένες από τα πριν όπου θέλει ιδιαίτερη προσοχή, γνώριμές μας από χρόνια, όπως ρυτιδώνει το κορμί μας, ρυτίδωσαν κι΄αυτές.

Είναι που λες Χούντα. Χούντα στο μεσουράνημα της, μάλλον το ΄69 πρέπει νάτανε. Ο ενωμοτάρχης κι΄ο χωροφύλακας ισοδυναμούσαν με μεγάλη εξουσία! Οι μόνοι που τόλμαγαν να αντιμιλήσουν άντε να ήταν κανένας από τα Τ.Ε.Α. που είχαν και όπλα στα σπίτια τους. Έλεγε ο χωροφύλακας "Μη!", δεν υπήρχε "Μα..."

Έχουν απαγορευτεί που λες οι συγκεντρώσεις μα με τα πανηγύρια δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, τί να πουν "Εμείς θα χορεύουμε τσάμικα κι΄εσείς κατσέτε σπίτια σας;" δεν γινόταν, κάπως έπρεπε να έχει και λίγο λάσκα το σκοινί, όσο κεφάλας και νάσαι αυτό το καταλαβαίνεις. Πάμε να παίξουμε λοιπόν στο Ξώμποργο, έρχεται ο χωροφύλακας, ενωμοτάρχης να ήταν, πού να θυμάμαι, είχε κάτι ασημένια φουντούκια πάνω στους ώμους τέλος πάντων, έρχεται κει μπροστά και λέει "Ποιός είναι εδώ υπεύθυνος", βγαίνει ο Αλεξάκης μπροστά "Εγώ είμαι", λέει εκείνος στον Αλεξάκη "Άδεια έχετε;". "Τι άδεια νάχουμε, ποιός να την βγάλει, μέχρι τώρα πώς παίζαμε" λέει εκείνος. Απαντάει ο χωροφύλακας και λέει πως "Δεν ξέρω τί κάνατε μέχρι τώρα, εγώ το κεφάλι μου στον τουρβά δεν το βάζω, άμα δεν έχετε άδεια δεν παίζετε."



Βλέπω τον Βουτσίνο από πίσω νάχει ανάψει, νάχει κορώσει, έκανε και ζέστη, Ιούλιος μήνας, τον πιάνει σε κάτι μισοπαρακαλετά που τόσος κόσμος περιμένει πώς και τί να δεί κάτι, και τόχουμε σαν παράδοση και κρίμα είναι τα παιδιά τόσος κόπος. Τίποτα. Ο χωροφύλακας φοβάται, τον βλέπεις μια κυττάει κάτω, μιά πάνω, σουφρώνει τα χείλια του, τελικά, λέει δεν γίνεται, μαζέψτε τα. Ο  Φόβος που φυλάει τα έρημα... Μαζεύουμε σιγά-σιγά, ο κόσμος έχει καταλάβει τί γίνεται μα τί να κάνει.


Μόλις ο χωροφύλακας σιγουρεύεται πως δεν θα παίξουμε και φεύγει, νάσου ο Βουτσίνος, τρέχει στον Αλεξάκη, τον αρπάζει απ΄το μπράτσο, κάτι του λέει στ΄αυτί, βλέπουμε σαστισμένο στην αρχή τον Αλεξάκη, μετά χαμογελάει, γυρνάει σε μας "Μαζέψτε τα γρήγορα όλα! Λωράν, πήγαινε πιάσε τα δυό ταξί να μη φύγουν, να μας κατεβάσουν στη Χώρα" Λέω εγώ μέσα μου, τόσο φοβήθηκε και θέλει καλά και σώνει να φύγουμε του σκοτωμού, δεν είπαν δα πως θα μας βάλουν και φυλακή!

Παραξενευομαι όμως που τον βλέπω αλαφιασμένο και ζωηρό. Φορτώνουμε, χαιρετάμε, κι΄όση ώρα κάνουμε να  κατέβουμε στη Χώρα σκέφτομαι πως για να βιάζεται τόσο, μάλλον θα βρήκε κάπου να παίξουμε εκεί, να μας βλέπουν και οι αρχές να σιγουρεύονται πως δεν κινδυνεύουν από εμάς. Έλα όμως που μόλις φτάνουμε στη Χώρα τραβάμε γραμμή για το λιμάνι... Απογοητευόμαστε... Από την άλλη, καράβι πουθενά, πού πάμε, πώς να φύγουμε, άμα ήταν για να φύγουμε...

Είναι η εποχή που ο Αλεξάκης φτιάχνει το σπίτι στου Γιαννάκη. Δρόμος για 'κεί απ΄την Καρδιανή δεν υπάρχει. Πώς πάει λοιπόν, τα υλικά ο Αλεξάκης στου Γιαννάκη; Με καΐκι! Είναι ένας καπετάνιος μ΄ένα καΐκι και πηγαινοφέρνει υλικά. Να μη στα πολυλογώ, μας το σκάει το παραμύθι: θα πάμε με το καΐκι στου Γιαννάκη, θα ξεφορτώσουμε, θα βρούμε κανένα γαϊδουρι, κανένα μουλάρι, θ΄ανέβουμε στην Καρδιανή να παίξουμε εκεί! Άκου τρέλλα τώρα! Βάλε πόση θέληση, πόση αγάπη για το θέατρο! Γι΄αυτό σου είπα πριν, σε τρώει το σκουλήκι δε σ' αφήνει να ησυχάσεις, μα κρύο μα βροχή μα ζέστη, τρώγεσαι, δεν μπορείς άμα δε λαλήσεις...

Φτάνουμε στου Γιαννάκη με το καΐκι, κάναμε πόσην ώρα, μιά, μιάμιση, ξεφορτώνουμε και πιάνουμε τον ανήφορο, μα έναν ανήφορο, τί ανήφορο... Να βαράει ο ήλιος να γίνεται το κεφάλι σου κουρκούτι... Με τα πολλά, φτάνουμε, πάμε στο Περιβόλι, τουΛωράν του Απέργη, έτσι νομίζω την έλεγαν την ταβέρνα , και πιάνουμε και κρεμάμε σε σπάγγους  δυό κουρελούδες δεξιά κι΄αριστερά από μια πόρτα κι΄αυτή ήταν η σκηνή. Μουσική, φώτα, τίποτα, ούτε λόγος.

Στέλνει ο Αλεξάκης τον Λωράν τον ταβερνιάρη στο χωριό να φωνάξει τον κόσμο να έρθει να δει την παράσταση. Κέφι, παλμός, βγάλαμε όλο μας το άχτι για την απαγόρευση, ήταν, πες, η δικιά μας μικρούτσικη αντίσταση στον τοπικό εκπρόσωπο της χούντας. 

Μετά άμα τελείωσε η παράσταση, είχα πάει μέχρι το ξυνάρι της Καρδιανής, έτρεχαν τα νερά, φεύγαν απ΄το ξυνάρι, γέμιζαν το αποδοχάρι, τραβάγαν κάτω, στο ρέμα. 
Και 'κει μούρθε στο μυαλό μια απορία: τί είναι το ρέμα; Είναι η πηγή που αναβλύζει, είναι η κοίτη που τρέχει το νερό, είναι το νερό το ίδιο; Ή όλα μαζί κάνουν το ρέμα και χωρίς ένα απ΄αυτά το ρέμα δεν υπάρχει..;
Και τί είναι το θέατρο; είναι η σκηνή, είναι οι ηθοποιοί, είναι το έργο κι΄ο συγγραφέας του, είναι μήπως το κοινό..; 

Ξέρεις το πιό σημαντικό απ΄όλα; Το κοινό. 
Χωρίς κοινό απέναντί σου, θέατρο δεν υπάρχει. Ας έχεις τον σπουδαιότερο συγγραφέα και να σου φτιάξει το  καλύτερο έργο, ας έχεις τους καλύτερους υποκριτές, τα καλύτερα σκηνικά, μουσικές, φώτα, πράγματα. 

Άμα δεν έχεις κοινό, δεν έχεις θέατρο.
Γι΄αυτό οι ηθοποιοί υποκλίνονται στο τέλος της παράστασης. Γιατί χωρίς τους θεατές, θέατρο δεν υπάρχει..."















Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

ΦΟΡΟΙ, ΛΟΙΠΟΝ...

Εξ' απ' ανέκαθεν πάντα και πάλαι ποτέ, που λέει και ένας φίλος, ΦΟΡΟΙ...

Κατ' αρχάς, λοιπόν, το κράτος  σε απογράφει, να ξέρει ποιός είσαι, πού μένεις, πού τέλος πάντων μπορεί να σε βρίσκει άμα έχει τις ανάγκες του, που απ' ό,τι φαίνεται, είναι πολλές..:


Και μετά, το κράτος  αρχίζει να βάζει το χέρι στην πανταλόνα
Την δικιά μας.
"ΔΙΠΛΟΤΥΠΟΝ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ", για "διατροφήν ζώων" με "προσαύξησιν" και "τόκους υπερημερίας". Έτος 1952.



Αν τύχει και σ' αφήσει καμμιά θειά ένα τοσοδά χωραφάκι, τότε...   "ΔΙΠΛΟΤΥΠΟΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΝ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ". Έτος 1926.


Και μήπως η αφαίμαξη σταμάταγε στη μέση του πολέμου; Αντιθέτως. Και η γλώσσα των δημοσίων εγγράφων πάντα επιτακτική, στα όρια του προσβλητικού, σα να σου γίνεται μεγάλη χάρη που σου κατενεμήθει φόρος... Έτος 1942.


Πάμε και στα αγρέλια; Τρύγησες ελίτσες; Έβγαλες λαδάκι; 
Ε, τότε σου χρειάζεται ένα "ΔΙΠΛΟΤΥΠΟΝ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ ΦΟΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ"! Έτος 192_


Αλλά, επειδή αυτό δεν είναι αρκετό για να θρέψουμε τόσους και τόσους κοπρίτες, πάρε κι' ένα διπλότυπο ακόμα! Έτος 1932.


Και τί λέει τούτο 'δω;
"ΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥΣ". Έτος 1953.



Και τελικώς και γενικώς και ειδικώς και επειδή δεν μπορεί ο πάσα ένας να φοροδιαφεύγει κι' επειδής δεν μπορούμε  να σκεφτούμε πώς αλλιώς να σας τα πάρουμε, ορίστε κι΄ένας "Φόρος Προϊόντων Γής"
Που πα να πει, πλήρωσες τα σύκα και τις εληές και όλα τ΄άλλα, αλλά πού ξέρω εγώ πως δεν έβγαλες και τίποτε ραδίκια, ζοχούς ή βρούβες  αφορολόγητες;! Έτος 1951.


Ε, μετά πώς ν' αντέξει και τούτη 'δω η δύστυχη; 
Έτος 1917...



Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Για 'κείνη τη ρημάδα την αξιοπρέπεια...

Βλέπω τις ειδήσεις πρωί πρωί με κείνα τα κτηνώδικα ζόμπι που μας ρούφηξαν το χαμόγελο να ελπίζουν πως η Ελλάδα θα αποτύχει και τελικώς οι βάρβαροι θα περάσουν (που δεν θα γίνει βέβαια, γιατί οι "εταίροι" μπορεί να είναι βάρβαροι στην ψυχή, αλλά βλάκες δεν είναι...) και σκέφτομαι, πόσα, μα πόσα χρόνια έχω να αισθανθώ περήφανος που κάποιος λέει αυτά που είχα μέσα στο μυαλό μου τα τελευταία 5 χρόνια...

Και αυτοί οι κάποιοι μου μοιάζουν! Ντύνονται όπως εγώ, περπατάνε όπως εγώ πάνε στη δουλειά τους όπως εγώ, χειρονομούν όπως εγώ, τρώνε μεζεδάκια δίπλα μου χωρίς ένα πακέτο φουσκωτούς, και κυρίως, μιλάνε κατανοητά, χωρίς στόμφο, λένε κάτι που μπορώ να καταλάβω και να συζητήσω.

Χόρτασα, σιχάθηκα πλέον μαύρα χρυσοπληρωμένα κουστούμια και γραββάτες επάνω σε ξέχειλες κοιλιές, "υπουργικά αυτοκίνητα" και κουστωδίες σφογγοκωλάριων, διορισμένων ανίκανων μακρανηψιών και γκόμενων, υφάκι του στυλ "κάνω κάτι πολύ σοβαρό που δεν μπορείς να καταλάβεις", χόρτασα μεχρι που ξέρασα...

Ξέρασα όλη την περιφρόνηση που αποταμίευα μέρα με τη μέρα, λεπτό το λεπτό, κάθε στιγμή που έβλεπα τις στυγνές, αδιάφορες κωλόφατσές τους στα στρατευμένα, υπερχρεωμένα κανάλια τους.

Ξέρασα όλη την μισαλλοδοξία που φτύσαν επάνω μας, όλο το μίσος και την αγνή αντιπάθεια που νιώθαν για τον λαό τόσο, που τον αποκαλούσαν "οι λαϊκές μάζες" σαν να μίλαγαν για κάποιο μόλυσμα.

Δεν είμαι ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είμαι ΑΝΕΛ. Δεν είμαι Παναθηναϊκός. Δεν είμαι Ολυμπιακός. Δεν είμαι ΠΑΝΩ. Δεν είμαι ΚΑΤΩ. Δεν θέλω να μπω σε καμμιά ομάδα που θα απαιτήσει από εμένα να υιοθετήσω τις απόψεις τις, που θα ζητήσει να καλουπώσω τη σκέψη μου στα κομματικά τσιμεντάκια.

Αλλά, τις τελευταίες μέρες σήκωσα κάπως κεφάλι, σα να έφυγε από το σβέρκο μου η βρωμερή ανάσα του Βενιζέλου κι΄από τα μούτρα μου το πανηλίθιο βλέμμα του Σαμαρά, σα να γύρισαν στα μούτρα του Άδωνι όλα τα σάλια που έφτυνε τόσον καιρό σε έδρανα και γυάλινα τραπεζάκια καναλιών.

Κάποια στιγμή θα βρεθούμε να βρίζουμε κάποιους απ΄αυτούς, έτσι είναι οι άνθρωποι, έτσι είναι η ζωή, έτσι έρχονται τα πράγματα.
Αλλά, έστω για λίγο θάχουμε δείξει πως δεν φοβηθήκαμε, πως δεν κοροϊδευτήκαμε ες αεί, πως καταφέραμε να ενωθούμε κάτω από καμμιά σημαία, κάτω μόνον από την ανάγκη για αξιοπρέπεια.












 

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ

"Μια φορά κι΄έναν καιρό ήταν μια γριά και γύρναγε μές τα χωράφια και στους δρόμους και όλο νόμιζες πως μιλάει, μα 'κείνη είχε μισανοικτό το στόμα σα να ανάσαινε και δεν έλεγε τίποτε.

Άμα ήσουνα πάνω στο βουνό θα τύχαινε να την δεις να διαβαίνει και να κουνάει τα χέρια της σαν να σπέρνει κι΄άμα ήσουν κάτω στο χωριό θα την έβλεπες να κουνάει τα χέρια της σα να σκουπίζει τους δρόμους και τα μονοπάτια.

Γρια την λέγαμε γιατί ήταν όλη γκρίζα, μα τα μαλλιά της ήταν τόσο γκρίζα όσο και 'κείνων των τουριστών πού 'ρχονται καλοκαίρι και χορταίνουν ήλιο και ρουφάει το κεφάλι τους φως και ξανθαίνουν τόσο που μοιάζουν σα γκρίζοι γέροι.   

Και γκρίζα θάλαγες και τα ρούχα της, μα δεν μπορούσες να πεις αν ήταν γκρίζα από μαύρο που ξέβαψε ή γκρίζα από λευκό που λερώθηκε. 

Δε την φοβόταν κανένας και ούτε τα παιδιά παραμέριζαν, μα ούτε την πειράζαν γιατί ανιώθαν τον αέρα που σάλευε στο πέρασμά της και περιμέναν να καταλαγιάσει για να συνεχίσουν το παιχνίδι. 

Μετά, είπαν πως έναν χειμώνα που έβαλε κρύο πολύ, σαν αυτό που πάει να βάλει τώρα πάλι, χάθηκε η γριά και πως είχε παγώσει και δεν θα ξαναρχόταν ποτέ πιά, και να μη φοβόταν κανείς, λέγαν.

Μα αποκριθήκαν οι ανθρώποι πως έτσι κι΄αλλιώς δεν την φοβόνταν και είπαν να πάνε να την βρουν πριν χαθεί στ΄αλήθεια. Δρόμο πήραν δρόμο αφήκαν και γυρνάγαν στα βουνά και στις παραγγεριές και στους κάλαμους μέσα και κυττάζαν στα καυκάλες και μέσα σε καταστέγια και κατ’κιά και πουθενά δεν ήταν. 

Κι΄άμα πήραν να κατηφορίζουν, μόνο τότε είδαν τη γριά να είναι όρθια μέσα σ΄ένα αλώνι και να κουνάει τα χέρια της σα να αλωνέβγει και γύρω τριγύρω χορεύαν τούφες από ένα άσπρο σιτάρι που δεν έλεγε να κατακαθίσει κι΄έπειτα με μιάς έδωσε μια με τα χέρια και όλο το λευκό σιτάρι σηκώθηκε ψηλά μές τον αέρα και το πήρε και το στρουφογύρισε και το καμε δυό φορές τόσο και τρεις φορές τόσο και μετά γέμισαν οι ουρανοί με λευκές τούφες. 

Τότε η γριά μάζεψε τη μακρυά φούστα της γύρω στα ποδάρια της, την έζωσε στις κάλτσες της κι΄άρχισε να πέφτει το χιόνι και κείνη να περπατάει σαν πάντα, και τράβηξε για τα χωριά κι΄όπου πήγαινε το χιόνι ακολούθαγε μέχρι που την σκέπασε και την σήκωσε ψηλά και τότε οι χωρικοί καταλάβαν πως αυτή ήταν η κυρά του χιονιού... 

...που όλο τον χρόνο γυρνάει αμίλητη κι΄άμα έρθει ο χειμώνας καβαλάει το κρύο και καμει τη δουλειά που ξέρει να κάμει: να γκρεμίζει και να χτίζει. 
Να γκρεμίζει μαθές όσα απομείναν αφρόντιστα και να χτίζει όσα η γης μπορεί να θρέψει."




σημείωση: οι φωτογραφίες είναι οι μισές από τον φίλο που δεν θέλει να φαίνεται και οι άλλες μισές απ΄τον φίλο που σκαρφαλώνει στα κατσάβραχα. Τους ευχαριστώ και τους δύο. 


Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

ΠΟΥ ΓΥΡΝΑΓΕΣ..;

Βρήκα μια ρωγμή στον χρόνο και χώθηκα ΄κει μέσα. Κι΄ είπα μέσα μου: 
"Τώρα θα δεις όσα έχασες περιμένοντας το μέλλον!"
Κάπου απ΄το βάθος έφευγαν από μένα τρεις παληές συμμαθήτριες...

...και το σπίτι πού 'μενε ένας συμμαθητής της πρώτης δημοτικού ήταν αγνώριστο.

Φώς που ποτέ δεν είχα προσέξει, είχε μείνει ακόμα εκεί, ανάμεσα σε φρεσκαρισμένα κεραμίδια...

..και το ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟΝ της πρώτης Λυκείου δεν είχε καν βιτρίνα.

Ένα κινηματογραφικό κίτρινο ανέμιζε στην απέναντι γωνία, σωσμένο απ΄το κίτρινο της κατεδάφισης...

...και μια λευκή σημαία σήμαινε την ανακωχή με τις γιορτές που μόλις πέρασαν.

Δεν θυμάμαι... Υπήρχαν πεινασμένοι και τότε..; 

Και τούτο το μεταλλικό κέντημα πρέπει νά 'ταν από πάντα εδώ, μα εγώ πέρναγα γεμάτος εγωισμό, πλήρης από άρνηση για το ταπεινό τώρα.

Ώσπου απ΄τον τοίχο κατρακύλησε ένα αθέλητο πράσινο και πήγε κι΄ενώθηκε με ΄κείνο του πεζοδρομίου...

Ύστερα οι άνθρωποι ονομάτισαν ξανά τα πράγματα κι΄έβαλαν το ίδιο όνομα δυό φορές, σα να μην ήταν από τότε σίγουροι για την ταυτότητα των πραγμάτων.

Είναι αλήθεια: υπάρχουν μερικοί που τους αρέσουν τα παληά σπίτια και πάνε και τα ζούν. Μέσα σε χρώματα από παληά φίλμ...

...πάνω και κάτω σε αχρείαστες πλέον σκάλες υπηρεσίας...

...που ξέρουν πως κάποια στιγμή ο σοβάς θα τους προδώσει...

..και πως μόνον αν έχεις την τοπική Θεά με το μέρος σου μπορεί και να τα βγάλεις πέρα.

Κι' έπειτα, πάλι το κίτρινο. Αδυσώπητη οθόνη ξέλαμπρη, που πάνωθέ της προβάλλεται η γειτονιά. 

Έχει κι΄εδώ καφενεία γεμάτα κόσμο, που δεν ξέρουν πως "ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥΣ"...

...έχει εκείνη την ισοπεδωτική ομοιομορφία, την τόσο απαραίτητη στις μεγαλουπόλεις...


...έχει κολλάζ...

...και πίνακες μεικτής τεχνικής...

...και κάδρα άλλων εποχών.

Έχει εκείνη την παραπαίουσα απορία για την διάρκεια των πραγμάτων...

...που δεν κρατάει όμως πολύ, γιατί το παράδοξο καραδοκεί να σε σωπάσει.

Είναι κι' ο λόφος, που έχει τ΄όνομα εκείνου του αρχαίου πάππου και που δεσπόζει στην περιοχή...

Ε, λοιπόν, ναι! 
Είχα πεταχτεί μια βόλτα ως εδώ:

..να βάλω πέντε τυχαίες νότες σ΄ένα από τα τεμπέλικα μεσημέρια μου.






ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...