Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Τί ειν΄η σκηνή, δυό κουρελούδες όλες κι΄όλες...

"Είναι δύσκολο νάσαι ερασιτέχνης. Δεν προσπορίζεσαι τίποτα από τον κόπο σου. Πρέπει να τ΄αγαπάς αυτό που κάνεις γιατί αυτό που θα σου δώσει στο δίνει στην ψυχή και καθόλου στην τσέπη. Και για τον καθένα απ΄όλους, για τον κάθε έναν ξεχωριστά στον θίασο, αυτό που το δίνει είναι μόνο δικό του γιατί έχει ο καθένας και μιάν άλλη ψυχή.

Που η μιά ευχαριστιέται με το χειροκρότημα, η άλλη τρέφεται με τον ρόλο, η άλλη ζει για το χτυποκάρδι των πρώτων πέντε-δέκα λεπτών της παράστασης και μια άλλη το κάνει γιατί άμα δεν το κάνει, απλά, δεν ζει.

Το σανίδι έχει σκουλήκι και το σκουλήκι κάποια στιμγή μπαίνει μέσα σου, εσύ δεν το καταλαβαίνεις, μα σε πιάνει κάτι σα πυρετός και θες να είσαι κει πάνω, να μπαίνεις σε πετσιά αλλωνών, να λες λόγια που δεν θα τάλεγες ποτέ από μόνος σου, να συναναστρέφεσαι φονιάδες, πόρνες, τρελλούς, ό,τι βάλει ο νούς σου.

Και πεθαίνεις. Με κάθε ρόλο πεθαίνεις. Ο ηθοποιός είναι ο μόνος που ξέρει από τα πριν πώς είναι να παύεις να υπάρχεις. Τέλειωσε ο ρόλος; Ε, αυτό είναι θάνατος, αυτό που υπήρξες και σουδωσε το χειροκρότημα παύει να υπάρχει, ζεις τον θάνατό σου, έστω και σαν κάποιος που υπήρξες σε ένα παράλληλο σύμπαν, στο σανίδι.

Λέω σανίδι και μούρθε στο μυαλό μια φορά που ευχόμουν να είχα κάτω απ΄τα πόδια μου σανίδι κι΄ας ήταν και σάπιο κι΄ας ήταν σκωροφαγωμένο κι' ας έτριζε κάθε που άλλαζες πόδι. Ήταν τότε που παίζαμε επάνω σε τραπέζια! Τραπέζια, από κείνα τα στενόμακρα των πανηγυριών, ενωμένα πλάι πλάι για να κάνουν σκηνή, να φαινόμαστε από μακρυά, σκηνή δεν υπήρχε στην  αίθουσα, πού να παίξεις να σε δει ο κόσμος. Κι΄είχαν έρθει κι΄ένα σωρό με γαιδούρια, με μουλάρια και κάτι λίγοι με αυτοκίνητα, μα ως πόσα αυτοκίνητα να είχε τότε στην Τήνο, ευτυχώς ήταν και δυό ταξί, φαρδειά σα μαούνες. Γιατί έπρεπε να φύγουμε απ΄το Ξώμποργο και να πάμε στην Καρδιανή. Ναι, στο Ξώμποργο ήταν η σκηνή με τα τραπέζια, στο Ξώμποργο. Ο Βουτσίνος, βέβαια! Είχε εκείνο που τον έκανε πέρα από παπά και κάτι σαν καθοδηγητή της καθημερινότητας.

Παίζαμε που λες κάθε χρόνο στο Ξώμποργο, στην αίθουσα δεξιά απ΄το πηγάδι, τη μεγάλη, βάλε με το μυαλό σου στριμωγμένα τετρακόσια άτομα, πεντακόσια, μεγάλο πανηγύρι!
Μόλις τελείωνε η λειτουργία, καθόταν ο κόσμος να φάει, να πιεί, στην ώρα επάνω έβγαινε ο Βουτσίνος και φώναζε, "Άντε, τελειώνετε να παίξουμε θέατρο!", σηκωνόταν ο κόσμος, μάζευε, στήναμε εμείς τα τραπέζια και παίζαμε. 
Σκηνή δεν υπήρχε, πώς να κάνεις τώρα εκείνες τις πάγκες να σταθεροποιηθούν; Δεν γινόταν. Να πας να κάνεις βήμα στην σκηνή και να κουνιέται ο τόπος όλος! Και να παίζουμε καμμιά κωμωδία, θυμάμαι να παίζουμε Μολιέρο, τον Φιλάργυρο, να νομίζει ο κόσμος πως το κάνουμε επίτηδες, να ξεκαρδίζονται, εμείς να κοντεύουμε να σωριαστούμε και 'κεινοι να νομίζουν πως είναι στο έργο.

Ευχαριστιόταν όμως οι άνθρωποι τότε. Κάθε πότε θα βλέπαν παράσταση στη ζωή τους, έβλεπες φάτσες γελαστές, μάτια κι αυτιά που ρούφαγαν την παράσταση κυριολεκτικά, δε σούκανε καρδιά να πεις τα παρατάω, δεν παίζω. Και μετά, σκέψου πως ήταν και γνωστοί, συντοπίτες, μας ξέραν και τους ξέραμε, έρχοταν και για το έργο και για εμάς, διπλό το βάρος, που βάρος δεν τόλεγες, διπλή χαρά να πώ καλύτερα. Και δεν υπάρχει ούτε μιά φωτογραφία από τότε, ούτε μία...


Μα βάλε τώρα πόσο χρονώ είμασταν όλοι μας και πόση ορμή, λέω καμμιά φορά, είχαμε και τραβολογιόμαστε να πάμε να παίξουμε στην άκρη του κόσμου. Ξέρεις, μπορεί και εκείνη η χαρά που ένιωθε ο κόσμος και την νιώθαμε κει 'μείς, την αναπνέαμε με κάποιο τρόπο, νάταν εκείνη που μας στέριωσε στο σανίδι της Ερασιτεχνικής. Γιατί να ξέρεις, πολλές φορές λες δεν πάει άλλο, ειδικά στην αρχή, που είσαι νέος και σε τραβάει η ζωή δεξιά κι΄αριστερά. Εμείς στην αρχή βάλαμε τέτοια θεμέλια φαίνεται κι΄έτσι καταφέραμε και στεριώσαμε και είμαστε ακόμη εδώ και φτιασιδωνόμαστε και ξεφυλλίζουμε φθαρμένες σελίδες, χιλιοσημειωμένες, τσακισμένες από τα πριν όπου θέλει ιδιαίτερη προσοχή, γνώριμές μας από χρόνια, όπως ρυτιδώνει το κορμί μας, ρυτίδωσαν κι΄αυτές.

Είναι που λες Χούντα. Χούντα στο μεσουράνημα της, μάλλον το ΄69 πρέπει νάτανε. Ο ενωμοτάρχης κι΄ο χωροφύλακας ισοδυναμούσαν με μεγάλη εξουσία! Οι μόνοι που τόλμαγαν να αντιμιλήσουν άντε να ήταν κανένας από τα Τ.Ε.Α. που είχαν και όπλα στα σπίτια τους. Έλεγε ο χωροφύλακας "Μη!", δεν υπήρχε "Μα..."

Έχουν απαγορευτεί που λες οι συγκεντρώσεις μα με τα πανηγύρια δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, τί να πουν "Εμείς θα χορεύουμε τσάμικα κι΄εσείς κατσέτε σπίτια σας;" δεν γινόταν, κάπως έπρεπε να έχει και λίγο λάσκα το σκοινί, όσο κεφάλας και νάσαι αυτό το καταλαβαίνεις. Πάμε να παίξουμε λοιπόν στο Ξώμποργο, έρχεται ο χωροφύλακας, ενωμοτάρχης να ήταν, πού να θυμάμαι, είχε κάτι ασημένια φουντούκια πάνω στους ώμους τέλος πάντων, έρχεται κει μπροστά και λέει "Ποιός είναι εδώ υπεύθυνος", βγαίνει ο Αλεξάκης μπροστά "Εγώ είμαι", λέει εκείνος στον Αλεξάκη "Άδεια έχετε;". "Τι άδεια νάχουμε, ποιός να την βγάλει, μέχρι τώρα πώς παίζαμε" λέει εκείνος. Απαντάει ο χωροφύλακας και λέει πως "Δεν ξέρω τί κάνατε μέχρι τώρα, εγώ το κεφάλι μου στον τουρβά δεν το βάζω, άμα δεν έχετε άδεια δεν παίζετε."



Βλέπω τον Βουτσίνο από πίσω νάχει ανάψει, νάχει κορώσει, έκανε και ζέστη, Ιούλιος μήνας, τον πιάνει σε κάτι μισοπαρακαλετά που τόσος κόσμος περιμένει πώς και τί να δεί κάτι, και τόχουμε σαν παράδοση και κρίμα είναι τα παιδιά τόσος κόπος. Τίποτα. Ο χωροφύλακας φοβάται, τον βλέπεις μια κυττάει κάτω, μιά πάνω, σουφρώνει τα χείλια του, τελικά, λέει δεν γίνεται, μαζέψτε τα. Ο  Φόβος που φυλάει τα έρημα... Μαζεύουμε σιγά-σιγά, ο κόσμος έχει καταλάβει τί γίνεται μα τί να κάνει.


Μόλις ο χωροφύλακας σιγουρεύεται πως δεν θα παίξουμε και φεύγει, νάσου ο Βουτσίνος, τρέχει στον Αλεξάκη, τον αρπάζει απ΄το μπράτσο, κάτι του λέει στ΄αυτί, βλέπουμε σαστισμένο στην αρχή τον Αλεξάκη, μετά χαμογελάει, γυρνάει σε μας "Μαζέψτε τα γρήγορα όλα! Λωράν, πήγαινε πιάσε τα δυό ταξί να μη φύγουν, να μας κατεβάσουν στη Χώρα" Λέω εγώ μέσα μου, τόσο φοβήθηκε και θέλει καλά και σώνει να φύγουμε του σκοτωμού, δεν είπαν δα πως θα μας βάλουν και φυλακή!

Παραξενευομαι όμως που τον βλέπω αλαφιασμένο και ζωηρό. Φορτώνουμε, χαιρετάμε, κι΄όση ώρα κάνουμε να  κατέβουμε στη Χώρα σκέφτομαι πως για να βιάζεται τόσο, μάλλον θα βρήκε κάπου να παίξουμε εκεί, να μας βλέπουν και οι αρχές να σιγουρεύονται πως δεν κινδυνεύουν από εμάς. Έλα όμως που μόλις φτάνουμε στη Χώρα τραβάμε γραμμή για το λιμάνι... Απογοητευόμαστε... Από την άλλη, καράβι πουθενά, πού πάμε, πώς να φύγουμε, άμα ήταν για να φύγουμε...

Είναι η εποχή που ο Αλεξάκης φτιάχνει το σπίτι στου Γιαννάκη. Δρόμος για 'κεί απ΄την Καρδιανή δεν υπάρχει. Πώς πάει λοιπόν, τα υλικά ο Αλεξάκης στου Γιαννάκη; Με καΐκι! Είναι ένας καπετάνιος μ΄ένα καΐκι και πηγαινοφέρνει υλικά. Να μη στα πολυλογώ, μας το σκάει το παραμύθι: θα πάμε με το καΐκι στου Γιαννάκη, θα ξεφορτώσουμε, θα βρούμε κανένα γαϊδουρι, κανένα μουλάρι, θ΄ανέβουμε στην Καρδιανή να παίξουμε εκεί! Άκου τρέλλα τώρα! Βάλε πόση θέληση, πόση αγάπη για το θέατρο! Γι΄αυτό σου είπα πριν, σε τρώει το σκουλήκι δε σ' αφήνει να ησυχάσεις, μα κρύο μα βροχή μα ζέστη, τρώγεσαι, δεν μπορείς άμα δε λαλήσεις...

Φτάνουμε στου Γιαννάκη με το καΐκι, κάναμε πόσην ώρα, μιά, μιάμιση, ξεφορτώνουμε και πιάνουμε τον ανήφορο, μα έναν ανήφορο, τί ανήφορο... Να βαράει ο ήλιος να γίνεται το κεφάλι σου κουρκούτι... Με τα πολλά, φτάνουμε, πάμε στο Περιβόλι, τουΛωράν του Απέργη, έτσι νομίζω την έλεγαν την ταβέρνα , και πιάνουμε και κρεμάμε σε σπάγγους  δυό κουρελούδες δεξιά κι΄αριστερά από μια πόρτα κι΄αυτή ήταν η σκηνή. Μουσική, φώτα, τίποτα, ούτε λόγος.

Στέλνει ο Αλεξάκης τον Λωράν τον ταβερνιάρη στο χωριό να φωνάξει τον κόσμο να έρθει να δει την παράσταση. Κέφι, παλμός, βγάλαμε όλο μας το άχτι για την απαγόρευση, ήταν, πες, η δικιά μας μικρούτσικη αντίσταση στον τοπικό εκπρόσωπο της χούντας. 

Μετά άμα τελείωσε η παράσταση, είχα πάει μέχρι το ξυνάρι της Καρδιανής, έτρεχαν τα νερά, φεύγαν απ΄το ξυνάρι, γέμιζαν το αποδοχάρι, τραβάγαν κάτω, στο ρέμα. 
Και 'κει μούρθε στο μυαλό μια απορία: τί είναι το ρέμα; Είναι η πηγή που αναβλύζει, είναι η κοίτη που τρέχει το νερό, είναι το νερό το ίδιο; Ή όλα μαζί κάνουν το ρέμα και χωρίς ένα απ΄αυτά το ρέμα δεν υπάρχει..;
Και τί είναι το θέατρο; είναι η σκηνή, είναι οι ηθοποιοί, είναι το έργο κι΄ο συγγραφέας του, είναι μήπως το κοινό..; 

Ξέρεις το πιό σημαντικό απ΄όλα; Το κοινό. 
Χωρίς κοινό απέναντί σου, θέατρο δεν υπάρχει. Ας έχεις τον σπουδαιότερο συγγραφέα και να σου φτιάξει το  καλύτερο έργο, ας έχεις τους καλύτερους υποκριτές, τα καλύτερα σκηνικά, μουσικές, φώτα, πράγματα. 

Άμα δεν έχεις κοινό, δεν έχεις θέατρο.
Γι΄αυτό οι ηθοποιοί υποκλίνονται στο τέλος της παράστασης. Γιατί χωρίς τους θεατές, θέατρο δεν υπάρχει..."















Δεν υπάρχουν σχόλια: