Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΗΝ ΝΗΣΟ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ


Το μεγάλο κήτος μας άφησε να μπούμε στην σκοτεινή κοιλιά του...

Ένα σκοτεινό πέπλο καλύπτει τις ώρες μέχρι το επόμενο πρωί οπότε, ο ύπουλος γάτος υπάκουσε στις νοερές μου οδηγίες και στις επτά και δέκα ακριβώς προσέγγισε την εξώπορτα. 

Ξύπνησε το ανυποψίαστο παιδί της πόλης νούμερο ένα και προσποιήθηκε τον πεινασμένο.
Παράλληλα, η καφετιέρα ολοκλήρωσε τον συνωμοτικό κύκλο: με αργές, υπό άλλες συνθήκες βασανιστικές, σταγόνες, εκχύλισε ποσότητα καφέ ικανή για να ξυπνήσει το παιδί της πόλης νούμερο δύο.
Ανεβήκαμε στο αυτοκίνητο, που είχαμε στα χέρια μας από το προηγούμενο βράδυ. Κρεμ. Το χρώμα του αυτοκινήτου ήταν Κρεμ. Το λέγανε Αλίκη.

Κυλίσαμε στον άδειο δρόμο.

Αριστερά μας το λιβάδι παρέμενε και περίμενε, αν και για μια στιγμή μου φάνηκε πως ανέμενε και απόμενε...μα προσπαθώντας να φτάσω στην άκρη του νήματος μ΄έπιασε φτάρνισμα από τα χνούδια και σταμάτησα δεξιά.

Στο μεταξύ ο ήλιος είχε βγει και μάλιστα, κατέβηκε λίγο πιό χαμηλά για να μπορέσουμε να τον φωτογραφήσουμε.
Μια περαστική μέλισσα άρπαξε την ευκαιρία και τού σκασε ένα φιλί στο μάγουλο.

Παρακάτω, παρακάτω και λίγο πιό παρακάτω και ενώ όλα πήγαιναν απρόσμενα καλά, ο καθρέφτης της Αλίκης κατέστησε σαφές πως, θα επενέβαινε σε όλη την βόλτα και ενώ προσπαθούσαμε να θαυμάσουμε τον μεγάλο Δράκο που φυλάει το νησί από Βορρά, ο καθρέφτης επέμενε να μας θυμίζει την έρημη Αγαπιανή άμμο. 
Πήραμε να ανηφορίζουμε πάνω από την κολυμπήθρα όπου έχουν βαφτιστεί σχεδόν όλοι οι Τηνιακοί.

Τα σύννεφα ενοχλημένα μαζεύτηκαν πάνω μας να δουν τους παράξενους, εκτός ορθού χρόνου επισκέπτες. 

Πείσμωσα.
Έσυρα με τα δυό μου χέρια λίγο, μα τόσο δα μόνον, πιό μπροστά το κοντινό βουνό και κράτησα τα άλλα στον ίσκιο του σύννεφου.
Η φωτογραφία βγήκε όπως την ήθελα. 
Τώρα, στο φωτεινό της κομμάτι χώραγαν οι υπότιτλοι, που θα περιέγραφαν την θέα στο χαζό μυαλό μου.

Ο δρομος ανηφόρισε. Ο καθρέφτης εξακολουθεί να χώνεται εκεί που δεν τον σπέρνουν: ενώ ένα θορυβώδες πράσινο μας είχε τραβήξει την προσοχή, εκείνος επέμενε να μας δέιχνει τον πίσω μας δρόμο.
"Είναι το ψόφιο αρνί που είδαμε και αφήσαμε ασχολίαστο”, ερμήνευσε το παιδί νούμερο ένα. Ο καθρέφτης ηρέμησε. "Είδατε που σας τόπα", είπε θριαμβευτικά.

Συνεχίσαμε στον δρόμο για το "Χωριό-ανάμεσα-στις-στρογγυλές πέτρες". 
Δίχως να καταλάβουμε πώς, βρεθήκαμε σ' ένα κάστρο όπου ο αγρότης/αυλικός μας κέρασε ρακί.
 
Ο βασιλιάς, ανήσυχος για την τόσο πρωινή επίσκεψη, ήρθε κοντά στην πόρτα με ορισμένες από τις παλλακίδες του, δεν ήξερε αν έπρεπε να μας καλωσορίσει ή να μας διώξει με τρόπο.

Περπατήσαμε στο βασίλειο. Από δω φάγαμε ψωμάκι, είπε ο αγρότης και μας έστειλε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων να ψάξουμε να βρούμε πότε ήταν η τελευταία φορά, που τα αμπελοφάσουλα έγιναν πρώτο θέμα. Του χρόνου θα βάλουμε πάλι την μπουλντόζα και θα ξαναφυτέψουμε. Πότε ακριβώς είναι αυτό, με τί συμπίπτει για να έχω μια καλή δικαιολογία, που δεν θα παραβρεθώ στο φύτεμα, σκέφτηκα...

Φτάσαμε.
Στην παιδική χαρά του χωριού έπαιζαν γελούδες και ζούδια, που μόλις μας είδαν μας καλωσόρισαν και μας κάλεσαν να παίξουμε μαζί τους, μα είναι γνωστό πως δεν μπορείς να παίζεις με τα ξωτικά γιατί θα σε κρατήσουνε για περισσότερο απ΄όσο λογαριάζεις και θα κρυώσει στο μεταξύ ο καφές σου στου Νατάλε.

Στην φωτογραφία τα ξωτικά δεν φαίνονται γιατί έχω προνοήσει να χρησιμοποιήσω φίλμ ειδικό να εξαιρεί τρομακτικές για μερικούς φυσιογνωμίες.

Σκέφτηκα: πρώτη φορά που ήρθα χειμώνα στην Βωλάξ ήταν το 1990. 
Μα πόσων χρονών ήμουν τότε; η απάντηση ζωγραφίστηκε αυτομάτως στον τοίχο...

Το χωριό ήταν έρημο, μόνο κάποιες ομιλίες εκφωνητών ραδιοφώνου (ευτυχώς όχι τηλεόρασης, την τρέμω την τηλεόραση) ακούγονταν από ανοιχτά παράθυρα. 
Ευτυχώς, που οι εκφωνητές δεν πεινάνε ποτέ όπου φιλοξενούνται, αλλιώς, πρώτον θα ήθελαν του κόσμου το φαί και δεύτερον θα πάχαιναν απίστευτα γρήγορα.

Για μια στιγμή με πάγωσε το άδειο χωριό. 
Ούτε άνθρωπος τριγύρω...
Το παιδί της πόλης νούμερο δύο με σκούντηξε στον ώμο δείχνοντάς μου τον τοίχο.


Ησύχασα, ο Αλέκος ήταν επάνω για την περίπτωση που χρειαζόμασταν κάτι...

Κατεβήκαμε στην βρύση του χωριού.
Δυστυχώς, για μένα που δεν είχα πιεί καφέ και έπρεπε να γκρινιάξω, εδώ όλα ταίριαζαν . 
Τα εφήμερα πλαστικά δίπλα στις πέτρες και το νερό. Τα σκουπόξυλα και ο ανινιγματικός λευκός σκουπιδοτενεκές, που αναιρούσε τον εαυτό του χωρίς να το ξέρει, μιας και πλαστικός και τενεκές δεν γίνεται.

Η ώρα πέρναγε ανελέητη. 

Χρειαζόμασταν επειγόντως ένα ξόρκι χρόνου. Πλησιάσαμε με δέος στην μπλε πόρτα του μεγάλου μπλέ νάνου, χτυπήσαμε απαλά, μα η πόρτα παρέμεινε κλειστή, ο μεγάλος νάνος δεν βγήκε ποτέ. 
Ο χρόνος μας θα τελείωνε στην προαγορασμένη ποσότητα: ένα Σαββατοκύριακο και μόνον αυτό...

Η στενοχώρια δεν κράτησε για πολύ.
Ένα παράξενο πλάσμα στεκόταν εμπρός μας.
"Τί είσαι εσύ;" ρώτησα και μεμιάς δυό φωνές μαζί ακούστηκαν: "Κιούπι", "Κιούπι". 
"Και γιατί στέκεστε κώλο με κώλο;
"Για να στεκόμαστε", μου απάντησαν. 
"Και γιατί βάλατε το χερούλι κάτω;"
"Για να μπορούν να πιάνονται τα ξωτικά του κάτω κόσμου και να βγαίνουν", μου απάντησαν.

Αμέσως σκεφτήκαμε πως ήταν ώρα να πηγαίνουμε.
Επόμενη στάση, στο κάστρο του Λεοντόκαρδου, εκείνου που μιλάει με το σίδερο κι΄ έχει στημένο το εργαστήρι του ψηλά στο βουνό.
Φτάσαμε.

Στάθηκα έκπληκτος δίπλα στο παράθυρο, η θέα με κοκκάλωσε κυριολεκτικά, όπως μπορείτε να δείτε καθαρά και στην φωτογραφία.


Το κυκλαδίτικο φως με τύφλωσε, ενώ το τελευταίο πράγμα που πρόλαβα να δω πριν σωριαστώ στο χώμα, ήταν το μέτρο στο πεζούλι...

Το μήνυμα ήταν σαφές: μετρείστε κάτι...

Μετά από πέντε ή έξι ρακιά καταφέραμε να μετρήσουμε τελικώς τον ουρανό. Είναι απλό: ξεκινάς από ένα μικρό κομμάτι, το οποίο μετράς με ακρίβεια και μετά, πολλαπλασιάζεις με τον ημερήσιο αριθμό ηλιαχτίδων που είναι απαραίτητες για να παραμείνεις άνθρωπος.

Μόλις τελειώσαμε με αυτό, ο Λεοντόκαρδος μας είπε πως περίμενε κι' άλλον έναν φίλο: τον Κάπτεν Νέμο, που αυτήν την εποχή αφήνει τις ανοιχτές θάλασσες και περνάει που και που για καμμιά κουβεντούλα. Το υποβρύχιο αναδύθηκε αργά-αργά προσέχοντας μην χτυπήσει στο νεοφυτεμένο δέντρο.

Δεν προλάβαμε να αλλάξουμε δυό κουβέντες κι' ένα σύννεφο ήρθε και κάθησε εμπρός στον ήλιο και, παρά τις παρακλήσεις μας, δεν έλεγε να κουνηθεί. Αποφασίσαμε να δράσουμε.

Φορτώσαμε στο καροτσάκι το νησί και ξεκινήσαμε. Μόλις φύγαμε από το σύννεφο που μας είχε θέσει υπό τον έλεγχό του και μας κρατούσε στον ίσκιο, εκείνο δικαιολογήθηκε πως, το έκανε για να μην ζαρώνουμε τα μάτια μας και κάνουμε πρόωρες ρυτίδες. 
Δεν πείστηκε κανείς. 

Ξεφορτώσαμε στον ήλιο το νησί και συνεχίσαμε την κουβέντα μας για τον σύγχρονο κινηματογράφο.

Ο Πήτερ Γκρίναγουεη έμενε δύο σκαλιά παρακάτω, πράγμα που αρχικώς δυσκολεύτηκα να το πιστέψω, αλλά, η κοιλιά του αρχιτέκτονα ήταν εμφανέστατη, ξεπρόβαλε εμβληματικά μέσα από την εκκλησία. 

Στην πρόσοψη της εκκλησίας υπήρχε και σαφής εξήγηση για το τί απέγιναν οι δράκοι του νησιού. Ο Αγηος Δεμιτριος είχε σκοτώσει τον τελευταίο, άτυχο δράκο.


Η ώρα πέρναγε...
Όσο και αν φλυαρούσαμε επιτηδευμένα άσκοπα για να μείνουμε για λίγο ακόμη μαζί, ο ενοχλητικός καθρέφτης εξακολουθούσε να μας πιέζει. 
Τώρα προσπαθούσε, και αποτύγχανε, να αντιληφθεί το άπειρο μετά από εσφαλμένη κατανόηση των οδηγιών τού Λεοντόκαρδου, αντί μέσα από καθρέφτες, μέσα από υαλοπίνακες αυτοκινήτων. 

Το μόνο που κατάφερε να εντοπίσει, ήταν ο Λεοντόκαρδος που επέστρεφε στο κάστρο του...




Γυρίσαμε σπίτι.
Νύσταξα, έγειρα στον καναπέ κι' έβαλα όλη μου την προσοχή στα λόγια του επίμονου αέρα.

Ώρα πέρασε. 
Τόση, ώστε να χωρέσει στο διάστημα ανάμεσα σε δύο βλεφαρίσματα γριππιασμένου πενηντάχρονου.

Ένα κούνημα με ξύπνησε. 

Κύτταξα έξω απ΄το παράθυρο: 

το βουνό είχε αντικατασταθεί από θάλασσα και ένα καράβι με περιέβαλε σε κάθε μου βήμα.

Ευχήθηκα να μας έκλεινε ο καιρός καταμεσίς στην θάλασσα και να έπρεπε να χτιστεί επι τόπου ένα λιμάνι για να μας προστατεύσει και τριγύρω του ένα νησί, αλλά αυτό θα έπαιρνε απίστευτα πολύ χρόνο και την Δευτέρα είχαμε δουλειά.

Σκέφτηκα την Αλίκη. 

Παρέμενε στο λιμάνι παρκαρισμένη με τα κλειδιά επάνω περιμένοντας τον επόμενο μισθωτή, που δεν θα ήξερε πως την λένε Αλίκη.


Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

ΘΕΑΤΡΟΝ ΡΕΞ - 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1941

"Και πού να πάμε, βρε συ μάτια μου, πού θα με τραβήξεις Κυριακάτικα πρωί-πρωί, να γίνει κανένα μπλόκο, να μας πιάσουν, να μας τραβάνε στα υπόγεια της οδού Μάγερ κι' ύστερα ποιός ξέρει τί σόϊ δοσίλογους θάχουν μαζέψει για να μας δείξουν με το δάχτυλο, να βρεθούμε στο Χαϊδάρι και να μη το πιστεύουμε που θ' αντικρύζουμε τις κάννες των γερμαναράδων..."

"Μα δέκα η ώρα το πρωί δεν γίνονται τέτοια πράματα! Πάμε σου λέω, Μιχάλη μου, πάμε... Θάναι και μια καινούργια, που τραγουδάει και χορεύει, άλλο πράμα το κέφι και το μπρίο της, μου τόπε κι' η κυρία Κούλα που πήγε και την είδε, Βλαχοπούλου την λένε, θάναι κι' ο Οικονομίδης που σ΄αρέσει, κι' ο Σταυρίδης κι' ο Μητσάρας, θα γελάσει λίγο το χειλάκι μας! Πάμε σε παρακαλώ, ποιός ξέρει αύριο τί μας ξημερώνει..."




"Μα δε μας περισσεύουν, βρε Ματίνα μου, δε μας περισσεύουν... Λες εγώ δεν θέλω να πάω, μα αύριο αν..."

"Δεν έχει αύριο, Μιχάλη μου, δεν έχει αύριο... Αύριο θα μας τα τρώνε οι μαυραγορίτες και δεν θάχουμε ούτε για το καφεδάκι μας. Να, τούτο 'δω το σακκουλάκι καφέ απ' του Ταβλαδωράκη που πήρα σήμερα απ΄τη Γούναρη στο σχόλασμα απ' τη φάμπρικα, κάτι μου λέει πως θάναι το τελευταίο, έρχεται πείνα και στέρηση, Μιχάλη μου, πάμε να σε χαρώ..."


"Σάματις ξέρω και 'γω βρε Ματίνα, ξέρω και 'γω... Σα χτες μου φαίνεται που σού 'στελνα τα νέα νικητής απ' το μέτωπο, και τώρα για μιάς, όλα κυλιούνται κάτω... Τρομάζω, Ματίνα μου, τρομάζω πιότερο κι' από σένα..."



"Άσε με και μένα να κάμω κουμάντο μια φορά, βρε συ Μιχάλη, να, έχω εδώ φυλαγμένες εννιά δραχμούλες που κάνουν και τα δυό εισιτήρια, κάλλιο να μην πάρω άλλο ζεύγος κάλτσες, μα να πάω μιά τελευταία φορά ένα θεατράκι πριν μας βάλουν τα δυό ποδάρια σ' ένα παπούτσι... "




"Ώπα! Ώπα! Για στάσου, βρε Ματίνα, σα να τα παραλές τώρα... Δε λέω , να πάμε το θεατράκι σου, μα μη μου τα παρουσιάζεις κ' έτσι... Σε λίγο θα μου πεις πως και για ν' αλωνέψει ο πατέρας μου στην Τήνο θα πρέπει να πάρει την άδεια από τον Ιταλό... Όχι δα... Είπαμε, πολιτισμένοι άνθρωποι είναι κι' αυτοί, δεν είναι τίποτις ζωντανά..."


"ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΝΗΣΟΥ ΤΗΝΟΥ
Ο Κος.............. 
που κατοικεί στα Κελλιά
είναι εξουσιοδοτημένος να αλωνέψει την ημέρα 12/5/42
και ώρα .... στα Κελλιά.
Τήνος, 11/5/1942-ΧΧ
Ο στρατιωτικός διοικητής....."





Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Ο ΦΑΡΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Εκεί γύρω στο 1932 λοιπόν, τα παιδιά που πήγαιναν στην πέμπτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου, θα πρέπει να ήταν κοντά έντεκα χρονών, αν όχι περισσότερο, αν λάβουμε υπ΄όψιν μας πως μένανε και στην ίδια τάξη και χάνανε την χρονιά αρκετά συχνά. 
Με αυτήν την υπόθεση, τα παιδιά που το 1932 παρακολουθούν την πέμπτη τάξη, είναι γεννημένα γύρω στο 1920, λίγο πιό πάνω, λίγο πιό κάτω, μαζί τους και ο θείος μου ο Τζώρτζης.

Το αναγνωστικό που κάνουν, είναι "Ο ΦΑΡΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ".
Το βιβλίο στην τελευταία σελίδα έχει την έγκριση του τότε Υπουργού Π. Πετρίδη και αναφέρει την τιμή:
ΤΙΜΗ ΑΔΕΤΟΥ 17,20 και ΔΕΤΙΚΑ ΔΡΧ. 3

Τί νάναι όμως, Ο ΦΑΡΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ...


Ας θυμηθούμε ότι, στις 18 Απριλίου του 1932, η ελληνική κυβέρνηση υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο αποφασίζει να κηρύξει προσωρινό χρεοστάσιο, δηλαδή αναστέλλει την εξυπηρέτηση των εξωτερικών της δανείων. 
Η αναστολή ξεκινάει από την 1η Μαΐου του ίδιου έτους. Με αυτό τον τρόπο επισημοποιείται ουσιαστικά η δεύτερη πτώχευση του Ελληνικού κράτους.
Λίγο πριν, στις 25 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους, ο Χίτλερ αποκτά γερμανική υπηκοότητα και έτσι, μπορεί να κατέβει σαν υποψήφιος στις εκλογές, τις οποίες κερδίζει τον Ιανουάριο του 1933.
Επίσης, την χρονιά αυτή στις ανασκαφές τής Αρχαίας Αγοράς ανακαλύπτονται τα ψηφοδέλτια εξοστρακισμού του Αριστείδη, του επονομαζόμενου και Δίκαιου.

Σε αυτό περίπου το (ολότελα συμβολικό για σήμερα) πλαίσιο, οι μαθητές καλούνται να παρακολουθήσουν στην διάρκεια της χρονιάς, την πορεία του δασκάλου Πέτρου Ανέζη που διορίζεται στο Κακορίζικο χωριό και ανεβαίνοντας προς τα εκεί στην ράχη του ζώου, κάνει την πρώτη του κουβέντα με τον αγωγιάτη, όπου μαθαίνει (ξεκινώντας στην σελίδα 12) τα αίτια του κακού ριζικού του χωριού. 
Η τοποθέτηση του ποιήματος του Δροσίνη "Το Χωριό μου", που προηγείται του πρώτου κεφαλαίου, απαύγασμα μιας λεπτότατης ειρωνείας, φαντάζει τραγικά καυστική σε σχέση με όσα θα επακολουθήσουν τόσο μέσα στο βιβλίο, αλλά και τα επελθόντα χρόνια, έως και σήμερα, που θα διαψεύσουν αδιάντροπα τις κρυφές ελπίδες των συγγραφεών Ανδρεάδη και Παπαχριστοδούλου.


Ο δάσκαλος φτάνει σε ένα χωριό/χώρα, όπου καλείται να δώσει έναν αγώνα απέναντι σε τοπικά συμφέροντα, προκαταλήψεις, μαγαζάτορες, παρέδρους (έτσι λέγονταν τότε οι διαπλεκόμενοι...), μοιρολατρίες, φόβο, αυτοεγκατάλειψη και, απ' ό,τι φαίνεται στα λιτά σκίτσα του βιβλίου, με την φτώχεια, που αποτυπώνει ο σκιτσογράφος στα ξυπόλυτα παιδιά με τα κουρελιασμένα ρούχα, που πάνε την πρώτη μέρα στο σχολείο.
Ο δάσκαλος έρχεται αντιμέτωπος με παιδιά που δεν γνωρίζουν ελληνικά (περίπου σαν σημερινά παιδιά μεταναστών...) παρά το ότι, τα ονόματά τους, αλλά και τα παρατσούκλια τους, είναι ελληνικότατα !
Αφού φτάνει μέχρι και στο σημείο να τα κουρέψει (εντελώς συμπτωματική η αναφορά στο κούρεμα, πιστέψτε με...) για να τα γλυτώσει από τις ψείρες και τη βρωμιά, ο Πέτρος Ανέζης μαθαίνει τα παιδιά πως "και τα παιχνίδια είναι γράμματα"... Σ' αυτό το σημείο, δεν μπορώ να μην έρθω αντιμέτωπος με την σκέψη του ότι, ο γιός μου πέρυσι έκανε περίπου μία φορά τον μήνα γυμναστική, ενώ στο προαύλιο του σχολείου του δεν υπάρχει κανενός είδους όργανο γυμναστικής, πέραν της πατροπαράδοτης μπασκέτας (τί φενάκη κι' αυτή...)


Προσέξτε στην σελίδα 47 σε ποιά γλώσσα απευθύνονται τα παιδιά στον δάσκαλο.

Το βιβλίο συνεχίζει, ο δάσκαλος των Κελλιών μιλάει προς τα παιδιά της πέμπτης δημοτικού μέσα από τα λόγια του χάρτινου Πέτρου Ανέζη, τα διαπαιδαγωγεί με παραδείγματα, με παράλληλους βίους κάποιων παιδιών που μοιάζουν, τουλάχιστον σε ένα μέρος της καθημερινότητάς τους, με τα παιδιά των Κελλιών, που αν ταυτιστούν θα μπορέσουν να πάρουν το μήνυμα έστω και έμμεσα. Τι πρέπει να τρώνε, γιατί να είναι καθαρά, πώς να μιλάνε.

Αλλά, υπάρχουν μηνύματα και για τους γονείς.


Ο Πέτρος Ανέζης εργάζεται πυρετωδώς για να φτιαχτεί ο πρώτος συνεταιρισμός...

Θυμάμαι αυτομάτως την ανησυχία Τηνιακού φίλου που μου εξέφρασε το καλοκαίρι, πως σε λίγα χρόνια το τυροκομείο δεν θάχει γάλα για να δουλέψει, γιατί "άμα φεύγουν οι μεγαλύτεροι, οι πιό νέοι δεν συνεχίζουν..."

Διαβάζω στην "ΤΗΝΙΑΚΗ" για τα εγκαίνια του ελαιοτριβείου. Το ημερολόγιο, την ημέρα που η Τήνος θα αποκτήσει ελαιοτριβείο, θα δείχνει 6 Νοεμβρίου του ελαιοσωτηρίου έτους 2011...

Πάμε παρακάτω, όπου στην δύναμη του σχολείου προστίθεται και μια δασκάλισσα, ξαδέρφη του Πέτρου, η Δέσποινα Ανέζη, που αναλαμβάνει τα κορίτσια. Παράλληλα, η ελληνοφωνία προοδεύει, τα παιδιά μαθαίνουν την γλώσσα τους.


Η φτώχεια όμως παραμένει και ο δάσκαλος επιμένει: "Χρειάζονται συνεταιρισμοί".
Στην συνέχεια, αποφασίζουν να κάνουν ένα μεγάλο βήμα: να μεταφέρουν το χωριό σε άλλο τόπο. 
Ο δάσκαλος επισημαίνει, πως ο καλύτερος εγγυητής για να πάει μπροστά το χωριό είναι οι ίδιοι οι Κακοριζικιώτες: "Να δεθούν ο ένας με τον άλλον".
Το εγχείρημα (project, στα σύγχρονα ελληνικά...) πετυχαίνει και το χωριό αλλάζει και όνομα. Στην σελίδα 225, επιτέλους, αποκαλύπτεται σε ποιόν αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου.

Στην συνέχεια, ο δάσκαλος, ηγέτης και οδηγός του χωριού , με την επιστράτευση του 1912, πολεμάει πλάι-πλάι με τα παιδιά του χωριού και επιστρέφει νικητής στο χωριό, που καμαρώνει ότι, κάτι πρόσφερε κι΄αυτό στην πατρίδα.

Το παιδί που είχε αυτό το βιβλίο, δεν έχει αφήσει ούτε το όνομά του, ούτε κανένα άλλο σημάδι στις σελίδες που θα μαρτυρούσε την ταυτότητά του, εκτός από δύο μικρά χαρτάκια σαν σελιδοδείκτες, που μάλλον, σκιαγραφούν, κορίτσι.
Το ένα είναι ένα πουλάκι, που θα έλεγε κανείς πως τόχει φτιάξει ο Φασιανός. Το άλλο, είναι ένα κορίτσι. Και ενώ το πουλί είναι κομμένο με ψαλίδι, το κορίτσι είναι κομμένο με το νύχι...



 Αποθηκεύστε την εικόνα κάπου, είναι καταλυτικό δείγμα πηγαίου, ουσιαστικού ταλέντου. 

Το ίδιο παιδί, είχε και αυτό το τετράδιο γραμματικής:
Θα μπορούσα να καθήσω και να γράψω όλα όσα πέρασαν απ' το μυαλό μου (και το μυαλό σας) όσην ώρα ξεφύλλιζα το βιβλίο και το τετράδιο.
Δεν είναι αυτός ο σκοπός. 
Τα υψωμένα επιτιμητικά δάχτυλα και τα βαθειά ξεφυσήματα απελπισίας δεν είναι μέσα 'δω.
Αυτό που μένει, είναι πάνω απ΄όλους μας, ενόσω τα χρόνια περνάνε και παίρνουν μαζί τους δασκάλους και παιδιά. 


Και τώρα που έβαλα μαζί στην ίδια φράση το "παίρνω" και το "περνώ" ας μνημονέψω έναν δάσκαλό μου, τον αντιπαθέστερο όλων, που μας είχε μάθει πώς να θυμόμαστε ποιό από τα δύο ρήματα χρειάζεται έψιλον και ποιό άλφα γιώτα: το "περνώ" για να χωρέσει να περάσει έχει μέσα του μόνον το έψιλον, ενώ το "παίρνω" είναι άπληστο και θέλει και άλφα και γιώτα !


Καλό, διαρκές σχολείο σε όλους μας.


Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

ΜΠΑΛΑΚΙΑ: μια σεμνή ιστορία...


Γενικώς στην Ελλάδα την έχουμε μια μανία με τα μπαλάκια.


Θυμάμαι τον δάσκαλο στο σχολείο: "Δεν ξέρω πού θα ψάξεις... Θέλω ως αύριο μια απάντηση στο θέμα...", κοινώς πάρε το μπαλάκι και βάλε τον μπαμπά να σου πάρει εκείνο το βιβλίο που έχει την απάντηση και που πουλάει το βιβλιοπωλείο, που συμπτωματικά, είναι τής γυναίκας μου...


Μετά στο πανεπιστήμιο: "Δεν μπορώ να κάνω εργαστήριο, κύριοι, δεν υπάρχουν αντιδραστήρια, όμως στις εξετάσεις θα κληθείτε να ετοιμάσετε το ρυθμιστικό διάλυμα κανονικά...", ξανατσίμπα το μπαλάκι και μαζέψτε οι φοιτητές λεφτά και πεταχτείτε μέχρι του Μπακάκου να πάρετε αντιδραστήρια γιατί μας βλέπω παρέα μέχρι τα βαθειά γεράματα ...


Μετά στην δουλειά: "Κόψτε το λαιμό σας! Θέλω μια λύση εδώ και τώρα!", δηλαδή, πάρτε το μπαλάκι για να μεταφερθούν έξι τόνοι προϊόντων που θέλουν ψυγείο, με δυομισάτονο φορτηγό με μουσαμά...


Μετά στο ΙΚΑ: "Ο γιατρός θα απουσιάσει για έναν μήνα, δεν μπορώ εγώ να σας πω τί θα κάνετε..." πάρτε ένα μπαλάκι και πηγαίντε σε ιδιωτικό θεραπευτήριο κι αφήστε με να διαβάσω το CIAO μου....


Μετά στο καράβι: "Ε, τέτοια εποχή υπάρχουν υπεράριθμοι, καθήστε όπου βρείτε...", αρπάχτε το μπαλάκι και σαλτάρετε κατάστρωμα κι΄άμα βουλιάξουμε προσοχή, μακρυά απ' την προπέλα...


Μετά στο δρόμο, το delivery που κινείται ανάποδα στον δρόμο: "Πρόσεχε, ρε μεγάλε, μεροκαματάκι πάμε να βγάλουμε", που πα να πει, πάρε το μπαλάκι και παραμέρισε γιατί θα σου πάρω μαζί τον καθρέφτη...


Μετά ο ηλίθιος, που θέλει να περάσει με κόκκινο: "Μπιιιπ!! Πέρνα το, ρε μεγάλε,πορτοκαλί είναι!" και πάρε το μπαλάκι γιατί εγώ προλαβαίνω να σταματήσω άμα δω κανένα περιπολικό στο μεταξύ...


Μετά ο ελεγκτής τρεις η ώρα τα μεσάνυχτα στο λεωφορείο: "Και τι με νοιάζει εμένα που είναι όλα τα εκδοτήρια κλειστά...", πάρε το μπαλάκι και τσίμπα το προστιμάκι σου, να δείξω και' γω πως δουλεύω και εντοπίζω επιτυχώς τους εχθρούς του λαού...


Μετά ο Δήμος: "Και τί με νοιάζει εμένα πού θα παρκάρεις, αρκεί να μην κλείνεις το πέρασμα για τη σκουπιδιάρα", πάρε τη μπάλα και κάνε τριανταεφτά γύρους στο τετράγωνο κι΄άμα βρεις να παρκάρεις να με χέσεις, που ήδη χέστηκα δηλαδή για το που θα το βάλεις εσύ...


Και προσφάτως, το Κράτος: "Και τί θες να σου κάνω, χρειάζομαι την συγκατάθεσή σου για να συνεχίσω να σε ληστεύω", πάρε το μπαλάκι και τρέχα στο δημοψήφισμα, τραμπαρίφα μου...

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...