Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

ΧΕΣΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΥΣ...


Στέκομαι στην ουρά νοσοκομείου για μια απλή εξέταση.

"Έτος γεννήσεως;" ρωτάει ο υπάλληλος πίσω απ΄το τζάμι.

"Χίλια εννεακόσια δέκα επτά!" απαντάει.

Δυσκολεύομαι να κάνω τον υπολογισμό. 
Να χέσω το excel… 
Ενενηνταπόσα..;


Όταν λοιπόν το '22 πάτησαν οι πρόσφυγες από τη Σμύρνη στον Πειραιά, αυτός που περιμένει εμπρός μου, στην ίδια ουρά με εμένα, έτρεχε στους δρόμους με μια φέτα ψωμί στο χέρι κι΄έβλεπε την Ελλάδα ν’ αλλάζει, πεντάχρονο παιδάκι τότε, δίχως να συνειδητοποιεί την ιστορία, που μέσα της ζούσε.

"Σας είπαν πόσο κάνει; Είναι σαράντα δύο ΕΥΡΩ" του λέει ευγενικά ο υπάλληλος.

"Μπααα... Μου είπαν μόνο, κράτα και κανένα πενηντάρι απάνω σου!" γυρνάει και με κυττάει γελαστός: "Άμα δε γελάσουμε και λίγο δεν γίνεται τίποτε..!"
 

Χαμογελάω ηλίθια... 
Τί να πω που να μην ακουστεί κολοσσιαία βλακεία... 
Πως έχω λίγο πάνω απ΄τα μισά του και νιώθω τελειωμένος κάθε φορά που κάπου σκουντουφλάνε τα πράγματα..;


Εκεί γύρω στα δεκαεννιά του κι’ ενώ το ημερολόγιο γράφει 1936, βλέπει τους μελανοχίτωνες του Μεταξά να γυρνάνε στους δρόμους. Τί τρέχει..;
Η πρώτη δικτατορία της ζωής του. Να την είχε γλυτώσει άραγε...


"Κρατείστε την απόδειξη και αν ο γιατρός του ΙΚΑ δεχτεί να σας το συνταγογραφήσει θα μου φέρετε πίσω το κουτάκι του φαρμάκου και θα σας δώσουμε τα λεφτά"

"Α! το κουτάκι. Μάλιστα. Να περιμένω εδώ; "

"Περιμένετε, θα σας φωνάξει η νοσοκόμα"


Τέσσερα χρόνια μετά το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, αυτός που κάθεται απέναντί μου, στα εικοσιτρία του, ζαλώνεται το γυλιό και χαιρετάει απ΄το τρένο φορώντας ένα από ‘κεινα τα χαμόγελα που βλέπουμε σήμερα στις επετείους να μας κυττάνε όλο ζωή μέσα από φωτογραφίες και τραβάει για το μέτωπο.

Κρατάει το βιβλιάριο του ΙΚΑ μέσα σ' ένα χαρτόνι, σε μια πλαστική τσάντα από το φαρμακείο της γειτονιάς.
 Σακκάκι, ζακέτα, γιλέκο, πουκάμισο και γραββάτα. 
Κρύο σήμερα. Ψιλόβροχο. Ανάμεσα στα δάχτυλα το εισιτήριο της επιστροφής με το λεωφορείο.


Η ιστορία προχωράει ασταμάτητη. 
Στο επόμενο κεφάλαιο, στα τριανταδύο του, βλέπει να καταλαγιάζει ο καπνός του εμφυλίου και η χώρα του, κομματιασμένη και μοιρασμένη σε στρατόπεδα, τραβάει την τραγική της μοίρα τού προαποφασισμένου διαρκούς διχασμού, που θα την ακολουθεί για πάντα.

«Ο Κος Παυλίδης..;» 
«Μάλιστα!» σηκώνεται. 
Με χαιρετάει μ’ ένα νεύμα. Χαμογελαστός, μόνος του ακολουθεί τη νοσοκόμα στον λαβύρινθο των ιατρείων.


Στα πενήντα του, ζει την δεύτερη δικτατορία της ζωής του. 
Οι συνταγματαρχαίοι του '67 παίρνουν παραμάζωμα ό,τι έχει απομείνει μέσα σε μια Ελλάδα που την τραβάνε σαν τα σκυλιά ο ένας και ο άλλος να την κάνουν κατά τα μέτρα που τους έχουν βάλει οι απ΄έξω. 

Τα υπόλοιπα περνάνε σαν σε όνειρο. 
 

Στα ενενήντα έξι του, διαβάτης και ταυτόχρονα κομμάτι της Νεώτερης Ιστορίας του Έθνους του, αντιμετωπίζει την απάθεια του κράτους, συνεχίζει με όσο στήθος χρειάζεται για να τιμήσει τον εαυτό του τον ίδιο και τον δρόμο που έχει κάνει μέχρις εδώ. 

Άνισα μεγέθη εγώ κι΄αυτός, ο ένας να διαβάζει όσα ο άλλος έχει ζήσει, χάσμα γενεών αγεφύρωτο η αντίληψη των πραγμάτων αναμεταξύ μας, ακαταλαβίστικη η ασυνέχεια στην σκέψη εκεινού με τη δική μου, ενώ θάπρεπε το βίωμά του νάχει γίνει αίμα μου.


Βγαίνω, τον ξεχνάω.



1 σχόλιο:

Ξάνεμο είπε...

Ρε συ Νίκο, πρέπει να γράφεις πιο ταχτικά!