Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΗΝ ΠΕΛΕΚΑΝΙΑ

Άντε, σήμερα θα σας πάω μέχρι το λαγκάδι της Χαλακιάς, που πάνω ψηλά φτάνει μέχρι στης Κόρης τον Πύργο και καταλήγει ανάμεσα στους όρμους Βαθύ και Μαντρισιά, στον Σκαλό Γυαλό.
Η διαδρομή έγινε κάτω από εκτυφλωτικό Ήλιο, ιδρώσαμε, στραβοπατήσαμε, πισωδρομήσαμε πολλές φορές για να βρούμε το κατέβασμα, και την ευχαριστηθήκαμε μέχρι την τελευταία σταγόνα νερού στο σακκίδιό μας. Ο ξάδερφός μου κι' εγώ.
Δεν ξέρω τί να γράψω. 
Ένας απλός περίπατος από τον Άγιο Πέτρο της Χαλακιάς μέχρι απέναντι από την Πελεκανιά, το σημείο δηλαδή, όπου πελέκαγαν για να βγάλουν πέτρα. 
"Αγάλι-αγάλι, βρε παιδιά
ν' ανοίξουν τα πανιά μας
να βγούμε στο Σκαλό Γυαλό 
μεσ' την Πελεκανιά μας." 
Αυτή είναι η εικόνα στο ξεκίνημα. Κατάλευκοι άξαχες, κατοικιά, καταστέγια και μάντρες. Στο βάθος δεξιά ο γκρίζος γίγαντας είναι τα Καμπιά.
Τί να σας πώ... Γιατί κάποιος φωτογραφίζει τρείς άξαχες που λάμπουν στον Ήλιο; 
Δεν έχω ιδέα. 
Ίσως γιατί η μνήμη είναι κοντή και δεν φτάνει μέχρι το ράφι που τής ζητάμε κάθε φορά να τεντωθεί για να μας φτάσει μιά συγκεκριμένη λεπτομέρεια.
Ή μήπως εσείς θα περνάγατε από αυτά τα χαλάσματα χωρίς να κλέψετε μιάν εικόνα, που δεν είστε σίγουροι πως ο Χρόνος που τρώει τα παιδιά του, δεν θα στείλει την βροχή και τον αέρα να τα σβήσουν μιά για πάντα..;
Δεν θ' απορούσατε για το πόσοι νοματαίοι χρειάστηκαν για να σηκώσουν αυτό το πλαγκόνι και να το βάλουν στην θέση του;
 Δεν θα σας έκλεβαν την ματιά αυτά τα σχήματα στην στέγη του κατοικιού, όπου φαίνονται ξεκάθαρα γυμνές οι πλάκες της οροφής, χωρίς το κυλινδρισμένο χώμα..;
Πώς θα περνάγατε από το σημείο όπου ο δρόμος εκμεταλλεύεται με αυτόν τον τρόπο έναν φυσικό σχηματισμό για να ξεκουράσει για λίγο πεζούς και ζωντανά...
Αλλά πάλι μπορεί και να γίνομαι υπερβολικός. Δεν σημαίνει πως επειδή μου φάνηκε παράξενο το χτίσιμο αυτής της μάντρας, που δεν μοιάζει με καμμιάν άλλη στην περιοχή, ούτε όμως και με κάποιο ρεπάρο για τα ζώα, θα πρέπει και όλοι να εκστασιαστούν μπροστά στην εικόνα αυτήν.
Δεν έχω αντικειμενική γνώμη ούτε καν για αυτό το θέαμα, που αντικρύζει κανείς μόλις πλησιάσει προς τον μικρό όρμο, στον Σκαλό Γυαλό.
Με καθηλώνει ο γκρίζος όγκος, τα πέτρινα σπίτια που πρέπει να κυττάξει κανείς πολύ προσεκτικά για να τα διακρίνει επάνω στην πλαγιά, τα διάφανα νερά που λίγα εκατοστά κάτω από την επιφάνειά τους φαίνονται τα ίχνη των τελευταίων εξορύξεων, εδώ, στην Πελεκανιά.
Πώς να μείνω λοιπόν, αντικειμενικός την στιγμή που φωτογραφίζω άλλο ένα αλώνι στη μέση του πουθενά, ίδιο με δεκάδες άλλα, μα και ξεχωριστό για τον μεγάλο επίπεδο βράχο στο κέντρο του που όρισε τον τόπο τής κατασκευής του, μοναδικό για το θέαμα που έβλεπαν αυτοί που αλωνέβγαν εδώ μέσα...
Θα πεις, με αυτό το σκεπτικό δεν θα πρέπει να κάνεις τίποτε άλλο παρά να τραβάς διαρκώς φωτογραφίες από κάθε τι που συναντάς στο διάβα σου. Μα, αυτό ακριβώς κάνω. Κρατάω τα πάντα γιατί δεν είμαι σίγουρος αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν για να τα δει οποιοσδήποτε αύριο. Για πόσα χρόνια ακόμη νομίζετε πως θα ακουμπάει στις σφήνες του αυτό το καλάμι που πάνω του κρέμαγαν ένας Θεός ξέρει τί τ' αφεντικά..;
Κάθε πληροφορία για τον τόπο του, ο καθένας πρέπει να την φυλάει σαν θησαυρό. Είναι το κομμάτι της ιστορίας των απλών ανθρώπων, που ακόμη μπορεί να αγγίξει και όχι κάποια αποστειρωμένη ακαδημαϊκή θεωρία με σχόλια από κάποιον μισθωτό επαγγελματία καθηγητή. 
Είναι το μέλι των γκρεμών και της ξερολιθιάς, που πάντα θα υπερέχει από το μέλι του ραφιού του σουπερ-μάρκετ.
Κυττάξτε ξανά. Πώς μοναχά ένα γκρι μπορεί να έχει τόσο βάθος, να είναι τόσο φωτεινό, αυτό, το χρώμα των ίσκιων..;
Δεν ξέρω... 
Ειλικρινά δεν ξέρω και δεν μπορώ να βάλω με το μυαλό μου τη μέρα εκείνη που τελευταία κατοικήθηκε ετούτο 'δω το κατοικιό.
Δεν θέλω να φανταστώ την τελευταία φωτιά να σβήνει σ' αυτό εδώ το τζάκι. 

Θα πεις, φεύγουν οι άνθρωποι κάποτε, κάποτε ερημώνει κι' ο τόπος και άλλα, καινούργια έρχονται να πάρουν τη θέση τους, να αλλάξουν τον άνθρωπο κι' ο άνθρωπος να τ΄αλλάξει με τη σειρά του κι΄ αυτός. Το λέω αυτό στον εαυτό μου καμμιά φορά για να τον ξεγελάω, μα 'κείνος δεν πάει βήμα παραπέρα. 
Κολλάει εδώ, να κυττάζει ώρα ατελείωτη τούτον εδώ τον φούρνο τον χτιστό μέσα στο κατοικιό, την ομορφιά τής μέρας τής ίδιας και των διαδικασιών της χτισμένη πάνω σε κάθε μιά πέτρα, τον τεχνίτη που ακόμη κρύβεται μέσα στην μικρή θυρίδα και δεν ακούει ό,τι κι' αν του λέω...
Ρίχνω μια ματιά στο κατοικιό της Πασάδαινας και του μπάρμπα-Μάρκου. Θυμάμαι τον Αβραάμ να λέει ιστορίες με την λάμπα έξω, στο ξύλινο τραπέζι, τον Μπέμπη να τραγουδάει καντάδες, νιώθω το τσίμπημα από τ' άχερα που περνάν το σεντόνι κάτωθέ μου καθώς πέφτω να κοιμηθώ στον αχερώνα, μυρίζω την ακονιζιά που την ταράζει το νερό που τρέχει μέσα στο μονοπάτι από πάνω και βάζω να πιώ μια γουλιά από το ρακί που τότε δεν πάσκαζα...

Αν δεν σου μιλάει ο τόπος, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι' αυτό, απλώς, προσπάθησε να μην τον προσβάλλεις με την στάση σου.

1 σχόλιο:

Γιακορ είπε...

Γενικά οι Κυκλάδες με μαγεύουν. Η Τήνος είναι ένα νησί που δεν το ήξερα καλά. Αλλά όταν το γνώρισα, ένιωσα ότι κάτι άλλο είναι εκεί. Είναι το φως, η καθαρότητα της ατμόσφαιρας, ο αέρας, τα πολλά χωριά που έχει – πάνω από 45 – οι παραλίες και είναι όπως λέω συχνά η «Αντιμύκονος»: Στη Μύκονο πάνε για να επιδειχθούν, στην Τήνο πάμε να εξαφανιστούμε, να γυρίσουμε στον εαυτό μας, στους δικούς μας, στη φύση. Αυτό είναι που μου αρέσει πάρα πολύ και οι άνθρωποι βέβαια. Σ. Φυντανίδης.