Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Στου Καβάση, στα Μπουρμπουνάδικα



Να ξεκαθαρίσω κάτι: απ’ όλα όσα διασχίζουμε στην περιπέτεια της ζωής μας, άλλα μας αγγίζουν και άλλα όχι. Άλλος γοητεύεται με την τζαζ κι΄άλλος δεν τη καταλαβαίνει. Ένας ανατριχιάζει στον ήχο του κλαρίνου κι’ άλλος το αποστρέφεται. Άλλος τέρπεται στην θέα των κατάφυτων ψηλών βουνών ενώ άλλος δεν μπορεί να είναι μακρυά από θάλασσα. 

Άλλος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς βιβλία και άλλος δεν γυρίζει σελίδα. Εκεί που κάποιος σιχαίνεται την βροχή, άλλος την νιώθει να του δροσίζει την ψυχή.
Κανείς δεν έχει την υποχρέωση να του αρέσει κάτι που δεν μιλάει στην ψυχή του, εκτός κι΄αν νιώθει την ανάγκη να παίζει έναν ρόλο σ’ όλη του την ζωή, αυτόν του «δήθεν».
Γιατί ο πρόλογος; Γιατί πάλι θα γράψω για έναν περίπατο στο νησί. Πάλι η ανάβαση ξεκινάει από γνωστό σημείο, αλλά καταλήγει αλλού. Δεν μπορώ να σας μεταδώσω το δέος που νιώθω πάνω σ’ αυτό το νησί και πιθανόν, να σας φαίνονται επαναλαμβανόμενα πολλά σημεία της ανάρτησης. Απλώς όμως, περιγράφω μια διαδρομή και όπου θυμάμαι, βάζω και την ακαριαία εντύπωση που μου δημιούργησε.
Πάμε λοιπόν να ανέβουμε στην περιοχή "στου Καβάση" και πιό συγκεκριμένα, στα "Μπουρμπουνάδικα".  Η ονομασία σε πολλούς θα θυμίσει το παρατσούκλι γνωστής και παληάς οικογένειας των Κελλιών, πράγμα απολύτως φυσικό αφού τα κατοικιά ανήκουν στην οικογένεια αυτή.
Από την Αγία Υπακοή κρατάω μόνον μία φωτογραφία, αυτήν που δείχνει την στήλωση του παμπάλαιου μονοπατιού. 
Σε κάποιο σημείο το μονοπάτι συνεχίζει για να βγει στην πλευρά που είναι το Πάγερ Λαγκάδι και που βλέπει το Κάστρο. Εκεί ακριβώς κάνουμε δεξιά και ακολουθούμε την μάντρα. Το νερό και φέτος αρκετό, ίσως περισσότερο από πέρυσι. 
Σ' αυτό βοήθησαν τα χιόνια. 
Από εδώ, αν ρίξουμε την ματιά μας στα δεξιά στην απέναντι κορυφογραμμή, βλέπουμε ένα απολύτως αναγνωρίσιμο σημείο, μια καυκάλα που μοιάζει νάναι μεγάλη.
Σας γλυτώνω από τον κόπο να πάτε μέχρι εκεί για να δείτε και μόνοι σας. Η καυκάλα είναι τεράστια. Στην αριστερή φωτογραφία άφησα τον εαυτό μου , απλώς για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος. Το πλάσμα που αιωρείται από πάνω μου ονοματίστε το όπως θέλετε. Στους αρχαίους χρόνους θα έμοιαζε με αητό που ανοίγει τα φτερά του να πετάξει. Το πάτωμα της σπηλιάς και ο γύρω χώρος είναι στρωμένα με βιρβιλιές κατσικιών, όπως φαίνεται και στην φωτογραφία.

Συνεχίζοντας στην ισοϋψή παρακάμπτουμε το φυσικό αυτό μαντρί και μετά από λίγα λεπτά φτάνουμε στη ρίζα του Πίσω Λαγκαδιού των Κελλιών.
Το λάστιχο που παίρνει το νερό από εδώ και το μεταφέρει για άρδευση σε χωράφια που βρίσκονται χαμηλότερα αποδεικνύει τον αγώνα που πρέπει να κάνει κανείς για να ανταπεξέλθει στην αδυναμία των αρχών να κρατήσουν και να αξιοποιήσουν τα πολλά νερά του νησιού. 
Δεν πειράζει, θα τα "αξιοποιήσει" η ΕΥΔΑΠ νήσων...

Δεν παραλείπω να κρατήσω ένα αλώνι με υπέροχο χτίσιμο και απίστευτη στήλωση. Θυμάμαι την μάνα μου: "Όποιος θέλει ν' αλωνέψει, στον άζουρα καθίζει!"
(άζουρας είναι το όρθιο τοιχείο που οριοθετεί το αλώνι).
Ανοίξτε την φωτογραφία σε ξεχωριστό παράθυρο και ζουμάρετε κοντά για να δείτε την λεπτομέρεια.
 
Πρέπει να καταλάβουμε ότι, η περιήγηση αυτή δεν γίνεται σε κάποιον αρχαιολογικό χώρο, σε κάποιο μουσείο, σε ένα νησί-φάντασμα, σε μια νεκρόπολη. 

Γινεται σε έναν χώρο που ήταν ζωντανός από παραγωγή, μεταποίηση, διακίνηση, ανάπτυξη, μόλις πριν από μερικά χρόνια..! 
Δεν έχει σαν σκοπό να θαυμάσουμε πόσο ωραία έχτιζαν ή πόσο μακρυά ήταν τα χωράφια τους και πόσο κόπο έκαναν για να προσποριστούν το καθημερινό τους και μετά, να αφήσουμε μια βαθειά ανάσα σουφρώνοντας τα χείλια και κουνώντας το κεφάλι να φύγουμε.
Ο στόχος είναι να γνωρίσουμε όσα δεν φτάνει το αυτοκίνητο και επειδή δεν τα βλέπουμε τα θεωρούμε ανύπαρκτα ή τουλάχιστον ασήμαντα. 
Ο στοχος είναι να δούμε ποιό είναι το πραγματικό παρελθόν του τόπου, το βάρος του ανθρώπινου μόχθου που είναι προφανές σε όποιον θελήσει να ανοίξει το μυαλό του και τα μάτια του να να αναρωτηθεί πότε φτιάχτηκε όλο αυτό, πόσες δεκαετίες χτιζόταν και συμπληρωνόταν ο σκελετός που κρατάει το χώμα, το νησί όλο απ’ το να φύγει για τη θάλασσα; 
Αφήνοντας τις σκέψεις πίσω και περπατώντας γρήγορα περνάμε τον αγκώνα τού βουνού και μπροστά μας παρουσιάζονται τα Μπουρμπουνάδικα. 
Κατοικιά και καταστέγια ανάμεσα σε φυσικούς σχηματισμούς ή, όπως θα δείτε παρακάτω, σκαλισμένα μέσα σ' αυτούς. 

Όσο πλησιάζουμε το τοπίο γίνεται εντυπωσιακότερο. 
Τα κατοικιά ξεχωρίζουν καθαρά και έχεις την εντύπωση πως από τις ανοικτές πόρτες κάποιος θα βγει να δει τι 'ναι τούτα τα βήματα που ακούγονται.
Το τελευταίο φως ξασπρίζει όσους απ' τους σοβάδες απόμειναν στις πλευρές που βλέπουν στο Νοτιά.
Το λαγκάδι έχει περισσότερο νερό από πέρυσι και αρκετά περισσότερο πράσινο.
Το κοπαδάκι άργησε να με αντιληφθεί και πρόλαβα μια γρήγορα φωτογραφία.
Από εδώ και πέρα όμως, το αίσθημα αρχίζει και βαραίνει...
Το μονοπάτι οδηγεί στο πρώτο σπίτι και η εγκατάλειψη ακουμπάει το βαρύ της χέρι πάνω σε κάθε εικόνα. Τα παράθυρα και οι πόρτες χάσκουν ανοικτά και στεγνά από ζωή, το ξερό δέντρο στην άκρη του μονοπατιού υπογραμμίζει με έμφαση την πραγματικότητα: ο τόπος δεν μπορεί να κατοικηθεί πλέον.
Το πρώτο σπίτι είναι αυτό που βλέπετε εδώ. Προσέξτε τον βράχο που έχει παραμείνει στην θέση του και που έχει ενσωματωθεί  στο κατοικιό.
Μπροστά ακριβώς από τον βράχο είναι η σωριασμένη πόρτα του κατοικιού. 


Αυτή είναι η θέα που έβλεπε η κυρά του σπιτιού από το παραθύρι της. 





Προχωράμε στο μονοπάτι και μπροστά μας εμφανίζεται το δεύτερο κατοικιό με τον σοβά του να έχει διατηρηθεί σε πολύ καλή κατάσταση.








 Σε μια λήψη από χαμηλότερα φαίνεται το χτίσιμο που οριοθετεί την αυλή επάνω σε μια προεξοχή του βράχου.




Απλά μαθήματα εκμετάλλευσης του περιβάλλοντος χώρου και ενσωμάτωσης κτισμάτων μέσα σε αυτόν, δίχως να προσβάλλουμε την αισθητική και την λειτουργικότητά του.

Επίσης, και εδώ είναι το δυσκολώτερο, χωρίς να κάνουμε παρεμβάσεις με καταστρεπτικό ή αλλοτριωτικό χαρακτήρα...
Μιά λεπτομέρεια από το εσωτερικό του δεύτερου σπιτιού για να υπογραμμιστεί εμφατικά πλέον το "δέσιμο" του σπιτιού με τον περιβάλλοντα χώρο

Αυτή είναι η θέα που έβλεπε η άλλη κυρά από το παραθύρι της. Από εδώ φώναζε την άλλη για καφέ με παξιμαδάκι...
... και αυτή είναι η θέα που έβλεπαν και  οι δυό μαζί πίνοντας τον καφέ τους και ρίχνοντας μια ματιά κάτω, στο χωριό τους, στα Κελλιά. Στο βάθος φαίνονται οι κορυφές των σπιτιών της Βωλάξ και το μοναστήρι της Αγίας Πελαγίας.

Στην επάνω πλευρά του καταυλισμού βρίσκονται τα καταστέγια.
Λεπτομέρεια από το εσωτερικό ενός καταστεγιού με την ταΐστρα (ναι, καλά μαντέψατε...) σκαλισμένη στον βράχο.

Και στα πλαίσια του μαθήματος "Αρχιτεκτονική ενσωμάτωσης κτισμάτων στον χώρο" αποκλειστικά για ντόπιους, Ηροστρατικών καταβολών εργολαβίσκους , άλλες δύο φωτογραφίες...
















Στην κάτω πλευρά του οικισμού είναι τα πατητήρια, των οποίων τα αποδοχάρια κατέληγαν στο εσωτερικό αυτού του οικήματος,
που τότε φυσικά, ήταν γεμάτο με εξαίσιες μυρωδιές από μούστο και κρασί που ζυμώνεται, από την ζέστα της στροφιλιάς που αποστάζεται σταγόνα-σταγόνα για να γίνει το μοναδικό Τηνιακό ρακί με το ασύγκριτο άρωμα και την απαλή γεύση. 
Σας κούρασα. 
Τελειώνω με μιά σκέψη.
Πόσα χιλιόμετρα μάντρας διασχίζουν το νησί; πόσες δεκάδες χιλιόμετρα μονοπατιών πλέκονται πάνω του; σε πόσο απομακρυσμένα μέρη είχαν φτάσει για να καταφέρουν να ζήσουν; πόση αγάπη είχαν για τον τόπο τους, τελικώς ;! 

Η Τήνος είναι ένα μουσείο. 
Το μοναδικό μουσείο μιας ανθρώπινης, καθημερινής τέχνης. 
Μέχρι να το αντιληφθούμε αυτό και να αντιμετωπίσουμε ανάλογα, θα πρέπει κάθε στιγμή να είμαστε σε εγρήγορση. 
Οι τοπικοί άρχοντες θέλουν να δείξουν καλό πρόσωπο στους τσοπαναραίους τους και θα κλείσουν τα μάτια σε οτιδήποτε θα φέρει ανάπτυξη αλλά όχι άμεσα. 
Μείνετε άγρυπνοι. 
Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται και καμμία κατάσταση δεν παγιώνεται αν δεν το θελήσουμε όλοι.




3 σχόλια:

Γιακορ είπε...

Μου θύμισες Καστοριάδη που μιλούσε για χειροποίητη Τήνο. Μπράβο σου. Τα γραπτά σου έχουν χάρη.

ammodytes είπε...

μάλλον πέρασες κι απ' τ' Αμόνια..

Όφιος... είπε...

Τα αμόνια μεινανε στα δεξιά μου, είναι κανένα τάταρτο δρόμος και από κει πέφτω στην βρύση πάνω απ΄την Αετοφωλιά, αλλά, δεν είχα χρόνο και γύρισα πίσω.