Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Εορτασμός 28ης Οκτωβρίου το 1944

Το παρακάτω ποίημα έγραψε ο Αντώνιος Λορέντζου Αρμάος (1913-1997), αδερφός τού παππού μου Ζάννε Αρμάου και το απήγγειλε η Αντέλα Αρμάου στον εορτασμό της επετείου της 28ης Οκτωβρίου το 1944 ή το 1945.
Το μεταφέρω όπως ακριβώς το θυμάται η μητέρα μου, χωρίς καμμία αλλαγή στο συντακτικό ή την γραμματική του. 

Αξίζει περισσότερο αν προσπαθήσετε να φανταστείτε την απαγγελία στον χώρο και τον χρόνο εκείνο, αμέσως μετά την Κατοχή.
Το σχολείο είναι στολισμένο με ό,τι μπορούσαν να φτιάξουν γονείς και παιδιά από τα ελάχιστα διαθέσιμα υλικά, από κόλλες χαρτί μπλέ και άσπρες, δαντελίτσες κομμένες στο χέρι, λουλούδια και στεφάνια γύρω στα κάδρα που κρέμονται στην μεγάλη αίθουσα του εξαταξίου σχολείου της Καλλονής, που είναι γεμάτο κόσμο, έχει πάει όλο το χωριό για τον εορτασμό. 
Ο δάσκαλος λέγεται Τριανταφυλλίδης, η γυναίκα του είναι η Βασιλική κι' έχουν κι' ένα κοριτσάκι. 
Η σημαία δεν είναι ούτε πλαστική, ούτε συνθετική.
Η δεκάχρονη Αντέλα ανεβαίνει στην έδρα:

Έκτη η ώρα πρωινή
εικοσιοκτώ Οκτωβρίου,
μας ήρθε τελεσίγραφο
εξ' Ιταλού πρεσβείου.

Θέλανε την Ελλάδα μας 
να την υποδουλώσουν,
ο Βασιλιάς και ο υπουργός 
αρνήθηκαν να δώσουν.

Ακούς φωνές εδώ κι' εκεί
αλλού χτυπούν καμπάνες
τρέχουν παιδιά εδώ και 'κει
γέροι, κορίτσια, μάνες.

Στον κάθε ένα τρέχανε
την είδηση να πούνε,
στο σπίτι αν δεν ήτανε 
ψάχνανε να τον βρούνε.

Να παρατήσει τον αγρό
την κάθε εργασία,
γιατί εισβάλλαν στην Ελλάς
ολόκληρη Ιταλία.

Εκείνοι ήρθανε με τανκς, 
όλμους και πολυβόλα,
αλλά εμείς τα πήραμε
μ' ένα "ΑΕΡΑ" όλα.




Εδώ και καιρό ήθελα να παραθέσω ένα απόσπασμα από τα "ΑΛΑΜΠΟΥΡΝΕΖΙΚΑ" του ποιητή Ντίνου Χριστιανίδη σχετικά με την γλώσσα. Εκμεταλλεύομαι, λοιπόν, την ευκαιρία:


"Η λύση, λοιπόν, είναι μία: Να προσέχουμε πολύ τα λόγια μας, να προσέχουμε ακόμα περισσότερο τα γραφτά μας. Κάθε τί που λέμε να το σκεφτόμαστε, και προπαντών σωστά, πρέπει να γράφουμε προπάντων κατανοητά. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να διαβάζουμε κλασικά κείμενα της λογοτεχνίας μας που έχουν σωστή και ζωντανή γλώσσα και επίσης να στήνουμε αυτί στις κουβέντες του λαού. Ο Σολωμός πήγαινε στις ταβέρνες της Κέρκυρας για ν' ακούσει τους πρόσφυγες από την Κρήτη που τραγουδούσαν μαντινάδες. Κι' ο Καβάφης πήγαινε στα καφενεία και τα φαρμακεία της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας κι' έστηνε αυτί για να τσακώσει καμιά ζωντανή ελληνική φράση. Ενώ εμείς σήμερα διαμορφώνουμε τη γλώσσα μας από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, και χώρια που δε μας μένει καιρός ούτε να σκεφτούμε ούτε να χωνέψουμε αυτά που βλέπουμε και ακούμε."


Ολόκληρο το κείμενο μπορείτε να το βρείτε εδώ.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ντίνου Χριστιανόπουλου


Ευχαριστω για το άρθρο και την γενικότερη παρουσία

Η