Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Ο κυρ-Θύμιος ο μπακάλης...

Μια φορά κι΄έναν καιρό σ΄ένα χωριό είχε μαγαζί ένας μεγαλομπακάλης, ο κυρ-Θύμιος.
Ό,τι χρειαζόνταν οι χωριάτες το προμηθεύονταν από τον κυρ-Θύμιο και όσο ο μπακάλης έφερνε πραμάτεια, τόσο οι χωριάτες δελεάζονταν και ψώνιζαν κι΄άλλα καλούδια.

Χαίρονταν ο κόσμος, νάχει τέτοιο καλό στην πόρτα του και δεν άφηνε καμμία ευκαιρία για να φορτωθεί με όσο γινόταν περισσότερα καλούδια για να κρατάει ζωντανή την ευτυχία του...

Σιγά-σιγά έφτασαν όλοι να χρωστούν στον κυρ-Θύμιο και μάλιστα, άρχισαν τα βερεσέδια..

Και τα βερεσέδια των περιττών πραγμάτων βάραιναν τα βερεσέδια των απαραίτητων πραγμάτων, μιάς και ο μπακάλης τάγραφε όλα μαζί σε μια λίστα και δεν ξεχώριζε χρήσιμα από άχρηστα, φαγώσιμα ή μπιχλιμπίδια.

Με τον καιρό και αφού οι χωριάτες δεν άλλαζαν συμπεριφορά, αρκετοί απ΄αυτούς άρχισαν να δουλεύουν τον ελεύθερο χρόνο τους στο μπακάλικο του κυρ-Θύμιου για να ξοφλήσουν με δουλειά...


...τα μαζεμένα χρέη. Άλλοι του πήγαιναν για αντάλλαγμα τα πράγματα που έβγαζαν στα χωράφια τους, άλλος ντομάτες, άλλος μήλα, άλλος γάλα, άλλος καμμιά κότα ή και κανένα σφαχτό.

Τα ίδια τα προϊόντα που του πηγαίναν του κυρ-Θύμιου για να ξοφλήσουν το χρέος, τους τα ξαναπούλαγε σε τιμές που τώρα κανόνιζε ο ίδιος και δώσ΄του τα βερεσέδια να μαζεύονται και να σκυθρωπιάζουν τα μούτρα των χωρικών, που πλέον δούλευαν για όφελος του μεγαλομπακάλη δίχως να μπορούν να κάνουν ο,τιδήποτε για να ξεφύγουν απ΄τον κύκλο αυτό που τυλίχτηκε γύρω τους χωρίς να το πάρουν χαμπάρι...

Και το μπακάλικο μεγάλωσε και θέριεψε και τάϊζε και τα τριγύρω χωριά, με άλλους όρους βέβαια...

Και όποιος δεν είχε να ξοφλήσει άλλα χρέη, δανειζόταν απ΄τον κυρ-Θύμιο καταπώς έκρινε ΄κείνος...
Κανα-δυό χωραφάκια στην αρχή και περισσότερα μετά, πέρασαν στα χέρια του μεγαλομπακάλη...

...που δεν παρέλειπε να τονίζει στους χωριάτες των άλλων χωριών πόσο αχάριστοι και αγνώμονες και τεμπέληδες ήταν οι ντόπιοι χωριάτες.

Έτσι, άμα λάχαινε να γρινιάξουν οι χωριάτες σε διπλανούς τους, κανείς δεν τους πίστευε...
Και στις κτηματικές τους διαφορές η γνώμη του βάραινε πάντα τη μεριά των άλλων...

Δεν έπαιρναν αέρα οι χωριανοί μ΄αυτόν τον τρόπο...

Και ο κυρ-Θύμιος τους κανόνιζε πλέον τί θα φυτέψουν και τί θα θρέψουν, τί δουλειές θα κάμουν τα παιδιά τους και σε ποιανού την δούλεψη θα μπεί η θυγατέρα του καθενού, ποιός θα φάει και ποιός θα πεινάσει...

Το κακό είναι ότι, μέχρι τώρα που μιλάμε, ο κυρ-Θύμιος συνεχίζει το έργο του και οι χωριάτες δεν έχουν καταφέρει να βρουν τρόπο να ξεφύγουν απ΄το μαγκάνι που μόνοι τους μπήκαν...

Άμα κάνει να φανεί λίγο φως στην σκοτεινιά τους, είτε γιατί μια ευκαιρία έξω απ΄το χωριό φάνηκε είτε γιατί κάποιος τους έκαμε καλύτερες προτάσεις, πετάγονται δυό-τρείς  βαλτοί του μπακάλη...

....και τους τρομάζουν με τρόπο, να μη μπορούν να σκεφτούν καθαρά και ν΄αποφασίσουν...

Υπάρχουν βέβαια και ΄κείνοι που ποτές δεν έπλεξαν με τον μπακάλη πέραν απ΄όσο έπρεπε, μα δεν έχουν δύναμη μέσα στην όλη στέρηση να αλλάξουν την κατάσταση και άμα περιορίζονται οι άλλοι, ζορίζονται κι΄αυτοί...

Τόσο, που είναι κοντά στο να αρχίσουν κι΄αυτοί νταραβέρια με τον μπακάλη...

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ο κυρ-Θύμιος, συμπτωματικά, έχει μπακάλικο και στον δικό μου τον τόπο...

Ανώνυμος είπε...

Στη γειτονιά που γενήθηκα ο μπακάλης λεγόταν και αυτός Θύμιος.
Πρέπει να πέθανε εδώ και πολλά χρόνια...
Είναι κοινή η μοίρα και των μπακάληδων να πεθαίνους όπως οι υπάλληλού τους!!!