Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Τα Χριστούγεννα ήταν...

Τα Χριστούγεννα ήταν...

Ένα μεγάλο τεύχος μίκυ μάους που μούχε φέρει δώρο για τα Χριστούγεννα η γιαγιά μου η Κατερίνα, τυλιγμένο σε όμορφο χαρτί με κορδέλλα...
(ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΟ http://comicstrades.me/)
Το δέντρο μας με τα αραιά ασημένια κλαδιά του, με τα  γυάλινα στολίδια που σπάγανε εύκολα, με την μία σειρά φωτάκια που ανάβανε όποτε ήθελαν και ποτέ δεν έφταναν για όλο το δέντρο, με μιά χάρτινη φάτνη που ξεδίπλωναν οι φιγούρες από μέσα της...

Το στολίδι που κολλάγαμε με σελοτέϊπ έξω από την πόρτα και που στην πραγματικότητα, ήταν ένα στολίδι του δέντρου που η μάνα μου τούχε περάσει ένα ασημί φρουφρουδάκι...

Οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα που ποτέ δεν είχαν πετύχει και που ποτέ δεν το λέγαμε στη μαμά μου...

Οι δεκαπέντε μέρες διακοπών που δεν μπορώ να θυμηθώ πώς τις πέρναγα...

Το χριστόψωμο με το καρύδι στο κέντρο, που μύριζε γλυκάνισο και ήταν πασπαλισμένο με ζάχαρη που καιγότανε στον  φούρνο...

Η βόλτα στο ΜΙΝΙΟΝ για παπούτσια...

Το τραπέζι με όλους τριγύρω, το ραδιόφωνο και τα τραγούδια...

Ένας φουσκωτός Αγιοβασίλης, πολύτιμο απόκτημα τότε...

Τα Χριστούγεννα είναι...

...ο γιός μου που παίρνει την κουβερτούλα του και ξαπλώνει στον καναπέ για να βλέπει το δέντρο...



Σημείωση: η φωτογραφία του Μίκυ Μάους που ταίριαξε τόσο ωραία με την ανάρτηση είναι από αυτό το εξαιρετικό site με παληά κόμιξ.



Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΑΡΙΦΑΣ

Ο ταξιτζής είναι ένας επαγγελματίας.
Ό,τι κι΄αν σημαίνει αυτό για όλους τους κλάδους των επαγγελματιών.

Έχω έναν πολύ απλό τρόπο να ξεχωρίζω μέσα στο μυαλό μου τους επαγγελματίες σε κάθε κλάδο: θέλω πάντα να γυρνάω σε αυτούς για συνδιαλλαγή, συνεργασία, εξυπηρέτηση. 
Από το μίνι μάρκετ της γειτονιάς μέχρι και τον υπάλληλο της εφορίας, γιατί παντού υπάρχουν επαγγελματίες και το δημόσιο δεν αποτελεί εξαίρεση.

Στο αντιδιαμετρικό σημείο ακριβώς βρίσκεται ο ταρίφας. Ταρίφες υπάρχουν σε όλους τους χώρους. 
Απλούστατα, είναι οι μή επαγγελματίες...

Βάλτε με το μυαλό σας τώρα έναν ταρίφα και το ταξί του. 
Αλλά, κάντε έναν κόπο και όταν λέω ταξί, φανταστείτε ταυτόχρονα πως το όχημα είναι η Ελλαδίτσα μας, ενώ ο ταρίφας είναι όλοι αυτοί που μας έφεραν ως εδώ, μικροί μεγάλοι, θηρευτές και παγιδευόμενοι, λαδωτές και λαδωνόμενοι, ψηφοθήρες και ψηφοφόροι, κοντικοί και μακρινοί μας, παραγωγοί και μεταπράτες, ρουσφετάκηδες και βολεμένοι.

Ο ταρίφας, λοιπόν, κατεβαίνει για δουλειά. 
Το όχημα είναι σαφώς απεριποίητο. Τρακαρισμένο και προχειροφτιαγμένο, οι ταπετσαρίες μπαλωμένες με εμφανή  τα σημάδια μιας προχειροδουλειάς χαμηλού κόστους, ένα αποσμητικό δεντράκι πασχίζει να καλύψει τις οσμές του χώρου από τσιγάρο, σουβλάκια και απλυσιά, ενώ το κερασάκι στην τούρτα είναιο ρυπαρός και δυσανάγνωστος τιμοκατάλογος. 
Το ταξίμετρο στοιχειοθετεί μια απειλή μόνο του.

Βαρύς, αξύριστος, το βλέμμα σκοτεινό, αρπακτικού. 
Η δουλειά πάει εκεί που θέλει αυτός και όχι αυτός σύμφωνα με τις απαιτήσεις τις δουλειάς. 
Ο άρχων των χιλίων εξακοσίων κυβικών του κόσμου του, είναι και άρχοντας του κόσμου όλου. Βάζει μπροστά και χαρίζει δουλειά στα δέντρα της γειτονιάς, δίνοντάς τους άφθονο καυσαέριο για να φωτοσυνθέσουν και να παράγουν οξυγόνο. Δευτέρα και τρίτη προσπερνώνται ως περιττές ταχύτητες και η μεγαλειώδης τετάρτη εμπλέκεται στο σαζμάν αφήνοντας το όχημα να κινείται με τριάντα χιλιόμετρα στις χίλιες πεντακόσιες στροφές, ενώ μικρά χαριτωμένα συννεφάκια άκαυστου καυσαερίου κοσμούν την διαδρομή.

Παίρνει πελάτη. Κι΄άλλον πελάτη. Κι΄άλλον πελάτη. Λιτός, σχεδόν δωρικός, έχει κόψει και τη καλημέρα. Αρκεί ο προορισμός, οι περιττές κουβέντες σκεπάζουν τις φωνές του Καρρά, του Ζαζόπουλου και της Κελεκίδου. Να λείπουν.

Τσιμπάει τους προβολείς όποτε δεί κάποιον πεζό να εξέχει ελαφρώς απ΄ το πεζοδρόμιο, ρωτάει με το κεφάλι, συνεχίζει ή διπλοφορτώνει. Παρακάμπτει, συνδυάζει διαδρομές προς δικό του όφελος, τα χρώματα όλα αμβλύνονται προς ένα αμυδρό πορτοκαλί που τού επιτρέπει να περνάει σχεδόν όλα τα φανάρια. Ξεφορτώνει όπου τον βολεύει.  Οι παραβάσεις των άλλων, όσο κι΄αν μοιάζουν με τις δικές του, απλώς τον φέρνουν πιό κοντά με τους πελάτες του: "κύττα τον μαλάκα, κύττα πού πάει να περάσει...".

Ζει, και συνεχίζει κάθε μέρα και χειρότερος, αφού το χρήμα πέφτει και έχει κι΄ένα ξαδερφάκι στην τροχαία που τού σβήνει τις κλήσεις, μπορεί να κάνει ό,τι θέλει... 
Τσεπώνει διπλά και τριπλά για διαδρομές που δεν έκανε, για βαλίτσες που δεν σήκωσε, για δώρα που δεν δικαιούται.

Νομίζει πως όλα πάνε καλά. Αλλά, μάλλον μέτρησε λάθος...

Μόλις τώρα αντιλήφθηκε πως ο πελάτης του ήταν γερμανός. 
Τώρα καταλαβαίνει πως ο γερμανός, αν κοι τούδινε τα λεφτά του, παρατηρούσε ενδελεχώς τις κινήσεις του και την συμπεριφορά του.  Μάθαινε τους  τρόπους και τα στέκια, τους γνωστούς και φίλους, τις διαδρομές και τις στάσεις. 
Η τελευταία διαδρομή τον έφερε στο Τμήμα και ο πελάτης ζητάει πίσω τα λεφτά του για όλα.

Ο ταρίφας είναι στη γωνιά μόνος του, το φιλαράκι που τούσβηνε τις κλήσεις σφυράει αδιάφορα και όλοι απορούν πώς τόσο καιρό συνέβαινε όλο αυτό. Ο γερμανός δεν λέει για πόσο καιρό τον παρακολουθούσε, πόσο καιρό ήταν αυτός που τούδινε ναύλο, απλώς περιμένει να λάβει.

Ο ταρίφας πλησιάζει το παράθυρο και δείχνει κάτω στον δρόμο τους άλλους ταρίφες, πόσες παραβάσεις κάνουν και ΄κείνοι, πόσοι άλλοι κακοί υπάρχουν. Οι αρμόδιοι σημειώνουν τις περιπτώσεις, αλλά, αυτό δεν ελαφραίνει την θέση του ταρίφα, που ξαφνικά έχει μικρύνει, έχει γίνει τοσοδούλης, παρακαλάει για να σώσει ό,τι νομίζει πως σώνεται. 
Οι αρμόδιοι ψάχνουν την περιουσία του. Το εξοχικό στην Λούτσα, τα αυτοκίνητα της συζύγου και των παιδιών, τις γκαρσονιέρες που νοικιάζει σε ανά δεκάδα αλλοδαπούς, τα μαγαζιά για τα οποία εισέπραξε «μαύρο» αέρα.

Πίσω από κλειστές πόρτες ο ταρίφας διαπραγματεύεται. 
Κανείς δεν μαθαίνει λεπτομέρειες, μόνο ξέρουν ότι χρωστάει και κάπως την σκαπούλαρε.

Σε κανονικές συνθήκες η εμπειρία αυτή θα έπρεπε να συνετίσει τον ταρίφα.

Όλοι ξέρουμε όμως, πως μόλις νοιώσει το μάτι των ξένων να φεύγει από πάνω του, θα κάνει τα ίδια και λίγο χειρότερα για να αντοσταθμίσει το χαμένο έδαφος, να δείξει αυτός στους κουτόφραγκους...

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Η ΡΥΤΙΔΑ ΣΤΟ ΜΕΣΟ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ....

Και πές εσύ ότι αύριο κόβει δραχμή.

Μόνο για εσωτερική χρήση.

Και πες ότι κρατάει το ευρώ για συναλλαγές (με τους άνωθεν και έξωθεν τοκογλύφους) και ταξίδια εις την αλλοδαπήν.

Και, ειλικρινέστατος, σού λέει, "αύριο που θα πάς στον μπακάλη πάρε μαζί σου τις δραχμές, το ευρώ θα τόχω εγώ για να κάνω τα ίσα μου και τους λογαριασμούς μου και να ξέρω τι χρωστάμε".

Και βγαίνεις εσύ απ΄το σπίτι και πάς στο καφετυροπιττάδικο και λές "Καλημέρα, Μάκη, κάνε μια φραπεδούμπα ν΄ανοίξει το μάτι" και σου λέει ο Μάκης "Ορίστε, Γρηγόρη μου" και επανέρχεσαι εσύ "Πόσο κάνει;" και έρχεται ο νταμπλάς "Εξακόσιες δώδεκα, Γρηγόρη μου..." και εκεί ακριβώς χαλνάνε οι σχέσεις σου με τον Μάκη, που αυτομάτως μετατρέπεται σε "Ρε μ@λ@κ@"!!! Εξακόσιες δώδεκα δραχμές ένα φραπεδάκι (εξέπεσε από φραπεδούμπα) σε πλαστικό και στο χέρι;;;;"
"Μα Γρηγόρη μου, τόσο τονε πλήρωνες και χτές και δε σε έκοφτε, τί σ΄έπιασε σήμερις..." απαντεί έκπληκτος ο Μάκης.

Και κάθεσαι και λογαριάζεις και λες ένα και ογδόντα ευρά επί τριακόσιες τεσσαράκοντα δραχμούλες, μας κάμει, όντως, εξακόσιες δώδεκα δραχμάρες... Πώς δε τόχα πάρει χαμπάρι τόσο καιρό...

"Καλά" λες, και σημειώνεις πως αύριο το πρωί θα πάρεις καφέ στο θερμός απ΄το σπίτι, "Βάλε και μια ζαμπονοτυρόπιττα να στηλωθούμε λιγούλι".
Απλώνει ο Μάκης την πιάστρα, τσιμπάει την παραγγελία από την βετρίνα, την σακκουλιάζει, τής προσάπτει και μία χαρτοπετσέτα και στην αποδίδει:
"Εξακόσιες σαράντα έξι δραχμές, Γρηγόρη μου", σού λέει και διακρίνεις πως κοκκινίζει ελαφρά...

Και ξαναματαλογαριάζεις και βρίσκεις πως ένα κι΄ενενήντα επί τριακόσιες σαράντα δραχμές,  επαληθεύει το απαιτηθέν από του Μάκου ποσόν....

"Φτού, γ@μώ το φελέκι μου, τί κερατιάτικα πληρώνω ο μ@λ@κ@ς τόσον καιρό..." και αποφασίζεις αύριο να πάρεις τοστάκι στο αλουμινόχαρτο απ΄το σπίτι...

Και πάνω πούσαι να αναχωρήσεις απ΄το μαγαζί συλλογιζόμενος "Άμα με ξαναδείς, να με χέσεις...", ακούς τον Μάκη να λέει στην κοπελλάρα απο τα απέναντι γραφεία που περιμένει τον φρέντο της (την είχες πάντα την υποψία πως πρέπει νάχει φάει πολύ ξύλο για να μάθει τον φρέντο...) :
"Επτακόσιες σαρανταοχτώ δεσποινίς Μαριλένα μου..."
Και βλέπεις το μακιγιάζ να αγωνιά να καλύψει την χλωμάδα στην προ ολίγου γλυκειά μουρίτσα τής δεσποινίς Μαριλένας του, που του αποδίδει τα δέοντα και επί δεκαετίαν χρωστούμενα:
"Επτακόσιες σαρανταοχτώ δραχμές ένας καφές με μιά λίγδα γάλα;;; Να τον βάλεις στον π@το σου, παλιολαμόγιο!!!"

Δεν έχεις λόγο, αλλά ούτε και επιχειρήματα να διαφωνήσεις με την δεσποινίς Μαριλένα,  μένεις να θαυμάζεις τον τσαντισμένο της ποπό όπως εξέρχεται απ΄το καφετυροπιτάδικο, λές ένα "γειά" και προχωράς προς το αυτοκίνητο....

Τις επόμενες μέρες ακούς παρόμοιους διαλόγους όπου βρεθείς...
"Είκοσι χιλιάρικα!!! Τί φάγαμε ρε π@π@ρ@, δύο άτομα, που κάνει είκοσι χιλιάρικα !!! Ξέρεις πόσες μέρες δουλεύω εγώ για να βγάλω είκοσι χιλιάρικα!!!"

"Οχτακόσιες σαράντα έξι δραχμές ένα κουτάκι τσίχλες!!!! Ναι ρε, τό ξέρω πως πάντα εδώ στο ταμείο τις είχες και πάντα τις έπαιρνα σαν παρορμητικό ζώον που είμαι γιατί μ΄αρέσει το κουτάκι που είναι σαν μπαλάκι και μ΄αρέσει και η σταγονίτσα η μέντα πούχουνε μέσα, αλλά, οχτακόσιες σαράντα έξι δραχμές!!!"

"Τρία χιλιάρικα και εξήντα δραχμές για ένα ουισκάκι πατημένο στα παγάκια, στα όρθια με άλλους πεντακόσιους που δεν έχουν πού να σταθούν στο κωλομάγαζο!!! Ναι το ξέρω πως ΠΑΝΤΑ τόχες εννιά ευρώ το γ@μοποτό, αλλά ΤΩΡΑ με πειράζει!!!"

"Τριάντα τέσσερεις χιλιάδες δραχμές η πυραμίδα της  PLAYMOBIL με τέσσερεις Αιγύπτιους και τρεις καμήλες!!!!  Άσε, με τόσα λεφτά πάω το παιδί στην Αίγυπτο και παίζει με την κανονική πυραμίδα!!! Αλλά, ξέρεις τί με πειράζει πιό πολύ;;; Το ότι τόσον καιρό μούλεγες πως κάνει εκατό ευρώ ΜΟΝΟΝ!!!"

Και περνάνε οι μέρες και βλέπεις κόσμο σκεφτικό στους δρόμους, να κυττάνε τα ψιλά στην παλάμη τους και να κουνάνε τα κεφάλια τους, να σμίγουν τα φρύδια μπρος στα ράφια του σουπερμερκάτου, να δίνουν χιλιάρικο χαρτζιλίκι στο εγγόνι και να καμαρώνουν και λές, πόσος χρόνος χάθηκε, πόση αξιοπρέπεια εξαργυρώθηκε, πόσο μέτρο και πόση τάξη εκταμιεύτηκε, πόση ζωή σπαταλήθηκε και κατέληξε ύβρις, λεκές, ρυτίδα στο μέσο του μετώπου μας...

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Η φάτσα μου στο νερό...

                  
Πάνω στο πάτωμα του σπιτιού, στο πατημένο χώμα που ισώθηκε με μύριους κόπους, πού έπαιζα σκάβοντας κρυφά τρυπούλες γιά να γεμίσω το πλαστικό φορτηγάκι μου, να φτιάσω τα παιδικά μου όνειρα, πάνω’κεί ακούμπαγε η μάνα μου, σαραντάρα τότε, τον σιδερένιο κουβά, τον γυαλιστερό, που έκανε έναν ξερό θόρυβο όταν άφηνες το χερούλι του να χτυπήσει στα πλευρά του, τα γεμάτα με νερό από την βρύση στον πλάτανο, στο Αη Γιάννη.

Ολόφρεσκο, θάλεγες, ζωντανό νερό.

Έσκυβα πλάι στον κουβά με λαχτάρα και δέος, ακούμπαγα τα χέρια του δεκάχρονου εαυτού μου στο χείλος κι’ έβλεπα κύκλους να φεύγουν απ’ το μέταλλο προς το κεντρο του νερού σε κάθε μου χτύπημα, οσο απαλο και νάταν.

Μετά, έφτανε η μεγάλη στιγμή΄ έφερνα το πρόσωπό μου παράλληλα με την επιφάνεια γιά να μην μπει το νερό στην μύτη μου και με τσούξει και σπρώχνοντας τα χείλη μου όσο πιό έξω μπορούσα, έδινα το πιό ζουμερό φιλί της ζωής μου στο νερό.

Και ρούφαγα, ρούφαγα, ρούφαγα ώσπου να μην έχω πιά ανάσα και τότε σήκωνα το κεφάλι με μιά εκπνοή ευχαρίστησης και κύτταζα στις πλαινές ριγες του κουβά να δώ πόσο ήπια, πόσο το κατέβασα.

Θυμάμαι δυό κούβάδες, έναν γιά να πίνουμε και έναν γιά το μεταλλικό βρυσάκι που τόχε βάψει με φυστικί λαδομπογιά ο θείος μου ο Λωράν και το είχαμε κρεμασμένο στο πίσω αυλιδάκι και που όσο τελείωνε το νερό, τόσο αδυνάτιζε και η ροή του.

Την βρυση στον πλάτανο στον Αη Γιάννη την σπάσανε οταν έκοψαν ένα κλαδί που εμπόδιζε στο χτίσιμο και ‘κείνο έπεσε πάνω της και την τσάκισε.
Φάνηκαν τότε, οι από μέσα πέτρες , της αχρείαστης πιά βρύσης.

Τρεχάμενο νερό , τρεχάμενες ζωές.

Κανένα νερό δεν είχε πιά εκείνη την γεύση , δεν κουβάλαγε την σαγήνη της τελετουργιας του νερού σαν τόφερνε η μάνα μου , καλή της ώρα , τρείς τέσσερεις φορές την ημέρα.
Πολύτιμο από τον κόπο που κουβάλαγε μέσα του, την αγάπη και την φροντίδα της μάνας , της γιαγιάς, των δικών, απ’ ό,τι χάθηκε γιά πάντα.

  03/9/04 

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Ζ΄γαλάδος...


Κάτω από το Ξώμπουργο, μακριά από τα φημολογούμενα ως αγορασμένα από επιχειρηματίες Μοναστήρια, 

...άλλο ένα εγκαταλελειμμένο χωριό.


Πατάει πάνω σε τεράστιες, αρχαίες πέτρες και μόνο η εκκλησία του, 

...ο Άγιος Γεώργιος παραμένει ώς είχε.


Τα υπόλοιπα είναι περιττά, 

...αφήνω τις φωτογραφίες 

...να τα πουν όλα.






Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

ΓΡΑΙΚΙΚΟ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Πώς θα γίνει να φέρουμε την Κίνα πιό κοντά; 
Απλό: φτωχαίνουμε τον  ευρωπαϊκό νότο και τον αναγκάζουμε να δουλεύει με κινέζικα μεροκάματα παράγοντας καλούδια για τον ευρωπαϊκό βορρά.

Ε, καί...

Έτσι κι΄αλλιώς, οι νέοι θεωρούν freedom το να μπορούν να μπαίνουν ελεύθερα σε chat-roοms στο ίντερνετ όποτε θέλουν, να κάνουν upload όποια φωτογραφία ή slideshow επιθυμούν,  να βλέπουν extreme τσόντες και shocking videos με εκτελέσεις από το Αφγανιστάν, να παίζουν lineage και counter strike με μόνη την ελπίδα να βελτιωθεί το ping τους και να παίζουν στα ίσα τους gamers των χωρών που φιλοξενούν τους servers. Αν δεν καταλάβατε κάποιους όρους, δεν πειράζει, έτσι κι΄αλλιώς ανήκετε στην γενιά που φεύγει.

Η άλλη γενιά, που έρχεται, θεωρεί καλλιτέχνη την Πέγκυ Ζήνα και καλλιτέχνη και τον Μπιθικώτση, απλώς, λένε διαφορετικά τραγούδια μωρέ...

Θεωρεί μουσική, αυτή που βγαίνει από τα samplers των dj και μουσική και τον Μότσαρτ, απλώς, αυτός ο δεύτερος παιδευόταν περισσότερο χωρίς virtual dj, avidemux, avisynth και audiograbber να φτιάξει αυτό που ήθελε μωρέ...

Δεν χρειάζεται βιβλιοθήκες, γιατί δεν έχει και βιβλία, γιατί δεν έχει χρόνο να διαβάσει εξωσχολικά, γιατί δεν μένει χρόνος από τα φροντιστήρια, γιατί τον λίγο ελεύθερο χρόνο θα τον φάει στο facebook, γιατί τελικά, έφτασαν όλα να δείχνουν πως δεν έχουν κανένα νόημα...

Ε, και...

Αύριο θα βλέπει τούρκικες πλατφόρμες άντλησης πετρελαίου στο Αιγαίο, έλληνες μετανάστες στην Αλβανία, τούρκους εποίκους στην Θράκη, σκοπιανούς επιχειρηματίες στην Θεσσαλονίκη, china-town στο Πέραμα, προαιρετικά τα ελληνικά για τις καθημερινές συναλλαγές, χαλάρωση του κοινωνικού ιστού και σκλήρυνση των εθνικών δεσμών στις συγκατοικούσες ομάδες, απώλεια μνημών τόπου και ιστορίας, «Γραικικό Ομοσπονδιακό Κράτος του Αιγαίου» και δεν θα βλέπει καμμία διαφορά από εκείνο που κάποτε λεγόταν Ελλάδα...

Ε, λοιπόν...

...ποτέ οι Γερμανοί και τα υπόλοιπα γερμανόφωνα γειτονάκια τους, χλωμοί σφογγοκωλάριοι αλλότριων αναγκών, δεν έβγαλαν απ΄το μυαλό τους την επιθυμία της κυριαρχίας στους τριγύρω. Ευτυχείς ηγέτες αγελαίων λαών, υποτακτικών, που ποτέ τους στην νεώτερη ιστορία τους δεν επαναστάτησαν κατά καθεστώτων, έκαψαν όταν τους είπαν οι ηγέτες τους να κάψουν, απο βιβλία μέχρι ανθρώπους και όταν οι απέξω τους κούνησαν επιτιμητικά το δάχτυλο πως δεν κάνει, απλώς, άλλαξαν τρόπο. Η ιδέα όμως μένει η ίδια. Και το συμπέρασμα φρικτό στην απλότητά του: οι δύο γείτονες, ο Βορράς και ο Νότος, δεν ταιριάζουν στο ίδιο τραπέζι που τους έβαλαν να κάτσουν. 
Ο Νότος θέλει να γλεντήσει και να γλεντήσουν και οι άλλοι μαζί, ενώ ο Βορράς έχει στο μυαλό του να μην ξεχάσει να κόψει το τιμολόγιο στην εταρεία...

Το 2011 θα είναι, από ιστορικής απόψεως, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα χρονιά...

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

οι λέξεις...


Η Βουλή, βράδυ Σαββάτου, έρημη, σκοτεινή / παραέξω οι εκλογείς, το σώμα, αναμένει / η Πανεπιστημίου κενή, τα πεζοδρόμια άδεια από τα σεντόνια με τις πραμάτειες / μετά τις εκλογές πάλι / η Ομόνοια φωτεινή μέσα στα τσιμέντα της, ο φόβος και το κιτς φυλάνε τα έρημα / Αιόλου έρημη, Παρίσι-Τέξας του Βέντερς, αφίσσες στις βιτρίνες των ερημωμένων καταστημάτων «Κλειστό λόγω μνημονίου», τελευταία άπελπις προσπάθεια άγρας ψήφων / άστεγοι σε κάθε εσοχή, χαρτόνια και κούτες βαλμένα με τάξη, μερικού αλλάζουν ρούχα για να κοιμηθούν, η πλατεία Κοτζιά άδεια και φωτισμένη / Ψυρρή / αδιαχώρητο / μεζεδομετανάστες σε ρυπαρά πεζοδρόμια, καρέκλες στο οδόστρωμα, φοιτητές και μη, γύρω από λεπτές φέτες χταποδιού στη σχάρα με τσίπουρα κακής ποιότητας να οδηγούν τις συζητήσεις / τρεις τουρίστες προσπαθούν να διασχίσουν τα συνωστισμένα σώματα, κυττούν κάτω, δεν συμμετέχουν / αφίσσες που δεν καταλαβαίνεις τί διαφημίζουν, ιντερνετική αισθητική χωρίς υπότιτλους για τους μυημένους / Κυριακή πρωί, γύρα στα Αναφιώτικα / τουρίστες απορημένοι / όλοι οι Αρχαιολογικοί χώροι κλειστοί λόγω εκλογών / ο πεζόδρομος της Ακρόπολης καταπατημένος από μηχανοκίνητα / επιστροφή στο σπίτι / ευτυχώς σε δύο κανάλια έχει παιδικό, βλέπω KONG και ΛΑΓΟΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ / στα άλλα κανάλια βράζουν οι επιτυχίες, δεν αντέχω τη μυρωδιά του βραστού, συνεχίζω με ΜΠΟΜΠ ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΚΗ / οι πετυχημένοι πολεμιστές κέρδιζαν τις μάχες αγγίζοντας απλώς την λαβή του σπαθιού / άλλοι χρειάζονται ΜΜΕ, πληρωμένους δημοσιογραφίσκους και απειλές / ακολουθούν τα Χριστούγεννα σε όλη τους την τραγικότητα / περνάει εμπρός από τα μάτια μου ο Θείος Τάκης του Ξανθούλη και ο Ξεπεσμένος Δερβίσης του Παπαδιαμάντη / αγγίζω τις ράχες των βιβλίων στα ράφια, δύο μετά τα μεσάνυχτα / παρηγοριά να ξέρεις πως έστω πέρασαν από τα μάτια σου / "Έβραζεν, έβραζε, η νύκτα βαθιά. Ζεστόν το σαλέπι, πολύ ζεστότερον το στρώμα." / οι λέξεις, μόνον οι άριστες από αυτές μένουν, βαλμένες πλάϊ-πλάϊ στο γονιδίωμα του βιβλίου, διαιωνίζονται δίκην εγωιστικού γονιδίου, ιχνηλατούν και προσδιορίζουν την πορεία μας.

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι΄όλα τα ίδια μένουν....

Μεταφέρω από το εξαιρετικό blog  TERRA COMPUTERATA:

Νοε 04 2010

Λένε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Τι έγινε λοιπόν στην ελληνική οικονομία το 1843;
Το καλοκαίρι του 1843, η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει στις τράπεζες της Ευρώπης τα τοκοχρεολύσια παλιότερων δανείων που είχε πάρει η χώρα. Δυστυχώς τα λεφτά δεν είχαν πάει σε υποδομές που θα βοηθούσαν την κατεστραμμένη ελληνική οικονομία, αλλά είχαν σπαταληθεί στους εμφυλίους της επανάστασης και στα λούσα του παλατιού και των Βαυαρών συμβούλων του στέμματος. (Σας θυμίζει τίποτα;)
Οι τόκοι που έπρεπε να καταβάλλονται κάθε χρόνο ήταν 7 εκατομμύρια δραχμές και ισοδυναμούσαν με το μισό των συνολικών εσόδων του ελληνικού κράτους που έφταναν μετά βίας τα 14 εκατομμύρια ετησίως. Στην πραγματικότητα, με την καταβολή των τόκων δεν περίσσευε τίποτα να επενδυθεί προς όφελος του ελληνικού λαού. (Αυτό μήπως;)
Την άνοιξη του 1843, η κυβέρνηση παίρνει μέτρα λιτότητας, τα οποία όμως δεν αποδίδουν τόσο ώστε να συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα για την ετήσια δόση χρήματα. Έτσι, τον Ιούνιο του 1843, η ελληνική κυβέρνηση ενημερώνει τις ξένες κυβερνήσεις ότι αδυνατεί να καταβάλει το ποσό που χρωστάει και ζητά νέο δάνειο από τις μεγάλες δυνάμεις, ώστε να αποπληρώσει τα παλιά. Αυτές αρνούνται κατηγορηματικά. (Βρε κάτι συμπτώσεις…)
Αντί να εγκρίνουν νέο δάνειο, εκπρόσωποι των τριών μεγάλων δυνάμεων (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσία) κάνουν μια διάσκεψη στο Λονδίνο για το ελληνικό χρέος και καταλήγουν σε καταδικαστικό πρωτόκολλο. Οι πρεσβευτές των μεγάλων δυνάμεων με το πρωτόκολλο στο χέρι, παρουσιάζονται στην ελληνική κυβέρνηση και απαιτούν την ικανοποίηση του. Αρχίζουν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα δύο μέρη και μετά από έναν μήνα υπογράφουν μνημόνιο (!), σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα πρέπει να πάρει μέτρα ώστε να εξοικονομήσει μέσα στους επόμενους μήνες το αστρονομικό επιπλέον ποσό των 3,6 εκατομμυρίων δραχμών, που θα δοθούν στους δανειστές της. (Πάμε πάλι απ’ την αρχή. Σας θυμίζει τίποτα;)
Για να είναι σίγουροι ότι το μνημόνιο θα εφαρμοστεί κατά γράμμα, οι πρεσβευτές απαιτούν να παραβρίσκονται στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου που θα εγκρίνει τα μέτρα και να παίρνουν ανά μήνα λεπτομερή κατάσταση της πορείας εφαρμογής τους, αλλά και των ποσών που εισπράττονται. (Τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει…)
Για να μην πολυλογώ, σας αναφέρω τα βασικά μέτρα που επέβαλε η κυβέρνηση μέσα στο 1843 σε εφαρμογή του τότε μνημονίου. Κάθε ομοιότητα με την εποχή μας είναι εντελώς τυχαία και πέραν των προθέσεων του ιστορικού:
1. Απολύθηκε το ένα τρίτο των Δημοσίων υπαλλήλων και μειώθηκαν 20% οι μισθοί όσων παρέμειναν.
2. Σταμάτησε η χορήγηση συντάξεων, που τότε δεν δίνονταν στο σύνολο του πληθυσμού αλλά σε ειδικές κατηγορίες.
3. Μειώθηκαν κατά 60% οι στρατιωτικές δαπάνες, μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των ένστολων και αντί για μισθό οι στρατιωτικοί έπαιρναν χωράφια.
4. Επιβλήθηκε προκαταβολή στην είσπραξη του φόρου εισοδήματος και της «δεκάτης», που ήταν ο φόρος για την αγροτική παραγωγή.
5. Αυξήθηκαν οι δασμοί και οι φόροι χαρτοσήμου.
6. Απολύθηκαν όλοι οι μηχανικοί του Δημοσίου και σταμάτησαν όλα τα δημόσια έργα.
7. Καταργήθηκαν εντελώς όλες οι υγειονομικές υπηρεσίες του κράτους.
8. Απολύθηκαν όλοι οι υπάλληλοι του εθνικού τυπογραφείου, όλοι οι δασονόμοι, οι δασικοί υπάλληλοι και οι μισοί καθηγητές πανεπιστημίου.
9. Καταργήθηκαν όλες οι διπλωματικές αποστολές στο εξωτερικό.
10. Νομιμοποιήθηκαν όλα τα αυθαίρετα κτίσματα και οι καταπατημένες «εθνικές γαίες» με την πληρωμή προστίμων νομιμοποίησης.
11. Περαιώθηκαν συνοπτικά όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις με την καταβολή εφάπαξ ποσού.
Δεν είναι ανατριχιαστικά όμοια με την εποχή μας; Είδατε που οι οικονομικές συνταγές λιτότητας είναι σαν το παλιό καλό κρασί; Ίδιες, αιώνιες, ανυπόφορες. Κι επειδή ξέρω ότι θα ρωτήσετε «τι πέτυχαν με όλα αυτά;», σας απαντώ: Ο κόσμος εξαθλιώθηκε για μεγάλο διάστημα, οι ξένοι πήραν ένα μέρος των χρημάτων τους, η χώρα είδε κι έπαθε να συνέλθει, αλλά φαλίρισε ξανά μετά από πενήντα ακριβώς χρόνια, με το «Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαριλάου Τρικούπη το 1893. Πάντως, το συγκεκριμένο μνημόνιο του 1843, από πολλούς ιστορικούς θεωρείται μία από τις σοβαρότερες αφορμές για το ξέσπασμα της επανάστασης της 3ης Σεπτέμβρη 1843, που έφερε Σύνταγμα στη χώρα.
(Αναλυτικά η ιστορία του μνημονίου του 1843, στα άρθρα του Τάκη Κατσιμαρδου στην Ημερησία 18,23/9 και 2/10).

http://blogs.sch.gr/tgiakoum/archives/author/tgiakoum

Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

"άνδρες γαρ πόλις..."

"....και ου τείχη ουδέ νήες ανδρών κεναί "(Θουκυδίδης Η-77)

Μεταφέρω από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ το παρακάτω κείμενο, καλό ή όχι, θ ατο διασπιστώσετε μόνοι σας.
Απλώς, σαν επαλήθευση του κειμένου και της πικρής πραγματικότητας, κάντε μια αναζήτηση στο google πληκτρολογώντας "πλατεία Καρύτση" για να δείτε ποιές εικόνες θα σας βγάλει...





Μικρή αγρυπνία στου Καρύτση
Tου Nικου Γ. Ξυδακη

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου Καρύτση είναι τρίκλιτος βασιλική μετά τρούλου, προφυλαγμένη από το βουητό της οδού Σταδίου σε μια εξαίσια αθηναϊκή πλατεία, την ομώνυμη. Το αρχιτεκτονικό της στυλ είναι αθηναϊκό, δηλαδή νεοκλασικό ανάμεικτο, με βυζαντινές και ρωμανικές επιρροές· φέρει την υπογραφή του σπουδαίου Λύσανδρου Καυταντζόγλου, αλλά δεν ακολουθεί το αμιγές νεωτεριστικό ύφος άλλων έργων του, λ.χ. της Αγίας Ειρήνης επί της Αιόλου, του Αγίου Κωνσταντίνου της Ομονοίας, του Αρσακείου κ.λπ.

Κατά τούτο, κατά το ανάμεικτο του ύφους και κατά την κλίμακα του μικρού μεγέθους του, τούτος ο ναός εκφράζει την Αθήνα του 19ου και του 20ού αιώνα, εκφράζει το μεικτό αλλά νόμιμο ύφος του κρατιδίου, τους αστούς κυρίως, αλλά και τους επήλυδες που έγιναν αστοί, τους νοικοκυραίους, τους υφασματέμπορους, τους βιοτέχνες, τους γραφιάδες και τους ραφτάδες, τους χρυσοχόους και τους ρολογάδες, τους καφεπώλες, τους δημοσιογράφους, τους βενιζελικούς, τους ευσεβιστές της «Ζωής», τους μουσόφιλους του «Παρνασσού», τους αναγνώστες της Εστίας και του Βήματος, όσους ακόμη και σήμερα ζουν, κινούνται, ανασαίνουν πέριξ του κομψού τρούλου και του φαιομάρμαρου πυλώνος.

Αλλά αυτοί οι άνθρωποι τελειώνουν, φεύγουν. Ο κόσμος αυτός των νεοελληνικών δύο αιώνων, πλούσιος μες στις αντινομίες και τα έργα του, κόσμος της εργασίας και του εμπορίου, των Γραμμάτων και της γνώσης, αυτός ο κόσμος εγκαταλείπει την πλατεία Καρύτση, συνταξιοδοτείται ή χρεοκοπεί, μετακομίζει, αποχωρεί. Σε κάθε μαγαζί, σε κάθε εργαστήριο που κλείνει, ιδρύεται καφενείο και μπαρ. Ο homo faber, o homme des lettres, ο cognoscente, εγκαταλείπουν τη σκηνή, τα κτίρια με την πατίνα της γνώσης και της τέχνης.

Τη θέση τους παίρνει ο κόσμος της διασκέδασης, της αμεριμνησίας, κόσμος ανέργων και αέργων ενδεχομένως, κόσμος του μεταιχμίου, μεταφερμένος από αλλού, κόσμος που ουδέποτε θα ριζώσει και θα γνωρίσει, δεν θα ενδιαφερθεί να μάθει ποια ήταν η αθηναϊκή οικογένεια Καρύκη ή Καρύτση, κτιτορική του ναΐσκου από τον 11ο αιώνα, οικογένεια που έβγαλε Μητροπολίτη Αθηνών και Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον 16ο αιώνα.


Κόσμοι άλλου γένους. Μπείτε σ’ ένα μαγαζί της Πραξιτέλους, της Λέκκα, της Κολοκοτρώνη, οποιοδήποτε· κάνετε μια ερώτηση για οτιδήποτε αναζητείτε εκεί γύρω, οσοδήποτε εκκεντρικό, μια μισομέταξη φόδρα, ένα εξωτικό κουμπί, ένα ασημένιο εξάρτημα. Ευθύς θα σας απαντήσουν, με ακρίβεια, με σαφήνεια: Στο 12 της Λεωχάρους, στη Μιλτιάδους καθώς μπαίνεις, στη Ρόμβης 2, στη Χαβρίου τρίτο μαγαζί όπως μπαίνεις από Κολοκοτρώνη. Ρωτήστε οτιδήποτε απλούστατο σε έναν θαμώνα των μπαρ της Καρύτση: Προς τα πού πέφτει η οδός Νικίου; Δεν ξέρω, δεν είμαι από δω – αυτή είναι η πιθανότερη απάντηση.

Δεν ξέρω, δεν είμαι από δω. Αυτός είναι ο αναδυόμενος κόσμος του μετασχηματισμένου ιστορικού κέντρου: διαρκώς επήλυδες, περαστικοί, σταθμεύοντες προσωρινά για ένα ποτό στο διασκεδασογκέτο. Σε ένα διαμορφούμενο γκέτο χωρίς κατοικίες, χωρίς εμπορικά, χωρίς βιοτεχνίες και γραφεία, χωρίς ανθρώπους ημέρας εντέλει, μόνο με ανθρώπους νυκτός, σε μια πόλη που αφαιμάσσεται από εργασία και dare e avere ημερήσιο, σε μια πόλη που βυθίζεται στην κρίση και παραδίδεται νωχελικά, ηδονικά, αυτοκαταστροφικά σε ατμούς αλκοόλ και τσιγάρου, στα μπιτ και την αυτοθέαση.

Μοίρα της Πλάκας, μοίρα του Ψυρρή, μοίρα του Κεραμεικού... Μοίρα των παρόχθιων της μυθικής πλατείας Καρύτση, του πιο παλιού και στέρεου οργάνου του αστικού μας βίου. Εκεί όπου φύτρωσε και βλάστησε η Αθήνα των αισθητών και των επιτηδευματιών, του Μιχαήλ Μητσάκη, του Νιρβάνα, του Παπαδιαμάντη και του Βάρναλη, του Μικρασιάτη λεπτουργού και του ρωμανιωτοεβραίου υφασματέμπορου, σε μάρμαρα κλασικά και βυζαντινά και μεταοθωμανικά, σε κονιάματα νεοκλασικά, σε ρείθρα πεζοδρομίων από μάρμαρο πεντελικό, σε μικρομέγαρα art deco με εσωτερικά αίθρια και καφενεδάκια στη στοά εισόδου, εκεί, σε αυτό το παλίμψηστο, αργοσβήνει τώρα η σωρευμένη μνήμη, αργοσβήνουν φωνές, παραγγελίες, συναλλαγές, μικρές βιτρίνες και πατιναρισμένα ερμάρια από δρυ και καρυδιά, και ανάβουν ορμητικές άλλες φωνές, άλλα φώτα, άλλα μουσικές, σκεύη από χάλυβα inox και γυαλί, βέσπες νυκτός, νεαρούδια με μπίρες ορθίων, άλλα λόγια. Ισως καλύτερα, ίσως.

Στην πλατεία Καρύτση εισήλθα, το πρώτον, περί το 1968. (Τα εικονίσματα του ναού είναι δυτικότροπα, ναζαρηνά, παρατήρησα πρόσφατα). Η εντύπωση ήταν εντύπωση μεγαλείου. Στα μεσήλικα μάτια μου το μεγαλείο της πλατείας λιγόστεψε, ο ναός μίκρυνε· ο έρωτας παραμένει αμείωτος.

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΚΟΥΜΠΑΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ...

Λίγο μετά, που έχει φύγει όλος ο κόσμος, μόλις αυτοί που μέχρι πριν λίγες μέρες λέγονταν τουρίστες γυρίσουν τα μάτια τους στις οθόνες των υπολογιστών τους.... 


 ...μόλις το τσιμέντο μάς καταπιεί όλους, τότε ακριβώς, ο ουρανός τραβάει την γαλάζια του κουρτίνα κι΄αρχίζει να παίζει με τα σύννεφα...


Τώρα, που κανένα βέβηλο μάτι δεν κυττάει, μπορεί να αποκαλυφτεί σε όλο του το μεγαλείο και το απέραντό του βάθος...

Αφήνεται να στηριχτεί πάνω στα σύννεφα, να ξεκουραστεί από την καλοκαιρινή ανία και να κάνει κάτιτίς για τον εαυτό του...

Και παίζει, σαν μικρό παιδί με τα χρώματά του...


...που είναι τελικά, μόνον ένα......


Λευκό......


....αλλά, με μπόλικο Ήλιο και Αέρα...

 
 ...και φτιάχνει μ΄αυτό τού κόσμου του την ομορφιά...





Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

ΘΥΜΑΣΑΙ...;


Δεν μπορεί να τον μισείς αυτόν τον τόπο.

Δεν μπορεί να σε αφήνει αδιάφορο το χώμα που τόσκαψε η οικογενειά σου απ΄τα βάθη των χρόνων και που σε γέννησε και σένα...

Δεν μπορεί να μην βλέπεις το Αιγαίο δίπλα σου, τα Βουνά με τα παλιά ονόματα από πάνω σου, τα διάσπαρτα παμπάλαια Ξωκκλήσια, τα πανέμορφα Χωριά στα πιό απίθανα σημεία του νησιού, το λιγοστό θαρραλέο Πράσινο, τα πανταχού παρόντα Κατοικιά που διαλαλούν την φιλόξενη φύση του τόπου τούτου...

Δεν μπορεί να μην σε αγγίζει έστω και ένας ίσκιος Ξερολιθιάς.... 
Είναι παντού και είναι ένα θαύμα που μόνον εδώ υπάρχει και πουθενά αλλού...

Δεν μπορεί να θες να μοιάσεις στην Μυκονο και να μιμηθείς αυτά που βλέπεις στην τιβί, δεν μπορεί να πιστεύεις πως αυτή είν΄η αλήθεια...

Δεν μπορεί να μην καταλαβαίνεις πως η πρόοδος του νησιού, δεν έχει να κάνει τίποτε με την διάλυση του χαρακτήρα που έφτιαξε μέσα από πολλά χρόνια...

Δεν μπορεί να μην νιώθεις πως δεν είναι ανάγκη να ισοπεδώσεις το αιώνιο Χωράφι και να ξαπλώσεις κάτω τα αρχαία Ντουβάρια για να πας μπροστά...

Δεν είναι δυνατόν να μην ξέρεις πως όταν από κάπου βγάζεις κάτι, πρέπει να  έχεις κάτι να βάλεις στην θέση του όμοιο σε δύναμη  με το προηγούμενο, ειδάλλως, θα σου σωριαστεί όλο μαζί κάτω με πάταγο...

Δεν μπορεί να είσαι τόσο ένα με το χρήμα, που να μην συνηδειτοποιείς το κακό που κάνει στο νησί σου κάθε ΕΥΡΩ κλεμμένο απ΄την Ιστορία και το Παρελθόν του τόπου.

Δεν γίνεται να συνεχίσεις να στηρίζεις με χαμόγελα, χειραψίες και στο τέλος με την ψήφο σου όλους αυτούς που σε κορόϊδεψαν για τόσα χρόνια γενόμενοι προδότες του τόπου τους.
Δεν μπορεί να ξεχνάς πως τον προδότη δεν τον θέλει ούτε ο ωφελούμενος απ΄αυτόν και πως μόλις τού κάνει την δουλειά, τον ξεπαστρεύει για να μην του κάνει τα ίδια.

Δεν μπορεί να μην βλέπεις στο νησί σου άλλη προοπτική απ΄την οικοδομή και τα νοικιάρικα σπίτια κι΄αυτοκίνητα.

Δεν είναι ανθρώπινο να ξεπουλάς σε κτηματομεσίτες το κάθε κομμάτι γης που σού έλαχε για να χτιστούν τα ανόητα, αιωνίως απούλητα σπίτια. 

Δεν μπορεί να σ΄αρέσουν όλα αυτά τα κουφάρια των οικοδομών που μοιάζει να μην έχουν πάψει ποτέ να γεννάνε άλλα, όμοιά τους...

Δεν μπορεί να μην έχεις ακούσει, να μην έχεις δει τί έχει γίνει αλλού που ακολουθήθηκε αυτή η τακτική...

Αλήθεια, δεν είσαι εσύ που όταν ήσουν μικρός έτρεχες, έπαιζες και μεγάλωνες εδώ..;
Τί είδους όνειρα έκανες αλήθεια τότε...; 

Θυμάσαι...;

Να κάνεις λεφτά;  

Να σε θαυμάζουν όλοι; 

Να έχεις το πιό μεγάλο «αμάξι»; 

Να κάνεις τον συμφερότερο γάμο; 

Να εκλεγείς ένα κάποιο είδος άρχοντα του τόπου;.

Να έχεις γνωστούς βουλευτές ,και υπουργάδες; 

Να σε έχουν ανάγκη;

Να σε υπηρετούν κάθε λογής παρατρεχάμενοι και σφογγοκωλάριοι;

Μήπως φτάνει η μνήμη σου τόσο πίσω, που να μπορεί να πει πότε μπήκε μέσα σου αυτό το τύφλωμα; 
Μήπως δεν είναι δικό σου όλο αυτό που θες;

Ξέρεις, έφυγε τον Αυγουστο ένας απ΄του παληούς του χωριού μου, ο γερο-Ζαχαρίας. Μεγάλος, αλλά, όχι γέρος. 
Ο γέρος, είναι γέρος στο μυαλό, όχι στο σώμα. 
Έφυγε και όλοι μαζί τον πήγαν στο τελευταίο του κατοικιό, να ησυχάσει. 

Ξέρεις γιατί στο λέω; 
Γιατί δεν ακούστηκε ούτε μια κακή κουβέντα πίσω του, ούτε μια πικρή ανάμνηση δεν λέρωσε την τελευταία διαδρομή του.

Είσαι σίγουρος πως αυτό είναι κάτι που θα μπορέσεις να τόχεις, όσα άλλα κι΄αν αποκτήσεις...;

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

ΦΩΝΗ ΑΙΓΑΙΟΥ: η ταινία

Δεν έχω να γράψω τίποτε σήμερα...

Αυτά που μας χαλάνε γίνονται πολλά.

Το χειρότερο είναι πως μιλάμε γι αυτά που πρόκειται να λερθουν, για την καταστροφή του τόπου μας, σαν να είναι ήδη τετελεσμένη.

Δείτε στο παρακάτω φίλμ αυτά που χάνονται όχι μόνον στην Τήνο, αλλά και παντού τριγύρω.

Ο τρόπος που αναφερόμαστε σε αυτά που ΘΑ χαθούν δείχνει πως έχουμε πλέον πάρει απόφαση το πώς παίζεται το έργο:

Το κράτος (το υποκάμισο του έθνους, όπως το ήθελε ο Δραγούμης) έχει ανάγκη από ανάπτυξη, πάση θυσία.

Στρέφεται στις σάρκες του με σκοπό να τις μεταλλάξει για να αρέσουν, να μπορούν να πουληθούν σύμφωνα με τα γούστα των πελατών (το κράτος-ιερόδουλος και ταυτόχρονα νταβατζής του εαυτού του).

Σε αυτό βοηθιέται από τα κυκλώματα-παιδιά του.

Οι υπόλοιποι, περιττεύουμε.
Θα μπορούμε να φωνάζουμε όσο, μα όσο θέλουμε, πριν, όπως αυτή η ταινία, και κυρίως μετά την καταστροφή.
Επίσης, θα αποδώσουμε ευθύνες και θα απαιτήσουμε από τους μελλοντικούς διαφεντευτές μας να αποταχθούν τις προηγούμενες πρακτικές.

Τότε, το κράτος που θα τόχουν ενδυθεί κάποιοι άλλοι, θα σπεύσει να συμφωνήσει μαζί μας, θα αναθεματίσει το προηγούμενο κράτος, αλλά, θα συνεχίσει μέχρι η σάρκα της πόρνης να μην σηκώνει άλλο φτιασίδωμα.

Τότε, θάχει έρθει η ώρα να παραδοθεί σε φτωχότερους πελάτες έναντι ευτελούς τιμήματος.

Δυστυχώς θάχουμε μείνει μόνον εμείς...

Λεφτά δεν θα βγάλει άλλα, θα μπορέσει όμως, να σταματήσει να ξεπουλιέται...

Δείτε την ταινία εδώ:

http://blogs.sch.gr/tgiakoum/archives/3325

Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Άγιος Πέτρος και Χαλακιά


Θυμάμαι τα δύο γαϊδούρια φορτωμένα ν΄ανεβαίνουν την παΐδα πίσω απ΄την Αητοφωλιά, εγώ με τον Λοΐζο καβάλα, η μάνα μου με την συχωρεμένη την Αλεξάνδρα να έρχονται με τα πόδια κρατώντας τη ουρά του γαϊδάρου. 
Οι κυνηγοί –πατεράδες είχαν ήδη προηγηθεί κατά μία μέρα. 
Στο μουλάρι του κυρ-Γιάννη δεν ανέβαινε κανείς, μόνο το φορτώναμε με τα πιό βαριά πράγματα και πήγαινε μοναχό του. Απρόβλεπτα ζώα τα μουλάρια, δεν εμπιστευόταν εύκολα κανείς το παιδί του μέχρι την Χαλακιά να καβαλικέψει στο μουλάρι. 

Διαδικασία που ξεκίναγε νωρίς για να φύγουμε πριν πιάσει ζέστη. 
Μόλις έσφιγγαν και τα τελευταία σχοινιά και ασφαλίζονταν οι στρατούρες στις ράχες των γαϊδάρων, μας σήκωναν ψηλά από τις μασχάλες, μας κάθιζαν στο σαμάρι, ανάμεσα στα δυό κοφίνια και κινάγαμε. 
Κυμάτιζε ο γάιδαρος δεξιά-αριστερά, χτύπαγαν τα πεδιλάκια μας στους ώμους του, κάναμε χάζι εμείς το πώς έστρεφε τις αυτάρες του προς όλες τις κατευθύνσεις.

Μούκανε εντύπωση εκεί, μετά το πίσω λαγκάδι, το σημείο που όλα τα ζωντανά ουρούσαν όταν πέρναγαν από ΄κει. Ήταν κάτι σαν την υπαίθρια τουαλέτα τους. 
Θα πεις, τι γράφεις, τώρα, για το πού έκαναν την ανάγκη τους τα ζώα...
Είναι όμως, ένα από τα σημάδια της διαδρομής όπου τα ζώα με είχαν εντυπωσιάσει με την συνέπειά τους στην συγκεκριμένη διαδικασία.

Τέλος πάντων, κάναμε γύρω στις τρείς με τρεισήμισι ώρες να φτάσουμε στο κατοικιό της Πασάδαινας. Το βλέπαμε στο τέλος της ανηφόρας μετά τα Κακόβουλα, δυό ματάκια και μιά πόρτα, σφαλιστά, να περιμένουν ν΄ανασάνουν.

Μέσα στο μονοπάτι πάνω απ΄το κατοικιό έτρεχε το νερό άφθονο με τις ακονιζιές να σαλεύουν στο πέρασμά του και να το μοσχοβολίζουν. 
Εκεί βγαίναμε και πλενόμασταν το πρωί, από ΄κει πέρναμε το νερό για όλες τις δουλειές και αυτό το νερό πίνουμε σήμερα στα Κελλιά. 
Το στερήθηκαν τα μέρη αυτά, στέγνωσαν οι πηγές και τα πηγάδια, μα τα χωράφια, από καιρό παρατημένα, δεν ανοιώσαν την έλλειψή του.

Στην πίσω μεριά του κατοικιού ήταν ο φούρνος, χτιστός ακουμπιστά στο σπίτι. 
Δάκρυσε η Πασάδαινα φέτος όταν της είπα πόσο όμορφο γίνεται το κατοικιό και πόσο πολύν κόσμο είχε στον Άγιο Πέτρο: «ναι, του πιδάκι ΄μ, μα μ΄γκριμίσαν του φούρνου΄μ...».

Ο Άγιος Πέτρος...

Άνοιγε το κυνήγι και μαζεύονταν όλοι οι κυνηγοί στην λειτουργία, που γινόταν συνήθως σε άβολη ημερομηνία για τους «ξένους», τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτέμβρη.
Θυμάμαι πως βρισκόμουν στο σχολείο, το αθηναΐικο, λίγες μόλις μέρες μετά...
Φέτος, πάρθηκε μια απόφαση να γίνει η λειτουργία νωρίτερα, να μπορέσει να πάει ο κόσμος να δει το ζωντανεμένο ξωκκλήσι, ν΄ακουστούν φωνές, να κεραστεί ρακί, να κάνουν γύρα κεράσματα και λουκουμάδες...
Ο δρόμος βατός, με ηρεμία και χαμηλή ταχύτητα πέρναγε μιά χαρά. Και ο κόσμος πήγε... Φαίνεται, σε κάθε ευκαιρία, πως οι άνθρωποι ζητάνε την επαφή, πως δεν χρειάζονται τραπέζια και πάγκοι, πως φτάνει μια κοινή μνήμη για να μας μαζέψει όλους γύρω της.
Ο Πέτρος με τον Λοΐζο είχαν κανονίσει τα ψησίματα, άλλοι είχαν φέρει ρακί και κρασί, αλμυρά και γλυκά κεράσματα, με αποκορύφωμα τους απίστευτους λουκουμάδες της Κατερίνας.
Τα παιδιά έτρεχαν πάνω και κάτω στα χωράφια, σκαρφάλωναν και πήδαγαν τα σκαλιά, δρασκέλιζαν τ΄αγκάθια, γυρνάγανε γύρω-γύρω στο αλώνι.
Δεν τραγουδήσαμε και δεν χορέψαμε. Ήταν όμως, το ωραιότερο πανηγυράκι των τελευταίων χρόνων και καμμία φωτογραφία δεν μπορεί να το δείξει αυτό...
Αλλάζουμε εκεί έξω.
Μπορεί να είμαστε όλες τις μέρες μαζί, να μην έχει μείνει τίποτε που να μην έχει μιληθεί, αλλά, εκεί έξω κάτι φεύγει από μέσα μας και την ίδια στιγμή κάτι άλλο τρέχει να μπει στην θέση του, κάτι που έρχεται από τις μέρες των νεότερών μας χρόνων και κατέχει τον τρόπο να μας μαλακώνει...
Η συνέχεια, για λίγους τυχερούς, ήταν στης Κόρης τον Πύργο, στο κατοικιό του Λωράν και της Έλλης. Φύγαμε περασμένα βαθειά μεσάνυχτα μέσα στο σκοτάδι και την ησυχία της ομορφότερης διαδρομής του νησιού.
Τέτοιες βραδιές ούτε ξαναγίνονται, ούτε προγραμματίζονται...
Παρεμπιπτόντως, η Χαλακιά, έχει πέσει και αυτή εδώ και καιρό στον λάκκο της ρύθμισης για την βιομηχανική ζώνη της Τήνου. Άμα τύχει και δείτε κατά΄δω κανέναν από τους βουλευτάδες που το νομοθέτησαν και τους ντόπιους αρχόντους που σιγοντάρισαν, κάντε σας την χάρη και μην προσβάλλετε τον εαυτό σας...

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Η Κοιλιά και το Κάλλος


Πόσα είναι τα χωριά μέσα στην Τήνο που άλλαξαν το ονομά τους...;
Μια είναι η Μουσουλού, που έγινε Μυρσίνη και δεύτερα είναι τα Κελλιά, που έγιναν Καλλονή.

Η δικαιολογία για την αλλαγή του ονόματος των Κελλίων που προβάλλεται σήμερα, (γιατί οι μνήμες έχουν αλλοιωθεί ηθελημένα και μη) είναι, η εκφορά του ονόματος του χωριού με την χαρακτηριστική ντοπιολαλιά των Κάτω Μερών, που το έκανε να ακούγεται «Κιλλιά» αντί για Κελλιά.

Κακόηχο, λοιπόν, το όνομα, ενώ παράλληλα παραπέμπει σε ανατομική περιοχή, που μάλλον δεν κολάκευε την άποψη των τότε διοικούντων περί του χωριού...

Πιθανότατα, οι κοινοτάρχες του Μουντάδου και πολύ περισσότερο του Κάτω Κλείσματος, δεν ενδιαφέρονταν αρκετά για την πρόοδο και προβολή των κακόηχων χωριών τους και δεν προέβησαν σε ρηξικέλευθες αλλαγές ανάλογου ύφους και ήθους... 

Και τί να πει κανείς για την Βωλάξ, όπου οι λιγοστοί κάτοικοι καταδέχονται, ακόμη και σήμερα, να μένουν σε ένα χωριό με παρεφθαρμένο όνομα: Βώλακας ή Βώλακες =Βώλακ΄ς = Βωλάξ...

Ο Κτικάδος από την άλλη μεριά, παραμένει αξιοπρεπώς κοντά στο Κτίσιμο και μακριά από το Χτικιό.

Δεν θα μπορούσα όμως και να φανταστώ την Στενή να γειτονεύει με τα Πλατειά...

Οϋτε και χωριό,προφανώς σχιζοφρενές, να παρουσιάζει τον εαυτό του σαν Δύο Χωριά...

Και τί σου λέει ο Κάμπος στην κορφή του βουνού...;

Το Ισμαήλ πάλι, ίσως είναι το μόνο που δικαιούται την ντροπή τού μη ελληνικού ονόματος λόγω έλλειψης κατοίκων...

Ρίχνω, τέλος, μια επιδοκιμαστική ματιά προς τις τοποθεσίες με ονόματα αγιών. Έλυσαν το πρόβλημα της ονοματοδοσίας ακολουθώντας την τακτική του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου: Άγιος Ελευθέριος, Άγιος Δημήτριος, Άγιος Αντώνιος, Αγία Παρασκευή, Άγιος Νικόλαος κ.ο.κ.

Παρεμπιπτόντως, κανένα, μα κανένα, από τα παλαιά χωριά του νησιού δεν ονοματίστηκε προς τιμήν κάποιου αγίου ή αγίας. Προφανώς, η έλλειψη φαντασίας στον σύγχρονο Τήνιο δεν κληρονομήθηκε, αλλά, είναι προϊόν επιχιασμού μεταξύ Τηνιακής και Αθηναϊκής κουλτούρας ή μάλλον του ελλείματός της.

Τα Κελλιά, λοιπόν, δεν επεθύμησαν να διατηρήσουν το ιστορικό βάθος του χωριού με το παρελθόν του και τράβηξαν μια γραμμή, που χωρίζει τους παλιούς από τους νέους. Οι παππουδογιαγιάδες μας παραμένουν Κελλιανοί ενώ εμείς είμαστε Καλλονιώτες. Εκείνοι πατημένο χώμα στην κουζίνα, εμείς ιταλικό πλακάκι.
Πιθανολογώ ότι, εδώ ακριβώς, σ΄αυτό το κράμα απόσχισης από το παρελθόν και αναζήτησης ταυτότητας, εντοπίζεται και η ιδιαιτερότητα του χωριού μέσα σε όλην την Τήνο: πλην ελαχιστοτάτων περιπτώσεων, το χωριό δεν οργανώνει ΚΑΜΜΙΑ πολιτιστική εκδήλωση. Δεν έχει ΚΑΜΜΙΑ ταυτότητα ή κάποιον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Δεν κάνει ΤΙΠΟΤΕ για να έρθει κόσμος («ξένοι») στο χωριό. Παραμένει με μανία προσηλωμένο στους ετήσιους χορούς, έναν χειμερινό κι΄έναν καλοκαιρινό και στην ημερήσια εκδρομή (το πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων αποτελεί  ήδη ένδοξο κομμάτι του παρελθόντος), θεωρώντας πως όλος ο πολιτισμός που αντέχουν οι Καλλονιώτες, εξαντλείται σε αυτές τις δραστηριότητες.

Μάλιστα...

Και ανακύπτει το ερώτημα: με τους Κελλιανούς τί γίνεται...;

Λες αυτοί, να θέλουν να δουν θέατρο, εκθέσεις ζωγραφικής, γλυπτικής, πηλοπλαστικής και φωτογραφίας, μουσικές εκδηλώσεις, παραστάσεις για παιδιά, παραδοσιακούς χορούς, πιθανόν βραδιές ποίησης και ό,τι άλλο θα άλλαζε την οπτική των κατοίκων προς τον χώρο, προς τους άλλους και προς τον εαυτό τους...;

Λες να υπάρχουν κάποιοι, που να μην τους αρέσει το να είναι το χωριό τους το απόλυτο τίποτα του πολιτιστικού χάρτη της Τήνου...;

Λες...;

Για να τελειώνουμε: η Καλλονή έχει μια ευκαιρία, που είναι και η μοναδική και η τελευταία της. 

Καλώς ή κακώς, το χωριό δεν είχε πλατεία. Αποφασίστηκε, λοιπόν, να φτιαχτεί μια πλατεία για να καλύψει το κενό αυτό. Οι περισσότεροι δυσαρεστήθηκαν για την όψη της νέας πλατείας-θεατράκι. Ναι, η νέα πλατεία είναι ένα θεατράκι με χωρητικότητα περίπου εκατόν πενήντα ατόμων, με εύκολη πρόσβαση από παντού και πολλές δυνατότητες.
Δεν θα κρίνω εδώ το σε ποιούς αρέσει και σε ποιούς όχι, θα πώ όμως πως εάν κάποιος ενδιαφέρεται επί της ουσίας και όχι μόνο για αντιπολιτευτικούς σκοπούς, φροντίζει να ελέγξει το έργο που ξεκινάει στον χώρο/χωριό του ΠΡΙΝ ολοκληρωθεί και διαπιστώσει πως δεν συμφωνεί. 
Οι εκ των υστέρων αρνητικές κριτικές απλώς, αποκαλύπτουν το μέγεθος της αδιαφορίας των κατοίκων για το μέλλον του χωριού και επιπλέον, το τεράστιο έλλειμα επικοινωνίας μεταξύ τους.

Καλείται, λοιπόν, το χωριό να αλλάξει εαυτό. 
Να γίνει εξωστρεφές, δεκτικό, ανοιχτόμυαλο, καλείται να επικοινωνήσει με τους μέσα και τους έξω, να ξυπνήσει από τον λήθαργο της απραξίας και να βρεί τρόπους να δώσει και να πάρει, να ανταλλάξει αυτό που έχει ή μπορεί να οικοδομήσει, με αυτό που μπορούν να τού προσφέρουν.

Το θεατράκι είναι, είτε μια εν δυνάμει δίοδος προς τα πάνω, είτε μια παρακαταθήκη για το μοναδικό πάρκινγκ με κερκίδες στο νησί...

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

ΥΝΤΑΓΟΣ.....

Διευκρίνηση: το παρακάτω post δεν ενδιαφέρει κανέναν, εκτός από αυτούς που έχουν ζήσει στο νησί και το νιώθουν. Για τους υπολοίπους, μπορεί να είναι βαρετό ή κουραστικό.

Ένα τελευταίο κομμάτι ιστορίας του νησιού που, τουλάχιστον απ΄τα Κελλιά (Καλλονή) χάνεται, αφορά τους υνταγούς (παραφθορά της λέξης υδραγωγός) που θα διατρέχουν, έστω και για λίγες εβδομάδες ακόμα, το χωριό.

Εξηγώ για τους μη γνωρίζοντες: το νερό της υπερκείμενης πηγής απ΄όπου το χωριό κάλυπτε τις ανάγκες του, δεν ανήκε σε κανέναν, ήταν κοινόχρηστο ακριβώς όπως ο ήλιος και ο αέρας.
Μοιραζόταν, λοιπόν, για το πότισμα των περιβολιών και των κήπων με έναν απλούστατο και αποτελεσματικό τρόπο, που προϋπέθετε όμως, κοινωνική συνείδηση και κοινωνική συνοχή, οι οποίες στο ποσοστό που υπήρχαν, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων, ήταν επαρκείς για να συντηρούνται οι βασικές δομές του χωριού.

Ένας ανοικτός υδραγωγός (υνταγός) έφερνε το νερό από την πηγή έως μέσα στο χωριό και το διέτρεχε όλο, από το πρώτο σπίτι έως το τελευταίο. Παράλληλα, τα αρδευτικά αυλάκια του κάθε περιβολιού ή κήπου του χωριού κατέληγαν σε ένα κεντρικό αυλάκι, που είχε πρόσβαση προς τον υδραγωγό. Με μια απλή και εύκολη εκτροπή της ροής του νερού στο σημείο συνάντησής του με τον υδραγωγό, το νερό «γύριζε» μέσα και πότιζε το περιβόλι ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, γέμιζε την δεξαμενή για μετέπειτα χρήση. Για την εκτροπή του νερού τα συνηθέστερα μέσα ήταν πλατειές πέτρες, κουρέλια, σπάρτα δεμένα μεταξύ τους και ό,τι άλλο μπορούσε να λειτουργήσει σαν φράγμα.


Πότε όμως «είχε» ο καθένας το νερό ή πώς ήξερε πότε μπορούσε να το «γυρίσει» στο χωράφι του και να ποτίσει;

Απλούστατα, έβγαινε ένα πρόγραμμα που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Ο πρώτος είχε το νερό από τις τρείς έως τις τέσσερεις, ο επόμενος από τις τέσσερεις έως τις πέντε, ο τρίτος από τις πέντε έως τις έξι κ.ο.κ. Μιλητά, το πρόγραμμα μπορούσε να τροποποιηθεί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων.

Για τους καλοκαιρινούς επήλυδες, όπως εγώ, η εντυπωσιακή επαφή με το γεγονός ήταν γύρω στις πρώτες πρωινές ώρες, όταν γυρνάγαμε από κάποιο ξενύχτι και πέφταμε πάνω σε κάποιον που τράβαγε να ποτίσει με την τσάπα στον ώμο ή τον ακούγαμε, σαν το φάντασμα, να ποτίζει μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα το περιβόλι του.

Σε ορισμένα σημεία μάλιστα, το νερό έφτιαχνε μικρούς καταρράκτες, με χαρακτηριστικότερο το σημείο λίγα μέτρα από το Ξυνάρι, ακριβώς εμπρός από το σπίτι της συχωρεμένης της Μαρούλας. 

Αλλού πάλι, στριφογύριζε με δύναμη και στραφτάλιζε στον ήλιο ζωντανό, ολόμορφο, λαχταριστό.

Βέβαια, οι κάτοικοι αραίωσαν σημαντικά, αυτοί που απέμειναν άλλαξαν δραστηριότητες που ίσως, δεν τους αφήνουν τον απαιτούμενο χρόνο για να ασχοληθούν με περιβόλια, το νερό της πηγής έπαψε να είναι το μοναδικό του χωριού, θεωρήθηκε δεδομένο (όπως και όλο το νερό του νησιού γενικώς, από τότε που εμφανίστηκε το εμφιαλωμένο) και όσο έμεινε να τρέχει μέσα στο χωριό, κατάντησε φορέας κάθε είδους σκουπιδιού που σιγά-σιγά ως είδος μετοίκησε από την πόλη και στο χωριό. 
 
Αποτσίγαρα, πλαστικά ποτηράκια, χαρτάκια περιτυλίγματος, καλαμάκια, πακέτα τσιγάρων, καραμέλες, βίδες, καρφιά, και όποιο σκουπίδι μπορεί να χωρέσει μέσα στο πλάτος των 15-20 εκατοστών του υνταγού, διέσχιζε το χωριό μέχρι κάποιο δύσκολο σημείο όπου ο υνταγός στένευε ή έστριβε απότομα και εκεί σκάλωνε, σφήνωνε και μετά από λίγο βοήθαγε κι΄άλλα σκουπιδάκια να μαζευτούν κοντά του, με αποτέλεσμα σιγά-σιγά, ο υνταγός να μπουκώσει και να υπερχειλίσει σε όποιο σημείο ήταν δυνατόν.

Φαίνεται, λοιπόν ότι, οι μεταξύ μας σχέσεις, που δεν μας αφήνει το τεράστιο μας ΕΓΩ να διαχειριστούμε όπως οφείλουμε, αντανακλώνται και στον κοινό μας χώρο και γυρίζουν πίσω σε μας με δυσάρεστο τρόπο. 
 
Το πώς αντιμετωπίζουμε τα μεγάλα μας σκουπίδια δεν διαφέρει ουσιαστικά καθόλου από το πώς αντιμετωπίζουμε και τα μικρά: τα στέλνουμε κάπου που δεν θα φαίνονται. Παρακάτω, παραπέρα, παραπάνω, παραδίπλα.

Αρκεί τα σπίτια μας να είναι καθαρά και να έχουν σαρανταδυάρα τηλεόραση, ιταλικά πλακάκια και αλουμινένια κουφώματα. Αρκεί όλα τα τριγύρω μας να κραυγάζουν, πως δεν ζούμε σε διαφορετικά σπίτια από ΄κείνα της πρωτεύουσας.

Ποιόν μπορεί να νοιάζει ότι, ο παμπάλαιος υνταγός των Κελλίων (Καλλονής) σκεπάζεται; Μάλλον κανέναν...

Ποιός μπορεί να συνειδητοποιεί την ντροπή που αντικατοπτρίζει αυτό το μπάλωμα; Σίγουρα κανένας...

Συμπτωματικά, τις τελευταίες μέρες πριν το τέλος των διακοπών, μια ομάδα ξένων τουριστών είχαν αράξει στην ημιτελή πλατεία του χωριού και κύτταζαν τους μάστορες που δούλευαν στην πλακόστρωση και δίπλα, στο σκέπασμα του υνταγού. Στην αρχή νόμιζαν πως οι μάστορες απλώς άλλαζαν τους σωλήνες του χωριού, αλλά, μετά από λίγη κουβέντα και μερικές εξηγήσεις, έφυγαν προς το πάνω χωριό για να δούν και να φωτογραφίσουν τα κομμάτια του υδραγωγού που απέμειναν ακάλυπτα, τουλάχιστον μέχρι εκείνη την στιγμή.

Το μόνο καλό της όλης υπόθεσης είναι ότι, ο Γιάννης και ο Νίκος, οι μάστορες που ασχολούνται με το έργο, κάνουν εκπληκτικής ποιότητας δουλειά. Οι ίδιοι ίσως δεν το ξέρουν, γιατί είναι στην φύση τους πλέον το να δουλεύουν με τέτοιον τρόπο...


Αυτά.

Στο επόμενο θα μιλήσουμε για την τελευταία ευκαιρία του χωριού και πώς αυτή, μπορεί να αφεθεί να χαθεί.

 ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 1/9/2015: Πολλές φορές στα σπίτια των οικισμών βρίσκουμε τον «γκτούντο» ή «υνταγό» ή «κουντούντους». Η λέξη «γκτούντος» προέρχεται από παράφραση της λατινικής λέξης «aquaeductus», που σημαίνει οδηγός νερού.
 ΠΗΓΗ:  http://kellianos.blogspot.gr/2015/08/blog-post_99.html





Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Τα εξωκκλήσια χωρίς δόγμα...

Κάπου εδώ έξω, σ΄ένα εξωκκλήσι που στέκεται μόνο του στην μέση ενός χωραφιού, κάπου εδώ μπορεί να είναι κρυμμένος ο θεός του καθενός ξεχωριστά...


Μακριά απ΄ τον θόρυβο των θρησκειών και τους βάλτους των δογμάτων, με ανεπιτήδευτη απλότητα και αμίμητη αξιοπρέπεια προς τον χώρο, με καρδιά καμωμένη από τις ατέλειες της κατασκευής τους...



Από εδώ κοντά, το γαλανό τού απέραντου θεού, αποκτά γεωμετρική υπόσταση και σαφήνεια...


Και ο κόσμος σωπαίνει όταν κυττάς από την μέσα άφωτη ηρεμία προς τα έξω, όσο όμορφο κι΄αν είναι το έξω από μόνο του...
Κυττάς και το δέος είναι σαν του αγέννητου μωρού, που προλαβαίνει να ρίξει μια γρήγορη ματιά στον κόσμο πριν πηδήξει μέσα του...


Ψηλότερα, πάνω απ΄τα Κελλιά, τα πράγματα φαίνονται αλλιώς...


Η εκκλησία ακουμπάει απαλά στην πλαγιά της Καστέλλας και όταν ο ήλιος γονατίσει προς του Πολέμου τον Κάμπο, αρχινάει να γαληνεύει κι΄αυτή, ντυμένη σε χιλιάδες ίσκιους...

 Μέσα απ΄την καμάρα, ένα κομμάτι ουρανού πιασμένο στον ιστό αφουγκράζεται την απόλυτη άπνοια του φετινού καλοκαιριού...

Τριγύρω, ανασαίνουν μερικά κομμάτια των χρόνων που πέρασαν, ανερμήνευτα, άφωνα, αμήχανα εδώ έξω στο τόσο φως μετά από τόσα χρόνια...


Η εικόνα στο εσωτερικό του ναού είναι ανάγλυφα φτιαγμένη στον τοίχο, χρωματισμένη ξανά και ξανά, να μην πάψει ποτέ να περιγράφει την ουσία του χώρου: να μην πάψει ν΄ακούγεται ανθρώπινη περπατησιά στο κατώφλι του ναού για όσο περισσότερο γίνεται....


Κατάλοιπα των αγροτικών ιερών των αρχαίων Ελλήνων, που περιείχαν το ξόανο κάποιου θεού ή του τοπικού δαίμονα που εξασφάλιζε την σοδειά, τα ξωκκλήσια της Τήνου κάναν αυτό ακριβώς. Ήταν το αποκούμπι και η ανάπαυλα του ξωμάχου ή του περαστικού, μια απότιση τιμής και δέους προς την ίδια την θεοποιημένη φύση...

Για το ιστορία του πράγματος, τα εξωκκλήσια είναι του Αη Νικόλα και της Αγίας Υπακοής (Αγία Τριάδα και Άγιος Αντώνιος) στην περιοχή των Κελλιών Τήνου.

Τέλος,ο τοπικός δαίμων των Κάτω Μερών κατά τους αρχαίους χρόνους ήταν ο Καλλισταγόρας





ΚΟΥΜΑΡΟΣ....

Δεκαπενταύγουστος...

Πλησιάζοντας στο καφενεδάκι του Κουμάρου ακούμε ομιλίες, πειρακτικά σχόλια προς κάποιον, ο οποίος απαντάει προσπαθώντας να θίξει την ηλικία των άλλων...

Μάταια...Τα σχόλια συνεχίζουν και γέλια έρχονται να προστεθούν...
Μια παρέα έξι-εφτά ατόμων κάθεται στα πεζούλια και πειράζει τον μεγαλύτερο σε ηλικία, που έχει βαλθεί με μια σκούπα και μπόλικο νερό από την βρύση να καθαρίσει τον χώρο κάτω απ΄την συκιά...

"¨Ζέστη..."
"Καλά είναι...δε πειράζει..."

"Χρόνια Πολλά και του χρόνου.."
"Επίσης.....Κατσείτε για καφέ. Εμείς εδώ έχουμε φτιάξει καφενείο που τα φτιάχνετε μονάχοι σας..... "

Συνεχίζει το καθάρισμα του δρόμου...Τώρα σκύβει με ευλυγισία παιδιού και μαζεύει ένα-ένα τα σ΄κιόφυλλα από κάτω, μέχρι που το μάτι του δεν μπορεί να πιάσει άλλο...., αυτός, ο εικοσάχρονος ογδοντάρης...

"Η Αθήνα...; Τριανταοχτώ χρόνια έφαγα στην Αθήνα....Μα εδώ έν΄ πιό καλά, περνάει η ώρα καλύτερα..."

Ο εαυτός μου, ξέρεις, εκείνος που όλα τα βλέπει και όλα τα σχολιάζει, έστω και υπόκωφα, ντρέπεται για όλες τις φορές που έχει αφήσει ένα σκουπιδάκι κάτω  ή τόχει παραμερίσει με το πόδι για να μην φαίνεται και του θυμίζει την υποχρέωση και την αδιαφορία...Ντρέπεται για όλες τις φορές που είπε "βαριέμαι" και αστραπιαία με σηκώνει να πάω στο κουζινάκι να φτιάξω έναν ελληνικό, να φύγω γρήγορα απ΄ εδώ που παίζεται το έργο...

Ο γιός μου γοητευμένος από την ελευθερία κινήσεων στον χώρο (χρυσή χορηγία της εμπιστοσύνης στον συνάνθρωπο) περιφέρεται, διαλέγει παγωτό, ρίχνει το αντίτιμο στο ξύλινο συρτάρι που γράφει "Ταμείο", ζητάει κι΄άλλο και σε λίγο κι΄άλλο παγωτό για να επαναλάβει την διαδικασία.

Ένα γκρουπ Γάλλων περιπατητών εμφανίζεται από την μία άκρη και χάνεται στην άλλη, τα σύννεφα τρέχουν μόλις πάνω απ΄το τελευταίο σπίτι με φόντο το βουνό, ένας ηλικιωμένος με δύο μπαστούνια να ψηλαφούν τον δρόμο μπροστά του καλημερίζει και περνάει....Πρίν βγει απ΄την καμάρα προλαβαίνω να τραβήξω μια φωτογραφία, τυχαία η κάμερα πιάνει ένα πιτσιρίκι να κάθεται στα περπατιά ενός σφαλιστού σπιτιού...

Μέσα από το άψυχο ίντερνετ, ακόμη κι΄αν δεν φτάσει ποτέ ως αυτούς, μια πλατειά καλημέρα σε όλους όσους συναντήσαμε εκείνη την ημέρα και ειδικά, στον κυριούλη, που μας έβαλε το γυαλί εμπρός στα μούτρα μας να καθρεφτιστούμε την κακομοιριά μας...