Κυριακή 18 Απριλίου 2010

ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΓΛΑΡΟΥ...


Είναι ανάγκη να είναι όλες οι γιορτές μια απλή αναφορά στις μέρες άδειας που δικαιούμαστε...;
Είναι δυνατόν ναμετράμε την πορεία του έτους με το πότε καθόμαστε και δεν πάμε στην δουλειά...;
Είναι δυνατόν τα Χριστούγεννα και η Λαμπρή να είναι «πέντε ή τέσσερεις μέρες καθησιό»...;
Ευτελισμός της ίδιας μας της ζωής, ακύρωση της καθημερινότητάς μας, αποδοχή του βάλτου που μας έχουμε ρίξει....

Την Μεγάλη Πέμπτη ένα φεγγάρι μας περίμενε, έτσι, για να ξέρουμε πως όλα θα πάνε καλά...

Όπως και νάχει, οι πέντε μέρες στα Κελλιά, στην Τήνο ήταν μοναδικές, όπως πάντα.
Η παρακάτω ανάρτηση θα είναι απολύτως άναρχη, όπως μου φτάνουν στο μυαλό οι εικόνες...

Νερά παντού...Στραγγίζουν μέχρι και οι βράχοι στην Κολυμπήθρα, περπατάς βράχο τον βράχο και βλέπεις νερό να βρέχει από κάτω κι΄από πάνω...Απλώνεις το χέρι και δοκιμάζεις....Γλυκό νερό, βρόχινο, φιλτραρισμένο στα αιώνια βράχια...

Στο πίσω λαγκάδι έχουν γεμίσει οι γούρνες, πλησιάζεις και ακούς το νερό να κελαρύζει, ακολουθώ το ρέμα με τον γιό μου, φτάνουμε μέχρι λίγο πάνω απ΄τον Καρκάδο...
Πλατσουράει επίτηδες, πατάει μέσα στο νερό προσπαθώντας να περάσει απέναντι, γελάει με το παπούτσι του που κάνει κλατς-κλουτς, δεν θέλει να φύγουμε, με τραβάει να ανέβουμε όσο πάει...

Την άλλη μέρα θέλει να πάμε «ως το εκκλησάκι εκεί πάνω» και μου δείχνει τον Άγιο Νικόλα, έχει καλό καιρό έτσι κι΄αλλιώς, παίρνω την μάνα μου μαζί και πάμε.
Περνάμε μέσα από χωράφια, πατάμε τα χόρτα, βρίσκουμε τα πατήματα από σκαλί σε σκαλί, πόσα μώβ υπάρχουν αλήθεια και πόσο αυτό το ανθάκι μυρίζει σαν αγγούρι, τόσο που σε κάνει να πεινάς, πόσα χρώματα έχουν πάνω τους τα βράχια, πόσο κρίμα είναι που τ’ αλώνι μπροστά από το ξωκλήσσι έχει διαλυθεί σιγά-σιγά...
Η εικόνα λείπει, έχει πάει για συντήρηση εδώ και κάμποσο καιρό...Πόσο μεγάλη είναι και πόσο μπορεί να πάρει η συντήρησή της...Στην θέση της δεν υπάρχει ούτε ένα αντικατάστατο, μόνο το βήμα κενό...
Έξω, στην πίσω μεριά πεταμένη η παληά μοκέτα που σάπισε, πετάχτηκε πρόχειρα, βράχηκε και μάζεψε ένα σωρό νερό στον τοίχο της εκκλησίας...
Ο γιός μου θέλει να γυρίσουμε και αύριο και μετά να πάμε και σε ‘κείνο το άλλο, ψηλά..δείχνει τον Άγιο Μικαέλ, χαίρομαι που έχει την αυθύπαρκτη παιδική αισθητική και αποφεύγει έστω και με το βλέμμα άλλο εκτρωματικό ναΐσκο στην ίδια κατεύθυνση...

Η απλότητα, το μέτρο και η τάξη δεν διδάσκονται στις αγροτικές κοινωνίες. Παραλάσσονται από τους έχοντες που θέλουν αλλά δεν μπορούν να φτιάξουν κάτι ανάλογου κάλλους και λιτότητας και καταφεύγουν σε υπερβολές και ατοπήματα που μολύνουν το τοπίο και χαλούν κάθε αίσθηση ισορροπίας...

Κυττάζω απέναντι, χτίζεται ένα νέο σπίτι, δείχνει όμορφο, χαίρομαι που έρχεται κόσμος στο χωριό και μεγαλώνει, τουλάχιστον θάμαστε ένα σωρό οι συνταξιούχοι, όσοι προφτάσουμε να γεράσουμε, στο χωριό μετά από είκοσι-εικοσιπέντε χρόνια...
Γυρνάμε στο νησί με το αυτοκίνητο, βλέπω εκσκαφείς και σκαπτικά και τρομάζω, περιμένω να πλησιάσω για να δω το μέγεθος της ζημιάς. Έχουν τρόπο να γκρεμίζουν και να χτίζουν μερικοί, βλέπεις την διαφορά ακόμη και σ’ αυτό. Άλλοι ξηλώνουν την πλαγιά ακόμη και σε σημεία που δεν χρειάζεται, σκορπάνε μπάζα δεξιά-αριστερά, αφήνουν πληγές στον γύρω χώρο σαν να τον εκδικούνται, χτίζουν με τρομακτικές ποσότητες τσιμέντου...Άλλοι είναι πιό πονετικοί, κάνουν πιό συμμαζεμένη δουλειά, ενσωματώνουν την δουλειά τους στο περιβάλλον όσο αυτό είναι δυνατόν, μαζεύουν τον χώρο να μην είναι άσχημος, δείχνουν νοικοκυραίοι...
Και μιας και ο λόγος περί ενσωμάτωσης στο τοπίο, αφήνω μερικές φωτογραφίες για διδακτορικό από τους αρχιτέκτονες του τόπου.

Αγροτικές κατασκευές από απλά υλικά, σε δομές απόλυτα συμβατές με το περιβάλλον, σύννομες με την έμφυτη αισθητική, περήφανες μέσα στην ταπεινότητά τους.
Θεωρώ για παράδειγμα τις δύο εκκλησίες, τους Αγίους Αναργύρους και τον Άγιο Παντελεήμονα, κορυφαία πρότυπα αγροτικής θρησκευτικής αρχιτεκτονικής, πέραν των ορίων του νησιού.
Είτε θεωρήσει κανείς το σημείο που είναι χτισμένες, είτε τον τρόπο σαν σημαντικότερα των άλλων παραμέτρων που χαρακτηρίζουν αυτές τις δύο εκκλησίες, γεγονός παραμένει ότι, η διαχρονικότητα του ρόλου τους επαληθεύει την ορθή επιλογή.

Βέβαια, καμμιά φορά είναι καλό να κρατάμε ζωντανό το μέρος της παράδοσης που μπορούμε να διαχειριστούμε και να μην το αντιποιούμε ή να το παραλλάσουμε χάριν των ορέξεών και των επιδιώξεών μας.
Θέλω να πω ότι, κατά παράδοση το πανηγύρι της Δευτέρας του Πάσχα στους Αγίους Αναργύρους είχε το ψήσιμο των αρνιών και το κέρασμα του κρασιού, ακόμη και τότε που ο καθένας έφερνε μαζί το κατιτίς του, σαν μια ευγενική χορηγία προς εκείνους ίσως που δεν είχαν την ευχέρεια να έχουν κάθε χρόνο το δικό τους.
Εξ΄άλλου, οι πανηγύρεις είχαν αυτό το νόημα εκτός των άλλων, τον μοιρασμό δηλαδή, αγαθών που δεν ήταν προσιτά σε όλους με την αφορμή μιας εορτής ή άλλου συμβάντος (π.χ. γάμος ή βαφτίσια).
Με τα χρόνια η απόλαυση της χορηγίας αυτής εξελίχθηκε σε αυτοσκοπό από διάφορους περιφερόμενους τζαμπατζήδες και εκφυλίστηκε όπως ήταν φυσικό.

Φέτος ο σύλλογος της Καλλονής αποφάσισε να μην προσφέρει τίποτε στο πανηγύρι.
Μα κυριολεκτικά τίποτε....
Άφαντοι...
Η είδηση διέρρευσε, οπότε, και ο κόσμος ήταν αισθητά λιγότερος.
Η λειτουργία όμως ήταν όμορφη...

...απ' όποια πόρτα κι΄αν την παρακολουθούσες...

Ίσως όχι με τόσα φώτα.....
 ...που με κάνουν να προτιμώ τις εκκλησίες άδειες από κόσμο....
...και με το βλέμμα από μέσα προς τα έξω...

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

ΛΑΜΠΡΗ ή ΠΑΣΧΑ...;

Πάντοτε είχα την εντύπωση πως η Λαμπρή είναι κάτι διαφορετικό από το Πάσχα...

Ίσως έχει να κάνει με την λέξη την ίδια, που περιγράφει απολύτως υπερρεαλιστικά το γεγονός στην ευρύτερη έννοιά του.

Η ατέλειωτη αναμονή μέχρι την βραδυνή λειτουργία / θάναι καλός ο καιρός να πάμε στην περιφορά../ πρόσεχε το κερί σου μην κάψεις κανέναν /  τα ντρομπόνια που σείουν τον Άγιο Ζαχαρία / η φωνή της Άννης πάνω απ΄όλες / η εύθραυστη φλόγα μέχρι την σιγουριά του σπιτιού / τα θρυμματσιμένα κόκκινα αυγά αφάγωτα, τριγύρω στα πιάτα πάνω στο τραπέζι / το κερί σ΄ένα ποτήρι με νερό / ο ύπνος και η αίσθηση της τελικής ευθείας...

Λαμπρή...

Πόσο έχει ξεθωριάσει η αναμονή για το βίωμα και πόσο προσπαθώ να το κρατήσω ζωντανό για χατήρι του γιού μου...


Πόσο έχει μακρύνει  το δέος και η προσμονή....
Πόσο το ταξίδι για πέντε μέρες στο χωριό δείχνει ασύμμετρα κουραστικό...
Πόσο δεν φτάνει αυτή η προκαταβολή από την αίσθηση των διακοπών, ειδικά αν ο καιρός είναι καλός....

.....και πόσα πρέπει να χωρέσουμε σ΄αυτές τις ώρες...

Η γάτα σ' ένα παράθυρο στον Πύργο τα λέει όλα με το βλέμμα της...

Ποιός καφές στην πλατεία και ποιό καράβι για Πειραιά την Τετάρτη μετά την Ανάσταση, ποιά δουλειά και ποιός Δεκαπενταύγουστος...

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

ΠΩΣ ΜΑΣ ΒΛΕΠΟΥΝ...

Είμαστε εμείς που μας στείλανε βασιλιά για να σταματήσουμε να τρωγόμαστε...
Εμείς οι ίδιοι που στη συνέχεια μας συμφωνήσανε τα σύνορα και μας σύρανε στον δεύτερο βαλκανικό πόλεμο, η ΑΝΤΑΝΤ στην Θεσσαλονίκη και εμείς υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε...
Μετά, είμασταν εμείς που μας δίνανε τα δάνεια με προκαταβολή των φόρων για να σταθούμε στο ιερό και καταραμένο σταυροδρόμι που μας  έρριξε η μοίρα...
Είμαστε εμείς που μας λιανίσανε στον δεύτερο παγκόσμιο και ποτέ δεν βρήκαμε το κουράγιο να ζητήσουμε την τιμή μας πίσω, έστω σαν αποζημίωση για τα θανατικά της πείνας και τους εκτελεσμένους πατριώτες, εμείς που τους αφήσαμε να φύγουν όταν κατέρρεαν και σεβαστήκαμε την τιμή της υποχώρησης και το δικαίωμα του νικημένου και δεν αγγίξαμε τρίχα τους όσο μας αδειάζανε την γωνιά...
Είμαστε εμείς που μετά ζητήσαμε από του ευνοημένους του κεφαλαίου, να μας στηρίξουν να κλείσουμε τις πληγές του εμφυλίου, που αφέθηκε να τρέχει όσο καιρό οι άλλοι νικημένοι στηλώνονταν στα πόδια τους και ΄κείνοι δώσανε την βοήθεια με ανταλλάγματα τις ψυχές μας...

Είμαστε εμείς, που πήγαμε να τους δουλέψουμε, στους νικημένους, τα εργοστάσιά τους, τα ίδια που έφτιαχναν τις βόμβες που μας θερίζανε, τα ίδια που φτιάχναν τα αυτοκίνητα που φέραν εδώ τον κατακτητή και που ανταλλακτικά προμηθεύονταν από την αμερικάνικη Ford κατά την διάρκεια του πολέμου...

Είμαστε εμείς που μας αφήνανε να παίζουμε τον Φωτόπουλο στο "Λαός και Κολωνάκι" χωρίς όμωβς ποτέ να βρούμε την αξιοπρέπειά και την δικαίωσή του...

Είμαστε εμείς που αγοράζουμε σε υπερτιμές τα αυτοκίνητα, τα τηλέφωνα, τα τεθωρακισμένα, την άμυνά μας, από εκείνους τους στερημένους από χαρά βόρειους για να μπορούν μετά να μας κυττάνε σαν κολλήγους των ίδιων των αναγκών μας....

Είμαστε τα ζώα που εν γνώσει τους ικανοποιούν τις σεξουαλικές ανάγκες των θηλυκών τους κάθε καλοκαίρι και που μετά μας μισούν αφόρητα γι΄αυτό...

Εμείς, που χαίρονται να μας βλέπουν να περιμένουμε το ψιχουλάκι της γνώμης τους...

Αλλά. που πριν αυτοί μας κάνουν ολ΄αυτά, εμείς είχαμε δώσει το σκαλοπατάκι για να πατήσουν και να ανέβουν στην πλάτη μας.

Σύγχρονοι, αμφισβητούμενης καθαρότητας νεοέλληνες τώρα πιά, στα καθημερινά μας πάρε-δώσε μαζί τους, κάνουμε τα πάντα για να μείνει το σκαλοπατάκι στην θέση του και να μπορούν να ανεβοκατεβαίνουν όποτε θέλουν στην ράχη μας...

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Παράστασις λαϊκή...

Απόκριες, τελευταίο Σάββατο, πέσαν κι΄ενωρίς φέτος, είπαμε να βγούμε.
Ψυρρή....
Απερίγραπτες τρύπες με πορτιέρη που σου κάνει το ρουσφετάκι να αφήσει έξι άτομα να κάτσουν σε τραπεζάκι των  δύο.
Λέμε όχι και μετά ξαναλέμε όχι σε άλλον πορτιέρη που μας προτείνει ένα τραπεζάκι για όρθιους, με τα παλτά και τα μπουφάν στο χέρι.

Γυρνάμε σ΄ένα μαγαζί που τόχε πάρει το μάτι και το αυτί μας εκεί κοντά στον Άγιο Φίλιππο.

"Περάστε πάνω, έχει τραπέζια", και σκεφτόμαστε πως για νάχει τραπέζια, μάλλον μούφα θάναι.

Μια κιθάρα κι΄ένα τρίχορδο, μαγαζί φτιαγμένο με τη μια τσόντα πάνω στην άλλη, πολύπριζα κρέμονται στο πουθενά, η διακόσμηση είναι τουριστικού τύπου,  ζητάμε να κάτσουμε κοντά στην κομπανία.
Ο ένας με μια περούκα τεραστίων διαστάσεων, ο άλλος με ναυτικό κασκέτο κι΄ένα ψεύτικο μουστάκι που όλο του πέφτει.

Και παίζουν...
 
Περνάνε όλο το ρεμπέτικο και πιάνουν Άκη Πάνου, Μπιθικώτση, μπουρνοβαλιά και ό,τι βάλει ο νους σου από ρεμπέτικο.
Κυττάμς αριστερά. Πίσω από τα διάφανα σελοφάν που ντύνουν την ταράτσα, λάμπει ο ναός του Ηφαίστου, το Θησείο.
"Εδώ τριγύρω θα τάπινε κι΄ο Περικλής" λέει οΠάνος, φτάνει η πιατέλα με την ποικιλία, απίστευτα καλή, καλό και το κρασί, πώς διάολο πέσαμε πάνω σε τούτο ΄δω....

 
"Πείτε τί θέλετε να σας παίξουμε", λέει το τρίχορδο.
Παίζουν τα πάντα. Ο ήχος είναι σαν παληά, σκέτα όργανα, φωνές χωρίς μικρόφωνο, αλλάζουν στη μέση του τραγουδιού ο ένας με τον άλλον, κερνάμε δυό ποτά, πώς αλλιώς να δείξεις την εκτίμησή σου, σε λίγο φτάνει κέρασμα από το μαγαζί, έξι Σερενάτες σε δίσκο, γελάμε και τις καταβροχθίζουμε, μπορώ να γράφω μια μέρα για το κέρασμα αυτό και να μην το εξαντλήσω, πάει δύο και μισή, σηκωνόμαστε να φύγουμε, "πού πάτε, περιμένετε, τώρα να πούμε άλλα δύο και φεύγουμε κι΄εμείς".
Δεν αντέχω στο τραγούδι που διαλέγουν, βουρκώνω, "τίνος είναι;" ρωτάμε, "ανωνύμου" απαντάει, "τόχει δισκογραφήσει ο Κοντογιάννης γύρω στις αρχές του ογδόντα".
Γυρνάμε Καλλιθέα με τα πόδια.

Πόσα χρόνια είχα να περάσω έτσι, πόσα χρόνια...









Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

dark room

Καλύτερα σκοτάδι.
Έχω διαλέξει μιαν ίσια περίπου γραμμή,
να μην πηγαίνει πολύ πάνω πολύ κάτω,
να ξέρω πού περίπου θα την βρω
σαν τη ζητήσω.


Δεν θέλω των γιορτινών στιγμών 
την ταραχή,
ταλαιπωρία οι συγκινήσεις, το πλήθος
και τα πρόσωπα.
Ήρεμα, πάντα στον ίδιο τόνο οι ημέρες.
Γιατί τρομοκρατούμαι 
σαν αντιλαμβάνομαι 
το πλήθος παρελθόντων ημερών,
την ανημπόρια του παρόντος 
και του φωτός
την αποκαλυπτική 
λευκότη.




Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

ΛΥΠΟΥΜΑΙ...

Και τώρα που, τελικά, είμαι νεκρός,
δεν βλέπω μεγάλη διαφορά.
Με νοιάζει μόνο η σκόνη,
που όλο και πιό ξεκάθαρα την βλέπω
να αιωρείται γύρω μου,
και σαν κινώ τα χέρια μου κινείται πίσω τους
σαν ουρά κομήτη,
σαν παιδί που κοροϊδεύει τον τρελλό του χωριού,
σαν υπενθύμιση της γήινης ζωής μου.
Το φως το νιώθω μόνον,
δεν το βλέπω
και μάλιστα,
δεν ξεύρω αν είναι αίσθημα ή
μνήμη του πώς είναι το φως.
Λυπούμαι
που δεν πρόλαβα να πω
πόσο λυπούμαι
για τ΄απογεύματα που σπατάλησα στον ύπνο,
τις Κυριακές, που δεν κυβέρνησα τον χρόνο μου.
Τώρα φωνή και ανυπαρξία δεν ταιριάζουν
και δε μιλώ.
Μονάχα σκέφτομαι έντονα και λέω σαν κάποιος σκεφτεί το ίδιο,
πως εγώ τόκαμα.
Πού θα τελειώσει όλη αυτή η ανυπαρξία,
ξέρει κανείς...;

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

ΧΡΗΣΕΙΣ ΓΗΣ


Σήμερα είναι η τελευταία μέρα της παληάς ζωής και η πρώτη μέρα της νέας.
Σήμερα πέθανε ο τελευταίος παλαιός κι΄έτσι, γεννήθηκε ο τελευταίος νέος.
Τώρα κυττάω στο βάθος του πηγαδιού και βλέπω μόνο φως, καθόλου νερό και το φως είναι σαν από οθόνη τηλεόρασης, τρεμοσβήνει και πάντα εκεί είναι, δεν αφήνει να κοιμηθείς, να ξεξουράσεις το μυαλό και να καθαρίσεις τα μέσα μάτια....
Ώρα πέρασε...
Μετά, όλοι σταθήκανε πάνω απ΄το ρέμα που πέρναγε παληά πίσω απ΄το χωριό και άρχισαν να ρίχνουν χώμα, χούφτες χώμα, σαν σε νεκρό που δεν λέει να σκεπαστεί και να μας επιτρέψει να τον ξεχάσουμε.
Τα κοράκια του νησιού είχαν ως δια μαγείας χαθεί και έτσι στερούμασταν τον απαραίτητο πένθιμο τόνο ανάλογων περιστάσεων.
Μια - δύο προσπάθειες για δάκρυα κατέληξαν σε ζαρωμένα μάγουλα και ηλίθια συνοφρυωμένα μάτια και μετά έπαψαν εντελώς.
Στο βουνό ανέμιζε μια ακαθόριστη σημαία και τα παιδιά κατέβαιναν τρέχοντας την κατηφόρα, όπως πάντα, σαν απλά παιδιά, σαν από πάντα ξεχασμένα από μας, σαν από γεννημένα νεκρά.
Δεν θα πεθάνουν ποτέ, έτσι λένε στις ειδήσεις...

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...