Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

ΚΑΘ' ΟΔΟΝ Ο ΗΡΟΣΤΡΑΤΟΣ

Του ΣΤΑΘΗ (από το enikos.gr)

Η πατρίδα δεν είναι μόνον το παρελθόν, δεν είναι μόνον όσα ξέρεις για αυτήν, η πατρίδα είναι και το μέλλον.


Και εις ό,τι αφορά το παρελθόν, ο γέγονεν γέγονεν, όμως εξ αυτού του γεγονότος, εξ αυτού του συντελεσθέντος πέπρωται
nα συντελεσθεί και το μέλλον (καθώς επίσης μας διδάσκει η γλώσσα μας με την ποιητική του ανάλογου χρόνου για τα ρήματα, του «τετελεσμένου μέλλοντος»).

Αλλά, αν εκ του παρελθόντος «ερρύει και τα φαύλα και τα κρείττω», αυτό που σήμερα δημιουργούμε εδώ στην Ελλάδα ως παρελθόν του αύριο είναι μόνον φαύλο.

Σήμερα ένας νεαρός Ελληνας μπορεί να μπει στην αγορά εργασίας (αν ανήκει στο «τυχερό» 49% και όχι στο «άτυχο» 51%) με 427 Ευρώ μισθό αν είναι κάτω από 25 ετών και με 476 Ευρώ μισθό αν είναι μεγαλύτερος.

Τι μέλλον - δηλαδή τι πατρίδα έχει μπροστά του αυτός ο νέος;

Αν είναι πάλι «τυχερός» και συνεχίσει εργαζόμενος στην ίδια δουλειά, χωρίς να απολυθεί, χωρίς η επιχείρηση που τον απασχολεί να χρεωκοπήσει, χωρίς, χωρίς, χωρίς
σε δέκα χρόνια θα βγάζει 650 Ευρώ και ύστερα από δέκα ακόμα (αν δεν του πέσει ο ουρανός στο κεφάλι) θα βγάζει 750-800 Ευρώ.

Θα είναι δηλαδή μετά είκοσι έτη εργασίας στο ίδιο επίπεδο μισθού που διεκτραγωδούσαμε ήδη όταν, πριν από πέντε χρόνια, αρχίζαμε να ομιλούμε για τη «γενιά των 700 Ευρώ» - μάλιστα με φρίκη, επειδή διαπιστώναμε ότι εκείνη η γενιά ήταν η πρώτη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που οι προδιαγραφές και οι προοπτικές της για το μέλλον ήταν χειρότερες από των γονέων τους.

Μιλούσαμε τότε με απόγνωση για μια γενιά που της αφαιρείται από χέρι η ελπίδα του καλύτερου του «άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρωνες».

Τώρα, μόλις πέντε χρόνια μετά, πήγαμε ακόμα πιο πίσω, πριν από την εποχή του Ντίκενς, κι ακόμα πιο πριν, πριν από τη βιομηχανική επανάσταση, σήμερα δεν μπορούμε πια να μιλάμε για εργάτες, αλλά για κολίγους, για σκλάβους. Αυτοί που επί τριάντα χρόνια ευφημισμών και παρασιωπήσεων μας γάνωναν το μυαλό ότι «εργατική τάξη» δεν υπάρχει, εν τέλει τα κατάφεραν να την «εξαφανίσουν», όχι επειδή η εργατική τάξη έπαψε επί στιγμήν έστω να υπάρχει, όχι επειδή συρρικνώνονταν (αντιθέτως, όλα αυτά τα χρόνια διευρύνονταν), αλλά διότι την υποβάθμισαν σε επίπεδο σκλάβων, στον πάτο της τροφικής αλυσίδας του καπιταλισμού.

Πώς θα ζήσει ένας εργαζόμενος, όταν ξεκινάει τον εργασιακό του βίο με 427 ή 476 Ευρώ και όταν στην εργασιακή του ακμή θα βγάζει 650-700 Ευρώ;

Πώς θα κάνει οικογένεια; πώς θα αναθρέψει παιδιά; πώς;

Ποιοι πολιτικοί ηγέτες αφαίρεσαν από τους νέους το μέλλον τους, δηλαδή την πατρίδα τους; Κι όσοι διέπραξαν τέτοιο έγκλημα, δεν διέπραξαν εσχάτη προδοσία;
Αν η πονηρία του κ. Σημίτη με τη δημιουργική λογιστική, η αβελτηρία του κ. Καραμανλή με την υποταγή του στους «νταβατζήδες», η ανοησία του κ. Παπανδρέου με την αιχμαλωσία της χώρας και την υποταγή της στην Τρόικα δεν συνιστούν καταστροφή του μέλλοντος των νέων, δηλαδή καταστροφή της πατρίδας, τι συνιστούν; Στην πολιτική το λάθος είναι χειρότερο από έγκλημα.

Κι αν το έγκλημα (είτε ως εσκεμμένο λάθος είτε ως ασύγγνωστο) έχει ως αποτέλεσμα τη δήωση και τη λεηλασία της πατρίδας, σαν να έχασε πόλεμο μάλιστα με βαριά ήττα, τι έγκλημα είναι; πταίσμα ή πλημμέλημα;

Eίναι σκαστή εσχάτη προδοσία!

Και τα κλισέ τύπου Ντόρας κι άλλων, ότι δηλαδή «ουδείς είναι πιο πατριώτης απ’ τον άλλον», προσωπικώς τα ακούω βερεσέ. Δεν πρόκειται περί καλλιστείων πατριωτισμού, αλλά περί πολιτικής που (όπως πάντα) κρίνεται εκ του αποτελέσματος.

Και το αποτέλεσμα της πολιτικής των κυβερνήσεων Σημίτη - Καραμανλή - Παπανδρέου - Παπαδήμου είναι απτό: η Ελλάδα ευρέθη και είναι υπό Κατοχήν!

Ενας από τους λόγους που πολλοί προπαγανδιστές του συστήματος προσπαθούσαν να εξορίσουν όλα αυτά τα χρόνια τη λέξη «πατριώτης» απ’ το πολιτικό λεξιλόγιο, ένας από τους λόγους που ταύτιζαν οι πονηροί τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό ήταν για να μην μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε για «εθνική προδοσία».

Αλλά τι είναι τα 427 Ευρώ μισθός και η υπακοή, η υποταγή στις Υπαγορεύσεις της Τρόικας; Δεν είναι αποκοπή των πολιτών απ’ την ελευθερία τους; Δεν είναι ταξική κατοχή των Δυνατών πάνω στο συνανήκειν όλων; Δεν είναι κατάλυση του Αυτεξούσιου του Λαού; Κι αν δεν είναι όλα αυτά εσχάτη προδοσία, τι είναι;

«Oυ μόνον επ’ άρτω ζήσηται άνθρωπος» έλεγε ο Απόστολος Παύλος, θέλει κι άλλα: πολιτισμό, ελπίδα, έρωτα, σκοπό, ιδανικά, ιδέες, πόσω μάλλον αν αυτά τα άθλια 427 Ευρώ δεν φθάνουν ούτε για τον «άρτον».

Και δεν είναι αυτό εσχάτη προδοσία;

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Κυρ' βουλευτή μου !


Κυρ’ βουλευτή μου, εγώ είμαι! 
Δε με θυμάσαι, έ;
Τόξερα πως δεν θα με θυμόσουνα... 

Μα δεν με θυμόσουνα ούτε τότε, όταν με χαιρέταγες στο χωριό με ‘κείνο το κόλπο, που ξαφνικά πλάταινε το χαμόγελό σου και μας έκανες να πιστεύουμε πως μας είχες έναν-έναν ξεχωριστά στο μυαλό σου και λέγαμε και 'μεις:
"Τί ξεχωριστό χάρισμα είναι πού 'χει αυτός ο άνθρωπος! Σίγουρα τού πρέπει μια τιμή, να τονε βγάλουμε βουλευτή, να πάει ο τόπος μας έναν άξιο στην Βουλή"

Θυμάσαι; 
Πρώτα, πριν εκλεγείς, ερχόσουνα με ‘κείνο το τζην και το τζάκετ με τις βαρυφορτωμένες κλειδιά και τσιγάρα τσέπες, με ένα φτηνό νοικιάρικο Φιατάκι, με ξεκούμπωτο πουκάμισο και ένα πακέτο ΚΑΡΕΛΙΑ στην τσέπη του.
Λέγαμε και μεις "Δικός μας είναι, του λαού, αυτόνα θέλουμε!"

Μετά, έγιναν οι εκλογές και μας έβαζες και γυρνάγαμε από χωριό σε χωριό να κολλάμε αφίσσες και να μοιράζουμε ένα πρόγραμμα που ούτε εμείς καταλαβαίναμε τί έλεγε και σα μας ρωτάγανε, λέγαμε εκείνα που μας είχαν δασκαλέψει οι άνθρωποι της τοπικής οργάνωσης του κόμματος.

Όπου δεν κόλλαγε αφίσσα, εμείς παίρναμε σπρέυ και βάφαμε το μήνυμα σε στηθαία, σε μάντρες και σε τοίχους. 
Κι΄άμα βγήκε το κόμμα, ποιός μας έπιανε... 
Ξενυχτήσαμε γυρνώντας και κορνάροντας από χωριό σε χωριό, περήφανοι για τον κόπο μας που καταφέραμε και πείσαμε κι’ όλους τους άλλους πως ήσασταν οι καλύτεροι, οι άνθρωποι του λαού οι ίδιοι και πως είχαν άδικο που δε το νιώσαν σαν κι΄εμάς...

Μετά, βγήκες βουλευτής και σε είδαμε πίσω απ΄τον πρωθυπουργό και είπαμε "Να οι ελπίδες μας, αυτός θα είναι η φωνή μας μέσ' το λιμάνι της δημοκρατίας!". 
Φτάσαμε όμως, νάμαστε εμείς η φωνή του κόμματος στο νησί...

Μετά, ήρθες μια φορά να μας δεις , πάλι πριν από εκλογές θάτανε, δεν είμαι σίγουρος, αλλά, εκλογές θάτανε, γιατί άλλο λόγο δεν είχες νάρθεις να μας δεις πιά..

Τούτη τη φορά είχες δύο μηχανές με αναμμένα φανάρια να πηγαίνουν μπροστά και μια μαύρη λιμουζίνα που περικυκλώσαμε όλοι για να σε δούμε. 
Ήταν η φρουρά σου όμως, εσύ ερχόσουνα στην πραγματική, την μεγάλη, θωρακισμένη λιμουζίνα, παραπίσω. Είμαι σίγουρος πως ήξερες πως δεν είχες φόβο, κανένας μας δεν είχε σκοπό να σε ντουφεκίσει, τουλάχιστον τότε... 

Ανάμεσά μας μπήκαν οι φρουροί σου και από πίσω εσύ χαιρέταγες  πάνω από τις πλάτες των μπρατσωμένων με τα μαύρα γυαλιά, τον κόσμο που είχε έρθει να σε καλωσορίσει. 
Μα πού να σε πλησιάσουμε... 
Ήρθες, λοιπόν, πήγαμε στο σχολείο στην αίθουσα που είχαμε καθαρίσει και φροντίσει για νά σε δεχτούμε, και συ ανέβηκες στο βήμα. 

Πουθενά το τζην , πουθενά το μπουφάν και μια γραββάτα ακριβή στόλιζε τον ακριβό σου λαιμό απ΄όπου θάβγαινε ο λόγος του λαού για τον λαό...

Και ξεκίνησες να μιλάς κι΄ αφού δεν καταλαβαίναμε και πολλά, είπαμε όλοι "Ε, βέβαια, στην κυβέρνηση δε θα μιλάνε όπως ο αγράμματος κόσμος, πρέπει να γίνανε και τούτοι όλοι γραμματιζούμενοι και να πρέπει να μάθουν και 'μας τους μικρούς να καταλαβαίνουμε τα μεγάλα λόγια και τις μεγάλες ιδέες".

Μίλαγες, μίλαγες, μίλαγες, μα δεν ρώτησες τίποτε, τίποτε απολύτως...
Ούτε πώς τα βγάζουμε πέρα, ούτε τί γίνεται με τις ψεύτικες επιδοτήσεις που μας είχες στουμπώσει στη συνείδηση, ούτε πώς πάνε τα παιδιά μας στα σχολειά, ούτε αν φτάνει ο σπόρος, ούτε αν το καράβι έρχεται τον χειμώνα, ούτε αν το κέντρο υγείας που χτίστηκε μέσα σ΄ένα χρόνο σαν το τσαντήρι του τρελλού έφτανε μόνο σαν κτίριο ή έπρεπε νάχει και γιατρούς μέσα...

Μόνον όταν προφτάσαμε και φωνάξαμε λίγο πριν σε ξεπροβοδίσουμε στο αυτοκίνητο, πίσω από τους μπράβους σου, αυτά που είχαμε να σου πούμε με κραυγές για να ακουστεί του καθενός το δικό του, γύρισες , κι άπλωσες κυματίζοντας το χέρι αντιγράφοντας τον αρχηγό σου και είπες: 
"Ήρεμα, ήρεμα, μη φωνάζετε, με τις φωνές δε βγαίνει τίποτε, όλα θα τα κάνουμε όλα θα γίνουν, πρέπει νάχετε υπομονή και να θυμάστε πως η αλλαγή θέλει χρόνο γιατί οι προηγούμενοι άφησαν καμμένη γή..."

Κάναμε πως σε πιστέψαμε και μείναμε παγωμένοι από αυτά που είχαμε δει... 
Άλλος ήσουνα κι΄’ αλλος ήρθες. 
Σοσιαλιστή σε ξέραμε, σα βασιλιάς μας ήρθες...
 
Μετά στο καφενείο έγινε το έλα να δεις...
Οι περισσότεροι έλεγαν πως έχεις δίκιο, δεν γίνονται όλα σε μια μέρα, μα αυτοί ήταν οι βολεμένοι που, πεντάχρονα παιδιά στον πόλεμο, είχαν πάρει συντάξεις αντιστασιακών, μερικοί με θηριώδεις επιδοτήσεις και σίγουρα εκείνοι που είχαν βάλει τα παιδιά τους στο Δήμο, ή σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες του νησιού.

Είμασταν και ‘μεις οι άλλοι, που δε μας άφηνε κανείς να μιλήσουμε γιατί δεν κάναμε με κανένα κόμμα, μόνο φωνάζαμε το δίκιο του τόπου μας και των παιδιών μας. 

Ποιός να σ’ ακούσει όμως, άμα ξέρει πως δεν ψηφίζεις και κυρίως, άμα τούχει δείξει ο αρχηγός του, δηλαδή εσείς, πώς να μην ακούς, πώς να φιμώνεις και να λασπώνεις τον αντίπαλο, πώς να τον βλέπεις σαν εχθρό κι΄όχι σαν κάποιον με διαφορετική γνώμη... 

Τέλος πάντων, τα χρόνια περάσαν και κάθε φορά πριν τις εκλογές σε βλέπαμε, σε ακούγαμε, σε φροντίζαμε για ‘κείνο το λίγο που πέρναγες απ΄τον τόπο μας, μη τύχει και σε αγριέψουμε και μας περιφρονήσεις ακόμα χειρότερα...

Εσύ όμως, ούτε μας έβλεπες, ούτε μας άκουγες, ούτε μας φρόντισες ποτέ κι' από περιφρόνηση, είχες πάντα μπόλικη για όλους μας...

Αργήσαμε να καταλάβουμε πως με τα ψίχουλα απ΄το τραπέζι σου φρόντιζες την επανεκλογή σου, με τα δικά μας τα δικαιούμενα εσύ έχτιζες παλάτια και άφηνες για μας κάτι δρόμους που στην πρώτη νεροποντή τους έπαιρνε το νερό, όπως ακριβώς ο αέρας έπαιρνε τα λόγια σου, τόσο εύκολα...

Μετά, είδαμε δρόμους στη βορεινή μεριά του νησιού και χαρήκαμε, είπαμε "Να, ο δικός μας άνθρωπος μας νοιάστηκε, δίκιο είχαν οι άλλοι κι’ άδικα τους βρίζαμε , κρίμα τόσος σπαραγμός μεταξύ μας, ο άνθρωπος τόκανε αυτό που δεν τού ζήτησε κανείς, αλλά τέλος πάντων, κάτι έκανε στον τόπο..."

Μετά, μάθαμε πως εκεί που είχες κανονίσει να περάσουν οι δρόμοι ήταν ακριβώς εκείνη η περιοχή, που αποφάσισες νύχτα να προτείνεις και νύχτα να ψηφίσεις σαν βιομηχανική περιοχή και μας κρέμασαν τα σαγόνια από την έκπληξη, πώς γίνεται άνθρωπος του τόπου, να μην έχει σταλιά πόνο για τα παιδικάτα του, να βλέπει το νησί μόνο νταμάρι και τσιμέντο κι’ άσφαλτο...

Όταν ξανάρθες, ξαναήσουνα σοσιαλιστής, στο ντύσιμο όμως μόνον. 
Βλέπεις, είχαν μεσολαβήσει και κάποιοι άλλοι σαν κι΄εσένα μα με διαφορετικό χρώμα σημαίας κάτω απ΄το μπαλκόνι κι’ έπρεπε να κρύψεις την αλαζονεία σου. 
Θυμάσαι που τότε, όταν έφτασες στο χωριό, εμείς πάλι σηκωθήκαμε και σε χαιρετήσαμε παρά την αδιαφορία και τους τρόπους σου τους ανάγωγους. 

Να σου πω για να μην αναρωτιέσαι και μας πάθεις τίποτε: Σηκωθήκαμε και δώσαμε το χέρι γιατί οι μανάδες και οι πατεράδες μας, μάς έχουν μάθει πως τον ξένο των καλοδέχεσαι και μετά του λες αυτά που έχεις να του πεις και κάνεις και τα νιτερέσα σου σαν μπεσαλής άνθρωπος.

Εσύ όμως, το παρεξήγησες και νόμισες πως δεν είχαμε καταλάβει τίποτε και πως, σαν κορόιδα που είμασταν, δεν σε είχαμε πάρει χαμπάρι ακόμη. 
Δεν είδες όμως, κυρ' βουλευτάκο μου, πώς σε κυττάγανε οι νεώτεροι από τις πίσω σειρές, με τα μάτια κουκουλωτά, τα φρύδια σμιγμένα και τις άκρες των χειλιών να δείχνουν όλη την αηδία τους... 
Δεν τόδες γιατί δεν έχεις μάθει να κυττάς τον κόσμο και να τον βλέπεις , έχεις μάθει μόνον να βαριέσαι και να σιχαίνεσαι μέχρι θανάτου όλο αυτό το συνάφι, που μυρίζει δουλειά και μόχθο και χώμα και κοπριά και πίτουρο. 
Μα "Ο καλός, καλό δε βλέπει", έλεγε η γιαγιά μου, ελαφρύ το χώμα που την αγκάλιασε.

Τώρα, ακούσαμε πως ήσουν σύμφωνος για το γδάρσιμο που μας κάνατε όλοι μαζί οι βουλευτάδες. 
Δεν δίστασες ούτε στιγμή να σηκώσεις το τρυφερό χεράκι σου, που από τότε που με χαιρέταγες και τό 'νοιωθα μαλακό και άψυχο στην απαλάμη μου κάτι μέσα μου φώναζε πως δεν είσαι δικός μας, δεν δίστασες λοιπόν, να το σηκώσεις κα να θάψεις τα παιδιά όλων μας. 

Κοράκι, λοιπόν, ο Βαλές του νησιού μας, κοράκι με νύχια γαμψά που τ΄ακόνισες σε κότερα εφοπλιστών και τα δοκιμάζεις στις πλάτες μας. 
Κοράκι των ανθρώπων γιατι το κοράκι του αγρού κάμει όπως του προστάζει η φύση του και άλλο συμφέρον δεν έχει.

Ξέρεις κάτι; 
Κάνε ένα καλό και μην ξαναπατήσεις εδώ τριγύρω. 
Κάνε μου τη χάρη, σε παρακαλώ, γιατί υπάρχουν και μερικοί θερμόαιμοι που δε τόχουν σε τίποτε να σηκώσουν το δίκανο και να δοκιμάσουν μιάν ασκαγιά πάνω στο πρώτο περαστικό κοράκι, έτσι, πριν αρχινίσει το κανονικό κυνήγι...

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...