Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΣΕ ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ

Πάρτην κύριε εργολάβε μου! 
Πάρτην αυτήν που κάποτε ήταν η πατρίδα μου!
Αλλά δος μου κι εμένα έναν τόπο να μείνω. Πάρτην όλην, άσε με όμως να ζήσω. Δεν βγαίνω πιά να κουμαντάρω κοτζάμου τόπο που τον ερήμαξα με τα χέρια μου τα ίδια. 

Βλέπεις όταν ήταν φουντωμένος απ΄άκρη σ΄άκρη κι έβγαζε του θεού τα καλούδια, έσπευσα, κύριε εργολάβε μου, να ξηλώσω τα πάντα με σκοπό τα λεφτάκια της επιδότησης. 
Κι από πίσω τρέχαν οι λογαριασμοί…

Πάρε το λοιπόν το ερείπιο, γκρέμισέ το και φτιάξε το κατά πως θες εσύ. Μα άσε μου κι εμένα ένα δυαράκι να στεγάσω το τέλος μου! Ξέρεις, έχω γεράσει πιά και νιάτα δεν τρέφω μέσα μου, τα διώχνω να πανε αλλού, στους δικούς σου τόπους, να σου δουλέψουν.

Εδώ έχω ξένους πιά να δουλεύουν, ένα μεγάλο στρατόπεδο εργασίας τόχω κάμει το ρημάδι, όπου μαζεύονται όλου του κόσμου οι διωγμένοι και κάνουν ό,τι τους βρεθεί για να επιβιώσουν.  
Βλέπεις κι εκείνοι σου δώσαν αντιπαροχή την δικιά τους πατρίδα ή τους ξεσπίτωσες με το ζόρι, και τους έχω τώρα φτηνά χέρια, φοβισμένα, υποταγμενα όπου τους θελήσω, όπου δηλαδή τους θελήσεις εσύ. 

Ήταν πιο άτυχοι εκείνοι, δεν είχαν τις τράπεζές σου για να τους υποτάξουν, έβαλες και τους βομβάρδισαν. Ενώ εδώ που είμαστε κοντά θα έχεις το ίδιο αποτέλεσμα χωρίς βόμβες. Μόνο που σου πηρε λίγο περισσοτερο, άργησες να παρεις αποτελέσματα…

Ξέρεις, τούτο δω το ρημάδι ήταν αρχοντικό στα νιάτα του.

Έχει ιστορία, μαστόροι με μεράκι το στήσαν στα θεμέλια του, μη κυττάς τώρα που το παίρνεις για ένα κομμάτι ψωμί. 

Τρίφατσο, βλέπει ασία και αφρική και ευρώπη, σταυροδρόμι σωστό, καίριος κόμβος για τα μελλούμενα, μόνο που εγώ δεν έχω ποιος να το κουμαντάρει… 
Τους αγόρασες όλους, σου ξεπουλήθηκαν όλοι, τους ξεφτίλισες όλους για να τους έχεις τώρα υπερέτες στο σπιτικό που θα ετοιμάσεις.

Αντιπαροχή στο δίνω, άσε και σε μένα ένα κατιτίς, στο ισόγειο, ας μην έχω θέα, ας είμαι εδώ και κάμε ό,τι θες. 
Φοβάμαι, φοβάμαι που είδα, που μούδειξες δηλαδή, όλους αυτούς τους πρόσφυγες, οικογενειάρχες ξεσπιτωμένοι που μου μοιάζουν και με φοβίζουν, τρέμω μη χάσω και αυτό το δυαράκι που θα μου αφήσεις, τρέμω μη πάρω τους δρόμους ξανά.
 
Και πού να πας σε αυτό το απέραντο στρατόπεδο εργασίας πού’γινε η ευρώπη; 
Χέρια, φτηνά χέρια, ακάματα χέρια παντού, ακόμη και στις χώρες που έχουν ήδη σωρό φτηνά χέρια, στις χώρες-αλήτες που ξεπουλήσαν το εργατικό τους δυναμικό πάμφτηνα, ακόμη και κει τα διαθέσιμα χέρια περισσεύουν. 
Κι΄όπου περισσεύουν χέρια περισσεύει και πείνα και κει βρίσκεις εσύ και χτυπάς και παίρνεις τις πατρίδες αντιπαροχή.

Δε βλέπω νομίζεις πως ο πλούτος ο πραγματικός, το ανταλλασσόμενο αγαθό δεν είναι πιά ούτε το χρυσάφι, ούτε τα πετρέλαια, ούτε το νερό ούτε αυτά που μου δείχνεις για να κυττάω όσην ώρα εσύ καταμετράς το πραγματικό αγαθό: την ανθρώπινη εργασία, την φτηνή ανθρώπινη εργασία. 

Αυτή έγινε το πραγματικο ανταλλάξιμο αγαθό σήμερα, για να μπορούν όλο και περισσοτεροι να πεθαίνουν απαρατήρητοι, αζήτητοι στα εργοστάσιά σου και στις επιχειρήσεις σου.

Κι αν δεν είχες ακούσει την αντιπαροχή, την έμαθες τώρα. 
Μετά τον εμφύλιο το κάναμε για να βάλουμε ένα κεραμίδι πάνω απ το κεφάλι μας, να στεγάσουμε την πληγωμένη επαρχία μας, που και κει είχες βάλει το χεράκι σου ή μάλλον το βρωμοπόδαρό σου, για να ερημώσει. 

Δίναμε το σπιτάκι για να χτιστεί μεγαθήριο, εκεί που έμενε ένας να μείνουν πενήντα, είχαμε ανάγκη βλέπεις και τότε. 
Ε, τι πιο απλό, τώρα δίνουμε αντιπαροχή την πατρίδα μας την ίδια. Μόνο δώσε κάτι…

Δεν υπάρχουν σχόλια: