Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Μια πρωτοχρονιάτικη ιστορία.

Εκατέβηκε την σκάλα, να κλείσει την εξώθυρα με το μάνταλο. Στο ανέβασμα, σε κάθε σκαλί στήριζε το σώμα της με το δεξί χέρι στο δεξί γόνατο ενώ με το αριστερό στηριζόταν στην ξύλινη κουπαστή τής σκάλας και σκέφτηκε πως τα χρόνια είχαν πραγματικά περάσει, δεν ήταν η ιδέα της, πρέπει νάχε μεγαλώσει. Μόλις πέρυσι σα να ήταν που ανεβοκατέβαινε τούτη την ίδια σκάλα με σβελτάδα, σα να πέταγε, σαν κάθε σκαλί να την επέταγε προς τα επάνω, σα να γύρναγε απ΄το σχολείο και να ήτανε απόγεμα Παρασκευής…

Έφτασε στο πλατύσκαλο. Απ΄την τζαμόπορτα, φαίνονταν η λάμψη των φώτων του δέντρου, που ερχόταν κι΄έφευγε, σαν μια μεγάλη πολύχρωμη φωτιά που έκαμε κόπο να μη σβήσει, σα τζάκι με λιγοστό αέρα. Άνοιξε και πέρασε στη σαλοτραπεζαρία. “Άντε, μάνα, καληνύχτα” είπε στην φωτογραφία τής μάνας της πάνω απ΄το μπουφέ, “κοιμήσου ‘συ, εγώ ‘χω να πάω κάπου”, συμπλήρωσε, χωρίς ν΄αφήσει να φανεί στη φωνή της πως ήξερε ότι η μάνα δεν την άκουγε.

Μπήκε στην κουζίνα, άμα είχε νοτιά η πόρτα έτριζε λίγο περισσότερο, γκρινιάρα θείτσα που την πιάσαν τα ρευματικά και ” ΄ποφέρει και δε νταγιαντά πλιό”.

Έσκυψε στην στόφα, άνοιξε την πόρτα και τράβηξε το μεγάλο ταψί έξω. Το γαλόπουλο είχε ροδίσει και οι πατάτες το πολιορκούσαν από παντού, δεν θα τ΄άφηναν να κινηθεί ακόμη κι΄αν τόθελε, ακόμη κι΄αν μπορούσε.

Ακούμπησε το ταψί απάνου στην “τράπεζα, βρε Μαριγώ κι΄ίσα, έλάτε να φάμε! Μόν΄πιάσε μ΄κι του κρασί μ΄κι φέρι κι δυό κούπις να τονε σχωρέσουμε τον παληόν τον χρόνον..!”

Ο πατέρας είχε φύγει πρώτος, πριν τη μάνα, τάφαγε τα πλεμόνια το κάρβουνο σαράντα χρόνους θερμαστής στα Λίμπερτυ. Η φωνή του όμως, δεν είχε φύγει ποτές από τα αυτιά της. Και ποτές μεσ΄τη μνήμη της δεν έβηχε ο πατέρας της, η φαντασία της τον είχε γιατρέψει μετά θάνατον. Η φωτογραφία του ήταν δίπλα στης μάνας, μα είχε την ιδέα πως εκεινού του άρεσε η ησυχία, δεν ήθελε πολλά-πολλά.

Σερβιρίστηκε, έκατσε στο πλάϊ του τραπεζιού, λογούσε τις δυό κεφαλές του τραπεζιού δικαίωμα των γονιών της. Άντρα δεν γνώρισε. Μη και ποτές της έλειψε η παρουσία του αντρού, θεός σχωρέσει το αμάρτημά της, γιατί Εκείνος ήθελε άντρα και γυναίκα μαζί, μόνο να, εκεινής δεν της επήγαινε η αντρικιά παρέα, σα να ντρεπότουνε, σα να μην άντεχε το βλέμμα τους επάνω της.

Έφαγε με μικρές μπουκιές, ήπιε και δυό γουλιές κρασί απ΄το νησί, της τόχε φερμένο το ανήψι της, ο Φραγκίσκος που είχε μαγαζί στην παραλία και που δεν θυμότανε τί είδος μαγαζί ήτανε και έκαμε πως ξέρει και πάντα ρώταγε πώς πάνε οι δουλειές. Το κρασί είχε κάτι απ΄τον αέρα του νησιού, που είχε χρόνους πολλούς να δει. Δεν ήθελε ν΄αφήσει το σπίτι έρημο ούτε για τρεις μέρες. Γιατί μία να πάς και μία ναρθείς, μία να τους δεις λιγουλάκι, νάτες οι τρεις οι μέρες. Δεν άντεχε.

Μόλις απόφαγε έβαλε γρήγορα-γρήγορα το πιάτο στον μαρμάρινο νεροχύτη κι΄άνοιξε το νερό να τρέξει. Ξέπλυνε πρόχειρα τα χέρια της και έφτασε στο ψηλό ράφι τέσσερα δοχεία φαγητού και τ΄άπλωσε στη σειρά πάνω στο τραπέζι. Πήρε το μεγάλο μαχαίρι απ΄το συρτάρι και μοίρασε στα τέσσερα το γαλόπουλο και τόβαλε στα δοχεία, συμπλήρωσε πατάτες και μπόλικη σάλτσα στο καθένα.

Κατέβηκε προσεχτικά την γυριστή σκάλα με την μεγάλη τσάντα στο χέρι, ξεκλείδωσε, αλήθεια, τί της ήρθε και κλείδωσε πριν, ξεχάστηκε, η συνήθεια είναι τρένο που δεν μπορεί ν΄ αλλάξει δρόμο. Βγήκε στο κρύο και τράβηξε πίσω της την πόρτα. Είχε τον λαιμό της καλά τυλιγμένο στο σάλι, που τής είχε φερμένο από το Κάρντιφ ο πατέρας της κι΄ήτανε διπλή η ζέστα του.

Περπάτησε γρήγορα, να φτάσει ζεστό το φαΐ ΄κει πούπρεπε. Περνάγανε σαν από παντού τ΄αυτοκίνητα, φώτα πάνω και κάτω, θαρρείς και ανάψανε όλα μονομιάς, θαρρείς και ψάχνανε να βρουν τον κλέφτη του χρόνου.

Έφτασε στην χαμηλή θύρα, έκρουσε απαλά κι΄ύστερα περίμενε.

Μετ΄από λίγο μια χαραμάδα φως βγήκε δειλά στο πεζοδρόμιο, ένα μαυριδερό κεφάλι πρόβαλε κι΄αμέσως χαμογέλασε “γκειά, Μαριγκώ ! ” Μέχρις εκεί ήταν τα ελληνικά. Άπλωσε τα σκούρα χέρια και πήρε το δοχείο σα να κράταγε νερό στη μέση της ερήμου, είπε ευχαριστώ υψώνοντας το δοχείο πάνω απ΄το κεφάλι της, η Μαριγώ είχε ήδη ανέβει τα τρία σκαλιά χαιρέταγε με βιάση και πήγαινε για το άλλο καλυβάκι.

Σε μιά ώρα παρά εφτά λεπτά είχε τελειώσει και ήταν τυλιγμένη με την κουβέρτα της πλάι στο παραθύρι, όπου θα την έπαιρνε ο ύπνος όπως κάθε πρωτοχρονιά και θα ξύπναγε με το πρώτο φως να πει καλή χρονιά στις φωτογραφίες των γονιών της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: