Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Να σου δείξω τ' όνειρό μου..;


Είμαι, λέει, στην Τήνο...

Κι' αυτό είναι παράξενο από μόνο του. 
Δεν βλέπω σχεδόν ποτέ την Τήνο στον ύπνο μου... 

Μα τώρα είμαι εκεί και είναι σαν το Ξώμποργο, λέει, νά είναι ένα Ηφαίστειο και δεν βγάζει λάβα απόμέσα του, αλλά σύννεφα...

 ...τα σύννεφα που στέκουν από πάνω του, τα βγάζει το ίδιο το βουνό!
Και εγώ να στέκω κι' όλο να προσπαθώ να θυμηθώ πώς βρέθηκα εδώ...

Είμαι παιδί, λέει, σα να 'δωσα μιά και να πήδηξα όλα αυτά τα χρόνια από τώρα μέχρι τα έντεκά μου και βαδίζω σ΄ένα χώμα, που δεν κατασταλάζει στιγμή η σκόνη του και μπατσίζω τον αέρα μ΄ένα λιανοκάλαμο...

Και λέω, "Δεν γίνεται να χαθήκαν όλοι οι ανθρώποι από δω πέρα....
Δε μπορεί να βρέθηκα από μονάχος μου εδώ..."

Κι΄ ύστερα θυμάμαι πως ήρθα για καλοκαίρι και πως το καλοκαίρι ήταν ψεύτικο σαν εκείνα της διαφήμισης, στεγνό κι΄άοσμο και θέλησα, λέει, να φύγω απ΄αυτό.

Και βρέθηκα, λέει, μετά απ΄έξω από μια εκκλησιά και κόσμος αναδευόταν στις καμάρες της...

...και λέγαν όλοι "Πού είν' ο Άγιος να μας σώσει; Να δει τί μπορεί να κάνει πριν η φθορά τον αφανίσει κι΄αυτόν..."

Φωνή δεν άκουγες πέρα, μόνο ένα βουνό σε μια κίτρινη φωτογραφία σάλευε στον αέρα μα ο ήχος της είχε σβηστεί.

Κι' από κάτι σπίτια, λέει, έρχονταν τραγούδια μα ανθρώποι πουθενά... 

Κι΄ άμα πήγα κοντά να δω από πού ερχόνταν οι φωνές, δεν είχα, λέει, μάτια, μα μιά κάμερα μού διάβαζε το δρόμο μέσα στα στενά...  


...κι΄όλο έτρεχα να προφτάσω.
Μα σαν μπήκα στο σπίτι οι φωνές κοπήκαν και τα τραγούδια έπαψαν για μιάς...

 ...η πυροστιά είχε σβήσει από χρόνια, το τραπέζι ξέστρωτο και οι θυρίδες άδειες χλευάζαν την προσμονή μου...

Θυμήθηκα τον Ήλιο να βγαίνει πάνω απ΄τα Κελλιά κι΄ήταν η Κολυμπήθρα μια ανεξήγητη πινελιά στο βάθος κι΄είπα  
"Μα πού βουτάμε σε τόσο λίγη θάλασσα..;"

 "Πώς βρέθηκα εδώ..;" αναρωτιέμουνα συνέχεια και είπα "Λές να΄ναι δικό μου έργο τ' άδεια κοφίνια ΄κει πέρα; 
 

...λες να γύρισα μόλις απ΄την πούληση και να πρέπει να ξεκουραστώ, να ξαποστάσω για να σβήσει ο εφιάλτης..;

Μα ύστερα ήρθε, λέει, μια φωτιά κι' έκαιγε, έκαιγε, έκαιγε...
 
...και στο τέλος έβλεπα μια εικόνα σαν εκείνες όλης της Ελλάδας...
 
...και δεν έβγαζα νόημα κι΄είπα μέσα μου "Μα είμαι μικρός, τί περιμένω να καταλάβω απ΄τον κόσμο των μεγάλων..! Αυτοί ξέρουν καλύτερα απ΄όλους και της φωτιάς το λόγο και της ερήμωσης! Πάψε, λοιπόν!"

Μα εγώ, λέει, δεν ήθελα να πιστέψω πως κάποτε κι' αυτό...

 ...μπορεί να γίνει στάχτη κι΄ας είναι γι΄άλλους ένας ξερότοπος σαν τον κυττάς απ΄το καράβι...
Κι΄άκουσα, λέει, ένα γέλιο κι΄ένα λιπόσαρκο χέρι μου΄δειξε ένα έρημο κατ΄κιό...

...και μια φωνή πού' μοιαζε με τη δική μου είπε... 

"Είναι παληό και το πήρε ο Χρόνος να το γλυτώσει απ΄ την λύπηση..."

Και θυμήθηκα να γυρίσω να κυττάξω πίσω, να θυμούμαι από πού ήρθα ως εδώ κι΄ήταν ένα ξωκκλήσι πού΄βγαινε απ΄τα σύννεφα...

...μα άνθρωπος πουθενά...  





 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Αριστούργημα!Κάθε φορά μας καταπλησεις!