Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΙΚΡΗ ΒΟΛΤΑ, ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ...



Για μια στιγμή, ο χρόνος μοιάζει να πήζει τριγύρω μου, στερεοποιημένος σε μιαν αόρατη μάζα που με τυλίγει ασφυκτικά, δεν αφήνει να κάνω βήμα, 
«Μείνε, δεν προλαβαίνεις», ψιθυρίζει, «Μείνε...» 
Κλείνω τα αυτιά μου, φοράω το σακκίδιο, πιάνω το ραβδί, κινάω με αργά βήματα, οι ανάσες δεν βρίσκουν δρόμο ως μέσα... 

Κι΄ύστερα, μόλις πατήσω το μονοπάτι, 

...μόλις με τριγυρίσει η Τήνος, ο χρόνος αλλάζει, γίνεται φίλος και απαλά με κρατάει στην απαλάμη του επάνω, τα πόδια μου πετάνε, θα μπορούσα να περπατάω όλη μέρα μέσα σε πρωινά χωριά με χρώματα που μαγνητίζουν... 

...πλάι σε καμουφλαρισμένες απειλές, 

...τριγυρισμένος από απίστευτα κοσμήματα,

...που ρημάζουν ...

...το’ να δίπλα στ’άλλο,  

 


 ...έξω απ'το οπτικό πεδίο των επισκεπτών του νησιού,


...που θα φύγουν απ΄το νησί μην ξέροντας τί κρύβεται στην ράχη του,

 ...έκπληκτος από αθέατα ξωκκλήσια,

...στων οποίων την άγρυπνη έννοια...

...έχεις την εντύπωση πως στηρίζεται όλο τούτο το εύθραυστο νησί.

Το νησί που κουβαλήθηκε στην πλάτη αυτωνών, 

...και καλλιεργήθηκε στη ράχη αυτωνών, 

...που σήμερα δίχως να το ξέρουν ανήκουν σε έναν υπαίθριο ζωολογικό κήπο μαζί με όλα τα υπόλοιπα σύνεργα δουλειάς, που κι΄αυτά έγιναν μουσειακά είδη, 

...κι΄αυτά πάλι δίπλα σε μοναδικής σύλληψης σουρρεαλιστικές απόψεις. 

Όλη η διαδρομή αποσταγμένη σ΄ένα διάφανο ρακί, 

...ανάμεσα σε μπολιασμένα δεντρά 

...φορτωμένα καρπό. 

Όλη η διαδρομή ξερή και πυρωμένη, το μονοπάτι να πετάει πάνω απ΄το Κάτω Κλείσμα, 

...με δίχρωμα (δίπετρα θάπρεπε να πω) καταστέγια, 

...με τους γνωστούς Βράχους-Φύλακες του Τηνιακού τοπίου. 

Κάπου σ΄όλο τούτο το σιωπηλό τοπίο παίρνει το μάτι σου κι΄έναν ξωμάχο, 

,,,και λές, 
«Μα τί κάνει..; Δεν ξέρει πως είναι όλα χαμένα..; Ας του πει κάποιος να τα παρατήσει γρήγορα, να τρέξει στην Χώρα να ζητήσει να μάθει πού ζητάνε καμαριέρηδες και αχθοφόρους, ειδάλλως θα πεινάσει... 
Πές του ν΄αφήσει την Γη ήσυχη, την κούρασε πιά και το μόνο που θέλει κι΄αυτή είναι να αφεθεί να γίνει τσιμέντο κι΄ενοικιαζόμενα και ικριώματα που θα ανεμίζουν άσκοπα, να γλυτώνει το γρηγορότερο από την φοβερότερη αγωνία, αυτήν της ελπίδας...»

Κάπου πέρα παίρνει το μάτι σου κι΄άλλον έναν, σκύβεις το κεφάλι για τη στιγμή που τούκλεψες, αυτός μόνος πάνω στο φιλαράκο του, μια εικόνα στα αζήτητα, εσύ θεατής μιάς ζωής που δεν είχες τα κότσια να πορευτείς.

Πού είναι οι άλλοι; 
Στην παραλία. 
Καλοκαίρι βλέπεις κι’ είναι όλοι δίπλα στην θάλασσα, ξέρεις έχει μια εξαγνιστική δύναμη και τα περιοδικά λένε πως "μεταδίδει ενέργεια", πως "βελτιώνει την αύρα", πως πρέπει απαραιτήτως "να φοράμε πορτοκαλί μαγιώ για να παίρνουμε όσο πιό πολλή ενέργεια απ΄τον ήλιο!" 

Ναι, οι Κυκλάδες είχαν πολύ κόσμο φέτος, είπε η τηλεόραση πως το νησί βούλιαξε, του χρόνου θάχει ακόμη περισσότερο, θα πήξουν οι παραλίες! 

Σεις πάλι πούχετε περπατήσει το νησί, ξέρετε πως στις παραλίες παίζεται μια Οδύσσεια

γεμάτη ναυαγούς της πόλης, ταξιδευτές της παιδικής ηλικίας, αναζητητές μιας Κίρκης που θα τους κρατήσει για καιρό μακρυά απ΄την θανάσιμη σκουριά της καθημερινότητας. 

Ενώ εδώ μέσα, στην ενδοχώρα, παίζεται μια Ιλιάδα

Ένας βαθειά εσωτερικός αγώνας, μια μάχη αδυσώπητη απέναντι στην αδιαφορία και την Λήθη, ενάντια στην φθορά και την απώλεια, με απειλητικό Δούρειο Ίππο την Ανάγκη, που αργά ή γρήγορα θα λυγίσει κάθε πολιορκούμενο.