Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

ΑΓΑΠΗΤΕ ΦΙΛΕ ΓΙΑΝΝΗ,

Αγαπητέ φίλε Γιάννη,

Ξέρω πως κανονικά δεν θάπρεπε να σου γράφω, να σου λέω όλα όσα θα σου πω, να βάλω εικόνες επάνω στο χαρτί, μα ο πρώτος που σκέφτηκα αυτές τις μέρες ήσουν εσύ. 

Ανάκατες σκέψεις, μα δεν μπορεί, κάπου στο βάθος θα υπάρχει μια υπόσκαφη τρύπα που ενώνει τα πάντα και σ’ αφήνει να πιστεύεις πως δεν είσαι τρελλός που πηδάει το μυαλό σου σαν κατσίκι απ΄τη μια σκέψη στην άλλη σαν χωρίς λόγο.

Έχει τόσα νερά φέτος που θαρρείς πως μόλις μπήκε η άνοιξη κι’ ας είναι τέλος Απριλίου. 

Παχειά στρώματα βλάστησης καλύπτουν τα σκαλιά, απλώνουν ρίζες από ‘κείνες που ελπίζεις πως θα καταφέρουν εκείνο που ο άνθρωπος αμέλησε, να κρατήσουν το χώμα να μη γλυστρήσει κάτω, να μείνει το νησί όρθιο. 

Την ίδια ώρα, ακούω για ένα σωρό κοπέλλες απ΄το χωριό που δουλεύουν στο σουπερμάρκετ και είναι ευτυχισμένες γι΄αυτό, τυχερές ανάμεσα στις άλλες, που ακόμη και μ΄ένα χαρτί στο χέρι εκλιπαρούν για μια θέση σερβιτόρας... 

Περνάς μετά μέσα από το λιβάδι, ευλογημένος κι' εγκαταλειμμένος τόπος, και βλέπεις τα χωράφια άδεια από ανθρώπους, τα βάτα θεριωμένα,

...τις καλαμιές να σπρώχνονται μέχρι έξω από την άκρια του χωραφιού και όλη αυτή η ερήμωση μοιάζει παράδοξη. 

Στο Πλωμάρι τρέχει νερό κρύσταλλο, 

...σκύβεις και πίνεις μέσα απ' το μονοπάτι, κυττάς ψηλά και βλέπεις το λαγκάδι της Βρύσης, 

...βάνεις με το μυαλό σου τον δρόμο που κάνει το νερό να φτάσει εδώ κάτω και τότε συνειδητοποιείς γιατί οι παληοί τόχαν για ιερό στοιχείο και μ΄αυτό βαφτίζαν, ραντίζαν, εξαγνίζαν. 

Αν βρεθείς στην Κολυμπήθρα μια μέρα με συννεφιά θα μπορέσεις να δεις απάνω απ΄την Αγία Υπακοή μια μεγάλη γούβα που φτιάχνουν τα βουνά, μια πέτρινη λεκάνη, 

 ...που μαζεύει το νερό κι’ από ‘κει τρέχει στα λαγκάδια, σταλάζει στους βράχους, μετά πάει και χάνεται στην θάλασσα χωρίς κανείς νάχει την ανάγκη του. 

Σκέφτομαι πως άμα θέλαμε να καλλιεργήσουμε, δεν μπορεί, κάτι θα κάναμε να το σώσουμε, να κρατήσουμε κάτι απ΄τη δύναμή του. Θυμάμαι τον Καζαντζάκη που έγραφε στον Γκρέκο πως, δεν μπόραγε να βλέπει νερό να τρέχει χωρίς λόγο και φωτιά να καίει χωρίς τίποτα πάνω της και ντρέπομαι. 

Στο βάθος, ντρέπομαι που μην έχοντας υπάρξει ποτέ αγρότης (μεγάλη κατάρα για τον άνθρωπο να μην ξέρει πώς καρπίζει η Γή) δεν μπορώ να πω σε κανέναν κάνε αυτό και κάνε εκείνο.

Μόνο ζηλεύω όταν βλέπω καλιεργημένα χωράφια με ‘κείνη τη ζήλεια που είναι ικανή να σε βγάλει απ΄τη βολή σου και να σε βάλει να βολοδέρνεις σε άγνωστα μονοπάτια στα πενήντα σου.

Είναι ωραία όταν παίρνει και βραδυάζει και βάζεις ένα ρακάκι κι΄αφήνεις για μεζέ εκείνα τα πορτοκαλιά και μαβιά χρώματα που αλλάζει το Ξώμποργο στο πέσιμο του Ήλιου. 

Βλέπεις τον Ήλιο χωρίς να τον έχεις μπροστά σου κι΄αυτό είναι ομορφιά κάπως πρωτόγονη, από 'κείνην που γέννησε τους μύθους. Καμμιά φορά σταματάει το μυαλό και λές, έτσι είναι η ευτυχία, τόσο απλή κι’ ανεπιτήδευτη. 

Στα γράφω αυτά σε προεκλογική περίοδο, βράζει τριγύρω το καζάνι, ζέχνει η Ελλάδα όλη, 

...βρωμεροί διαόλοι ξυπνάνε και βρίσκουν θέση σε ψηφοδέλτια κι΄ εγώ κάθομαι και σου λέω τί είναι η ευτυχία. 
Είσαι ευτυχισμένος; 
Αυτήν θεωρώ την πιό βλακώδη ερώτηση όλων των εποχών. 
Σα να λέμε, Πόσα κιλά βιβλία έχεις διαβάσει..; 

Θλίβομαι και δεν θέλω να ξέρω τα κομματικά τους εδώ στο χωριό. Χαίρομαι να τους βλέπω σαν Γιώργο και σαν Μαθιό και σαν Μαρία και σαν Μαριέττα και ν’ ακούω την καλημέρα τους και να χαιρετιόμαστε στο δρόμο και δεν θέλω τίποτε να μου λερώνει αυτήν την χαρά.

Σιχάθηκα, από τα φοιτητικά μου χρόνια κιόλας, όλον αυτόν τον θανατερό κισσό που μπλέκεται στα πόδια μας κι΄αναπτύσσεται και θρέφεται πάνω μας.

Στα ξαφνικά αυτές τις μέρες έπιανε μια βροχή. Μερικές ψιχάλες τόσο γλυκές, που δεν σούκανε καρδιά να χωθείς σε καμμιά καμάρα. Κι΄είχε έναν Νοτιά που σήκωνε απάνω του όλα τα αρώματα του νησιού και σε τρέλλαινε. 

Τέτοιαν εποχή μπορείς και βλέπεις αστέρια που το καλοκαίρι πάνε και κρύβονται πίσω απ΄την Καστέλλα και πάνω απ΄τα Παγκαλάκια και μάλλον, πολύ πιό πέρα γιατί όσες φορές κι΄αν έχω ανεβεί μέχρι ‘κει πάνω δεν τάχω βρει να φαίνονται κάπου. Κοκκινίζει ο Άρης κι΄έχει απέναντί του ένα άλλο φωτεινότερο άστρο που δεν το ξέρω, και δεν φαίνεται καθόλου η Κασσιόπη, κρύβεται αυτή πίσω απ΄του Βοριά το Β΄νί και το κατσαρολάκι της Μεγάλης Άρκτου στέκεται όρθιο στο χερούλι του.

Τί άλλο να σου πω. Πήγα μια βόλτα μέχρι τη Γκιναριά, 

...στου Χλή το Π’γαδάκι κι΄έχει μια ησυχία μέσα στη ρεματιά που δεν σου κάνει καρδιά να κουνήσεις από ΄κει. 
Είναι κι’ ο Αη Νικόλας μέσα στα λουλούδια... 


...όλο το σκαλί είναι σκαστό στα λουλούδια κι΄άμα θες το λες και θαύμα του Αγίου, μα έπειτα άμα δεις προς το Καρκοβούνι και προς τις Πατέλες πίσω απ΄ το Σμαρδάκιτο, βλέπεις πολλά χωράφια που φέγγουν κίτρινα και μωβ...
...και την ίδια στιγμή στο διπλανό χωράφι δεν υπάρχει ίχνος από χρώμα.  

Το θαύμα είναι όλο τούτο ‘δω και ΄μεις το ψάχνουμε στους ουρανούς. 

Κι' έπειτα, απλώνω το χέρι μου, τραβάω την κουρτίνα και σκεπάζω το παράθυρο του καραβιού. Δεν θέλω να βλέπω το νησί  να φεύγει.



Δεν υπάρχουν σχόλια: