Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Κάθε στιγμή ένας Χριστός γεννιέται...

...ΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ...

"Δεν πίστευε πια ούτε η μάνα τού Φραγκίσκου πως θα παντρευόταν ο κανακάρης της, αφού όχι μόνον είχε καβατζάρει τα σαράντα, αλλά, είχε και τόνα χέρι ακουμπισμένο στα πενήντα.

Και βρέθηκε η Μαρία, κοριτσόπουλο σαν πως ντροπαλό, σαν χαμηλοβλεπούτσικο, και τα ταίριαξαν.

Ο Φραγκίσκος είχε ένα μικρό μαραγκούδικο σ’ ένα χωριό, που συγκοινωνία πήγαινε δυό φορές την εβδομάδα κι’ όσο για παιδιά, το χωριό είχε μόνον σε σχολική φωτογραφία τους τωρινούς του γερόντους, τί να κάνει η συγκοινωνία πάνω

’κει...

Το καλύτερο κομμάτι του σαν μαραγκός, μιά πόρτα για τό κοτέτσι της τσατσα-Φιλίτσας τόσο όμορφη που κατέληξε τελικά να γίνει αυλόπορτα, ο Φραγκίσκος τόφκιασε τη μέρα που έμαθε πως η Μαρία, το Μαρουλί του, κράταγε παιδί στα σωθικά της.
Δε μιλάγανε, μόνο καθόνταν κοντά-κοντά και κοιτάζανε παρέα την κοιλιά της Μαρίας και έτσι, πέρναγαν οι μέρες για να φτιάξουν τους εννιά μήνες.

Και μέσα σ’ όλη την γαλήνη τους ήρθε, άλλο και τούτο, το κτηματολόγιο. Σπουδαία λέξη !!!
Έπρεπε να κατέβει ο Φραγκίσκος στην χώρα να δηλώσει τα χωραφάκια που τούχε αφήσει ο παππουλάκος του, μιας και πατέρα δεν πρόλαβε να γνωρίσει, του τον είχε πάρει η θάλασσα όταν ήταν μωρό.

Αμ και πού ν’ αφήσει τη Μαρία πούχε μπεί στο μεταξύ στον ένατο;

Πές εσύ πως χρειαζούταν να λείψει όχι μια ή δύο μέρες, μα παραπάνω. Τι θα γινόταν έτσι και ο μπέμπης αποφάσιζε να σκάσει κεφάλι; Ποιός θα την φρόντιζε;

Έ, θα την έπαιρνε μαζί.

Φορτώθηκαν το λοιπόν στο σαραβαλιασμένο φορτηγάκι, ένα Μ43 πούχε ξεμείνει απ’ τον πόλεμο στο χωριό, και κινήσαν να κατεβαίνουν, πολύ-πολύ σιγά, από τη μιά γιατί το όχημα δεν πήγαινε παραπάνω και από την άλλη, γιατί ο Φραγκίσκος φοβόταν τα τραντάγματα και τις λακκούβες πιό πολύ κι’ από τα κρίματά του.

Το σκοτάδι τους ηύρε κοντά σ’ ένα χειμαδιό, αρκετά χιλιόμετρα πριν τη μεγάλη πόλη.
«Πού να σας βάλω, ρε φουκαριάρικα» είπε ο γερο-βοσκός, «που δεν έχω άλλο εξόν από την αχεροστρωμνή που λιώνω πάνου της κάθε βράδυ...» και συνέχισε:
«Να σας στρώσω μια μπατανία στον αχερώνα και να σας φέρω και την φουφού να χουχουλιάστε, άιντε, να βγει το βράδυ».

Έπεσε στο ένα πλευρό η Μαρία, ακούμπησε στα γόνατα του Φραγκίσκου και λαγοκοιμήθηκε μέχρι τις δύο-τρεις το πρωί, οπότε την επιάσανε οι πόνοι. Ο μικρός ήταν βιαστικός.

Τρέχαν οι δυό άντρες δεξιά κι’ αριστερά χωρίς να ημπορούν να δώσουν καμμία σημαντική βοήθεια στ’ αλήθεια, πιό πολύ για να τους φεύγει η ανησυχία. Ο βοσκός σκέφτηκε να φωνάξει την γυναίκα του Θοδωρή του καρβουνιάρη απέναντι απ’ το ποτάμι, μα τηλέφωνο δεν είχε. Έδεσε το μεγάλο λαδοφάναρο σε μια θηλιά, έρριξε την άλλη άκρη του σκοινιού πάνω στο ψηλότερο κλαδί του πλάτανου και τράβαγε κι’ άφηνε το σκοινί για να κουνιέται το φανάρι μπας και το δουν κι' αλλούθε.

Σα να της φάνηκε της Θοδώραινας πως κάτι φέγγιζε απ΄απέναντι, κάτι σαν αστέρι με ουρά, μα μετά κατάλαβε πως ο Μήτρος κούναγε φανάρι για βοήθεια. Φόρεσε το λοιπό τις γαλότσες της, ζαλώθηκε και το ταγαράκι με δυό τρία σκουτιά και κανα-δυό ματζούνια, και κίνησε.
Βρήκε στο δρόμο και την Θανάσω του παπά, που εγύρναγε απ’ την αγρύπνια της Αγίας Σταματίας και την επήρε για να βάλει ένα χεράκι, άμα κάτι χρειαζούμενο δεν το κάτεχε ή δεν τό’ σωνε μονάχη της.

Φτάσανε στον αχερώνα, τί να δουν και τί να πιστέψουν: μια μικροκαμωμένη κοριτσούδα βύζαινε ένα ροδαλό μωρό τυλιγμένο στην κάπα του Μήτρου κι’ ένας σαστισμένος μεροκαματιάρης της χάιδευε απαλά τα μαλλιά. Το μόνο φως ερχόταν απ’ το λαδοφάναρο που κράταγε ο Μήτρος που στεκόταν παράμερα, και ένα σωρό γίδια και πρόβατα πούχαν δει το φως κι’ είχαν ακούσει την φασαρία, είχαν μαζευτεί γύρω-τριγύρω και μασούλαγαν και κυττάγαν με μάτια σα μικρού παιδιού.

Δεν πρόκαναν να δώσουν ένα χέρι στην λεχώνα, να της φκιάσουν δα ένα ζεστό, κι' ακούστηκαν απ΄έξω στο σκοτάδι ομιλίες.

Η πόρτα του αχερώνα άνοιξε και πρώτα ένα, μετά ένα δεύτερο και τέλος ένα τρίτο κεφάλι φάνηκαν στο άνοιγμα. Μα τι φοράγαν στα κεφάλια τους, σαρίκια;;;

«Καλησπέρα» είπε ο πρώτος βγάζοντας το γυαλιστερό, χρωματιστό κουτί που φόραγε στο κεφάλι «Είδαμε φως και είπαμε να σας φορτωθούμε, μιας κι’ έχουμε χαθεί και δεν ξέρουμε τον δρόμο μέσα στο δάσος».

Και τί παράξενα ρούχα που φόραγαν...Όλο γράμματα και χρώματα, και γάντια στα χέρια και σάκκους στην πλάτη.

«Καλώς τους, κοπιάστε να βάλτε κι’ ένα χεράκι !» βρόντηξε ο Μήτρος. 
«Να πιάσε ‘συ και άμε στο πηγάδι και γιόμισέ το νερό! » έκαμε στον πρώτο και τούβαλε στο χέρι ένα καρδάρι. 
«’Συ, τράβα στο καλύβι και φέρε το κεφάλι το τυρί και τη νταμιτζάνα με τη ρακή! » κι’ έσπρωξε τον δεύτερο απαλά στον ώμο. 
«Και ‘συ για να μη κάθεσαι άπραγος τράβα σκίσε δυό ξύλα να ρίξουμε στη φουφού! » κι’ έστειλε και τον τρίτο, που τον ακολούθησε μέχρι έξω για να ρίξει μια ματιά με τι διάολο είχαν έρθει μέχρις εδώ.

Γύρισε με λαμπερό το μούτρο: «Χα! Με ποδήλατα! Ακούς, Θανάσω, με ποδήλατα!» έκαμε ο Μήτρος, «σαν τον εγγονό μου, κρίκι-κρίκι-κρίκι, με ποδήλατα!»

«Και τί σαρίκια φορούνε στις κεφαλές τους;» ρώτησε η Θοδώραινα.

«Δε φορούνε σαρίκι, καυκί φορούν για να μη σπάσουν τις καρκάλες τους, χα,χα,χα!!!»

Σιωπή έκατσε στην ομήγυρη και πέρασε καμπόση ώρα, όπου ακουγόταν μόνο το λαίμαργο στόμα να πασχίζει να θρέψει το μικρό σωματάκι...

Κάποια στιγμή γύρισαν οι τρείς, ξεφόρτωσαν, έβγαλαν και τα «σαρίκια», ξεζαλώθηκαν τα σακκίδια και κάθησαν κάτω να κυττάνε το μικρό, που είχε αποφάει και κοιμόταν.

Μετά από λίγο μόνο το κούτσουρο στη φουφού στραφτάλιζε και φώτιζε τις κουρασμένες, γαλήνιες μούρες με τα έκθαμβα μάτια, στραμμένες προς το μωρό.

Σιγά-σιγά τους ετύλιξε ένας γλυκός ύπνος έναν προς έναν.

Λίγο πριν βασιλέψουν τα μάτια της, η Θοδώρα έρριξε μια θαμπή ματιά τριγύρω σε όλους τους και σκέφτηκε φωναχτά και χαμηλόφωνα:
«Άγια Νύχτα...»"

Δεν υπάρχουν σχόλια: