Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

ΟΙ 39 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Τριάντα εννέα φωτογραφίες για να σας δείξω το χωριό μου, τα Κελλιά.
Το χωριό μου δεν υπάρχει.
Είναι ένα οποιοδήποτε χωριό στην ελληνική επαρχία, στην ύπαιθρο, που ρημάζει και σβήνεται αργά, αλλά σταθερά από τον χάρτη των παραγωγικών περιοχών της πατρίδας μου.  
Σε λίγο, λοιπόν, δεν θα υπάρχει.
Οι κλειστές πόρτες πληθαίνουν και κρύβουν πίσω τους το χαμένο ήθος και έθος της καθημερινότητας. 
 Άσπιλοι άνθρωποι δεν υπήρξαν ποτέ, σε κανέναν τόπο. 
 
Ορισμένοι απ΄αυτούς όμως, κράτησαν τον εαυτό τους μέσα στις κοινωνικές δομές με έναν ανεπανάληπτο τρόπο.
Οι παρόντες πασχίζουν να μείνουν στον τόπο μέσα σε κύματα αλλοτρίωσης, ξεπουλήματος, αδιαφορίας, υποκρισίας. 
Οι ερχόμενοι ελπίζουμε να είναι καλύτεροι από εμάς. Να τιμούν τον τόπο τους και να τού αποδίδουν τα δέοντα.
Αλλιώς, θα σβήσει.
Και θα έρχονται γιορτές χωρίς παιδιά, όπου στην περίφημη ανηφόρα του Αγίου Ζαχαρία θα ακούγονται μόνο σερνάμενα βήματα και βαρειές ανάσες και δεν θα βρίσκεται κανείς να απλώσει το χέρι να απαλύνει την οδυνηρή διαπίστωση ότι τα χρόνια πέρασαν.


Το γαλανόλευκο χωριό μου, αν όλα συνεχίσουν στους σημερινούς ρυθμούς, θα είναι ένα χωριό-ξενώνας, ένας οικισμός-υπνωτήριο, ένα συγκατοίκημα ξένων μεταξύ τους, ευκαιριακών κλεπταποδόχων εισαγωγής.
Σήμερα, υπάρχει ομορφιά παντού, ακόμη κι΄αν ο Βασιλεύς Τσιμέντο έχει σταθεί κι΄έχει απλωθεί σχεδόν παντού. 
Η ομορφιά όμως, είναι των ανθρώπων, που ακούγονται πίσω από κλειστές πόρτες, κάτω από ανοικτά παραθύρια, μέσα στους δρόμους να μιλούν, να γελάνε, να παίζουν με τα παιδιά τους και τελικώς, απλώς να είναι.
Δεν φαντάζεται κανείς πώς, ένα γεράνι σε μια ακατέβατη για χρόνια σκάλα μπορεί να κρύψει από κανέναν την αληθινή πίκρα που κρύβεται στο κόκκινό του. 
Μοιάζει πιότερο με ευγενικό σήμα κινδύνου λίγο πιό κάτω από την πρόχειρα καρφωμένη πόρτα, που πίσω της κρύβονται τα χνάρια ενός νοικοκυριού που έπαψε να υπάρχει.
Σπεύδουν τα γεράνια και τα χιονάκια να καλύψουν τις πληγές, να μην δεί ο επισκέπτης την απουσία, 

να μην παρατηρήσει την αμείλικτη αδιαφορία, να μην καταλάβει πως κι΄εδώ οι άνθρωποι γερνάνε.
Περπατάω με τα μάτια κάτω. 
Δυστυχώς θυμάμαι ποιός έμενε πού και δεν μπορώ να κάνω μιά βόλτα στο χωριό χωρίς να καταλήξει ένα μνημόσυνο όχι γι' αυτούς που έφυγαν, μα για κείνους που μείναμε πίσω και που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να μάθουμε πώς στην ευχή ήταν όλο αυτό γεμάτο και ζωντανό, παλλόμενο από ζωή.
Πόρτες ανοίγουν, κόσμος ανεβοκατεβαίνει, μανάδες φωνάζουν τα παιδιά, τα κοφίνια φορτώνονται και ξεφορτώνονται στα σαμάρια έξω απ΄τα κατώγια, 
 

τα χωράφια μυρμηγκιάζουν από ανθρώπους, στα μονοπάτια πηγαινοέρχονται αγρότες και ζώα, στο κουρείο γυρίζουν από στόμα σε στόμα τα τελευταία νέα,
 στο μαραγκούδικο δε σταματάνε ν’ ακούγονται τα σφυριά και το πριόνι, στου κάπελλα οι παραγγελίες έρχονται ασταμάτητα
 Στα σπίτια τα πιάτα αστραφτοκοπούν στις πιατοθήκες...
...και οι θυρίδες είναι γεμάτες από τ΄αγαθά του Θεού.
Το χωριό, όχι μόνον θρέφει τους κατοίκους του, αλλά, δέχεται χέρια κι' από άλλα χωριά, όπως τον Χαράλαμπο, που μένει σ' αυτό εδώ το σπίτι στον δρόμο για τον Άη-Γιώργη...

...και που όταν θα πεθάνει, θα τον πάνε στο χωριό του στην Όξω Μεριά φορτωμένο σε μια σκάλα...

Νερά τρέχουν στον υνταγό και ποτίζουν τα περιβόλια, το χωριό δεν κοιμάται ποτέ, πάντα κάποιος είναι έξω να "γυρίσει" το νερό, να κρατήσει την τάξη και την σειρά μιας λειτουργικής κοινότητας.
Στην βρύση πρέπει να πάρεις σειρά για να γεμίσεις την στάμνα ή να ποτίσεις το γάιδαρο στον δρόμο για το χωράφι.

Στης Αργυρώς τον καφενέ ήρθε το τηλέφωνο, μπορείς άμα θες να μιλάς με τους δικούς σου στην Αθήνα, "Ε, τσατσα-Αργυρώ! Θα μ' φωνάξ'ς ντ' μαμά μ'  σ΄ δγιό η ώρα!"
Στο πεζούλι αριστερά στην πόρτα κάθονται δυο-τρεις ηλικιωμένοι, περνάω εξάχρονο πιτσιρίκι, "Να σε κεράσω μια τσικουλάτα..;", μου χαμογελάει ο μπάρμπα Αντώνιος ο Κουκουλάς.
"Πήγαινε στης τσατσα-Καρμέλλας και πες της να σου βάλει ένα κιλό αλεύρι για κουλουράκια κι΄ένα κιλό ρύζι για γεμιστά!"
Βγαίνω με τα ψώνια και πάντα με δυό αχλάδια στα χέρια.
Στο δρόμο για την Αετοφωλιά πάνε κι΄ έρχονται γελάδες, πρόβατα, γαϊδούρια φορτωμένα μπάλες, καρπούζια, ζώα για τον χασάπη στην Χώρα.
Μετά, τα λεφτά δε φτάνουν, τα χωράφια δεν έχουν νερά, οι δρόμοι δεν πάνε μέχρι εκεί που θάπρεπε για να μπορούν οι αγρότες να μεταφέρουν με ευκολία την παραγωγή τους. 
Θα κάνουν κάμποσους δρόμους τριάντα χρόνια μετά, όταν θάχει στερέψει από νιάτα το νησί.
Όταν καλές νοικοκυρές θάχουν πεθάνει πικραμένες για τα παιδιά που φύγαν στην Αθήνα...
...και που θα γυρίσουν μόνο και μόνο, για να φράξουν μια και καλή κάποια πόρτα αχρείαστη από ΄δω και πέρα...
...ένα παράθυρο που δεν έχει λόγο πιά να βλέπει κάπου.
Και η βροχή, που κάποτε ήταν κυρίως ευλογία, τώρα έρχεται και κάθε φορά παίρνει μαζί της κάτι. 
Στην αρχή λίγο χώμα, μετά ένα ξεφλουδισμένο κομμάτι σοβά, ύστερα μια πέτρα ή ένα χαλαρό ξύλο, μετά ο αέρας τρέχει να χωθεί στις χαραμάδες, να σπρώξει το νερό παραμέσα, μετά βγαίνει ο Ήλιος, να ξεράνει το χώμα, να στεγνώσει τους αρμούς, να χαλαρώσουν, να γίνουν ευάλωτοι στην επόμενη βροχή, στον ακόλουθο αέρα.

Μέχρι, που ένα βράδυ σε ξυπνάει ένας ξαφνικός πάταγος, που έχει διάρκεια, δεν σηκώνεσαι καν από το κρεββάτι, μον' εύχεσαι να μην έχει ρίξει καμμιά κολώνα και να μην έχει κάνει καμμιά ζημιά στο χωριό το σπίτι της κυρα-Μαρίας, που σωριάστηκε αφήνοντας παράδοξα σχήματα να στέκονται όρθια, επιτύμβιες στήλες αυτών που απο καιρό έχουν φύγει.
Στοιβάζονται τα μπάζα πίσω από τα παράθυρα, αλλόκοτοι κάτοικοι ενός οριοθετημένου κενού που έπαψε να είναι.
Οι πόρτες φράζουν από τα χόρτα, δεν μπορείς ούτε να μπεις να δεις μια ματιά αυτό που έχει απομείνει...
Πόρτες ειρωνικά μισάνοιχτες, να περιπαίζουν την ζωή την ίδια...
...κατώγια που νομίζεις πως τώρα δα θα βγει ο Φραγκός να σαμαρώσει τα ζώα, να κινήσει για Πίσω...
...άθικτα παράθυρα, που λες θ' ανοίξουν και η κυρα-Αλεξάντρα θα σε φωνάξει για καφέ με παξιμάδι...
Μα είσαι μόνος μέσα στο χωριό. 

Και το καλοκαίρι αργεί, νάρθει να κοροϊδέψει τους φόβους σου, να σου δείξει πως, ακόμη υπάρχουν μάστορες που μαζεύουν το χωριό και το στήνουν στα πόδια του όταν χρειαστεί.
Να σου δείξει πως, κάποια περπατιά χρειάστηκαν ψήλωμα για να μπορούν τα φρέσκα πιτσιρίκια να ανεβαίνουν με ασφάλεια και να χαζολογάνε στον δρόμο...
...πως ακόμη υπάρχουν σπίτια που θαρθούν οι νοικοκυραίοι τους να τα ζωντανέψουν.
...και πως πάντα θα φέγγει το φως, ακόμη κι' από μέσα από ένα ρημαγμένο σπίτι.


1 σχόλιο:

Γιακορ είπε...

Τραγικό, ποιητικό, λογοτεχνικό ονειρόδραμα που αξίζει να το ανεβάσεις σε μια σκηνή εν είδει προβολής. Εγώ θα τόβλεπα σε μια έκδήλωση στα Κελλιά, με μια συζήτηση για τα παλιά και τα χαμένα.