Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΑΠ' ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ


Σήκωσε το χέρι του να φυλάξει το πρόσωπό του. 
Η καρδιά του χτύπαγε γρήγορα, ο ιδρώτας πάγωσε στο μέτωπό του, τα μάτια του διάπλατα προσπαθούσαν να προλάβουν το χτύπημα.

Ο άλλος ανάσαινε βαρειά με διεσταλμένα ρουθούνια, τα δάχτυλα στα απλωμένα χέρια ανοιχτά σα νύχια αρπακτικού, το στήθος προτεταμένο, γεμάτο οργή, έβραζε. Είχε πλακώσει με τον ίσκιο του τον γονατισμένο στο χωμάτινο πάτωμα άντρα.

Δυό στιγμές ο χρόνος έπηξε αναμεσά τους, τίποτα δεν κινιόταν, το δωμάτιο ήταν μια σταγόνα αίμα, που σε λίγο θα χτυπήσει στο πάτωμα, οι δύο άντρες ήταν ένας Ιανός με τον φόβο στο ένα πρόσωπο και την οργή στο άλλο.

Ξεφύσηξε αργά, τραβήχτηκε πίσω χωρίς όμως να πάρει το βλέμμα του. Ο άλλος δεν κατέβασε το χέρι.

«Να μου πεις... Θέλω να μου πεις... Γιατί πρόδωσες..;» του πέταξε στα μούτρα σκύβοντας πάνω ακριβώς απ΄το κεφάλι του.

Τα χείλια τού άλλου άρχισαν να τρέμουν σαν έτοιμος να κλάψει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια γρήγορα, στηλώθηκε λίγο όρθιος και μετά έγειρε μπροστά καρφώνοντας την ματιά στο πάτωμα.
«Ήθελα... » είπε, «Ήθελα...» ξανάπε σαν δυνατή ανάσα που τράβαγε αθέλητα την κουβέντα μαζί της.

Ο άλλος γύρισε κι' ακούμπησε μ’ ένα χέρι στον τοίχο, σα μεθυσμένος που περιμένει να περάσει η σπιρτάδα για να μπορέσει να ξαναπερπατήσει, μα συνέχισε να τον κυττάει.

«Δεν άντεχα άλλο... Έπρεπε να ‘χε φύγει... Τόβλεπε στα μάτια μου, τόξερε..Γιατί δεν έφευγε να πάει αλλού να κυρήξει, να πει τα μεγάλα λόγια του, να τους κάνει να τρέξουν πίσω του, να βρεί άλλους από όλους εσάς κι΄ από μένα...». 
Ανασηκώθηκε κι’ έκατσε στο χαμηλό σκαμνί. Ένας απότομος λυγμός τον τάραξε για μια στιγμή και κόπηκε αμέσως.

«Πώς είναι να προδίνεις..;» ρώτησε ο άλλος μισοκλείνοντας τα μάτια του ακουμπώντας τη ματιά του στα σανδάλια του.

Ο καταρρακωμένος άντρας σήκωσε το κεφάλι του αργά, σαν αρπακτικό που εντοπίζει ξαφνικά μιάν απρόσμενη λεία: «Ξέρεις... Ξέρεις πώς είναι να προδίνεις...» είπε σιγά αλλά σταθερά καρφώνοντας το βλέμμα του στα χαμηλωμένα βλέφαρα του άλλου.

«Ξέρω..;» σήκωσε την ματιά του και τον βρήκε να τον κυττάει. «Ξέρω..;» ξανάπε με μια κρυφή αγωνία.

«Ήσουν εκεί όταν είπε για τον προδότη, τον κατάλαβες πως εμένα έδειχνε, όλοι το καταλάβατε. Κι΄όταν σηκώθηκα να φύγω δεν έκανες τίποτε, ούτε ‘σύ ούτε κανείς σας... Σωπάσατε, με βλέπατε να φεύγω και τί κάνατε; Τίποτα... Τίποτα... Όπως εσύ θες να μάθεις, έτσι θέλω κι΄εγώ να μου πεις αυτό: γιατί δεν με σταματήσατε εκείνη τη στιγμή πού ‘φευγα...»

Ο άλλος ανάσαινε πολύ βαρειά, τόσο, που οι ώμοι του ανασηκώνονταν σε κάθε αναπνοή. Συνέχισε να τον κυττάει για λίγο. Κατέβασε το χέρι του, ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο και γλύστρησε μέχρι κάτω καθιστός.
«Δεν ξέρω... Αν είχε κάνει ένας μας μια κίνηση, μιά μικρή κίνηση, νάσαι σίγουρος, δεν θάχες φυγει από κει ‘μέσα...»

Ο άλλος σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε από πάνω του: 
«Δεν θάχα φύγει; Έτσι λές..; Και τί θάκανε ο αρχηγός σου τότε, τί θα πρόσταζε νομίζεις; Κρατείστε τον, δέστε τον, κλειδώστε τον; Τί θάλεγε..;»

«Δεν ξέρω...»

«Πάλι δεν ξέρεις! Να σου πω εγώ, που ξέρω! Θάμπαινε ανάμεσά μας και θα μ΄άφηνε να φύγω, να κάνω αυτό που τον έκανε ήρωα, αυτό θάκανε !».
Τραβήχτηκε πίσω και τα πρόσωπό του αυλακώθηκε από ρυτίδες μίσους. "Αυτό ήταν που μισούσα μέχρι την τελευταία στιγμή επάνω του. Την απόφαση, που την κράταγε μέχρι τέλους...» 
Έκανε τρία βήματα και πήγε και στάθηκε στον απέναντι τοίχο: «Μού’ παν πως στον Κήπο έκλαψε, πως λιγοψύχισε και σεις, λέει, κοιμόσασταν... Είναι αλήθεια;»

Ο άλλος κούνησε το κεφάλι του: «Αλήθεια είναι .... Κοιμόμασταν....»

«Όχι! Δεν θέλω αυτό. Θέλω να μου πεις αν τον είδες να κλαίει, να φοβάται; Αυτό θέλω να μάθω!»

Ο άλλος κούνησε το κεφάλι: «Ποιός να το πει... Κανείς δεν ήταν μπροστά για να τον δεί...»

Το σκαμνί έτριξε κάτω απ΄το βάρος του σαν ξανακάθησε τραβώντας πίσω τον καφέ χιτώνα με τις κουρελιασμένες άκρες.
«Εγώ φοβάμαι. Αυτό έχω να το πώ για σίγουρο. Φοβάμαι πιό πολύ τώρα», είπε με σταθερή φωνή. «Κι΄αυτός ο φόβος είναι ό,τι πιό σίγουρο είχα ποτέ στην ζωή μου». 
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Έστω και γι΄αυτό, άξιζε αυτό πού’ κανα...»

Ο άλλος τον κύτταξε σμίγοντας τα φρύδια σα να μην καταλάβαινε. Στηρίχτηκε στο δεξί του χέρι και σηκώθηκε όρθιος από πάνω του, στάθηκε ακίνητος με κρεμασμένα στα πλάγια τα χέρια: 
«Θα σε είχα μαχαιρώσει από καιρό αν ήξερα τί είσαι...»

Τον αγνόησε και κύτταξε πέρα προς το παράθυρο όπου κρεμόταν ένα κουρελόπανο για να κόβει τον αέρα. «Δεν θάχες κάνει τίποτε...» είπε με σιγουριά. «Ξέρω πως μπορείς να σκοτώσεις, δεν είν’ αυτό...». 
Έγειρε εμπρός και τον κάρφωσε στα μάτια: «Είναι που σας είχε κάνει να μην θέλετε να βλάψετε...» είπε σιγανά. 
«Εγώ έχω οργή μέσα μου. Όχι σαν κι’ αυτήν που έχεις εσύ τώρα δα. Την έχω από πάντα, σαν βάρος, μου κόβει την ανάσα, με παραλύει».

Η πόρτα κουνήθηκε στις βάσεις της από έναν απότομο αέρα.
«Περίμενα να μην υπήρχε τώρα πιά, νάχε φύγει, νάχε σβήσει», συνέχισε, «Μα τη νιώθω ακόμη εδώ μέσα», είπε αγγίζοντας το στήθος του με τ’ ακροδάχτυλα. «Ας με συγχωρέσει όποιος μπορεί, γιατί εγώ δεν είχα ποτέ τέτοια δύναμη».

Ο άλλος κίνησε προς την έξοδο, γύρισε τελευταία στιγμή, τον κύτταξε με οίκτο: «Φύγε. Όσο μπορείς πιό μακρυά. Να φύγεις».

«Για να μη σας θυμίζω τί κάναμε όλοι μαζί..;»

«Για να σκέφτεσαι...» είπε ο άλλος και βγήκε απ΄την πόρτα.

Έτρεξε πίσω του πριν προλάβει ο αέρας να ξανακλείσει την πόρτα: «Άκου! Ήμουν ένας απ΄τους δώδεκα! Μην το ξεχνάτε!»

Ο αέρας πήρε την φωνή του ανάμεσα στους άλλους ήχους που κουβάλαγε πάνω του. 

Ξημέρωνε η πρώτη μέρα απ΄τις τρεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: