Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ STEVE JOBS.


Δεν τον παράτησε η μάνα του , παρά το ότι , ξημεροβραδιαζόταν στα χωράφια και τον άφηνε να μεγαλώνει μόνος μέσα στο χωριό, μ’ ένα ποτήρι κρύο γάλα με πέτσα πάνω-πάνω και μια φέτα ψωμί στο χέρι και τον ξανάβλεπε το μεσημέρι όταν γύρναγε για να μαγειρέψει για την φαμίλια. Το βράδυ τις πιό πολλές φορές τον έβρισκε φαγωμένο στης γιαγιάς του και ήδη κοιμισμένο, ούτε παραμύθι, ούτε χάδι πριν τον ύπνο.

Στα έξι του τον έστειλε πρώτη φορά να πάει το καρίκι με το γάλα στην γιαγιά του στ’ απάνω χωριό. Στα εφτά είχε μάθει να αρμέγει και την έβγαζε στο λιβάδι απ΄το πρωί μέχρι το βράδυ που πάντα κάτι θάβρισκε να κάνει από δουλειά.

Στα δώδεκα ξεκίνησε το γυμνάσιο αν και κανείς στο σπίτι δεν πίστευε πως ηταν κάτι χρησιμο, παρά μονον για τα κορίτσια. Στα δεκατέσσερα απέκτησε το πρώτο του μηχανάκι και πηγαινοερχόταν με αυτό στο λιβάδι, στο πότισμα, στο τάισμα, στα άρμεγμα.

Στα δεκαοχτώ, αφού κινδύνεψε να μείνει τρεις φορές στην ίδια τάξη, πήγε φαντάρος και στις άδειες κατέβαινε στο νησί για να βοηθάει στα χωράφια, η τέχνη δεν ξεχνιέται ποτέ, μα δεν την αφήνει και η ανάγκη να ξεχαστεί.
Μόλις απολύθηκε πήγε στην Αθήνα, όπως κάνανε κι΄οι υπόλοιποι απ΄το χωριό, που δεν άντεξαν το χωράφι, τη λειψυδρία, την απούλητη παραγωγή, τους ξεπουλημένους στα κόμματα συνεταιρισμούς, το απόν σύστημα υγείας, την ανύπαρκτη συγκοινωνία με το κέντρο, την εγκατάλειψη, την ερήμωση.

Αλλά και για νάναι, όπως και οι άλλοι, κοντά στον Ρέμο και στη Βανδή, στο Alcatraz και στο Club Tessera, στις καφετέριες της Γλυφάδας και του Γαλατσίου, στα μεζεδάδικα του Ψυρρή και του Θησείου. Βλέπεις, ήταν και η επιβαλλόμενη διασκέδαση, το να νιώθει πως συμμετέχει κι’ αυτός στο κοινό των πρωινάδικων και των ειδήσεων του ΣΤΑΡ, να κάνει όσα του πιπιλάνε πως είναι απαραίτητα,

Στο μεταξύ, αρραβωνιάστηκε κι΄έφερνε την κοπέλα σε κάθε ευκαιρία στο νησί.

Δούλευε οικοδομή, μέχρι που ήρθε η κρίση. Στην αρχή ξεγελάστηκε, είχε ακόμη και δουλειές, δεν πίστεψε πως θα έπαυε το μεροκάματο. Μα ύστερα, έγινε κι΄αυτό. Κατέβαινε στο χωριό πιό συχνά, βοήθαγε πάλι στα χωράφια, γλυκαινόταν και πικραινόταν μαζί. Γλυκαινόταν που ξανάβρισκε τον εαυτό που ήξερε να βγάζει απ’ το χώμα ζωή, πικραινόταν που είχε αφήσει να παρασυρθεί από τους ίδιους που είχαν παρασύρει ολόκληρο λαό και που είχε χάσει τόσον χρόνο από τα πιό δημιουργικά του χρόνια.
Γυρνώντας στην Αθήνα, δούλεψε οδηγός για είκοσι ευρώ την ημέρα όπου εύρισκε, άμα εύρισκε. Δεν το φανταζόταν αυτό πριν δυό χρόνια, που τα είκοσι ευρώ τα είχε για τσιγάρα, καφέδες και σάντουιτς καθημερινά.

Τώρα που μιλάμε είναι μετέωρος, με τόνα πόδι στη βάρκα και με τ’ άλλο στο μώλο.
Δεν ξέρει αν το να γυρίσει στο χωριό να δουλέψει τα κτήματα είναι ήττα ή νίκη. Δεν ξέρει αν τώρα που τον έχουν αφήσει δίχως δουλειά τού στήνουν άλλη μια παγίδα ή αν έφτασε ο κόμπος στο χτένι πραγματικά.

Ο καιρός περνάει και δεν έχει ποιόν να ρωτήσει, ποιόν να συμβουλευτεί. Ακούει στην τηλεόραση για κάποιον Στηβ Τζομπς που πέθανε και που όλοι τον θαυμάζουν για όσα είχε πετύχει. Αναρωτιέται, σε ποιά χώρα του κόσμου μπορούν και γίνονται αυτά όλα, ποιά είναι η γή και ποιά η συνταγή της επιτυχίας, με ποιό μέτρο μετριέται αυτή και γιατί αυτά όλα του φαίνονται σαν να μην τον αφορούν. Αύριο, πρέπει να πάει πρωί-πρωί να δει το θα κάνει για μεροκάματο, έχουν αρχίσει και σώνονται τα έτοιμα και δεν υπάρχει χειρότερο απ΄το πρωινό της Δευτέρας που, άμα δεν έχεις δουλειά, νιώθεις πως το Σαββατοκύριακο ούτε ξεκίνησε και ούτε και πέρασε ποτέ και δεν είναι στον κόσμο μεγαλύτερο άδικο απ΄ το να θές να δουλέψεις και να μην μπορείς.





1 σχόλιο:

En' Tino είπε...

Φίλε Νίκο τό'χεις....
Και εννοώ το γράφειν...

keep going

Σόρυ για το Αγγλικό αλλα΄ταιρίαζει...