Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Η ΚΟΡΗ ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ

 "Στης Κόρης τον Πύργο είν' ένας τοίχος πέντε μέτρα αψηλός κι' έχει ένα παραθύρι που απου 'κει κοίταγε η Κόρη τα καράβια να περνούν, κι' ειν' και μάντρες με τις πλάκες ορθές, χωμένες μέσα στη χτισιά και λεν' πως εκεί από πίσω κρύβονταν οι στρατιώτες του βασιλιά για να πολεμούν πιό καλά. Και τρέχαν από πλάκα σε πλάκα και ρίχναν με τα τουφέκια, που ήταν γεμισμένα κι' ακουμπισμένα σε κάθε πλάκα για να μπερδεύονται οι εχθροί, να μην ξέρουν πόσοι είναι οι στρατιώτες στ' αλήθεια και να σαστίζουν, να πισωγυρίζουν στα καράβια τους, να πηγαίνουν από 'κει που τους έφερε ο άνεμος κι΄ακόμη παραπέρα.

Κι' απ' τον πολύ τον πόλεμο για να κλέψουν οι ξένοι την Κόρη, πέφταν οι μπάλες απ' τα κανόνια και σπάγαν τα σπίτια και γι΄αυτό είν' όλα γκρεμισμένα  σήμερα. 
Και σπάζανε τα τσουκάλια με το φαγητό και κλαίγαν οι κυράδες, μα ο πόλεμος δε σταμάταγε κι' η Κόρη έβλεπε τα καράβια να περνούν κι' ήξερε πως γι΄αυτήν γινόταν το κακό κι΄ο χαλασμός κι' έκλαιγε, μα το σπίτι είχε χοντρά ντουβάρια που πάνω τους τσακωνότανε ο Ήλιος με τις Πέτρες και τίς έψηνε να γίνουν πιό σκληρές κι' η Κόρη δεν είχε από πουθενά φευγιό κι' όλο έκλαιγε.

Μόνη παρηγοριά της ήταν το σπιτικό που τάχε όλα και τίποτα δεν τής έλειπε. Κι΄ έβαζε τα καλά της πιάτα στην όμορφη πιατοθήκη και στόλιζε το μπουφέ, σα νάταν νάρθουν οι γειτόνισσες για βεγγέρα, σα νάτανε γιορτή. 
Είχε και στο κατώι ένα βαρέλι με πεντάγλυκο κρασί, άμα ερχότανε κανείς να τονε κέρναγε, να γλυκαθεί απ΄τον δρόμο, απ΄το Έξω Κάστρο, το Μπόργο, ως εδώ. 
Είχε εκεί κι' ένα κρεβάτι, σα νάτανε να μείνει κάποιος εκεί να ξεκουραστεί κι' ύστερα να ξυπνήσει μέσ' τη μέση της νύχτας, να τηνε κλέψει απ' τους φρουρούς της, να χαθεί μεσ' το σκοτάδι, να λυτρωθεί.

 
Κι' είχε κι' ένα όμορφο τζάκι, να μαγειρέψει χίλια δυό φαγιά, να χορτάσει τους επισκέπτες, να θαυμάσουν την τέχνη της, να ζηλέψουν την αξιοσύνη της, να την θελήσουν για γυναίκα, να την πάρουν μακρυά από εδώ μέσα, απ΄τη χρυσή τή φυλακή, που ποτέ της δεν έμαθε ή κι' αν έμαθε το ξέχασε αμέσως γιατ' ήτανε μικρή, γιατί βρισκόταν μέσα' δω...



Απ' το παραθύρι της μπορούσε να βλέπει τα χωράφια που γεμίζανε καρπό, που μετά τον έβλεπε να χορεύει χρυσός μέσα στ' αλώνια, και σταφύλια και κάθε λογής χόρτο κι' ήξευρε τις εποχές και τις περίμενε απ' τις μυτούλες που έβλεπε και σκάγανε μύτη μέσα απ΄τη γή και γίνονταν ύστερα φυτά φορτωμένα με χίλια δώρα. 


Ποτές δεν έμενε ακάματη η Γη, πάντα κάτι θα φύλαε στα σπλάχνα της για τους ξωμάχους, που μοχθούσαν για νάχει ο βασιλιάς στο Μέγα Μπόργο ό,τι τράβαε η ψυχή του, ε, και να μένει και κατιτίς για αυτούς τους έρμους.

Κι' ήτανε κι' ένα σκιάχτρο για να φοβερίζει τα πετεινά τ' ουρανού, να μην έρχονται και τρώνε τον καρπό και 'κείνο το φοβότανε η Κόρη πιότερο κι' απ΄ τα πουλιά.

Μη βλέπεις που σήμερα είν' όλα ήσυχα και δεν ακούς ψυχή, πέρα απ' τα βελάσματα και τα κραξίματα των πουλιών κι' ο Ήλιος περνάει απαλά απάνω από τα βουνά...
Κάτω απ' τις πέτρες είναι κρυμμένος ο πόλεμος, θαμμένο μίσος κι' έχθρα, φθόνος για το αγαθό του αλλουνού, που αυτός ο Ήλιος μόνο έχει δεί και ξέρει πόσο κακό μπορούν να κάμουν σα θολώσει το μυαλό των αρχόντων. 

Ο Θεός του κάθε τόπου να φυλάει μη και ξυπνήσει ο πόλεμος ποτέ, γιατί μόνον αυτός κοιμήθηκε, όλα τ' άλλα είν' ακόμη ξυπνητά...
Κι' ύστερα μια μέρα ήρθε αγγελιοφόρος απ' το Έξω Μπόργο κι' έφερε μαντάτο, πως ο Άρχοντας είχε πεθάνει κι' η Κόρη έπρεπε να πάει στο Κάστρο να σταθεί πλάι στο νεκρό, να τιμήσει τον τιμωρό της, που δεν κατάλαβε ποτέ γιατί την είχε στείλει εδώ πέρα, να στερηθεί τα νιάτα της τα ίδια, να διψάσει για ένα ποτήρι νερό από του αντρός της το χέρι, να'χει ερωτευτεί τον θάνατο, τον χαμό της τον ίδιο.

Καμώθηκε η Κόρη πως λυπήθηκε για του πατρός της το θάνατο, εντύθηκε τα μαύρα, να μην την ξεχωρίζουν στο σκοτάδι, κατέβηκε στο κατώι όπου το μαύρο της άλογο μασούλαγε αργά-αργά το σανό του. 
Το ζώο γύρισε κι' είδε την αφέντρα του πρώτη φορά να του περνά το χαλινάρι, να το τραβά απαλά έξω, στο αποδοχάρι, να πιεί νερό να χορτάσει. 
Κείνο δεν ήξερε πως είχαν δρόμο για να κάμουν, μόνο χαιρόταν την κορμοστασιά που ταίριαζε στην δικιά του περηφάνια κι' έτσι, την ακολούθησε χωρίς ούτε να 'ντώσει το σχοινί.
Στο τελευταίο φως γύρισε η Κόρη κι' είδε το μικρό της το γατί και συννέφιασαν τα μάτια της, γιατί αρεσκόταν να το κρατά και να το χαϊδεύει, να το ακούει να γουργουρά στα χέρια της, να κοιμάται στην κοιλιά της και να την ζεσταίνει, να την ψευτοπολεμάει με τα βελουδένια πατουσάκια του, να τηνε γρατζουνάει λιγάκι στη ράχη της απαλάμης. "Κι' αύριο μέρα θάναι για σένα", σκέφτηκε...

...κι' έδωσε μια κι' ανέβηκε στη ράχη του αλόγου και πριν προλάβει ο φρουρός να κάμει κίχ, εχάθη στα τρισκόταδα και μόνο σαν ευρέθη μακριά γύρισε ν' αντικρύσει τη φυλακή της για τελευταία φορά. 
 
Ένα φωσάκι που εμίκραινε ολοένα κι' ύστερα τίποτα πιά...

Έμεινε η καρέκλα της άδεια και για μιάς, ένα αγιάζι παγερό μπήκε απ΄την πόρτα και στοίχειωσε το Μέγα Σπίτι και σωριαστήκαν τα στεγάδια και πέσαν τα πατώματα και ο φρουρός που είχε έρθει για να τηνε πάρει στο Έξω Μπόργο δεν πρόλαβε να κάμει βήμα, μόνο κοκκάλωσε στη μέση του μονοπατιού.


Τί απόγινε η Κόρη κανείς δεν τόμαθε ποτέ. 
Πού τράβηξε και πού εχάθη κανείς δεν τόμαθε για να το πει και στους άλλους. 
Καπετάνιος κανείς δεν την είδε να του ζητάει να την φυγαδέψει, βάρκα δεν έλειψε από κανέναν, μα κι' ούτε όρνια μαζεμένα να κάνουν κύκλους πουθενά είδε κανείς για μέρες μετά το φευγιό της Κόρης. 
Μαζί και το μαύρο άλογό της, που δεν ακούστηκε το χλιμίντρισμά του ποτέ ξανά πάνω στο νησί.

Και τώρα ακόμη, αν πας στης Κόρης τον Πύργο θα βρεις εκεί όσα σου είπα. 

Θα δεις και το μεγάλο πατητήρι για τα σταφύλια, έρημο μα όχι ρημαγμένο. 
Εκεί ζήταγε ο Άρχοντας στο Έξω Μπόργο να βγαίνει το κρασί του, απ΄τα κλήματα της γύρω περιοχής, που είν' ψηλά απ΄την θάλασσα και δεν τα πιάνει ποτές αρρώστεια κι΄έτσι είχε σίγουρο πάντα το κρασί το δικό του, μα και 'κείνο πού 'στελνε στον ιδικό του βασιλιά, πέρα, στα ξένα.


Θα βρεις φαΐ να φας μα και κρασί να πιείς, αυτοί που έχουν κατοικιό εκεί είναι φιλόξενοι και την θέλουν την παρέα κι' όλο σαν κάτι τους τραβάει κι΄είναι περισσότερο καιρό εκεί απ' όσο στο χωριό.

Και σαν αποσώσεις και φας, θα σε κεράσουνε στο τέλος δροσερό καρπούζι, που λέει ο μύθος πως ο χυμός του έχει ένα κάτι που σε κάνει να ξεχνάς, να μη θυμάσαι, μα να μπερδεύεις το πώς και το πού.

Αν τους ρωτήσεις, θα σου πουν πως δεν ξέρουν τί απέγινε η Κόρη. 


Μα 'συ κοίτα καλά πού στρέφουν τα μάτια τους σαν σου απαντούν και να ξέρεις: Από 'κει που κοιτούν, απ΄την άλλη είν΄η Κόρη".



Αφιερωμένο στον Λωράν και την Έλλη, με την ευχή να συναντήσουν κάποτε την Κόρη.

3 σχόλια:

En' Tino είπε...

Φίλε Νίκο τι όμορφες περιγραφές είναι αυτές? Δεν έχω καλύτερο έδώ στο μικρό Παρίσι της Ανατολής (Βουκουρέστι)που είμαι.
Καλημέρα

Γιακορ είπε...

Τα κείμενα αυτά αξίζουν να δημοσιευθούν σε μια έκδοση αυτόνομη. Άλλη χάρη θα έχουν να τα δεις σε ένα βιβλίο.

Ανώνυμος είπε...

Τι όμορφο κείμενο, ενθουσιαζόμουν πράγματι, τι μάγευμα...

Να ζήσεις

κωστάνζα