Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ...



Δεν έχω κάτι συγκεκριμένο να γράψω...
Απλώς ότι, ανέκαθεν φοβόμουν τα μόνιμα πράγματα, αυτά που δεν αλλάζουν ή αλλάζουν με πολύ κόπο.
Ένιωθα πάντα μια ασφάλεια με τα μη-μόνιμα, με κατασκευές και αντικείμενα που κουβαλιούνται εύκολα, που αλλάζουν θέση, που κινούνται σαν ζωντανά στον χώρο.
Και που όταν έρθει η ώρα να φύγουν, λόγω υπερβολικής χρήσης και φυσιολογικής φθοράς, να φεύγουν χωρίς πάταγο, να φεύγουν διακριτικά και να γυρίζουν στα αρχικά τους συστατικά ήρεμα και απλά.
Βλέπω τα κατοικιά στην Τήνο, τις μάντρες, τα καταστέγια, τα πατητήρια, τα αλώνια.
Δεν κρίνω εδώ την τέχνη τους ή την μαστοριά και την απόλυτη ένταξη στον φυσικό χώρο και στο τοπίο. Προσπαθώ να τα παρατηρώ όπως αποχωρούν σιγά-σιγά, χρόνο με το χρόνο και γίνονται ξανά πέτρες, χώμα, λάσπη. Χωρίς καμμιά προσβολή του χώρου, εν δυνάμει έτοιμα για περαιτέρω χρήση εάν απαιτηθεί, χωρίς ίχνος, χωρίς αυτό που θεωρώ πραγματική κόλαση, την ύβρι προς τον τόπο.
Το τσιμέντο δεν είναι ένα τέτοιο υλικό.
Ο νεοέλληνας έχει μ ια ανεξάντλητη λατρεία προς το τσιμέντο. Όχι ανεξήγητα, αφού σηματοδότησε το πέρασμα στον «πολιτισμό», τη καθαριότητα, την οικονομία χρόνου, την προϋπόθεση μιας σχετικής ευμάρειας, την ανατροπή της διαδικασίας των παλαιών.
Δεν φεύγει το τσιμέντο ποτέ από τον χώρο. Παραμένει, αφού έχει πέσει με γδούπο και πάταγο, αφού έχει απαιτήσει ειδικά εργαλεία για τον θρυμματισμό του και δεν ξαναχρησιμοποιούνται τα άμορφα απομεινάρια του.
Το νησί φεύγει κάτω από χιλιάδες τόνους τσιμέντου. Μαζί του φεύγουν και οι έννοιες αν όχι του σεβασμού, τουλάχιστον της έστω και μιάς σκέψης για εκείνους που έρχονται και περιμένουν τον τόπο για να ζήσουν.