Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Στο λιοτρίβι...


«Αντέλα! Έ, Αντέλα!», έσκυψε απ΄τα περπατιά κάτω η κυρα-Κατερίνα.
«΄Εεε..», σήκωσε το κεφάλι της η Αντέλα.
«Πού εν΄ η Λίζα μας ;»
«Στου λουτρίδ΄μι τα πιδιά, παν΄να γυρίσουν το βόλτο...», είπε η μεγάλη αδελφή. Τί μεγάλη δηλαδή, δέκα η μία και εφτά η άλλη ήτανε...
«Στου λουτρίδ;! ΄γιό πιδί, θα μ΄γυρίσ΄μεσ΄ τ΄μουτζούρα..!»

Η κυρα-Κατερίνα έψαχνε τη Λίζα απ΄το πρωί. Το συνήθιζε το Λιζάκι. Έφευγε το πρωί και γύρναγε όποτε τέλειωνε το παιχνίδι. Σε αντίθεση με την Αντέλα, που όλο γύρω απ΄το σπίτι γύριζε. Τώρα, για παράδειγμα, έπαιζε με την Μαρία την Μπουρμπουνού και την Μαρίνα της Μαριόνκας στο παλιό σχολειό, εκεί που σήμερα είναι δίπατο σπίτι με πανύψηλη αροκάρια στον κήπο. 
Χωρίζανε «σπ΄τάκια» και παίζανε. Κάθε λογής γυαλιστερό χαρτάκι ή κομμάτι από σπασμένη πορσελάνη, το μάζευαν με προσοχή και τόκαμαν για σερβίτσιο: «Έλα να σ΄κάμου καφέ, γειτόν΄σσα!», «Μιτά χαράς, γειτόν΄σσα, έλα κι΄από ΄κ΄πέρα να πιούμι τσάϊ!».

Έλα μου όμως που ο μήνας έμπαινε Οκτώβριος και το ελαιοτριβείο είχε αρχίσει να δουλεύει στο φούλ...Και δεν υπήρχε μόνον αυτό, ήταν ακόμη δύο στο Κάτω Κλείσμα κι΄ ένα στον Καρκάδο. Ήταν και καλή χρονιά εφέτος, ευκαιρία να κάνει κανείς κανένα μεροκάματο παραπάνω.

Μόλις, λοιπόν, παίρναν χαμπάρι τα παιδιά πως ο μπάρμπα-Γιωργάκης είχε ανάψει το καζάνι, έτρεχαν στο λιοτρίβι να γυρίσουν τον βόλτο ή την βίδα. Οι εληές, αφού πέρναγαν πρώτα απ΄τον χτιστό βόλτο όπου γινόταν το πρώτο σπάσιμο, έμπαιναν στις πετσέτες, στοιβάζονταν στο πιεστήριο, περιχύνονταν με άφθονο βραστό νερό απ΄ το καζάνι και πιέζονταν με την βοήθεια της βίδας για να βγεί το λάδι. 
Η φωτηά του καζανιού έκαιγε ελαιοπυρήνα στην καλύτερη περίπτωση και, στην όχι και τόσο καλή περίπτωση, βοϊδιές...

Πηγαίναν, λοιπόν, τα παιδιά να γυρίσουν το βόλτο ή την βίδα, έτσι, σαν διασκέδαση κι΄όχι για χαρτζηλίκι, αφού ούτε λεφτά περισσεύαν, αλλά, και υπήρχαν εργάτες γι΄αυτήν τη δουλειά. 
Βέβαια, όπως και να το κάνει κανείς, κάτι οι καπνιές απ΄το καζάνι, κάτι τα λάδια και η μούργα, που τα παιδιά τα διασκέδαζε ιδιαίτερα να κάθονται και να την χαζεύουν να τρέχει, έβγαιναν όλα μέσ΄ τη λίγδα απ΄το λιοτρίβι.

Τουλάχιστον, να προλάβαινε να την κάνει ένα μπάνιο πριν χωθεί στο σπίτι, αρπάξει κανένα κομμάτι ψωμί με ζάχαρη κι΄άειντε βρες την μετά. Και να γυρίζει μεσ΄το χωριό με τα λερωμένα ρούχα στο μεταξύ...

Όπως, λοιπόν, βγήκε η κυρα-Κατερίνα στην γωνία της τσατσα-Καρμέλας, νάσου και παίρνει το μάτι της την Λίζα να χώνεται στης πεθεράς της τής Αντέλας την πόρτα. Γκρούκ, έτριξε η πόρτα πάνω στο χιλιοπατημένο μάρμαρο κι΄έκλεισε κρύβοντας το παιδί πίσω της.
Γκρουκ η πόρτα δεύτερη φορά, μα μέχρι ν΄ανέβει τα σκαλιά η κυρα-Κατερίνα, άφαντη η Λίζα. Στο μεταξύ η άμια-Αντέλα, πούχε ακούσει την πόρτα ν΄ανοίγει και να κλείνει δυό φορές, βγήκε σκουπίζοντας τα χέρια της ως τον παράσταθα να δεί ποιός ανέβαινε.

«Έ, άμια, πού εν΄η ιμκρή;» κύτταξε κλεφτά η Κατερίνα πάνω απ΄τον ώμο τής πεθεράς της στην κουζίνα.
«Η Λίζα, μαρέ;», σάστισε η τσατσα-Αντέλα και βγήκε στην αυλή,
«Μα, μη μ΄κάν΄ς που δε ξέρ΄ς !» έκανε ν΄αγριέψει η Κατερίνα.
«Μα πού έν΄μαρέ η Λίζα,δεν την ίδγια απ΄του προυί...»...
«Άμια! Ισύ μ΄τη χαλάς! Όλο παστρικιά έν΄ μ΄λες κι΄ όλο μεσ΄ ζ΄ λάσπες γυρνά !»
«Μα δεν ντ΄νίδγια σ΄ λέω..!»
«Μα ιδώ ανέβηκιν, ηνταμό δεν ντ΄ν΄ίδγιες..!» έκανε κρατώντας το θυμό της η Κατερίνα και ανέβηκε τρία-τέσσερα σκαλιά προς την ταράτσα να δεί μήπως η μικρή είχε ανέβει εκεί για να γλυτώσει το πλύσιμο.
«Δεν εν ηφτού, σ΄λέου, δεν ανιβαίν΄ ηκεί...»
«Καλά...», γύρισε η κυρα-Κατερίνα και κατέβηκε τα σκαλιά φουντωμένη μή θέλοντας να δώσει συνέχεια, «καλά, άμια, μα ιγώ ντ΄ν ίδγια, δεν κάν΄ς καλά που την κρύβ΄ς...» συμπλήρωσε και φουριόζα, κατέβηκε στο δρόμο.
«Έλα, Παναΐγια μ΄, ιφτή η γυναίκα...» έμεινε να κυττάει από τα περπατιά η τσατσα-Αντέλα με αληθινή σαστισμάρα την Κατερίνα να στρίβει στη γωνία.

Και τότε, πριν προλάβει να κάνει ένα βήμα προς την κουζίνα, ένα τρίξιμο ακούστηκε από πίσω της κι΄ένα κεφαλάκι με δυό μπαγαπόντικα ματάκια έσκασε μύτη κάτω απ΄το μεγάλο κοφίνι της μπουγάδας, που στράγγιζε αναποδογυρισμένο στη γωνιά, κάτω απ΄τη θυρίδα.

«Ιδώ ίσι, μουρή κι δε μ΄λείς; Μ΄ακούς που τσακώνουμι μι ντ΄μάνα σ΄ κι δε μ΄λείς; » χτύπησε τα χέρια της στην ποδιά της η τσατσα-Αντέλα κρύβοντας με δυσκολία τα γέλια της και κάνοντας την θυμωμένη.
«Δε θέλου να μι πλύν΄, καθαρή ίμι...» βγήκε μπουσουλώντας η Λίζα απ΄το κοφίνι.
«Ήντα μουρδάρ΄κο πιδί έν΄ηφτό! Μα ποιανού ήμοιασις, μαρέ..;» κούνησε το δεξί της χέρι μ΄ανοιχτά τα δάχτυλα, δήθεν απειλητικά, προς το μέρος του παιδιού.
«Έ, γιαγιά, δε θέλου να μι πλύν΄, καθαρή ίμι...» ξαναείπε το Λιζάκι κυττάζοντας κάτω.

Τί να κάνει όμως η τσατσ΄Αντέλα, απ΄την μιά το λάτρευε το παιδί και δεν ήθελε να το στεναχωρεί κι΄απ΄την άλλη, έπρεπε να λύσει και το διπλωματικό επεισόδιο που είχε προκύψει με την Κατερίνα, την νύφη της.
Μιά και δυό παίρνει το παιδί και το πάει δίπλα στου Ζάννε, τό και τό και να μην την μαλώσει, δε θα το ξανακάνει...

Η Κατερίνα πάλι, απ΄τη μιά ήθελε να γελάσει κι΄απ΄την άλλη δεν ήθελε να δώσει θάρρος στο σκανταλιάρικο Λιζάκι.
Ζέστανε νερό, τόβαλε στο βρυσάκι, έβαλε τη μικρή μέσα στη σκάφη και μ΄ένα πανί και με μια πλάκα σαπούνι με αλισίβα άρχισε να τρίβει το λιγδωμένο κορμάκι τής μικρής, που δεν έβγαλε άχνα, ακόμη κι΄όταν τα σαπούνια μπήκαν στα μάτια της. Περίμενε τη γαλόσουπα με τ΄αστρουλάκι που θ΄ακολουθούσε και σώπαινε. 
 
Κι΄αύριο μέρα ήταν, το λιοτρίβι εκεί θα ήταν και από εληές, είχε ο Θεός...

.................................................

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΛΕΡΟ...


«Το πρωί μόλις ανοίξαμε τις τηλεοράσεις ακούσαμε ότι, οι Τούρκοι πήραν την Λέρο. Παγώσαμε, τρομάξαμε, μαζευτήκαμε...Θυμήθηκα άλλες εποχές που μας έπιανε ιερή μανία όταν κάποιος άγγιζε κάτι απ΄την πατρίδα και τώρα ούτε που τόλμαγες να πεις την λέξη. Δεν υπήρχαν πιά πατρίδες και σημαίες...

Και τώρα; Σκέφτηκα...Τώρα ποιό νησί έχει σειρά, πού θα πάνε ν΄ακουμπήσουν τα βρωμόχερά τους οι καλοί γειτόνοι και κουμπάροι..;

Είχαν βγεί στις τηλεοράσεις κι΄όλοι οι σφογγοκωλάριοι και πετάγαν τις ευθύνες στους άλλους, μα ποιός τους άκουγε...Μερικά κανάλια έβαλαν και τραγούδια του περασμένου πολέμου και στο ίντερνετ φωνάζαν όλοι πως τα έλεγαν καιρό και κανείς δεν τους άκουγε, τους είχαν στήσει στον τοίχο και τους έβριζαν πολεμοκάπηλους και ξενοφοβικούς.

Την αλήθεια δεν την μάθαμε παρά μετά από πέντε μέρες.
Οι Τούρκοι είχαν ησυχάσει για καμπόσο καιρό, μας είχαν κοιμίσει τού καλού καιρού, νομίσαμε πως δεν τους ένοιαζε πιά και μετά κάναν ένα μπραφ και πήραν το νησί. Στρατός γερός δεν υπήρχε να κάμει κάτι, ούτε αεροπορίες και ναυτικά πρόλαβαν. Οι Τούρκοι τόζωσαν από παντού και φτιάξαν έναν διάδρομο επικοινωνίας με την Τουρκία που τον προστάτευαν με κάθε μέσο. Δεν τους ένοιαζε ούτε ο Έβρος, ούτε άλλο νησί, μα αυτό που είχαν πάρει το κρατάγαν καλά σαν μωρό νεογέννητο, σαν πολύτιμο βάζο σε μετακόμιση.

Τα τζιμάνια μας φοβόνταν για την Κάλυμνο και τη Σάμο που ήταν κοντά και το βρήκαν στη Λέρο. Τα ξένα κανάλια το είχαν ρίξει τέταρτη είδηση, σαν νάρθαν δυό φίλοι επίσκεψη στο σπίτι μας...
Σαν να μην έφταναν αυτά, ξάφνου γέμισε τούρκικους ραδιοφωνικούς σταθμούς το Αιγαίο, που μιλάγαν ελληνικά και λέγαν ότι να μην  φοβόμαστε τίποτα, γιατί ο σκοπός ήταν να βρούμε μια λύση για την συνδιαχείριση του Αιγαίου κι΄όχι η κατοχή του νησιού.

Οι δικοί μας περίμεναν τους Αμερικάνους να μας πουν τί να κάμουμε. 
Λέγαν οι τηλεοράσεις, λέγαν, λέγαν, λέγαν, ένας μάλιστα έβγαλε και Τούρκο να μας μιλήσει, να μας ενημερώσει. Το μεγαλοκάναλο έγινε κέντρο ενημέρωσης του λαού, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μίλαγε μόνον εκεί. Απαγορεύτηκαν στην τηλεόραση και οι συζητήσεις με τα παράθυρα με τους ειδικούς, που παληά λέγαν όποια μπαρούφα τους κατέβαινε για κάθε θέμα. Όσο καιρό τούς εξυπηρετούσε το σύστημα το κράταγαν, τώρα, τόχαν δαιμονοποιήσει...

Τα τουρκικά αεροπλάνα έφτασαν ως πάνου απ΄την Χαλκίδα, ενώ όταν σηκώνονταν τα δικά μας, βρίσκαν το Αιγαίο μπλοκαρισμένο από συχνότητες και αντίμετρα, που δεν τους αφήναν να πετάξουν.
Το ίντερνετ έπηξε από μηνύματα φιλίας από τους γειτόνους, ενώ οι σελίδες των υπουργείων είχαν καταληφθεί από τούρκους χάκερς που πέρναγαν όποια γραμμή ήθελαν.

Στην Αθήνα τώρα, έγινε το μεγάλο ταβατούρι. 
Όπου υπήρχαν μουσουλμάνοι βγήκαν στους δρόμους και διεκδίκησαν τις περιοχές. Τί σημαίες, τι αφίσες, τί ντουντούκες διαλαλούσαν τον λόγο και το θέλημα του Αλλάχ και όλο και περισσότεροι μαζεύονταν στους δρόμους όλο και πιό αγριεμένοι. Λένε πως έγιναν πολλά εκείνες τις μέρες που δεν θα τα μάθει ποτέ κανείς. Και όλοι αυτοί έιχαν πλάτες εκείνο το κομματάκι της λεγόμενης αριστεράς, που πάντα διοικούσε τα εσωτερικά της χώρας...

Ετούτοι λέγαν πως δεν πρέπει να λειτουργήσουμε με αναχρονιστικά αντανακλαστικά και πως πρέπει να δέιξουμε ψυχραιμία μέχρι να δούμε τις αληθινές προθέσεις των γειτόνων, δεν τους λέγαν Τούρκους, τους λέγαν γειτόνους. Μαζί με τούτα, άρχισαν να σκάνε όλο και πιό πολλές τρομοκρατικές ενέργειες στην πόλη και έβλεπες νεαρούς με ρόπαλα και σιδερικά να κυνηγάνε στρατιωτικούς και αστυνομικούς μεσ ΄το κέντρο της Αθήνας.

Στις φυλακές οι εξεγέρσεις έφταναν μέχρι θάνατο και υπήρχαν ομάδες που προμήθευαν όπλα τους κρατουμένους...Έγινε χαμός..Πόσοι λιανίστηκαν από κάθε πλευρά εκείνες τις μέρες, κανείς δεν ξέρει...

Κλείσαν και τα σχολεία, γιατί τις πρώτες μέρες έγιναν πολλά επεισόδια σε βάρος παιδιών μουσουλμάνων και σε όσα έμειναν ανοιχτά, οι προοδευτικοί είχαν βάλει σκοπιές με φυλλάδια με απειλητικά συνθήματα να προειδοποιούν τους γονείς για το πώς θα φερθεί το παιδί κι΄ο δάσκαλος στην τάξη, να μην ειπωθεί τίποτε πατριωτικό, να μην θιγούν οι μετανάστες, να μην μάθουν τα παιδιά τί έγινε.

Στα σύνορα στον Έβρο δεν κουνήθηκε μύγα. Οι στρατιώτες πυροβόλαγαν χωρίς δεύτερη κουβέντα όποιον πλησίαζε στο ποτάμι ή το σύρμα. Βρήκαν μετά παιδάκια και μάνες γαζωμένα απ΄τις σφαίρες, σωρό. Κανείς δεν θεωρούνταν εγκληματίας, όλοι προστάτευαν τη χώρα. Τώρα το θυμήθηκαν...

Και πάλι είχαμε παίξει το παιχνίδι των Τούρκων, που στείλανε εκείνες τις μέρες ορδές λαθρομετανάστες, σίγουροι πως δεν θα κρατιόμασταν και θα κάναμε αυτό που περίμεναν. 
Μετά γέμισαν τα δελτία ειδήσεων σ΄ολο τον κόσμο από εικόνες και βίντεο της σφαγής, που είπαν μάλιστα πως προηγήθηκε της επίθεσης στην Λέρο κι΄έτσι, βρεθήκαμε κατηγορούμενοι να απολογούμαστε όπως οι Σέρβοι πριν από χρόνια.

Οι Ρώσοι, που τους περιμέναμε να μας σταθούν, περίμεναν στην γωνία να δουν τί θα συμβεί, γιατί στο μεταξύ στα ανατολικά σύνορά τους, είχαν ξεσπάσει ταραχές και μεγάλο μέρος του στρατού απασχολούταν εκεί. 
Οι Αρμένιοι, απ΄τους οποίους περιμέναμε έστω έναν εσωτερικό αντιπερισπασμό, είχαν να σβήσουν τις φωτιές στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ που πάλι είχαν ανάψει. 
Όσο για τους εβραίους, είχαν ήδη ξεκινήσει συζητήσεις με τους τούρκους για το κοίτασμα στα δυτικά της Λέρου.

Δεν σούπα τίποτε για τους κατοίκους και τους στρατιώτες του νησιού. Αυτούς δεν τους είχαν αγγίξει ούτε τρίχα. Τους κατοίκους τούς καλοτάϊζαν, τούς πήγαν γιατρούς και νοσηλευτές, έβαλαν δωρεάν συγκοινωνία για όποιον θάθελε να περνάει στην Τουρκία και μετά να ξαναγυρίζει και τους έκοψαν κάθε επαφή με τον έξω κόσμο, έτσι που δεν ήξεραν τί και πώς είχε γίνει. 
Νόμιζαν εκείνοι πως ήταν μέρος μιας συμφωνίας και πως αυτός ήταν και ο λόγος που περνάγανε καλά και δεν τους πείραζε κανείς.

Τούς στρατιώτες, τους έβαλαν σε φουσκωτά με νερό και λίγες γαλέτες και τους έδιωξαν απ΄το νησί, χωρίς να πειράξουν κανένα τους.
  
Μετά ζητήσαμε διευθέτηση, για να μην την πούμε συνθηκολόγηση και άρχισαν οι διαπραγματεύσεις. Οι Τούρκοι προσφέρθηκαν να καλύψουν τα νησιά που είχαν κακή συγκοινωνία, με γιατρούς και αυτά που τους έλειπαν τόσον καιρό. Ζήτησαν, μάλιστα, να γίνουν και δημοψηφίσματα σε κάθε νησί. 
Να μην στα πολυλογώ, βρεθήκαμε αγκαλιά με τους γειτόνους χωρίς να καταλάβουμε το πώς και μας μπαστακωθήκανε στο Αιγαίο και μπαίνανε και βγαίνανε όποτε ήθελαν. 

Στην Αθήνα, με την μεσολάβηση εξωκοινοβουλευτικών του κόμματος που φαντάζεσαι, αποφασίστηκε να εκκενωθεί από ντόπιους η περιοχή που φαντάζεσαι και πήγαν και μείναν εκεί όλοι οι μουσουλμάνοι της Αθήνας, γιατί και αυτός που έμενε στην Καλλιθέα ας πούμε, έβλεπε πως δεν μπορούσε πιά να κατοικήσει εκεί, φοβόταν για την φαμελιά του.
Αυτά..

Και σήμερα, άμα θέλω να πάω στο νησί, θα πρέπει να πάω με τούρκικο καράβι γιατί κι΄αυτό, το δώσαμε να το χειριστούν αυτοί.

Οι εκλογές δεν έχουν πιά νόημα, διαλέγουμε μόνον διαχειριστές των εντολών, όπως γινόταν και πάντα, μόνο που τώρα, το λένε και ανοιχτά.

Αυτά γινήκανε όσο έλειπες...»

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Η Αλέκα κι΄ο Αλέκος...

"Άκου να δείς Αλέκα μου...
 Δεν θ΄αλλάξεις ούτε το σφυροδρέπανο, ούτε την διαλεκτική σου, ούτε τα  πιστεύω σου, τουλάχιστον   όπως τα παρουσιάζεις στους ηλιθίους που σε παρακολουθούν/ακολουθούν,  ασχέτως τού πώς διάγεις τον  καθημερινό σου βίο.
 Δεν θα πάρεις πίσω τίποτε από το παρελθόν του  κόμματος, δεν θα ζητήσεις συγγνώμη για κανένα  ατόπημα και δεν θα παραδεχτείς πως μπορεί και να  φταίει το κόμμα σε κάτι.
 Εσύ, Αλέκο μου, θα συνεχίσεις να συσπειρώνεις αριστεροαπροσδιόριστους στο κομματάκι σου και θα  αναφέρεσαι για το υπόλοιπο του λαού που δεν συμφωνούν με τις θέσεις σου σαν "ρατσιστές,  ξενόφοβους, συντηρητικούς και οπισθοδρομικούς".
 Θα είσαι εμφανώς με το μέρος των εκάστοτε ταραξιών και θα καταφεύγεις στον όρο "προβοκάτσια",  όποτε κάτι πάει να πέσει στις πλάτες σου και των ομοίων σου.
 Επίσης, τρίτο και σημαντικώτερο, θα παραμείνετε κομμένοι στα δυό και ποτέ δεν θα σχηματίσετε μια  ενιαία αριστερά. Συμφωνείτε;"

 ....................................(μούμπλε, μούμπλε, μούμπλε.........σκέψεις...)........

 "Μα έτσι δεν θα περάσουμε ποτέ το 8,5% ο ένας και το 4% ο άλλος..!!!"
 "Μα, μεταξύ μας, αυτό είναι το ζητούμενο, αγαπητοί μου...!"
 "Γκουχ, χμμμ, γκουχ...! Και.. για νάχουμε καλό ρώτημα.....Τί δίνεις..;;;"
 "Κάτι περισσευάμενα για να τα διοικείτε υπογείως και αφανώς..."
 "Δηλαδή; Για καθάρισε το τζάμι να δούμε πιό καθαρά..."
 "Τα εσωτερικά της χώρας..."
 "Μόοοονο..;;;"
 "Τί, λίγα είναι; Παραχωρώ Πολυτεχνείο, μνήμη σκοτωμένων νεολαίων, δίκες τρομοκρατών, διαδηλώσεις   για οποιοδήποτε θέμα, σώματα ασφαλείας για σπίλωση, στρατό για γιαούρτωμα όπου σταθεί και όπου      βρεθεί, επαναδιατύπωση της ιστορίας όπως σας εξυπηρετεί και, το σημαντικώτερο, τον χειρισμό των    θεμάτων τών μεταναστών...Λίγα σας φαίνονται...."

 Μπά....Σαν καλά τους φάνηκαν...Τα είδαν, δεν τα υπόγραψαν, τα συμφώνησαν και όταν βγήκε άλλη  κυβέρνηση, στην πρώτη ευκαιρία τής εξήγησαν πώς έχουν τα πράγματα ...

 Και μετά έτρεχαν να βγάλουν τους μετανάστες απ΄τη Νομική...




Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Ο Γιακουμής, ο γάταρος...


“Ραμπιλίτσα, ε, Ραμπιλίτσα! Ου Φρατζέσκους ίπισιν, μουρή, μεσ΄του χουράφ΄κι δεν μπουρεί να σ΄κουθεί, φουνάζ΄πως πουνεί η μέση τ΄ !”

Η φωνή της τσατσα-Μαριόνκας πέρασε από το ανοικτό πάνω φύλλο της πόρτας, διέσχισε το σαλό και βγήκε απ΄το παράθυρο της κάμαρας στο πίσω αυλιδάκι όπου η τσατσα-Ραμπέλα άπλωνε δυό παληόπανα πούχε για την λάτρα του σπιτιού. Δεν καλοκατάλαβε τί έλεγε η φωνή, μα σαν κάτι να της φάνηκε για τον Φρατζέσκο και τη μέση του. Ανέβηκε γρήγορα-γρήγορα το σκαλοπατάκι και σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά της, πέρασε απ΄το σαλό να βγεί στα περπατιά και λίγο έλειψε να πέσει φαρδειά-πλατειά κάτω εξαιτίας του Γιακουμή , του γάταρου που είχε μαζευτεί στο σπίτι εδώ και τρείς μήνες και δεν έλεγε να ξεκουμπιστεί.

“Αααααα! Μουρδάρ΄ ! Δε νταγιαντώ πλιό, μεσ΄τα πόδια μ΄ ουλ΄ ντ΄ ν΄ώρα..!”
και σκύβοντας κάτω φώναξε “Ε! Μαριόνκα, ήντα...”

“Ου Φρατζέσκους μουρή, ίπισιν ικ΄πέρα μεσ΄ του χουράφ κι΄δεν μπουρεί. Να παρ΄ς του Ν΄κόλα ζ΄ Λίζας κι να πάς να τουν φερς, μουρή!”

“Ίπισιν; Μα ηνταμό, μουρή, ίπισιν του παλλκάρ΄ ουμ..”

Ε, όχι και τόσο παλλικάρι ήταν αλήθεια, μα η τσατσα Ραμπέλα μέτραγε τον εαυτό της με τις νέες του χωριού και δεν ήθελε να σκέφτεται τον άντρα της για γέρο.

Μιά και δυό, λοιπόν, βρήκε τον Νικόλα και τράβηξε για το χωράφι που είχαν πακτωμένο στα Ρέντια, να δεί “Ηνταμό ίπισιν ου Φρατζέσκους...”

Τον αγάπαγε τον άντρα της η Ραμπέλα, τον αγάπαγε με τον τρόπο που αγαπάνε οι μεγάλοι ανθρώποι, που δεν θυμούνται πιά αν παντρευτήκαν από προξενειό ή από τα μάτια και τριγυρίζει ο ένας τον άλλον με στοργή, σαν κομμάτι του εαυτού του.

Έτσι, μόλις γυρίσανε στο σπίτι, πήρε η Ραμπέλα το πράσινο σαπούνι και την στάμνα με το δροσερό νερό απ΄το ξυνάρι, τούπλυνε χέρια και μούρη, τούβγαλε τα χοντροπάπουτσα και έρριξε λίγο νερό στα δάχτυλα των ποδιών και τον έβαλε στο σαλό. Τούστρωσε στην μεγάλη ντιβανοκασέλα και τον βοήθησε να ξαπλώσει πριν στείλει τον Αντώνιο να φωνάξει τον γιατρό. 
Ο Γιακουμής ο γάταρος, παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την σκηνή, ειδικά στα σημεία που ο Φρατζέσκος έκαμε “Αααχχ...” ή “Ώωωωχ...” και στήριζε το ζερβό του χέρι στη μέση του.

“Ανάπαυση και ακινησία σε σκληρό κρεβάτι για πέντε ημέρες.....Ά! Και να έρθει και η Λουκία η νοσοκόμα να του τραβήξει δυό βεντούζες και τα ξαναλέμε...”

Καλά είχε κάμει το λοιπό η Ραμπελίτσα και είχε στρώσει στην σκληρή ντιβανοκασέλα του αντρού της, καλά...

Ο Φρατζέσκος δεν είχε μείνει άπραγος ποτέ ως τότε στην καματιάρα την ζωή του και του φαινότουνε λίγο παράξενο να τού τα πηγαίνουν όλα στα χέρια, μα νερό θες, μα φαγί, μα ρακί, ούλα στο χέρι, σαν κάτι αρχόντοι, πού λέν΄εκείνοι που γυρίζουν απ΄την Πόλη, πως όλα τα κάμουν άλλοι για αυτούς. Μόνο για την ανάγκη του έσερνε μέχρι το γκαμπινέττο, μα και ΄κει ακόμα η Ραμπέλα ήταν πίσω του, να τού κρατάει το σακκάκι στους ώμους, να μη τής κρυώσει. 
Ο Γιακουμής ο γάταρος έβρισκε όλο τούτο το καινούργιο πήγαιν΄έλα από κοντά. Τα μεσημέρια μάλιστα, πήγαινε και στρωνόταν στα πόδια του Φρατζέσκου και γουργούριζε φχαριστημένος. τ΄άρεσεν του Φρατζέσκου η παρέα...

Ώσπου μια μέρα, ψαράς ακούστηκε να περνάει από κα΄τω από το σπίτι: 
“Ψάααρια! Ψάαααρια! Φρέεεσκα ψάρια!” 
 Λαχτάρησε η Ραμπελίτσα κανένα ψαράκι:
“ ΄τάσου μισού λιφτό, ΄τάσου να πιάσου τουν πορτομανέ μ΄...'τάσου να χαρείς...” και με το αριστερό χέρι να ακουμπάει στον τοίχο της σκάλας κατέβηκε ένα-ένα τα σκαλοπάτια, όλα με τ΄αριστερό ποδάρι πρώτα και το δεξί ν΄ακολουθάει και βγήκε στον δρόμο.

Γκρίνιαξε στον ψαρά για την τιμή, πήρε την τυλιγμένη εφημερίδα με τις λαχταριστές γόπες κι΄ανέβηκε στο σαλό. 
Έρριξε μια ματιά στον Φρατζέσκο που τον είχε πάρει για λιγάκι, έπιασε μια πιατέλα απ΄τον μπουφέ κι΄άδειασε μέσα τα ψάρια.
“Φρατζέσκου, έ, Φρατζέσκου! ξύπνα μαρέ, ξύπνα του παλ΄κάρου μ΄.... Να, έχ΄έννοια ιδώ τα ψάρια να πάγ΄να γυρίσου του νιρό κι΄ίρχουμι.”

Μα μόλις η Ραμπέλα γύισε την πλάτη της και βγήκε απ΄την κάμαρα, νάσου καμαρωτός καμαρωτός ο Γιακουμής ο γάταρος. 
Σήκωσε την ουρά όρθια, τρίφτηκε στο ποδάρι της καρέκλας, νιαούρισε μια φορά προς τον νυσταλέο μπαρμπα-Φρατζέσκο και μεμιάς, έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε δίπλα στην πιατέλα με τα ψάρια.
Ο μπαρμπα-Φρατζέσκος γυρισμένος στο δεξί πλευρό κι΄ακουμπώντας το μάγουλο στην δεξιά παλάμη, σήκωσε φωνή: 
“Εεεε! Γιακ΄μή! φυγ΄απού ΄φτού! Φύγ΄είπα, κακοχρονάχ΄ς!”

Μα ο Γιακουμής είχε ήδη ξεχωρίσει την πιό μεγάλη γόπα και την πελέκαγε κανονικά, αδιάφορος για τις φωνές του ανήμπορου αφεντικού του.

“Ραμπέλα! Έ, Ραμπέλα!”
 ........................
“Εεεε...”
 ...................
“Ου γάτους τρώγ΄τα ψάρια, μουρή!”
 ............................
“Ήντα λες μαρέ...;”
............................
“Ου γάτους τρώγ΄τα ψάρια!”
...............................
“Ε, διώχτον!”
..................................
“Ίπιν ου γιατρός να μην δλέβγου...!”

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Και τώρα, οι δυό μας..!

«Και τώρα οι δυό μας..!», 
φάνηκαν τα δόντια μέσα απ΄το χαιρέκακο χαμόγελο και γυάλισαν τα μάτια του ΑΡΧΟΝΤΑ-ΓΑΜΠΡΟΥ της ΤΗΝΟΥ-ΝΥΦΗΣ, όταν έκλεισε πίσω τους η πόρτα των εκλογών και τα κουμπαράκια πήγαν στα σπίτια τους καλοφαγωμένα και τραταρισμένα με τις γλυκύτατες ψήφους τών άπαξ καλεσμένων στο αλισβερίσι.

Η νύφη-Τήνος ενστικτωδώς μαζεύτηκε. 
Είχε κακές εμπειρίες από παρελθόντες μνηστήρες και γαμπρούς, το σώμα της ήταν γεμάτο μελανιές, ράμματα, εκδορές, σημάδια μικρών αλλά, έκδηλων ακρωτηριασμών, ο πόνος είχε φύγει απ΄το σώμα, μα η ψυχή έτρεμε ακόμη από την γνώση τού με πόσους τρόπους είναι δυνατόν να ασελγήσει κανείς επάνω της...

Ο άρχων του βίου της για τα όσα επόμενα χρόνια ήξερε πως το θύμα δεν μπορεί πλέον να ξεφύγει. Στρογγυλοκάθησε στην φαρδειά πολυθρόνα του και την κύτταξε με βλέμμα καλοφαγωμένου λύκου μέσα σε αμπαρωμένο μαντρί. 
Δεν βιαζόταν, το πανηγύρι είχε μόλις αρχίσει και ήταν χορταστικότερο απ΄όλα τ΄άλλα, στα οποία κατά καιρούς είχε αναγκαστεί να παραβρεθεί μέχρι να αποσπάσει την συγκατάθεση των κατ΄επίφασιν συγγενών για τον γάμο.

Ήδη, σχεδίαζε με ποιούς τρόπους θα μοιραζόταν τα κάλλη και την μοναδικότητα της ομορφιάς της νύφης με τους πρόθυμους σάτυρους τών διαφόρων εξουσιών. 
Ήδη, είχε αρχίσει να διαμορφώνει την τιμή της νύν νύφης και μελλοντικής του πόρνης, για κάθε είδους απαίτηση των πελατών του.

Το μέλλον διαγραφόταν λαμπρό για το βάθος της τσέπης του, δυσοίωνο και σκοτεινό όμως, για το ράκος που θα άφηνε πίσω της η κυριαρχία του επάνω στο σώμα της άμοιρης νύφης.

Καλή χρονιά.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο προέρχεται από φίλο-επισκέπτη τής νήσου, εμπαθή, κακοπροαίρετο και  μισαλλόδοξο, που δυστυχώς λάτρεψε μόνον την μοναδικότητα του τοπίου και την ιδιαιτερότητα τής Τήνου, χωρίς να εκτιμήσει ποτέ του στο ελάχιστο τα καλαίσθητα τσιμεντόσπιτα και ενοικιαζόμενα, με τα οποία προίκισε την Νήσο η αδιαφορία (και μόνον αυτή...)των κατά καιρούς αρχόντων της.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Με τον χαλκά στο ρουθούνι....

 Μεταφέρω από το TERRA COMPUTERATA, το παρακάτω κείμενο, που συνοψίζει όλα όσα νοήμονες άνθρωποι έχουν κατά κάποιον τρόπο σκεφτεί με αφορμή τα τεκταινόμενα εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια στο ελλαδιστάν:

Ο Αμερικανός γλωσσολόγος Νόαμ Τσόμσκυ συνέταξε μία λίστα με τις 10 στρατηγικές χειραγώγησης από τα ΜΜΕ.
1. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ
Το θεμελιώδες στοιχείο του κοινωνικού ελέγχου είναι η στρατηγική της απόσπασης της προσοχής που έγκειται στην εκτροπή της προσοχής του κοινού από τα σημαντικά προβλήματα και τις αποφασισμένες από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ αλλαγές μέσω της τεχνικής του κατακλυσμού συνεχόμενων αντιπερισπασμών και ασήμαντων πληροφοριών. Η στρατηγική της απόσπασης της προσοχής είναι επίσης απαραίτητη για να μην επιτρέψει στο κοινό να ενδιαφερθεί για απαραίτητες γνώσεις στους τομείς της επιστήμης, της οικονομίας, της ψυχολογίας, της νευροβιολογίας και της κυβερνητικής. «Διατηρήστε την προσοχή του κοινού αποσπασμένη, μακριά από τα αληθινά κοινωνικά προβλήματα, αιχμάλωτη θεμάτων που δεν έχουν καμία σημασία. Διατηρήστε το κοινό απασχολημένο, τόσο πολύ ώστε να μην έχει  καθόλου χρόνο για να σκεφτεί – πίσω στο αγρόκτημα, όπως τα υπόλοιπα ζώα» (απόσπασμα από το κείμενο: Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους).
2. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΛΥΣΕΩΝ
Αυτή η μέθοδος καλείται επίσης «πρόβλημα-αντίδραση-λύση». Δημιουργείται ένα πρόβλημα, μια προβλεφθείσα «κατάσταση» για να υπάρξει μια κάποια αντίδραση από τον κόσμο, με σκοπό αυτός ο ίδιος να ορίσει τα μέτρα που η εξουσία θέλει να τον κάνει να δεχτεί. Για παράδειγμα: Αφήνεται να ξεδιπλωθεί και να ενταθεί η αστική βία ή οργανώνονται αιματηρές επιθέσεις που αποσκοπούν στο να απαιτήσει ο κόσμος νόμους ασφαλείας και πολιτικές εις βάρος της ελευθερίας. Ή ακόμα: Δημιουργούν μία οικονομική κρίση ώστε να γίνει αποδεκτή ως αναγκαίο κακό η υποχώρηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών.
3. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΔΙΑΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Για να γίνουν αποδεκτά  τα διάφορα απαράδεκτα μέτρα, αρκεί η σταδιακή εφαρμογή τους, λίγο λίγο, επί συναπτά έτη. Κατά αυτόν τον τρόπο επιβλήθηκαν τις δεκαετίες του ΄80 και ΄90 οι δραστικά νέες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες (νεοφιλελευθερισμός): ανύπαρκτο κράτος, ιδιωτικοποιήσεις, ανασφάλεια, ελαστικότητα, μαζική ανεργία, μισθοί που δεν εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα, τόσες αλλαγές που θα είχαν προκαλέσει επανάσταση αν είχαν εφαρμοστεί μονομιάς.
4. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΑΒΟΛΗΣ
Ένας άλλος τρόπος για να γίνει αποδεκτή μια αντιλαϊκή απόφαση είναι να την παρουσιάσουν ως «επώδυνη και αναγκαία», εξασφαλίζοντας τη συγκατάβαση του λαού τη δεδομένη χρονική στιγμή και εφαρμόζοντάς τη στο μέλλον. Είναι πιο εύκολο να γίνει αποδεκτή μια μελλοντική θυσία απ’ ό,τι μία άμεση. Κατά πρώτον επειδή η προσπάθεια δεν καταβάλλεται άμεσα και κατά δεύτερον επειδή το κοινό, η μάζα, πάντα έχει την τάση να ελπίζει αφελώς ότι «τα πράγματα θα φτιάξουν στο μέλλον» και ότι οι απαιτούμενες θυσίες θα αποφευχθούν. Αυτό δίνει περισσότερο χρόνο στο κοινό να συνηθίσει στην ιδέα των αλλαγών και να τις αποδεχτεί με παραίτηση όταν φτάσει το πλήρωμα του χρόνου.
5. ΑΠΕΥΘΥΝΣΗ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟ ΣΑΝ ΑΥΤΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ
Η πλειονότητα των διαφημίσεων που απευθύνονται στο ευρύ κοινό χρησιμοποιούν λόγο, επιχειρήματα, προσωπικότητες και τόνο της φωνής, όλα ιδιαίτερα παιδικά, πολλές φορές στα όρια της αδυναμίας, σαν ο θεατής να ήταν μικρό παιδάκι ή διανοητικά υστερημένος.Όσο περισσότερο θέλουν να εξαπατήσουν το θεατή τόσο πιο πολύ υιοθετούν έναν παιδικό τόνο. Γιατί; «Αν κάποιος απευθύνεται σε ένα άτομο σαν αυτό να ήταν 12 χρονών ή και μικρότερο, αυτό λόγω της υποβολής είναι πολύ πιθανό να τείνει σε μια απάντηση ή αντίδραση απογυμνωμένη από κάθε κριτική σκέψη, όπως αυτή ενός μικρού παιδιού» (βλ. Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους).
6. ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ ΠΑΡΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ
Η χρήση του συναισθήματος είναι μια κλασική τεχνική προκειμένου να επιτευχθεί βραχυκύκλωμα στη λογική ανάλυση και στην κριτική σκέψη των ατόμων. Από την άλλη, η χρήση των συναισθημάτων ανοίγει την πόρτα για την πρόσβαση στο ασυνείδητο και την εμφύτευση ιδεών, επιθυμιών, φόβων, καταναγκασμών ή την προτροπή για ορισμένες συμπεριφορές.
7. Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑ
Κάντε το κοινό να είναι ανήμπορο να κατανοήσει τις μεθόδους και τις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο και τη σκλαβιά του… «Η ποιότητα της εκπαίδευσης που δίνεται στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις πρέπει να είναι η φτωχότερη και μετριότερη δυνατή, έτσι ώστε το χάσμα της άγνοιας μεταξύ των κατώτερων και των ανώτερων κοινωνικών τάξεων να είναι και να παραμένει αδύνατον να γεφυρωθεί» (βλ. Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους).
8. ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑ
Προωθήστε στο κοινό την ιδέα ότι είναι της μόδας να είσαι ηλίθιος, χυδαίος και αμόρφωτος…
9. ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΕΝΟΧΗΣ
Κάντε τα άτομα να πιστέψουν ότι αυτά και μόνον αυτά είναι ένοχα για την κακοτυχία τους, εξαιτίας της ανεπάρκειας της νοημοσύνης τους, των ικανοτήτων ή των προσπαθειών τους.Έτσι, τα άτομα αντί να εξεγείρονται ενάντια στο οικονομικό σύστημα, υποτιμούν τους εαυτούς τους και νιώθουν ενοχές, κάτι που δημιουργεί μια γενικευμένη κατάσταση κατάθλιψης, της οποίας απόρροια είναι η αναστολή της δράσης… Και χωρίς δράση, δεν υπάρχει επανάσταση.
10. ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠ’ Ο,ΤΙ ΑΥΤΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ
Κατά τα τελευταία 50 χρόνια, η ταχεία πρόοδος της επιστήμης έχει δημιουργήσει ένα αυξανόμενο κενό μεταξύ των γνώσεων του κοινού και εκείνων που κατέχουν και χρησιμοποιούν οι κυρίαρχες ελίτ. Χάρη στη βιολογία, στη νευροβιολογία και στην εφαρμοσμένη ψυχολογία, το σύστημα έχει επιτύχει μια εξελιγμένη κατανόηση των ανθρώπων, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Το σύστημα έχει καταφέρει να γνωρίζει καλύτερα τον «μέσο άνθρωπο» απ’ ό,τι αυτός γνωρίζει τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις το σύστημα ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο και μεγάλη εξουσία πάνω στα άτομα, μεγαλύτερη από αυτήν που τα ίδια ασκούν στους εαυτούς τους.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

ΣΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ...

Σιχαίνομαι....

...τα άψυχα μηνύματα, που φτάνουν στο κινητό μου με ευχές για το νέο έτος και υγεία και χαρά...

Σιχαίνομαι αυτόν που τα στέλνει περισσότερο κι΄ από τα ταπεινότερά μου ένστικτα για κοινωνική αναρρίχηση και αναγνώριση...

Σιχαίνομαι να ξέρω πως είμαι μέρος μιας ετερόκλητης λίστας ανθρώπων, που δέχονται ένα μήνυμα "καλού-κακού" μήπως κάποτε με χρειαστούν και τους έχω ξεχάσει, μήπως θελήσουν κάτι και είμαι αρκετά μνησίκακος ώστε να μην τους κάνω το ρουσφετάκι επειδή τα Χριστούγεννα δεν έλαβα τις γλοιώδεις και ιδιοτελείς ευχές τους...

Σιχαίνομαι να ξέρω πως είμαι μέρος μιας  λίστας συμφερόντων, πως κάποιος με θεωρεί αξιόλογο για να με χρησιμοποιήσει μελλοντικά στην ανέλιξή του...


Σιχαίνομαι τον ήχο των μηνυμάτων που φτάνουν σωρηδόν από εκείνους που δεν θέλω να ξέρω, γιατί εκείνοι που θέλω, θα μου ευχηθούν όταν με δουν χωρίς να φοβούνται την χρονοκαθυστέρηση...


Λατρεύω εκείνους που μου λένε δέκα μέρες μετά την γιορτή μου "Έλα ρε, σε ξέχασα εντελώς! Χρόνια Πολλά!" χωρίς κανένα κόμπλεξ και δίχως καμμία δικαιολογία...


Και τόσο ακριβώς, σιχαίνομαι τα κεράσματα στην δουλειά την μέρα της ονομαστικής εορτής...

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...