Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Στο λιοτρίβι...


«Αντέλα! Έ, Αντέλα!», έσκυψε απ΄τα περπατιά κάτω η κυρα-Κατερίνα.
«΄Εεε..», σήκωσε το κεφάλι της η Αντέλα.
«Πού εν΄ η Λίζα μας ;»
«Στου λουτρίδ΄μι τα πιδιά, παν΄να γυρίσουν το βόλτο...», είπε η μεγάλη αδελφή. Τί μεγάλη δηλαδή, δέκα η μία και εφτά η άλλη ήτανε...
«Στου λουτρίδ;! ΄γιό πιδί, θα μ΄γυρίσ΄μεσ΄ τ΄μουτζούρα..!»

Η κυρα-Κατερίνα έψαχνε τη Λίζα απ΄το πρωί. Το συνήθιζε το Λιζάκι. Έφευγε το πρωί και γύρναγε όποτε τέλειωνε το παιχνίδι. Σε αντίθεση με την Αντέλα, που όλο γύρω απ΄το σπίτι γύριζε. Τώρα, για παράδειγμα, έπαιζε με την Μαρία την Μπουρμπουνού και την Μαρίνα της Μαριόνκας στο παλιό σχολειό, εκεί που σήμερα είναι δίπατο σπίτι με πανύψηλη αροκάρια στον κήπο. 
Χωρίζανε «σπ΄τάκια» και παίζανε. Κάθε λογής γυαλιστερό χαρτάκι ή κομμάτι από σπασμένη πορσελάνη, το μάζευαν με προσοχή και τόκαμαν για σερβίτσιο: «Έλα να σ΄κάμου καφέ, γειτόν΄σσα!», «Μιτά χαράς, γειτόν΄σσα, έλα κι΄από ΄κ΄πέρα να πιούμι τσάϊ!».

Έλα μου όμως που ο μήνας έμπαινε Οκτώβριος και το ελαιοτριβείο είχε αρχίσει να δουλεύει στο φούλ...Και δεν υπήρχε μόνον αυτό, ήταν ακόμη δύο στο Κάτω Κλείσμα κι΄ ένα στον Καρκάδο. Ήταν και καλή χρονιά εφέτος, ευκαιρία να κάνει κανείς κανένα μεροκάματο παραπάνω.

Μόλις, λοιπόν, παίρναν χαμπάρι τα παιδιά πως ο μπάρμπα-Γιωργάκης είχε ανάψει το καζάνι, έτρεχαν στο λιοτρίβι να γυρίσουν τον βόλτο ή την βίδα. Οι εληές, αφού πέρναγαν πρώτα απ΄τον χτιστό βόλτο όπου γινόταν το πρώτο σπάσιμο, έμπαιναν στις πετσέτες, στοιβάζονταν στο πιεστήριο, περιχύνονταν με άφθονο βραστό νερό απ΄ το καζάνι και πιέζονταν με την βοήθεια της βίδας για να βγεί το λάδι. 
Η φωτηά του καζανιού έκαιγε ελαιοπυρήνα στην καλύτερη περίπτωση και, στην όχι και τόσο καλή περίπτωση, βοϊδιές...

Πηγαίναν, λοιπόν, τα παιδιά να γυρίσουν το βόλτο ή την βίδα, έτσι, σαν διασκέδαση κι΄όχι για χαρτζηλίκι, αφού ούτε λεφτά περισσεύαν, αλλά, και υπήρχαν εργάτες γι΄αυτήν τη δουλειά. 
Βέβαια, όπως και να το κάνει κανείς, κάτι οι καπνιές απ΄το καζάνι, κάτι τα λάδια και η μούργα, που τα παιδιά τα διασκέδαζε ιδιαίτερα να κάθονται και να την χαζεύουν να τρέχει, έβγαιναν όλα μέσ΄ τη λίγδα απ΄το λιοτρίβι.

Τουλάχιστον, να προλάβαινε να την κάνει ένα μπάνιο πριν χωθεί στο σπίτι, αρπάξει κανένα κομμάτι ψωμί με ζάχαρη κι΄άειντε βρες την μετά. Και να γυρίζει μεσ΄το χωριό με τα λερωμένα ρούχα στο μεταξύ...

Όπως, λοιπόν, βγήκε η κυρα-Κατερίνα στην γωνία της τσατσα-Καρμέλας, νάσου και παίρνει το μάτι της την Λίζα να χώνεται στης πεθεράς της τής Αντέλας την πόρτα. Γκρούκ, έτριξε η πόρτα πάνω στο χιλιοπατημένο μάρμαρο κι΄έκλεισε κρύβοντας το παιδί πίσω της.
Γκρουκ η πόρτα δεύτερη φορά, μα μέχρι ν΄ανέβει τα σκαλιά η κυρα-Κατερίνα, άφαντη η Λίζα. Στο μεταξύ η άμια-Αντέλα, πούχε ακούσει την πόρτα ν΄ανοίγει και να κλείνει δυό φορές, βγήκε σκουπίζοντας τα χέρια της ως τον παράσταθα να δεί ποιός ανέβαινε.

«Έ, άμια, πού εν΄η ιμκρή;» κύτταξε κλεφτά η Κατερίνα πάνω απ΄τον ώμο τής πεθεράς της στην κουζίνα.
«Η Λίζα, μαρέ;», σάστισε η τσατσα-Αντέλα και βγήκε στην αυλή,
«Μα, μη μ΄κάν΄ς που δε ξέρ΄ς !» έκανε ν΄αγριέψει η Κατερίνα.
«Μα πού έν΄μαρέ η Λίζα,δεν την ίδγια απ΄του προυί...»...
«Άμια! Ισύ μ΄τη χαλάς! Όλο παστρικιά έν΄ μ΄λες κι΄ όλο μεσ΄ ζ΄ λάσπες γυρνά !»
«Μα δεν ντ΄νίδγια σ΄ λέω..!»
«Μα ιδώ ανέβηκιν, ηνταμό δεν ντ΄ν΄ίδγιες..!» έκανε κρατώντας το θυμό της η Κατερίνα και ανέβηκε τρία-τέσσερα σκαλιά προς την ταράτσα να δεί μήπως η μικρή είχε ανέβει εκεί για να γλυτώσει το πλύσιμο.
«Δεν εν ηφτού, σ΄λέου, δεν ανιβαίν΄ ηκεί...»
«Καλά...», γύρισε η κυρα-Κατερίνα και κατέβηκε τα σκαλιά φουντωμένη μή θέλοντας να δώσει συνέχεια, «καλά, άμια, μα ιγώ ντ΄ν ίδγια, δεν κάν΄ς καλά που την κρύβ΄ς...» συμπλήρωσε και φουριόζα, κατέβηκε στο δρόμο.
«Έλα, Παναΐγια μ΄, ιφτή η γυναίκα...» έμεινε να κυττάει από τα περπατιά η τσατσα-Αντέλα με αληθινή σαστισμάρα την Κατερίνα να στρίβει στη γωνία.

Και τότε, πριν προλάβει να κάνει ένα βήμα προς την κουζίνα, ένα τρίξιμο ακούστηκε από πίσω της κι΄ένα κεφαλάκι με δυό μπαγαπόντικα ματάκια έσκασε μύτη κάτω απ΄το μεγάλο κοφίνι της μπουγάδας, που στράγγιζε αναποδογυρισμένο στη γωνιά, κάτω απ΄τη θυρίδα.

«Ιδώ ίσι, μουρή κι δε μ΄λείς; Μ΄ακούς που τσακώνουμι μι ντ΄μάνα σ΄ κι δε μ΄λείς; » χτύπησε τα χέρια της στην ποδιά της η τσατσα-Αντέλα κρύβοντας με δυσκολία τα γέλια της και κάνοντας την θυμωμένη.
«Δε θέλου να μι πλύν΄, καθαρή ίμι...» βγήκε μπουσουλώντας η Λίζα απ΄το κοφίνι.
«Ήντα μουρδάρ΄κο πιδί έν΄ηφτό! Μα ποιανού ήμοιασις, μαρέ..;» κούνησε το δεξί της χέρι μ΄ανοιχτά τα δάχτυλα, δήθεν απειλητικά, προς το μέρος του παιδιού.
«Έ, γιαγιά, δε θέλου να μι πλύν΄, καθαρή ίμι...» ξαναείπε το Λιζάκι κυττάζοντας κάτω.

Τί να κάνει όμως η τσατσ΄Αντέλα, απ΄την μιά το λάτρευε το παιδί και δεν ήθελε να το στεναχωρεί κι΄απ΄την άλλη, έπρεπε να λύσει και το διπλωματικό επεισόδιο που είχε προκύψει με την Κατερίνα, την νύφη της.
Μιά και δυό παίρνει το παιδί και το πάει δίπλα στου Ζάννε, τό και τό και να μην την μαλώσει, δε θα το ξανακάνει...

Η Κατερίνα πάλι, απ΄τη μιά ήθελε να γελάσει κι΄απ΄την άλλη δεν ήθελε να δώσει θάρρος στο σκανταλιάρικο Λιζάκι.
Ζέστανε νερό, τόβαλε στο βρυσάκι, έβαλε τη μικρή μέσα στη σκάφη και μ΄ένα πανί και με μια πλάκα σαπούνι με αλισίβα άρχισε να τρίβει το λιγδωμένο κορμάκι τής μικρής, που δεν έβγαλε άχνα, ακόμη κι΄όταν τα σαπούνια μπήκαν στα μάτια της. Περίμενε τη γαλόσουπα με τ΄αστρουλάκι που θ΄ακολουθούσε και σώπαινε. 
 
Κι΄αύριο μέρα ήταν, το λιοτρίβι εκεί θα ήταν και από εληές, είχε ο Θεός...

.................................................

Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΛΕΡΟ...


«Το πρωί μόλις ανοίξαμε τις τηλεοράσεις ακούσαμε ότι, οι Τούρκοι πήραν την Λέρο. Παγώσαμε, τρομάξαμε, μαζευτήκαμε...Θυμήθηκα άλλες εποχές που μας έπιανε ιερή μανία όταν κάποιος άγγιζε κάτι απ΄την πατρίδα και τώρα ούτε που τόλμαγες να πεις την λέξη. Δεν υπήρχαν πιά πατρίδες και σημαίες...

Και τώρα; Σκέφτηκα...Τώρα ποιό νησί έχει σειρά, πού θα πάνε ν΄ακουμπήσουν τα βρωμόχερά τους οι καλοί γειτόνοι και κουμπάροι..;

Είχαν βγεί στις τηλεοράσεις κι΄όλοι οι σφογγοκωλάριοι και πετάγαν τις ευθύνες στους άλλους, μα ποιός τους άκουγε...Μερικά κανάλια έβαλαν και τραγούδια του περασμένου πολέμου και στο ίντερνετ φωνάζαν όλοι πως τα έλεγαν καιρό και κανείς δεν τους άκουγε, τους είχαν στήσει στον τοίχο και τους έβριζαν πολεμοκάπηλους και ξενοφοβικούς.

Την αλήθεια δεν την μάθαμε παρά μετά από πέντε μέρες.
Οι Τούρκοι είχαν ησυχάσει για καμπόσο καιρό, μας είχαν κοιμίσει τού καλού καιρού, νομίσαμε πως δεν τους ένοιαζε πιά και μετά κάναν ένα μπραφ και πήραν το νησί. Στρατός γερός δεν υπήρχε να κάμει κάτι, ούτε αεροπορίες και ναυτικά πρόλαβαν. Οι Τούρκοι τόζωσαν από παντού και φτιάξαν έναν διάδρομο επικοινωνίας με την Τουρκία που τον προστάτευαν με κάθε μέσο. Δεν τους ένοιαζε ούτε ο Έβρος, ούτε άλλο νησί, μα αυτό που είχαν πάρει το κρατάγαν καλά σαν μωρό νεογέννητο, σαν πολύτιμο βάζο σε μετακόμιση.

Τα τζιμάνια μας φοβόνταν για την Κάλυμνο και τη Σάμο που ήταν κοντά και το βρήκαν στη Λέρο. Τα ξένα κανάλια το είχαν ρίξει τέταρτη είδηση, σαν νάρθαν δυό φίλοι επίσκεψη στο σπίτι μας...
Σαν να μην έφταναν αυτά, ξάφνου γέμισε τούρκικους ραδιοφωνικούς σταθμούς το Αιγαίο, που μιλάγαν ελληνικά και λέγαν ότι να μην  φοβόμαστε τίποτα, γιατί ο σκοπός ήταν να βρούμε μια λύση για την συνδιαχείριση του Αιγαίου κι΄όχι η κατοχή του νησιού.

Οι δικοί μας περίμεναν τους Αμερικάνους να μας πουν τί να κάμουμε. 
Λέγαν οι τηλεοράσεις, λέγαν, λέγαν, λέγαν, ένας μάλιστα έβγαλε και Τούρκο να μας μιλήσει, να μας ενημερώσει. Το μεγαλοκάναλο έγινε κέντρο ενημέρωσης του λαού, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μίλαγε μόνον εκεί. Απαγορεύτηκαν στην τηλεόραση και οι συζητήσεις με τα παράθυρα με τους ειδικούς, που παληά λέγαν όποια μπαρούφα τους κατέβαινε για κάθε θέμα. Όσο καιρό τούς εξυπηρετούσε το σύστημα το κράταγαν, τώρα, τόχαν δαιμονοποιήσει...

Τα τουρκικά αεροπλάνα έφτασαν ως πάνου απ΄την Χαλκίδα, ενώ όταν σηκώνονταν τα δικά μας, βρίσκαν το Αιγαίο μπλοκαρισμένο από συχνότητες και αντίμετρα, που δεν τους αφήναν να πετάξουν.
Το ίντερνετ έπηξε από μηνύματα φιλίας από τους γειτόνους, ενώ οι σελίδες των υπουργείων είχαν καταληφθεί από τούρκους χάκερς που πέρναγαν όποια γραμμή ήθελαν.

Στην Αθήνα τώρα, έγινε το μεγάλο ταβατούρι. 
Όπου υπήρχαν μουσουλμάνοι βγήκαν στους δρόμους και διεκδίκησαν τις περιοχές. Τί σημαίες, τι αφίσες, τί ντουντούκες διαλαλούσαν τον λόγο και το θέλημα του Αλλάχ και όλο και περισσότεροι μαζεύονταν στους δρόμους όλο και πιό αγριεμένοι. Λένε πως έγιναν πολλά εκείνες τις μέρες που δεν θα τα μάθει ποτέ κανείς. Και όλοι αυτοί έιχαν πλάτες εκείνο το κομματάκι της λεγόμενης αριστεράς, που πάντα διοικούσε τα εσωτερικά της χώρας...

Ετούτοι λέγαν πως δεν πρέπει να λειτουργήσουμε με αναχρονιστικά αντανακλαστικά και πως πρέπει να δέιξουμε ψυχραιμία μέχρι να δούμε τις αληθινές προθέσεις των γειτόνων, δεν τους λέγαν Τούρκους, τους λέγαν γειτόνους. Μαζί με τούτα, άρχισαν να σκάνε όλο και πιό πολλές τρομοκρατικές ενέργειες στην πόλη και έβλεπες νεαρούς με ρόπαλα και σιδερικά να κυνηγάνε στρατιωτικούς και αστυνομικούς μεσ ΄το κέντρο της Αθήνας.

Στις φυλακές οι εξεγέρσεις έφταναν μέχρι θάνατο και υπήρχαν ομάδες που προμήθευαν όπλα τους κρατουμένους...Έγινε χαμός..Πόσοι λιανίστηκαν από κάθε πλευρά εκείνες τις μέρες, κανείς δεν ξέρει...

Κλείσαν και τα σχολεία, γιατί τις πρώτες μέρες έγιναν πολλά επεισόδια σε βάρος παιδιών μουσουλμάνων και σε όσα έμειναν ανοιχτά, οι προοδευτικοί είχαν βάλει σκοπιές με φυλλάδια με απειλητικά συνθήματα να προειδοποιούν τους γονείς για το πώς θα φερθεί το παιδί κι΄ο δάσκαλος στην τάξη, να μην ειπωθεί τίποτε πατριωτικό, να μην θιγούν οι μετανάστες, να μην μάθουν τα παιδιά τί έγινε.

Στα σύνορα στον Έβρο δεν κουνήθηκε μύγα. Οι στρατιώτες πυροβόλαγαν χωρίς δεύτερη κουβέντα όποιον πλησίαζε στο ποτάμι ή το σύρμα. Βρήκαν μετά παιδάκια και μάνες γαζωμένα απ΄τις σφαίρες, σωρό. Κανείς δεν θεωρούνταν εγκληματίας, όλοι προστάτευαν τη χώρα. Τώρα το θυμήθηκαν...

Και πάλι είχαμε παίξει το παιχνίδι των Τούρκων, που στείλανε εκείνες τις μέρες ορδές λαθρομετανάστες, σίγουροι πως δεν θα κρατιόμασταν και θα κάναμε αυτό που περίμεναν. 
Μετά γέμισαν τα δελτία ειδήσεων σ΄ολο τον κόσμο από εικόνες και βίντεο της σφαγής, που είπαν μάλιστα πως προηγήθηκε της επίθεσης στην Λέρο κι΄έτσι, βρεθήκαμε κατηγορούμενοι να απολογούμαστε όπως οι Σέρβοι πριν από χρόνια.

Οι Ρώσοι, που τους περιμέναμε να μας σταθούν, περίμεναν στην γωνία να δουν τί θα συμβεί, γιατί στο μεταξύ στα ανατολικά σύνορά τους, είχαν ξεσπάσει ταραχές και μεγάλο μέρος του στρατού απασχολούταν εκεί. 
Οι Αρμένιοι, απ΄τους οποίους περιμέναμε έστω έναν εσωτερικό αντιπερισπασμό, είχαν να σβήσουν τις φωτιές στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ που πάλι είχαν ανάψει. 
Όσο για τους εβραίους, είχαν ήδη ξεκινήσει συζητήσεις με τους τούρκους για το κοίτασμα στα δυτικά της Λέρου.

Δεν σούπα τίποτε για τους κατοίκους και τους στρατιώτες του νησιού. Αυτούς δεν τους είχαν αγγίξει ούτε τρίχα. Τους κατοίκους τούς καλοτάϊζαν, τούς πήγαν γιατρούς και νοσηλευτές, έβαλαν δωρεάν συγκοινωνία για όποιον θάθελε να περνάει στην Τουρκία και μετά να ξαναγυρίζει και τους έκοψαν κάθε επαφή με τον έξω κόσμο, έτσι που δεν ήξεραν τί και πώς είχε γίνει. 
Νόμιζαν εκείνοι πως ήταν μέρος μιας συμφωνίας και πως αυτός ήταν και ο λόγος που περνάγανε καλά και δεν τους πείραζε κανείς.

Τούς στρατιώτες, τους έβαλαν σε φουσκωτά με νερό και λίγες γαλέτες και τους έδιωξαν απ΄το νησί, χωρίς να πειράξουν κανένα τους.
  
Μετά ζητήσαμε διευθέτηση, για να μην την πούμε συνθηκολόγηση και άρχισαν οι διαπραγματεύσεις. Οι Τούρκοι προσφέρθηκαν να καλύψουν τα νησιά που είχαν κακή συγκοινωνία, με γιατρούς και αυτά που τους έλειπαν τόσον καιρό. Ζήτησαν, μάλιστα, να γίνουν και δημοψηφίσματα σε κάθε νησί. 
Να μην στα πολυλογώ, βρεθήκαμε αγκαλιά με τους γειτόνους χωρίς να καταλάβουμε το πώς και μας μπαστακωθήκανε στο Αιγαίο και μπαίνανε και βγαίνανε όποτε ήθελαν. 

Στην Αθήνα, με την μεσολάβηση εξωκοινοβουλευτικών του κόμματος που φαντάζεσαι, αποφασίστηκε να εκκενωθεί από ντόπιους η περιοχή που φαντάζεσαι και πήγαν και μείναν εκεί όλοι οι μουσουλμάνοι της Αθήνας, γιατί και αυτός που έμενε στην Καλλιθέα ας πούμε, έβλεπε πως δεν μπορούσε πιά να κατοικήσει εκεί, φοβόταν για την φαμελιά του.
Αυτά..

Και σήμερα, άμα θέλω να πάω στο νησί, θα πρέπει να πάω με τούρκικο καράβι γιατί κι΄αυτό, το δώσαμε να το χειριστούν αυτοί.

Οι εκλογές δεν έχουν πιά νόημα, διαλέγουμε μόνον διαχειριστές των εντολών, όπως γινόταν και πάντα, μόνο που τώρα, το λένε και ανοιχτά.

Αυτά γινήκανε όσο έλειπες...»