Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

ΣΤΟΥΣ ΜΥΛΟΥΣ

Σήμερα θα πάμε μέχρι τους Μύλους, πέρα απ΄τα Κελλιά στον δρόμο που πάει προς την Αγία Μαρίνα και το Βρυσί. Σήμα κατατεθέν της Νότιας εισόδου του χωριού, δεσπόζουν ανάμεσα Ρέντια και Αγιές και παραμένουν επιβλητικοί παρά την εγκατάλειψη και την ερήμωσή τους. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται το πλάτωμα εμπρός από τους Μύλους να χρησιμοποιείται σαν γήπεδο ποδοσφαίρου, παρά την κλίση του εδάφους. Μεγαλούργησαν τα ταλέντα των Κάτω Μερών σε ΄κείνο το γήπεδο και είχαμε περάσει άπειρα καλοκαιρινά απογεύματα παρακολουθώντας ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις, με μπόλικο αέρα που έκανε τα πράγματα ακόμη δυσκολώτερα. Οι νεώτεροι, πάλι, θα θυμούνται τον χώρο σαν χωματερή, σαν νεκροταφείο ηλεκτρικών συσκευών και αυτοκινήτων, σαν ένα σκουπιδότοπο στερεών αποβλήτων. Το καλό είναι, όπως βλέπετε και στην φωτογραφία πως ο χώρος έχει καθαριστεί πλέον και έπαψε να είναι μια ντροπή για όλους μας.
Τρείς ανεμόμυλοι λοιπόν, του Καραμελλά, του Μπενιντέ, και του Ζαχαρία Αρμάου, που είναι χαρακτηριστικά δείγματα μεσογειακών πυργόμυλων. Έμειναν σε λειτουργία μέχρι την στιγμή που μειώθηκε αισθητά η παραγωγή σιτηρών και έγινε ασύμφορη η διατήρησή τους. 
Όπως είναι φυσικό, οι ανεμόμυλοι κτίστηκαν εκεί όπου υπήρχε κατάλληλος άνεμος, τόσο σε συχνότητα όσο και σε ένταση.  Οι τοποθεσίες που συγκέντρωναν αυτές τις προϋποθέσεις, ονομάζονταν μυλοτόπια.  Πάντοτε άφηναν ανοικτό το αλεστικό μέτωπο ο καθένας του διπλανού, για να μην του κόβει τον αέρα.



Ο ανεμόμυλος είναι μια αιολική μηχανή, εκμεταλλεύεται δηλαδή την δύναμη του αέρα, και έχει οριζόντιο άξονα περιστροφής, που μεταδίδει την κίνηση με γρανάζια στις δύο μυλόπετρες. Ο πρώτος ανεμόμυλος σχεδιάστηκε από τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα το 100 μ.Χ. Ο ανεμόμυλος, για τη λειτουργία του οποίου χρησιμοποιήθηκε η αιολική ενέργεια, αποτελεί το πιο σύνθετο δημιούργημα μηχανισμού ευρείας χρήσεως της προβιομηχανικής τεχνολογίας.

Παρ’ όλ’ αυτά, η χρήση τους καθιερώθηκε κατά τη Βυζαντινή περίοδο, γνωρίζοντας ακόμα μεγαλύτερη διάδοση κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας.
Κατά κανόνα οι μύλοι στεγάζονταν σε κυλινδρικά, πέτρινα, διώροφα κτίρια.  
Διευκρινίζεται ότι η λέξη «μύλος» είναι ελληνική και προέρχεται από τον Μύλη, γιο του πρώτου βασιλιά της Λακωνίας Λέλεγα, στον οποίο η ελληνική μυθολογία απέδιδε την επινόησή του. Προστάτης των χειρόμυλων, ήταν ο ίδιος ο Δίας, που μεταξύ των άλλων του επωνυμιών, λεγόταν και «Μυλεύς».
Η κατασκευή του ανεμόμυλου, ιδίως του μηχανισμού και μάλιστα με τα μέσα της εποχής, παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες και η δαπάνη ήταν σημαντική.
Χρειάζονταν περισσότερα από 800 ημερομίσθια «ήλιο με ήλιο», μυλομαραγκών, ξυλουργών, κτιστάδων, σιδεράδων και αγωγιατών για το σύνολο της κατασκευής. Συγκεντρώνονταν 30-35 κυβικά ακατέργαστης ξυλείας διαφόρων ειδών, που τελικά έβγαζαν περισσότερα από 550 φορμαρισμένα εξαρτήματα! Η μεγάλη δυσκολία στη κατασκευή έγκειται στο ότι η ανέγερση του πύργου και η τοποθέτηση του μηχανισμού έπρεπε να προχωρούν παράλληλα, γιατί πύργος και μηχανισμός ήταν συνδεδεμένοι μεταξύ τους.
Ακριβώς κάτω από την κωνική σκεπή βρισκόταν ο άξονας...
...και το σύστημα μετάδοσης της κίνησης και γινόταν η άλεση, ενώ στον χώρο αμέσως μετά την είσοδο γινόταν η προσωρινή αποθήκευση των σιτηρών που προορίζονταν για άλεση. 
Στις Κυκλάδες ειδικά, ο μεσογειακός πυργόμυλος προσαρμόστηκε στην τοπική αρχιτεκτονική, με τη χρήση των τοπικών υλικών και μεθόδων κατασκευής.  Εδώ, εκτός από τις ξύλινες αυτές κατασκευές, βρίσκουμε εσωτερικά τόξα από σχιστόλιθο, εκφορικές κατασκευές με μεγάλες σχιστόπλακες, μικτές (εκφορικές και ξύλινες) κυρίως στη Τήνο. 
Παράλληλα παρατηρούνται παραλλαγές και της εξωτερικής μορφής από νησί σε νησί που οφείλονται στις τοπικές κατασκευαστικές συνήθειες, στη σεισμικότητα καθενός, στο είδος της διαθέσιμης τοπικής πέτρας κλπ. 
Οι δύο χώροι επικοινωνούν μεταξύ τους με μια στενή σκάλα, 
που στην περίπτωση του μύλου του Καραμελλά είναι διπλή, 
...ανεβαίνει δηλαδή δεξιά και αριστερά από το κεντρικό δωμάτιο. Στους μύλους των Κελλιών υπάρχει και υπόγειος χώρος με διαφορετικό σε κάθε περίπτωση τρόπο πρόσβασης. 
 






Τα πτερύγιά τους ήταν πάνινα, με πλάτος το 1/5 του μήκους τους και με αυτά ένας ανεμόμυλος μπορούσε να αλέσει 20-70 κιλά σιτηρών την ώρα, ανάλογα με την ένταση και τη φορά του ανέμου. 
Η κωνική στέγη «πάταγε» στο κυκλικό οικοδόμημα επάνω σε καμπύλα δοκάρια που είχαν σκαλισμένες εσοχές...
...και κάλυπταν όλη την περίμετρο σχηματίζοντας έτσι μια ξύλινη, γραναζωτή στεφάνη. 
Όταν η διεύθυνση του ανέμου άλλαζε, ο μυλωνάς έστρεφε την στέγη, στην οποία ήταν ενσωματωμένη η φτερωτή με τον άξονα, επάνω στα γρανάζια μέχρι να την φέρει στο σημείο που πετύχαινε την μέγιστη ένταση του αέρα. 

Αν πάλι ο αέρας ήταν πολύ δυνατός και η φτερωτή γύριζε πολύ γρήγορα, δίπλωνε ορισμένα από τα πανιά ή τα τύλιγε γύρω από τον άξονά τους αφήνοντας λιγότερη επιφάνεια ανοικτή. 
Διπλωμένα πανιά έδειχναν στους αγρότες πως ο μύλος δεν άλεθε γιατί δεν είχε αέρα. 
Όταν πάλι ο μυλωνάς είχε διαθέσιμο χρόνο, άφηνε ένα πανί ανοικτό, σημάδι πως ο μύλος ήταν ελεύθερος για όποιον ήθελε να πάει τα γεννήματα για άλεσμα. Είναι άραγε τα πανιά τροποποίηση των ναυτικών κατοίκων του Αιγαίου, αφού σε απεικονίσεις βλέπουμε τριγωνικά πανιά σε συνδυασμό με ξύλινες φτερωτές, ενώ σε σκαλιστή μαρμάρινη πλάκα του Χ”Αντώνη Λύτρα, βλέπουμε το 1837 στην Τήνο, ψάθινη φτερωτή..;
;
Οι δύο μυλόπετρες είναι περιμετρικά δεμένες με σιδερένιο στεφάνι για να αντέχουν στην καταπόνηση και έχουν άγρια επιφάνεια όπου οι σπόροι εγκλωβίζονται και με την περιστροφή σπάζουν σε όλο και μικρότερα κομμάτια, που εξωθούνται προς τις άκρες της μυλόπετρας, ώσπου καταλήγουν στην περίμετρο, οπότε και έχουν μετατραπεί σε αλεύρι. 
Η κάτω πέτρα έχει έναν σιδερένιο άξονα στο κέντρο, ενώ η επάνω έχει τρύπα στην μέση απ΄όπου περνάει ο άξονας τής κάτω πέτρας και στο κενό που μένει ο μυλωνάς έρριχνε λίγο-λίγο τον καρπό. 
Αλευροδοχείο
Ο μυλωνάς πληρωνόταν με αλεύρι, αναλόγως τής ποσότητας που άλεθε, το οποίο στην συνέχεια μεταπουλούσε.

Αλευροδοχείο
Στο Αιγαίο, ο ανεμόμυλος βρήκε ιδεώδεις συνθήκες για την ανάπτυξή του:
  • ανεμοδύναμη σε ένταση και συχνότητα μεγάλη
  • ύπαρξη εξαιρετικής μυλόπετρας στη Μήλο
  • λίγες βροχοπτώσεις που έφθειραν τα πανιά, τα εξωτερικά ξύλινα τμήματα του μηχανισμού, τη χόρτινη τρούλα κ.α.
Έτσι στις Κυκλάδες, υπήρχε στα τέλη του 19ου αιώνα η μεγαλύτερη πυκνότητα αλεστικών ανεμόμυλων, τόσο ανά τ.χλμ επιφανείας, όσο και ανά αριθμό κατοίκων, από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη!!! Συγκεκριμένα υπήρχαν σε λειτουργία τουλάχιστον 650 ανεμόμυλοι που σημαίνει ένας ανά 190 κατοίκους!
Στις μέρες μας, από την εγκατάλειψη, τα δώματα των νερόμυλων καταρρέουν και οι τρούλες των ανεμόμυλων διαλύονται με αποτέλεσμα να μπαίνουν τα νερά της βροχής που καταστρέφουν τους ξύλινους μηχανισμούς.  Έτσι ο ρυθμός καταστροφής επιταχύνεται. 

Εκτός όμως από τη φυσική φθορά, οι ιδιοκτήτες αποξηλώνουν τις σχιστόπλακες από τις στέγες και τα αγκωνάρια από τις τοιχοποιίες, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε νέα κτίσματα, πουλιούνται οι μεταλλικές φτερωτές για παλιοσίδερα, χρησιμοποιούνται τα ξύλινα εξαρτήματα και η οικοδομική ξυλεία για καύσιμη ύλη και σηκώνονται ακόμα και οι μυλόπετρες για να γίνουν τραπεζάκια στις βεράντες επαύλεων.  
Διαπιστώθηκε επίσης η βιαστική κατεδάφιση των μύλων από τους κληρονόμους – ιδιοκτήτες, από φόβο μήπως παρέμβει κάποια Υπηρεσία και τους χαρακτηρίσει ως διατηρητέους, ώστε να μπορέσουν να αξιοποιήσουν τα οικόπεδα.  

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Νο 1: όπου υπάρχουν γράμματα με κλίση σημαίνει ότι, τα στοιχεία που αναφέρω προέρχονται από το εξαιρετικό site

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Νο 2:Η συγκεκριμένη ανάρτηση βγήκε πολύ μεγάλη, αλλά, τα στοιχεία που βρήκα ψάχνοντας ήταν πολλά και σημαντικά.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

ΚΟΥΚΛΑ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ...

Ούτε JUMBO, ούτε τίποτε τα χρόνια εκείνα... 

Και τα παιδιά, σαν παιδιά, έπρεπε να τόχουν το παιχνιδάκι τους, να μπορούν να παίξουν. Από μικρά στον αγώνα τής οικογένειας, να βοηθούν όσο μπορούν στα χωράφια, στο άρμεγμα, στα θελήματα, να φυλάνε τα μικρότερα αδέρφια όσο οι γονείς έλειπαν στο χωράφι, να συγυρίζουν όσο μπορούν το σπίτι, να γεμίζουν τα κενά. 

Μα το παιχνίδι δεν μπορεί και δεν πρέπει να λείπει απ΄ το παιδί. 
Μένουν κουσούρια στην ψυχή όσων δεν έχουν παίξει αρκετά όταν έπρεπε ή όσων βιάστηκαν να κάνουν ότι μεγάλωσαν. Μπερδεύεται τότε η σοβαρότητα με την σοβαροφάνεια και η ζωή γίνεται λαβύρινθος απ’ όπου δεν βγαίνεις με τίποτε. 

Είναι η κατάσταση που περιγράφεται σε πολλά παραμύθια, μα πού να καταλάβουμε εμείς οι μεγάλοι πως τα παραμύθια χτυπάνε το σαμάρι για ν’ ακούσει ο γάιδαρος, λένε στα παιδιά τί να περιμένουν απ΄την ζωή, ενώ ταυτόχρονα θυμίζουν στους μεγάλους σε ποιό σημείο χάσανε το μονοπάτι.
Ουσιαστικά, όλοι παιδιά μένουμε για όλη την διάρκεια της ζωής μας, κι’ αν ακόμη αλλάζουν τα παιχνίδια μας και γίνονται τάβλι, χαρτιά, μπάλα, ρακέτες, ποδήλατο, κυνήγι ή ξέρω ‘γω τί άλλο, παιχνίδι δεν χορταίνουμε ποτέ.
Γιατί είναι στην φύση του ανθρώπου να θέλει να διασκεδάζει, να προσπαθεί να νικάει σε κάτι ανώδυνο, σε κάτι που θα του δοθεί ακόμη μιά ευκαιρία να πάρει την ρεβάνς αργότερα, όταν θάχει γίνει καλύτερος. 
Μικροί, καθημερινοί, αναίμακτοι πόλεμοι υπό κλίμακα...
...απαραίτητοι για να αφήνονται να βγαίνουν από μέσα μας όλα εκείνα τα αρχέγονα ένστικτα που η μυθολογία (το βασικό συστατικό ενός πολιτισμού) τα έχει περιγράψει σαν τέρατα με εκατό χέρια και φιδίσια κεφάλια.

Και πού βρίσκανε μια κούκλα, ας πούμε, τα κορίτσια για να παίξουν..;

"Δεν υπήρχανε κούκλες για ν' αγοράσουμε τότε. Ε, τις έφτιαχνε η γιαγιά μου η Αντέλα τις κούκλες. 
Έπαιρνε ένα κομμάτι μαλλί, το τύλιγε σ' ένα πανί και τόραβε και τόκανε κούκλα. 

Έπαιρνε κι' ο παππούς μου ο Λορέντζος μετά ένα μολύβι, το σάλιωνε για να γράφει επάνω στο πανί...
...και τής έφτιαχνε ματάκια, φρυδάκια, στοματάκι. 
Και στο τέλος έπαιρνε η γιαγιά μου μαλλί από το πρόβατο και τής έβαζε μαλλάκια."
Ε, αυτές ήταν οι κούκλες μας, τις είχαμε και παίζαμε, τους κάναμε σπιτάκια, τις ταΐζαμε."
Κι' ένα πολύ παληό ποιηματάκι για τις κούκλες:
        
                   Κούκλα μου αγαπημένη,
                      λέγε μου να σε χαρώ 
                      πώς τα πέρασες καημένη 
                      στο κουτί τόσον καιρό; 

                      Έκλαιγες μικρό κουκλάκι 
                       πλαγιασμένο στο κουτί 
                       όπως κλαίει το παιδάκι 
                       και τη μάνα του ζητεί; 

                       Νάμαι, ήρθα και σε πιάνω
                       σε κρατώ στην αγκαλιά μου 
                       στα χεράκια σου επάνω 
                       δίνω χίλια δυό φιλιά.


                       Πεταχτή απ΄το σχολείο
                       μόλις έφτασα στο σπίτι 
                       δες, ακόμη το βιβλίο 
                       στα χεράκια μου κρατώ.


Αφήγηση, κατασκευή και αναπαράσταση: Αδελαΐς Αρμάου-Παπαδοπούλου, Νοέμβριος 2012



Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ:

Μέχρι τον Άγιο Μικαέλ πήγαμε σε πρόσφατη προηγούμενη ανάρτηση, αλλά και παλαιότερα. Από ΄κει και πάνω όμως δεν σας είχα σεργιανίσει και σας πληροφορώ ότι, η περιοχή κρύβει, εκτός απ΄το ανεπανάληπτο Τηνιακό τοπίο, και αρκετές εκπλήξεις για τους περιπατητές. 
Η ανάβαση είναι εύκολη, γίνεται από δρόμους τειχισμένους που σε ελάχιστα σημεία μόνον είναι δύσβατα.
Απ΄το σημείο, λοιπόν, που οι Κελλιανοί ανέβηκαν από τον Άγιο Λευτέρη και ύστερα έστριψαν αριστερά για να πάνε στον Άγιο Μικαέλ εμείς συνεχίζουμε δεξιά και ανηφορίζουμε στο μονοπάτι έχοντας στο απέναντι βουνό, στα δεξιά μας, την Αγία Υπακοή.
Οι μυρτιές σε ορισμένα σημεία κυριολεκτικά πνίγουν το μονοπάτι και μοσχοβολάνε μόλις περάσεις ανάμεσά τους.

Ο παληός υνταγός που έφερνε το νερό από την πηγή έως το χωριό μας ακολουθεί σε όλη την ανάβαση. Μόλις βρέξει αρκετά θα γεμίσει από βρόχινο νερό και θα πρασινίσει.
Φτάνουμε έτσι γρήγορα σε μια μικρή γούρνα με πεντακάθαρο, πόσιμο νερό. Είναι το νερό που πίνουμε στα Κελλιά και που το καλοκαίρι «ενισχύεται» από το νερό που έρχεται από ‘οπίσω’. 

Γνώριμη γεύση, ενός εξαιρετικά χωνευτικού νερού με ελάχιστα άλατα (προσέξτε ότι, στα πλυμμένα σκεύη στα Κελλιά δεν μένουν ποτέ σταγόνες ή ασπρίλες από άλατα). Στα δεκαπέντε μέτρα από την γούρνα βρίσκεται η πηγή. Κλεισμένη σε μικρό οικίσκο, που έχει επάνω του την πινελιά του μάστορα, που θέλησε να ομορφύνει, όσο γίνεται, την άσχημη εικόνα της κατασκευής με την αλουμινένια πόρτα βάζοντας δύο απλά διακοσμητικά στοιχεία. 
Θυμάμαι ότι, πριν αρκετά χρόνια που η πηγή ήταν ανοικτή, έβρισκα πολύ εντυπωσιακό το θέαμα της άμμου που αναταραζόταν διαρκώς από το νερό που πήγαζε από κάτω, από τα έγκατα του βουνού.

Τώρα, εάν κάποιος που έχει έρθει ως την πηγή γυρίσει και κυττάξει ανατολικά, θα δει ένα έρημο κτίσμα χωρίς οροφή.

Η απόσταση είναι μικρή, όχι πάνω από εκατόν πενήντα μέτρα και το μονοπάτι εύκολο. Αρχίζουμε να περπατάμε λοιπόν, προς τα εκεί, βγαίνουμε στο μονοπάτι με την γούρνα στ΄αριστερά μας και συνεχίζουμε προς το βουνό.
 Οσο πλησιάζουμε το κτίσμα αρχίζει και παίρνει μορφή. 
Οι πιό υποψιασμένοι θα έλεγαν πως πρόκειται για εξωκκλήσι εφ΄ όσον είναι κτισμένο επάνω σ’ έναν βραχώδη σχηματισμό, ακριβώς στην κορυφή τού σχεδόν επίπεδου λόφου, αγνοώντας τον άνεμο που το γδέρνει κυριολεκτικά. 
Από κοντύτερα φαίνεται πως το οίκημα έχει μια κεντρική πόρτα στην βορειοδυτική πλευρά και ένα μικρό παράθυρο στο πλάι. Μάλλον, λοιπόν, για εκκλησάκι πρόκειται.
Το ερείπιο, παρά την κακή του κατάσταση, αποπνέει μιαν αρχοντιά. 
Ίσως είναι η θέση του, το χτίσιμό του ή ίσως πάλι, το ότι με το που πλησιάζει κανείς την είσοδο βλέπει στο εσωτερικό τον βόλτο του βήματος και αντιλαμβάνεται πως πρόκειται για ξωκκλήσι. 
Οι γκρεμισμένες εκκλησίες καταφέρνουν να κρατάνε πάντα μεγάλο μέρος από την αίγλη που είχαν κάποτε. 
Πάντως, δίνει έντονα την εντύπωση ότι στα νιάτα του θα πρέπει να δέσποζε στην περιοχή.

Στην παρακάτω φωτογραφία θα δείτε υπολείμματα σακκιών με άμμο οικοδομής και χαλίκι.
Πρόκειται για ό,τι απέμεινε από μια προσπάθεια του πατέρα-Αντώνη να αναστηλώσει τον Άγιο Γεώργιο, γιατί γι΄αυτόν πρόκειται. 
Η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε για λόγους που ξεφεύγουν από τους σκοπούς της ανάρτησης. Έτσι, μέλη σαν και αυτό που φαίνεται εδώ, έμειναν να τα τρώνε ο αέρας και η βροχή. 
Μήπως κάποια στιγμή θα πρέπει να συντονιστούν οι κατάλληλοι άνθρωποι και να στήσουν το εκκλησάκι στα πόδια του; Και ποιός θα έλεγε όχι σ' έναν έρανο για να μαζευτεί το απαραίτητο ποσό, ειδικά τώρα που ο Σύλλογος έχει δραστήριους ανθρώπους και ποιός θα έλεγε πως προτιμάει να αφήσει τον Αη-Γιώργη στο χάλι που είναι μέχρις ότου ο καιρός το κάνει θρύψαλλα..;

Εμείς όλοι κάποτε θα φύγουμε...
...μα υπάρχουν πράγματα που τα χρωστάμε στον τόπο που μας γέννησε και μας μεγάλωσε.

Για σκεφτείτε πόσο καλή διαφήμιση θα ήταν για το χωριό μας μια προσπάθεια αναστήλωσης που θα την κάλυπταν όλα τα μέσα σε όλα τα στάδια τής προσπάθειας...

Τέλος πάντων... Προχωράω παραπάνω...

Για να έρθουμε ως εδώ, χρειάστηκε σε κάποιο σημείο να αφήσουμε το ανηφορικό μονοπάτι και να σκαρφαλώσουμε στην μάντρα, αφού δεν υπάρχει διακλάδωση που να οδηγεί έως εδώ. Ξαναγυρνάμε λοιπόν στο μονοπάτι και συνεχίζουμε την ανάβαση. 

Δεν γίνεται αλλιώς, σε τραβάει το βουνό να τ’ ανέβεις, σε μαγνητίζει. Ο δρόμος έχει μαρμάρινα σκαλοπάτια σε μικρά διαστήματα, πράγμα που κάνει την ανάβαση παιχνίδι.
Σε αντίστοιχης κλίσης μονοπάτι επάνω από την Αγία Υπακοή τα σκαλοπάτια είναι από σχιστόλιθο και με μεγαλύτερο ύψος βήματος. 
Σε μερικά σημεία η στήριξη του δρόμου έχει πέσει. Από τον τρόπο που είναι στιβαγμένες οι πέτρες γίνεται ξεκάθαρο ότι, το βουνό κάποτε θα πρέπει να κατέβαζε πολύ, μα πραγματικά πολύ νερό και για μεγάλο χρονικό διάστημα, που σε κάποια στιγμή θα παρέσυρε και το μονοπάτι.
Δείτε την καταβόθρα που έχει σχηματιστεί ...

...και τον απίστευτο σχηματισμό σ’ ένα γύρισμα του μονοπατιού.
Κρατάω την υπόσχεση του Γιάννη του Θωμά (που μου είπε και το όνομα της εκκλησίας) πως θα με φέρει εδώ πάνω να μου δείξει τα ερείπια άλλης μια εκκλησίας, της Αγίας Μαρίνας, ρίχνω μια ματιά κάτω χαμηλά, στον Άγιο Νικόλα...
 ...και βλέποντας τις ασκέλες θυμάμαι τον Νικόλα να μου λέει:
 «Δεν θα σύρει νερό ο ποταμός εφέτο. Δεν φουσκώσαν καλά οι ασκέλες...»