Κυριακή 15 Μαΐου 2011


Χειρόγραφο παληό, φθαρμένο,
από το Μέγα Κάστρο μαζεμένο

a.d. 1543



TO TΡΑΠΕΖΙ ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ

Για ένα τραπέζι στην ταβέρνα
εχτές το βράδυ στήθηκε καυγάς.
Σε ποιόν ανήκε τέλος πάντων
το τραπέζι στην γωνιά σιμά στο παραθύρι…

Ο ένας είπε ‘πρώτος τόδα’
ο άλλος ‘ πρώτος ήρθα’
ο τρίτος ‘ πρώτος ήμουν.’
Ακούνητο εκείνο τους εκύτταε
-κυττάνε τα τραπέζια..;-
λερό τραπεζομάντηλο ντυμένο
π’ απάνω χέρι θυμωμένο
ο εκάστοτε ομιλητής εκτύπαε.


Χορόν αστείο τα ποτήρια, τα μαχαίρια, τα λοιπά
των παγεμένων τώρα δα εστιασθέντων
είχαν αρχίσει με ρυθμό
των διεκδικούντων το θυμό.
Κουδούναγαν σαν φόντο στις φωνές,
που, ποιόνα λόγον είχαν, λές..;
Τίνος θα ήταν τελικά το τραπεζάκι στην γωνιά…

Για ένα τραπέζι λέω, στην ταβέρνα
οπου στήθηκε καυγάς...

Βάλε κρασί κόκκινο, κέρνα,
να σου τελειώσω, να σου πω.
Θα τόχεις δει το καπηλειό
στον πάνω δρόμο της πέρα γειτονιάς.

Κάθεται ο ένας σαν πασάς
και παραγγέλνει μές την μέση του καβγά,
του ταβερνιάρη αγριεύει ό άλλος
και παρακεί γελάει ο πονηρός ειρωνικά,
που περιμένει τον δραγάτη
με το καμτσίκι του πελάτη και πελάτη
εξω να πετάξει , αφού στα δύο τους χωρίσει.
κι’ αυτός, λύκο θαρρώντας εαυτό του,
χαρά η αναμπουμπούλα , για καλό του,
να στρογγυλοκαθίσει.


Όπως καθόμαστε καλή ώρα εδώ πέρα
κι’ ο λύχναρος σπιθάκια μας πετά,
λάδι – νερό δεν κανει στο λυχνάρι,
ξερνάει και το φυτίλι το χαλνά-
έτσι λογάκια οι τριγύρω εσπιθήσαν
στην παύση μέσα του καβγά
και πριν προφτάσουν έτσι το κεφάλι τους να κάνουν
και ντροπιασμένοι τους τριγύρω τους να ιδούν
στρεφουν στον τρίτο
και με λόγια στον καβγά τους τον τραβούν.

Ο ένας με δυό πιο σκληρά
τα λόγια πρέπει νάχει,
για ό,τι κι΄αν τού λάχει
σαν το μαχαίρι ν΄ακονά..

Σα τώρα δα
πώς σου μιλώ και ‘σύ μ’ακούεις
και αντιρρήσεις σ’ ό,τι λέω
η περιέργεια δεν σ’ αφήνει ν’ αντικρούεις,
ετσι σαν όπλο την κουβέντα πρεπει να λογάς
και σαν σου τύχεται καβγάς
΄κει που πονά ο άλλος να πετάς.

Πέταξε ‘κείνος δυό κουβέντες
στους μόλις σύμμαχους φτιαγμένους:
«Σπίτι σου’ ειπε στον μικρό ‘να πάς’
κλίνη με νιά γυναίκα
με σκέρτσα και τερτίπια μόνο
δεν κρατάς».

«Τράβα στον γυιό σου,’ λέει στον άλλον
στο παραδίπλα καπηλειό,
κύρηγμα για τον οίνο να του κάνεις
και σαν αντίρρηση σου φέρει
τον σκούφο σου τον βγάνεις
και τ’ αλατιού τον κάνεις στο λεπτό.»

Μα ως πόσην ώρα σου μιλώ
στην αγορά θα πρόφταινα να πάω
να βρώ ένα άλλο καπηλειό
και το κρασί μου ήσυχα να πιώ.

Έτσι εγροίκησαν οι άλλοι στην ταβέρνα
κι’ απ’ το γλυκό το βαρελίσιο και το χύμα
προτίμησαν να φύγουν
μαζί κι’ από την αφορμή
μιάς και κοντά της πάει, κατά πως λένε,
και το κρίμα.

Σταμάτησες κρασί στην κούπα μου να χύνεις...
Δώσε, τι φεύγω στο λεπτό
και μ’ απορία κι’ αγωνία θε να μείνεις.

Πιάνει ο ένας μια μπουκάλα.
Ο άλλος βγάνει από το τζάκι την μασιά.
Μα ο φαρμακόγλωσσος
κάμα στα μούτρα τους τραβά.
Κανείς τους τώρα δε νογάει
μεζέ να δώσει στα σκυλιά
τα ιδικά του σωθικά.

Κι’ όλ’ αυτά;
Για το τραπέζι στην γωνιά…

Δεν είναι δα να κάτσεις σιμά στο παραθύρι
ιδιαίτερη ευτυχία…
Κρύο θα βάζει και βροχή
και το αγιάζι θα σκεπάζει του κρασιού την ευωδία.

Μα ποιος θυμόταν τώρα πιά
πώς ξεκινήσαν όλ’ αυτά…
Και όπως σούλεγα προτού,
αδεια τραπέζια να διαλέξεις
αφήκαν σα σκληρύνανε οι λέξεις
θαμώνες που τραβήξανε γι’ αλλού.

Μάτια ποιος είχε για να δει
πως δεν υπήρχε πλέον αφορμή…

Σε μάκρος πήγε και δεν κάνει,
εξ’ άλλου το κρασί δεν φτάνει.
Τέλος να δίνουμε ώρα είναι
και δίδαγμα να βγάλουμε απ’ αυτά.
Το τι κατάλαβες θα πεις,
θα πώ κι’ εγώ
και στο τραπέζι τούτο ‘ δω
αύριο κουτσοπίνουμε ξανά.

Στους ίδιους κρίκους και στο ίδιο το κελί,
για να φιλιώσουν ή να φαγωθούν μεσ’ το σκοτάδι
στου υπογείου την ησυχία την υγρή
πετάξανε,
παραδομένους στου «γιατί» το χάδι΄
που ξεθυμαίνει την οργή,
και ράκος τους ανθρώπους κάνει
σαν μια βλακεία έχει τους λερώσει την ψυχή.

Άμα θα βγουν σου λεώ τι γενήκαν,
αμα φιλιώσαν ή άμα φαγωθήκαν.
Μα ΄κείνο πού’ νιωσα
και θέλω να σου πώ
με λίγα λόγια
είν΄αυτό:

Του ταβερνιάρη το τραπέζι ήταν μόνο
και ‘ γω σου λέω πως με τον χρόνο
οταν αλλάξει αφεντικό το καπηλειό
ούτε και ‘ κείνου πλέον θα ανήκει.
Τα πράματά του, τα εργαλεία , τα λεφτά
χέρια θ’ αλλάξουνε κι’ αυτά.
και το τραπέζι,
οχι στα σκουπίδια,
-το ξύλο ζέστη μέσα κρύβει
κι’ ας είναι και φθαρμένο-
μα στου τζακιού τα’ αποκαϊδια
σε φλόγες θα’βρεις τυλιγμενο.
Και τότε, σαν το κούτσουρο
στο τζάκι του μαγέρικου θα δεις
γελώντας, σε καλό σου,
στους νοματαίους που τριγύρω θα κυττάνε
μες΄από γέλιου μεθυσμένου δάκρυα θα πεις…
Για τούτο ΄δω στην φυλακή κλειστήκαν τρεις...


Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Αφήγηση Νικολάου Ζαρμπάνη (μέρος 1ο)


Το παρακάτω κείμενο, όπως και οι συνέχειές του, προέρχεται από απομαγνητοφώνηση συνομιλίας με τον κύριο Νίκο Ζαρμπάνη, κάτοικο Κελλίων (Καλλονής) Τήνου. Είναι μέρος μιας ελάχιστης προσπάθειας να διασωθεί ό,τι είναι δυνατόν, τόσο από την ιστορία του τόπου, όσο και από το γλωσσικό ιδίωμα τής περιοχής, που θεωρώ σημαντικότερο απ΄οποιοδήποτε λεξικό. Θεωρώ ότι, η γλώσσα των Κάτω Μερών είναι πολύμορφη, πλούσια και ποιητική στην εκφορά της. Δυστυχώς, ο γραπτός λόγος δεν είναι σε θέση να αποδώσει την ροή της ομιλίας.
Να σ'πω τα μέρ΄που λεγόντι διαφορετ΄κά, γιά να σ΄πω το Πάσχα, που περνούσαμε με κρ΄θαρένια αλεύρια, αλωνεύγαμε, γυρνούσαμι τους μύλους ν΄αλέσουμε το κριθάρ΄για νάρθει η Παρασκιβγή να ζ΄μώσ΄η μάνα μας...
Τριγυρίζαμε απ΄τον ένα μύλο στον άλλο.
Είχε μύλο εδώ σ' Μύλ΄, είχιν πολλοί μύλ΄.
Ήταν τ΄ σχωρεμέν τ΄ Καραμελά, ο άλλος τ΄ σχωρεμέν τ΄ Μπινιντέ κι΄ ο άλλος τ΄ σχωρεμέν΄ τ΄ Μπάρμπα Ζαχαριά τ΄ Μάρκα..
Τ΄καραμελά κι΄απάνω σ΄ν Ασσούντα πόνε.
Ο άλλος ήταν τ΄ Μπαλαρή, άλλος ήταν πιό κάτω στ΄Ατζέμ΄, ο Μάρκος τ΄ Ατζέμ΄.
Ο άλλος ήταν ΄πέναντι στ΄ Πόντε, άλλος ήταν στ΄ Χουρλάκ΄, έν΄ που πάμε στ΄ν Κολυμπήθρα απ το πάνω μέρος που έν΄ ένας μύλος.
΄Υστερα ηταν νερόμυλος στ΄ν Περάστρα , ναι αμέ, έλεθε, όταν τον χειμώνα τέτοια εποχή είχε νερά είχειν δύο στ΄ν Περάστρα.
Ήταν, ποιός ήταν.... ήταν... ο Μπελώνης ο σ΄χωρεμένος κι΄ήταν κι ο Μπαλαής.
Τα τώρα πεθάναν, πεθάναν κι χαλαστήκαν ούλα...

Αυτοί που ήταν στον νερόμ΄λο ερχόνταν στα χωριά με τα γαιδουράκια κι φέρναν τ΄αλεσμένα και πέρναν το κριθάρ΄ για να τ΄αλέσουν στ΄ν Περάστρα κι΄από κει το πέρναμε και κρατούσαν αμέλια, δε θ΄μάμαι πόσο κρατούσαν..,δε θ΄μάμαι πόσο κρατούσαν, δυό κιλά, τρία κιλά, ήταν με σ΄ οκάδες τότε, ήταν γιά δγυό, γιά τρεις οκάδες.

Ύστερα ήταν η φάμπρικα.
Εδώ δίπλα στ΄ Μωυσή, που ΄ταν τ΄ σχωρεμέν΄ τ΄ μπάρμπα Γιαννουλάκ τ΄ Μάρκαρου, ήταν η φάμπρικα.
Ήταν ένα μεγάλο δοχείο κ΄ ίτριχιν το νερό μέσα και πήγινην μεσ΄τα μ΄χανήματα.
Κι΄δω αλεύρια πάλι κάνανε. Κοψό, για την πανούκλα τι κοψό κάν΄ ο καρπός, κάν΄ κοψό.
΄Εν΄ ενα κόκκινο κι σι τρώει όλο το σώμα σ΄.
Έιναι ένα μικρόβιο κόκκινο-κόκκινο, ψιλό κι΄ίσα-ίσα το βλέπ΄ το μάτι σου, κοκκινίζει κι το κάν΄ το κριθάρ΄.
Κι απλώνει κι πάει στο σώμα σ΄ κι σι τρώει να πα να τρελλαθείς, αμέ...
Πού να τα θυμάμι κι ούλα... 

Όταν βάν΄ς κριθάρ΄ μεσ΄ τ΄ άχερα, βάζαμε κριθάρ΄,  τα κρούβγαμι στ΄ άχερα γιατί τα κλέβγαν τότε.
Ιγώ έβαζα πάντα μεσ΄ τον αχεριώνα μου κριθάρ΄.
Έτυχε να βάλω τρία, τέσσερα τσουβάλια, για να μην τα κουβαλάω ΄δω, ήφερνα ΄κείνα πούθελα για ΄δω κι τ΄άλλα τα ΄βανα μέσα στ΄ άχερα, τά΄ βανα μεσ΄ τ΄ μεσ΄ κι ύστερα ξετρούπωνα ένα-ένα τσουβάλ΄ κι τούπιρνα κι τόφερνα, το κοσκινίζαμε, γιμώζαμ΄ εδώ τα μπαούλα, τα κουρούπια, ν΄αμέ, μί κριθάρ΄ ζούσαμι τότε , ' κεινα τα χρόνια όλο κριθάρ΄. Μ΄γαδερό αλεύρι λέγιτι. 

Μετά μαζέβγαμι σύκα, τώρα ποιός σ΄ορνεί σ΄ συκιές, ποιός έχει σύκα, κανένας...
Τότε μαζέβγαμε σύκα, κουρούπια για να ΄χουμε να τρώμε το χ΄μώνα. Βάζαμε όσπρια, φασόλια, απ΄όλα βάζαμε. ΄Ολο το χρόνο να τρώμε. Δεν υπήρχαν λεφτά. Πού ΄ταν τα λεφτά τότε, τότε ήταν οι πολέμ΄....

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Το playstation που σκότωσε τον Βασιλιά...


Θυμάστε το παραμύθι «Τα Καινούργια Ρούχα του Αυτοκράτορα»; 
Όπου δύο επιτήδειοι εκμεταλλεύονται την μανία ενός άρχοντα για όμορφα ρούχα και τον αφήνουν ξεβράκωτο να παρελαύνει εμπρός στους υπηκόους του, χωρίς κανείς να παραδέχεται ή να τολμάει να αναφωνήσει την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ο βασιλιάς είναι γυμνός, εκτός από ένα μικρό παιδί που βρίσκεται στην παρέλαση..; 
Οι υπόλοιποι είναι όλοι πεπεισμένοι πως, τα ανύπαρκτα στην πραγματικότητα, ρούχα δεν μπορεί να τα δεί όποιος δεν είναι έξυπνος... Και αφού όλοι θέλουν να λογίζονται με τους έξυπνους, δεν βγάζουν τσιμουδιά...

(Για όποιον θέλει να θυμηθεί το παραμύθι : http://www.paramithia.net/and3.html )

Σας θυμίζει κάτι..; Υπήρξε σ΄αυτήν την χώρα που έχουμε την τύχη να ζούμε, παρόμοια περίσταση ; Μάλλον, και κράτησε καμμιά εικοσιπενταριά χρόνια...

Θέλετε να πάμε τώρα και σε μια παραλλαγή του παραμυθιού;

Αυτήν την φορά, το παιδάκι είναι απασχολημένο να παίζει playstation κι΄έτσι δεν βρίσκεται κανείς να φωνάξει «Ο βασιλιάς είναι γυμνός !!!». 

Οι χαχόλοι γυρίζουν σπίτια τους, ευχαριστημένοι που προσμετρώνται στους έξυπνους, ο βασιλιάς, αν και συναχωμένος,  γυρίζει τρισευτυχισμένος στο παλάτι, βέβαιος ότι τους κορόιδεψε όλους και δεν τον πήραν χαμπάρι, ή και αν τον πήραν χαμπάρι, κάποιον λόγον έχουν που δεν το λένε, και όλοι κρύβονται απ΄τον εαυτό τους πρώτα και από τους άλλους μετά. 

Οι δύο απατεώνες παραμένουν στην υπηρεσία τού αυτοκράτορα και, αφού βρίσκουν πρόσφορο έδαφος, αποφασίζουν να το εκμεταλλευτούν. 
Προτείνουν, λοιπόν, στον αυτοκράτορα να τού υφάνουν εξ΄ίσου όμορφα παπλώματα και κουβέρτες για το βασιλικό κρεββάτι.

Και ο βασιλιάς πέφτει αναγκαστικά στην παγίδα... 
Χρυσοπληρώνει καλύμματα που όχι μόνον θα τον αφήσουν ξεσκέπαστο, αλλά και θα τον φέρουν στο χείλος του θανάτου με τα πρώτα κρύα...

Οι δυο απατεώνες σιγά-σιγά κλείνουν τον κλοιό γύρω από τον βασιλιά, που δεν μπορεί να αποφύγει πλέον το δυσάρεστο. 
Όσοι καταλαβαίνουν τους σκοπούς των δύο απατεώνων και πάνε να αποκαλύψουν το σκοτεινό σχέδιο, γίνονται με τρόπο συνεργάτες της πονηρής κλίκας και συμμετέχουν όπως μπορούν με αντάλλαγμα οφίκια και αξιώματα. 
Μετά από λίγο καιρό, όλοι επιθυμούν τον θάνατο του βασιλιά και κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να συντομευθεί.

Ο βασιλιάς πεθαίνει και ανεβαίνουν στην εξουσία οι δύο απατεώνες, διορίζοντας στις θέσεις που είχαν υποσχεθεί, όλους όσους τους είχαν βοηθήσει.

Όλα πάνε καλά και όλοι πλουτίζουν εις βάρος της έρημης χώρας.

Ως την μέρα, που οι δύο απατεώνες αποφασίζουν και διατάζουν ότι αυτοί θα διαλέγουν σε ποιόν θα ράβουν παπλώματα από ΄δω και στο εξής...

Αυτά, καλά μου παιδάκια ! 

Ξανακοιμηθείτε τώρα, γιατί όλο το παραπάνω, είναι η πραγματικότητα που ζούμε και όχι κάποιο παραμύθι ή όνειρο...

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Για όλους εκείνους που έφυγαν...

Για όλους εκείνους που έφυγαν και δεν φαντάστηκαν ποτέ πως οι επόμενοι θα παραδώσουν με τόσην άνεση στα δόντια των εκσκαφέων τον κόπο τους, τον ξενητεμό και τον πόνο τους, ανεβάζω τις παρακάτω φωτογραφίες.

Πρόκειται για το διαβατήριο ενός Κελλιανού (ακόμη και το όνομα του χωριού σαρώθηκε στην συνέχεια...) που ξενιτεύτηκε με την γυναίκα του για να μπορέσει να ζήσει και να στείλει πίσω στο χωριό κάτι, να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του τόσο η οικογένειά του, όσο και ο τόπος του.

Για λόγους διακριτικότητας έσβησα το επώνυμο, αλλά, άφησα τα πρόσωπα, γιατί φαίνονται μέσα τους ξεκάθαρα ο πόνος, η αγωνία, η κουρασμένη ελπίδα και όλα όσα τα δικά μας πρόσωπα, των καλοταϊσμένων και πολυχορτασμένων, δεν θα μπορέσουν να αντανακλάσουν ποτέ...

Η πρώτη στάση είναι στην Σμύρνη και ακολουθούν τα υπόλοιπα ταξίδια.


Όλοι οι άνθρωποι της γενιάς αυτής που γύρισαν, έφεραν μαζί τους όχι μόνον χρηματική και υλική περιουσία, μα και πολιτισμό, για τον οποίο εμείς οι υπόλοιποι δικαιούμαστε να είμαστε περήφανοι, αν και απολύτως αμήχανοι απέναντί τους.
Βλέπεις, τα SUV  δεν μπορούν να κρύψουν την έλλειψη αξιοπρέπειας, ούτε και να καλύψουν τα κενά προσωπικότητας που χάσκουν μέσα μας...
 "Εθεωρήθη δια την μετάβασίν του εις Ελλάδα. Εν Σμύρνη τη 12 Μαΐου 1928. Ο πρέσβης...."


Αυτωνών τα χωράφια, τις παραγκεριές, τα κατοικιά, τις γαίες, τις αγορασμένες με κόπο και πόνο μακρυά απ΄τον τόπο τους, ξεπουλάμε εμείς σήμερα για να χτιστούν νοικιάρικα της συμφοράς με θέα στην θάλασσα και με αδιαφορία για την ενδοχώρα, για να πληθαίνουν σαν αμάζευτες κουράδες τα REAL ESTATE και τα μεσιτικά γραφεία, που εκδικούνται τον τόπο για την φτώχεια και την ερήμωση που τού επεφύλαξαν οι πολιτικές των εξήντα τελευταίων χρόνων...
Την καλημέρα μου σε όλους όσους αγόρασαν σπίτι-φάντασμα με θέα στην θάλασσα για τριάντα μέρες τον χρόνο, ξεχνώντας τις υπόλοιπες τριακόσιες τριάντα πέντε σε ποιό ακριβώς νησί βρίσκεται το απόκτημά τους...






Πανοραμικές φωτογραφίες, Απρίλιος 2011

Μια πανοραμική από Της Κόρης Τον Πύργο...

 Άλλη μια από τα Κελλιά, με την αντάρα να έχει σκεπάσει την Αγία Υπακοή...
Και τέλος, μία από το λαγκάδι του Μαραγκού, στης Κόρης τον Πύργο....

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Το άδειο σκαμνί...


Βρέθηκα στο υγρό κελί. 
Ήταν καθισμένος σ΄ένα σκαμνί, τυλιγμένος μ΄ένα βρώμικο, σκισμένο χιτώνα, σκυφτός, με τα χέρια δεμένα με σκοινί, ακουμπισμένα ανάμεσα στα πόδια.

Κρυώνεις, ρώτησα. 

Κάνει κρύο, είπε σιγά. 

Θα πεινάς και θα διψάς, είπα σιγανά.

Κούνησε το κεφάλι...

Δεν μπορώ να κάνω τίποτε για σένα, ούτε νερό να σου δώσω ούτε ψωμί, του είπα.

Δεν πειράζει, να με σκέφτεσαι κι΄είναι το ίδιο, είπε μαλακά, να με σκέφτεσαι εδώ μέσα που είμαι και θα είναι σαν νερό και σαν ψωμί για μένα. 

Έσκυψα κάτω.

Αύριο θα σε πάνε στον άλλο δικαστή, είπα και τον κύτταξα.

Ναι, έχει κι΄αυτός σειρά, απάντησε.

Άρχισε να τρέμει. 
Υγρασία και κρύο μπαίναν απ΄την καγκελόπορτα. 
Έξω ακούγονταν οι φωνές των στρατιωτών.

Ούτε γι αύριο μπορώ να κάνω τίποτε, είμαι πολύ μακρυά από ΄δω, δυό χιλιάδες χρόνια μακρυά, είπα.

Είσαι δίπλα μου, μα δεν πρέπει να κάνεις τίποτε, απάντησε κυττάζοντας κάτω. 
Αν θες να με σκέφτεσαι, και αυτή θάναι η συντροφιά μου. 

Δεν μπορώ να κρατήσω την σκέψη μου κοντά σου εύκολα, ακόμη κι΄όταν ξέρω το μαρτύριό σου, είπα.

Το ξέρω..., είπε.

Είναι σαν να κοιμάμαι στο ξύπνιο μου και μετά έρχεται η σκέψη σου και με πιάνει ντροπή, είπα.

Δες πέρα απ΄τη ντροπή, δες τον εαυτό σου, αυτό να προσπαθείς, είπε.

Περιμένεις το Σάββατο, ρώτησα.

Όχι, είπε.

Μα τότε τελειώνουν όλα... Ίσως θα βοηθούσε το να σκεφτόσουν την έγερση, είπα.

Πρέπει να είμαι εδώ...Να ζω κάθε στιγμή, αλλιώς, δεν έχει νόημα η έγερση, είπε.

Πώς είναι όταν σηκώνεσαι απ΄τους νεκρούς, ρώτησα.

Δεν είμαι εκεί...Είστε όλοι εσείς, αλλά εγώ δεν είμαι εκεί, είπε.

Δεν είσαι, ρώτησα.

Όχι.... Είμαι ήδη σε κάθε ανθάκι που σκάει, σε κάθε πρώτο βήμα παιδιού, σε κάθε χαμόγελο που μόλις αρχίζει να φωτίζει ένα πρόσωπο, στο χέρι που αγγίζει ένα μέτωπο με ανησυχία, είπε.

Και ΄μεις, ρώτησα.

Εσείς απλώς περιμένετε να περάσει η ώρα και να γυρίσετε στις συνήθειές σας, είπε.

Τί πρέπει να κάνω, ρώτησα.

Δεν ξέρω, αληθινά δεν ξέρω. Δεν ήμουν ποτέ ο δάσκαλος που φαντάστηκες, είπε.

Και τότε, ρώτησα.

Τότε, να με σκέφτεσαι εδώ που είμαι τώρα, αν θες, και τ΄άλλα έρχονται μόνα τους.

Το κελί σκοτείνιασε κι΄άλλο, οι φωνές έπαψαν, Αυτός δεν ήταν πιά δίπλα μου και το φώς του πρωινού μπήκε απ΄την τραβηγμένη κουρτίνα.

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Παίξτε ΤΗΝΟΠΟΛΗ !!!

Σύντομα κοντά σας και με τις κάρτες τού παιχνιδιού,
για να μπορέσετε και ΄σεις να διαλύσετε την δική σας Τήνο !!!

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Φασόλια και ταχίνι...

"Ανέβαινε το λοιπό, ο γέρο-γέρο-Μπινιντές, ο Τζώρτζης ο Μπινιντές, πάνω στο δώμα κι΄αρχίνιζεν:
Ακούσατε, ακούστε! Στην Κολυμπήθρα έν΄ καΐκ΄ αραγμένο και κάν΄ πατάτις!
Ή ξέρω ΄γω τί άλλο, ό.τι ήταν της εποχής."

"Και ακουγόταν απ΄το δώμα ως κάτω στο χωριό;"

"Ε, ακουγόταν...Μα ήταν ψηλά το σπίτ΄, στ΄απάνω χωριό, πάνω απ΄τον Άγιο Ζαχαρία, ήκαμιν κι΄αντίλαλο...Και μετά, ένας με τον άλλον το μαθαίναν."

"Κι΄άμα φύσαγε, πώς ακουγόταν..;"

"Ε, άμα φύσαγε, δεν ερχόταν καΐκ΄..!"

Ρούφηξε μιά γουλιά ρακί, δάγκωσε και ένα σύκο ξερό.
"Το καΐκ΄τότε έμενε μιά-δυό μέρες και προλαβαίναμε να κάνουμε ο καθένας ό,τι είχιν. Άλλος πατάτες,
άλλος λεμόνια. Τότες, τα λεμόνια ήταν με το καμμάτ΄. Μέτραγες, τρία, τέσσερα, πέντε, σαράντα, πενήντα κομμάτια και μετά έγινε με την οκά και μετά πάλι, έγινε με το κιλό. Παράξενο δεν έν΄αυτό..;"

"Και πώς γινόταν, πηγαίνατε στην Κολυμπήθρα και τί κάνατε..;"

"Εκεί που έν΄σήμερα τ΄ Βάγ΄ το κατοικιό, στην Κωμ΄τιανή τ΄ν άμμο, που έν΄και πιό σκεπά, ήταν η αποθήκη του μπάρμπα-Γιαννουλάκη. Εκεί πήγαιν΄ ο καθένας αυτά που είχε κι΄έπαιρνε πάλι απ΄αυτά που είχε φέρει το καΐκ΄."

"Τί έφερνε συνήθως..;"

"Ε, όσπρια, τις πιό πολλές φορές. Μα έφερναν και λάδ΄ και σπόρ΄ καμμιά φορά."

"Και τότε που έλεγες, τί ακριβώς έγινε;"

Βήχει, πίνει μια γουλιά ρακί.
"Μα πρι΄ στο πω, να ξέρ΄ς πως τότε είχε και πείνα και φτώχεια και τίποτις δεν είχαμι και όλο κάτι θάλειπε και άμα βρισκόταν καμμιά ευκαιρία, τρέχαμι...." χαμογελάει απολογητικά.

"Γιά λέγε..."

"Ήρθε το λοιπό, το καΐκ΄ κι΄ίφιριν φασόλια και ταχίνι. Τότε το ταχίνι το βάζαμε στο ψωμί και το τρώγαμε κι΄ ήταν χρειαζούμενο σα να λέμε, νάχεις να δίνεις κάτι στο παιδί να μην τρώει σκέτο παξιμάδ΄...
Ανεβαίν΄ που λες ο Μπινιντές, ο γέρο-γέρο-Μπινιντές, στο δώμα κι΄αρχίζει:

Έ, χωριανοί, ακούστε! Ήρθιν καΐκ΄στην Κολυμπήθρα κι΄ίφιριν φασόλια και ταχίν΄ !

Και νομίζαν όλοι, πως το καΐκ΄ είχε φέρει φασόλια και τα χύν΄ , πως τα πετάει στη θάλασσα, πως τα χύνει...!
΄ τα πολ΄ ώρα, νάσου να κατεβαίνουν όλοι με τα γαϊδούρια, περνάν΄απ΄τον Καρκάδο, πού πάτι μαρέ, ίρθιν καΐκ΄ στην Κολυμπήθρα, ίφιριν φασόλια και τα χύν΄...Ίντα λες μαρέ, τάσου νάρθω κι΄γω, τα ίδια και στο Κάτω Κλείσμα, να κατεβαίνουν οι ανθρώπ΄  να προλάβουν τα φασόλια που το καΐκ΄ τάχυνε....

Γελάς τώρα, μα τότες είχε πείνα, το καταλαβαίν΄ς..;
Όλα τούτα που΄ν΄σκαμμένα πα΄στα γκρεμνά και τώρα εν΄γεμάτα βλήστρες, τότε ήταν σπαρμένα. Κι΄ άμα είχε κανείς ένα κομματάκι γή, όσο μικρό και νάτανε, τόβαζε κάτι για νάχει να συμπληρώνει, μα ξερικό θες, μα ό,τι είχε...
Άλλη φορά θα σ΄ πώ για τις γελούδες, να δγείς τί έκαν΄ο κόσμος για να φυλάξει τον καρπό...
Μα άλλ΄ φορά, όχι τώρα..."

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

ΜΠΟΥΓΑΔΑ...

Πρωί-πρωί Δευτέρα, μόλις τα παιδιά μαζεύτηκαν στο σχολείο των Κελλιών, μονοθέσιο με πάνω από εβδομήντα παιδιά απ΄ τα τέσσερα χωριά, η Φρατζέσκα με την Μαριέττα συναντήθηκαν εμπρός στο τσαγκαριό τού Αλμπέρτη και άρχισαν ν΄ανηφορίζουν προς το ξυνάρι με τo κοφίνι γεμάτο με ασπρόρουχα για πλύσιμο.

Κάθε είκοσι με τριάντα μέρες που μαζεύονταν τα άσπρα, βάζανε και μια καλή μπουγάδα. Μεγάλη μπουγάδα κάνανε κι΄όταν ερχόταν άνοιξη κι΄έπρεπε να φυλάξουν τα πιό βαρειά χειμωνιάτικα στην ναφθαλίνη.
Γιατί τα καθημερινά, τα σκούρα, αυτά που λερώνονταν στις δουλειές, τα έπλεναν με την πρώτη ευκαιρία στην κοντινότερη πλύστρα τού χωριού, όπου υπήρχε και πηγάδι.
Μέχρι και σήμερα, σε πολλά σπίτια των Κελλιών μπορεί να βρει κανείς πηγάδι στο περιβόλι τους, σημάδι ότι το χωριό ανέκαθεν είχε πολλά νερά.
Ακόμη και τώρα, μεσ΄το κατακαλόκαιρο, αν γυρίσεις να κυττάξεις προς την Αγία Υπακοή, μπορείς να δεις τις δράφες να μωβίζουν μεσ΄τα λαγκάδια, κι΄αν κάνεις τον κόπο ν΄ανέβεις ως τού Πολέμου τον Κάμπο, δεν θα πιστεύεις πόσο νερό καταφέρνει και κρατάει η Καστέλλα στα σπλάχνα της.

Πάμε πίσω στα ασπρόρουχα όμως, που ήθελαν ιδιαίτερη περιποίηση, μιάς και ήταν τα "καλά" που, εφόσον κόστιζαν πολύ περισσότερο, έπρεπε και να διαρκέσουν όσο γινόταν πιό πολύ. 
Έφταναν έτσι, δεύτερο ή και τρίτο χέρι σε άψογη κατάσταση, με δαντέλλες χειροποίητες, περίτεχνους γιακάδες και πανέμορφα κεντήματα.
Πόσα τέτοια κομμάτια, που θα έφταναν για να γεμίσουν τις αίθουσες κάποιου λαογραφικού μουσείου, δεν θάφτηκαν μέσα σε γκρεμισμένα σπίτια, πόσα δεν έγινα ξεσκονόπανα ή παληόπανα για οποιαδήποτε δουλειά, κανείς δεν ξέρει.

Ούτε η Φρατζέσκα, ούτε η Μαριέττα όμως, δεν γνώριζαν τότε το μέλλον που επεφύλασσαν οι επερχόμενες γενιές στα "καλά" τους ρούχα.
Συνέχισαν, λοιπόν, ν΄ανηφορίζουν προς το ξυνάρι κρατώντας το μπουγαδοκόφινο απο ένα χερούλι η καθεμιά.
Δεν είναι δα και κανένα εύκολο χωριό τα Κελλιά, μια ανηφόρα ατελείωτη απ΄την μια άκρη ως την άλλη που διατρέχει το κάτω, το μεσιανό και τ΄απάνω χωριό. Κι΄αν στην βρύση μετά του Λάνη τον καφενέ κάνεις δεξιά, έ, κάπως μαλακώνει το ανέβασμα. Αν το κόψεις όμως απ΄τα σκαλιά του Αγίου Ζαχαρία, τότε θέλει γερά πνευμόνια μέχρι το παπαδικό.

Με τα πολλά έφτασαν στο ξυνάρι. Ήδη, απ΄ του Λόντου το σπίτι άκουσαν το νερό να τρέχει, μαζί με τις φωνές όσων ήταν ήδη εκεί και είχαν αρχίσει την διαδικασία της μπουγάδας.

Στην αρχή, έβγαιναν όλα τα ρούχα απ΄το κοφίνι και μουλιάζονταν καλά-καλά, ένα-ένα, στις πλύστρες. Μετά γινόταν το πρώτο πλύσιμο, ένα ξέβγαλμα και κατόπιν αφήνονταν να στραγγίσουν, να φύγουν τα πολλά νερά.
Στην συνέχεια, άρχιζε το στίβαγμα πίσω στο κοφίνι.
Κάθε ρούχο, τα πιό μεγάλα πρώτα και τα πιό λεπτεπίλεπτα δεύτερα, έπαιρνε την θέση του πίσω στο κοφίνι. Η φροντίδα που έπρεπε να δοθεί ήταν να μείνει το κάθε ρούχο αφράτο στην θέση του, χωρίς να πατωθεί πολύ. Με επιδέξιες κινήσεις λοιπόν, δίπλωναν το κάθε ρούχο σε πολλές, μικρές πτυχές και το έβαζαν απλωμένο στο κοφίνι. Ακολουθούσε άλλο κι΄έπειτα άλλο κι΄έπειτα άλλο, μέχρι που το κοφίνι γέμιζε.

Τώρα όμως ήταν το δύσκολο. Το κοφίνι έπρεπε να κάνει την ίδια διαδρομή πίσω στο σπίτι, μόνο που τώρα, τα ρούχα ήταν βρεγμένα και το φορτίο ασήκωτο.
Είχε όμως συνεννοηθεί η Μαριέττα να περάσει ο Ζάννες με το γαϊδούρι, ν΄αναλάβει κι΄αυτός μέρος τής φροντίδας των ασπρόρουχων.

Μόλις το κοφίνι έφτασε στο σπίτι, οι φιλενάδες χαιρετήθηκαν και τράβηξε η Φρατζέσκα στις δουλειές  της. Η Μαριέττα, έβαλε κάτω στην αυλή δυό πέτρες στενόμακρες και πλακουτσωτές, σήκωσε το κοφίνι και τ΄ακούμπησε επάνω, να μπορούν να τρέχουν τα νερά εύκολα.

Άναψε φωτιά κι΄έβαλε νερό να βράσει. Άπλωσε πάνω στα ρούχα ένα τετράγωνο κομμάτι από βαρύ καραβόπανο που εξείχε αρκετά από τα πλάγια του κοφινιού και από πάνω, ένα καθαρό, μεγάλο κομμάτι τσουβάλι. Πάνω σ΄αυτό, το σταχτόπανο, άπλωσε φρέσκα λεμονόφυλλα και στην συνέχεια έβαλε με το φτυαράκι καμπόση στάχτη από ξύλα.
Έπιασε και δίπλωσε τα κομμάτια τών δυό πανιών που εξείχαν στα πλάγια επάνω στο κοφίνι, όπως κάνουμε με τα φύλλα της σπανακόπιττας.
Το νερό δεν είχε βράσει ακόμη. Έρριξε δυό φρύγανα ακόμη στη φωτιά κι΄έβαλε το μπρίκι να κάνει έναν ρεβυθοκαφέ όσην ώρα περίμενε. Μια, δυό γουλιές και το νερό είχε βράσει. Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της, πήρε την λεκάνη με το νερό, έπιασε στο δάχτυλο και το πήλινο σταμνάκι και βγήκε στην αυλή.
Τώρα χρειαζόταν υπομονή.
Γέμισε το σταμνί με καυτό νερό κι΄άρχισε να το χύνει αργά-αργά πάνω στο διπλωμένο τσουβάλι που μέσα του ήταν τα λεμονόφυλλα με την στάχτη, το καθαριστικό και μαζί λευκαντικό της εποχής, η αλισίβα, που είχε την ιδιότητα να διαλύει τα λίπη και τα λάδια πριν το βασικό πλύσιμο.

Περίμενε να περάσει σιγά-σιγά το νερό στα ρούχα, γέμισε πάλι το σταμνί κι΄ έρριξε κι΄άλλο καυτό νερό, κι΄άλλο, κι΄άλλο ώσπου να τελειώσει όλη η ποσότητα κι΄ένα λεπτό αυλάκι νερού φαινόταν να στραγγίζει απ΄το κοφίνι προς την υδρορροή.
Τα ρούχα θα μέναν έτσι μέχρι το άλλο πρωί, να δράσει η αλισίβα, να ευκολύνει το κυρίως καθάρισμα.

Άντε πάλι την άλλη μέρα το πρωί για το ξυνάρι, όπου άρχιζε το κυρίως πλύσιμο με πλάκα σαπούνι και μπόλικο τρίψιμο. Κόπανο σπάνια χρησιμοποιούσε η Μαριέττα κι΄αυτόν, μόνο για τα σεντόνια ή τις πετσέτες. Τ΄άλλα τα έτριβε προσεκτικά στο χέρι, να μην τριφτούν οι γιακάδες, ειδικά εκείνοι που ήταν ήδη γυρισμένοι τα μέσα έξω μιά φορά, γιατί μετά το ρούχο ήταν για πέταμα. Το πράσινο σαπούνι, αγοραστό "ΑΛΕΠΟΥΔΕΛΗ", έδινε κι΄έπαιρνε. Το χωριό δεν είχε βλέπεις τότε ακόμη αρκετά λάδια για να φτιάξουν πλάκα σαπούνι κι΄έπρεπε να το αγοράζουν.

Το τελευταίο νερό ήταν για το ξέβγαλμα. Μπόλικο, δροσερό, τρεχάμενο νερό απ΄την πηγή πάνω απ΄το χωριό, που τώρα είναι κρυμμένη, χτισμένη μέσα σε τσιμεντένια φυλακή, έπαιρνε τα αθώα υπολείμματα του σαπουνιού, άφηνε το ξυνάρι να μοσχοβολάει πάστρα και νοικοκυροσύνη κι΄έτρεχε απ΄τον υνταγό ώς κάτω στο χωριό.

Και στην πρώτη ευκαιρία, μια Κυριακή ή μια γιορτή, τα λευκά είχαν την τιμητική τους. Όλος ο κόπος κι΄η φροντίδα έλαμπαν πάνω τους και μαζί τους έλαμπε και το χωριό.

Αυτά τα λίγα για την μπουγάδα, να τα θυμάστε την επόμενη φορά, που θα πατήσετε το κουμπί του πλυντηρίου ξεφυσώντας και γκρινιάζοντας για το πότε μαζεύτηκε πάλι τέτοιο ρουχομάνι...

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

No life mister, no life...

Το παρακάτω κείμενο είναι από το podilates.gr και το αναρτώ γιατί μου το θύμισε το άρωμα του λεμονανθού, που έρχεται σιγά-σιγά και μπορεί και ομορφαίνει ακόμη και το τσιμέντο που μέσα τοου ζούμε.


Το βλέμμα σπρωχνότανε κάτω, δεν πέρναγε πέρα από τις μύτες των παπουτσιών του και τα βαρειά του φρύδια δεν άφηναν να δω τα μάτια του, καταλάβαινα όμως την σκοτεινιά στην ψυχή του και πιό πολύ ένοιωθα την βαρειά του ανάσα, παρά που την άκουγα.

Πώς βρέθηκα μέσα σε τούτο τον καφενέ, τον βγαλμένο από κάποιο βιβλίο του Καραγάτση, ούτε που κατάλαβα. Θυμήθηκα πως κάποτε είχα ταξιδέψει ως την Μυτιλήνη μόνο και μόνο για να πιώ καφέ σ’ έναν από κείνους τους παληούς καφενέδες που είχα δει στην τηλεόραση πως υπήρχαν ακόμη και τώρα, σ’ έναν ακόμη πιό παλιό απ’ όλους όσους είχα γνωρίσει, βρισκόμουν εδώ, στο Πέραμα.

Έβαλα με το μυαλό μου πως θάπρεπε να θυμηθώ να ξανάρθω χειμώνα, νάναι αναμμένη και η μαντεμένια ξυλόσομπα, να βρέχει έξω και να κάτσω σε μια γωνιά να βλέπω διακριτικά τα γερόντια που φεύγουν σιγά-σιγά και μαζί τους θα φύγει και ο καφενές.

«Με πιάνει κάθε που αρχίζει να μυρίζει ο λεμονανθός...»
Ρούφηξε τη μύτη του από αμηχανία, σαν παύση για να ξαναπιάσει τον ειρμό.
«Γίνεται από μόνο του. Δίχως να το θέλω τρέχουν τα μάτια μου, βουρκώνω κι’ ύστερα κλαίω για ώρα.»

Έμπλεκε και ξέμπλεκε τα δάχτυλά του συνεχώς. Απόρησα που δεν κάπνιζε.
«Μα δε ντρέπομαι...»

Έσκυψε κι’ άλλο το κεφάλι, έλεγες πως θα το μπήξει μέσα στα στήθια του.
«Μερικά πράγματα δε σ’αφήνουν ποτέ. Γίνονται και μετά η ζωή σου σημαδεύεται από ‘κει και πέρα, χαρακώνεται...»
Τον άφησα να κρατήσει τον αργό ρυθμό του. Όσο κι’ αν μ’ έτρωγε η απορία, όσο κι’ αν τρωγόμουνα να μάθω, τον άφησα να τα πεί όπως κι’ όποτε εκείνος ήθελε.

«Εδώ χάμω ούτε να φτύσεις δεν είναι. Τόσο σίδερο δεν τόχα φανταστεί ότι υπήρχε μέσα στις προβλήτες. Και το βλέπεις έτσι και λες, σκουριασμένο είναι, μα έτσι είναι το σίδερο, έχει πάντα αυτή την όψη και μόνο σα το πιάσεις και το κόψεις, το κολλήσεις, το χτυπήσεις και μετά το ασταρώσεις και το βάψεις παύει να μυρίζει σα σίδερο. Καράβια, πλεούμενα, φαρτηγά, μαούνες, όλα από ‘δω χάμω ξεκινάνε. Δε τα βλέπετε ‘σεις που περνάτε απ’ όξω γιατί είν’ οι μάντρες ψηλές και μας κρύβουν.»
Θυμήθηκα πως τα μεσημέρια καμμιά φορά, άμα μ’ έφερνε ο δρόμος από τη Γρηγόρη Λαμπράκη, έβλεπα εργάτες με ολόσωμες φόρμες να πετάγονται από κάποια πόρτα απ’ τη μεριά της θάλασσας και να χώνονται σε κάποιο σαντουϊτσάδικο κι’ απ’ την ανοιχτή σιδερόπορτα μόλις πρόφταινα να δω όρθια σκαριά άβαφτα, ατελείωτα, σκέτο σίδερο.

«Τόφερε η τύχη να πρέπει να πάρω σύνταξη από ‘δω. Δεν τόξερα το σίδερο, μα τόμαθα. Ακόμη όμως το σιχαίνομαι. Είχα μάθει μαραγκός. Γλυκό πράμα το ξύλο, ζωντανό, όσα χρόνια και να περάσουν μιλάει πάντα. Ενώ το σίδερο δε συνηθιέται, άτιμο πράμα, στη φυλάει και λίγο να ξαστοχήσεις, πάει, τρέχεις για ορούς και φάρμακα.»

Ξεθάρρεψε λίγο και σήκωσε το βλέμμα λίγο πιό πέρα προς το φως που ερχόταν απ’ την πόρτα. Γύρισα κι’ έρριξα κι’ εγώ μιά ματιά έξω απ’ το τζάμι. Φαίνονταν πλάϊ-πλάϊ τα τιμόνια των δύο ποδηλάτων.

Ησύχασα. Από τη ώρα που μπήκαμε ‘δω μέσα είχα ξεχάσει να κυττάξω προς τα ΄κει.
«Ευτυχώς, το παιδί δεν θα τελειώσει ‘δω χάμω. Τον έχω στο πανεπιστήμιο, τελειώνει σε δυό-τρία χρονάκια, μετά στρατιωτικό και τέλος. Θα βρει μια δουλειά να πω κι’ εγώ πως ανάσανα. Θα κάμω να βρω μιαν άλλη δουλειά, με πιό λίγα λεφτά, πού θα πάει, δυό ψυχές θάμαστε με την κυρά, δουλεύει και ‘κείνη λατζέρα σ’ ένα εστιατόριο στον Πειραιά, θα βγαίνουμε. Μα τώρα, δε θέλω το παιδί να στερηθεί. Και τα σίδερα έχουν καλά λεφτά. Σου τρων τη ζωή, αλλά, πληρώνουν καλύτερα από αλλού.»

Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι. Τίποτε απ’ όσα άκουγα δεν μου εξηγούσε αυτό που είχα δεί. Έναν άνθρωπο πάνω σ’ ένα ποδήλατο σκέτο ρημάδι, να κάνει πετάλι και να κλαίει αδιάκοπα, σα να θρηνούσε μια κάποιαν απώλεια. Προσπάθησα να μην αφήσω να φανεί η αδιαφορία που είχε αρχίσει να με κατακλύζει και τον άφησα να συνεχίσει.

«Τώρα θα σου πω κάτι, που οι άλλοι στη δουλειά το ξέρουν και γι’ αυτό μ’ αποφεύγουν, αλλά, κανείς άλλος, ούτε γυναίκα, ούτε συγγενής, ούτε φίλος δεν το ξέρει. Για το παιδί δε το συζητάμε...αυτός δε θα μάθει ποτέ...τον θέλω νάχει το κεφάλι ψηλά.»
Το βλέμμα αντί να χαμηλώσει, γύρισε καταπρόσωπο.
«Το ποδήλατο το’δες...»
«Τό’ δα» είπα και φάνηκε σα να βγαίνει μια ξένη φωνή απ΄το στόμα μου.
«Δεν τ’ αγόρασα...», είπε και με κύτταξε έντονα στα μάτια σα να περίμενε κάποια αντίδραση.
Είδε πως δεν άλλαξα και συνέχισε.

«Εκεί στην Γ15, στις γερανογέφυρες, δουλεύουν ξένοι, ξέρεις, μαύροι, μελαμψοί. Εγώ φεύγοντας από’ δω με τα πόδια για το σπίτι πέρναγα την ώρα που σχολνάγανε και λίγο-πολύ τους ήξερα, σα φάτσες δηλαδή. Περπατάγαμε και λίγο πλάι-πλάι, σύντροφοι στην κούραση, ξέρεις, νιώθεις πως όταν την μοιράζεσαι την κούραση, είναι σα να λιγοστεύει.»

Έβαλε τα χέρια στον γιακά του τριμμένου σακκακιού του κι’ έκανε σα να το στρώνει στους ώμους του, σα κάποιος κύριος, που ετοιμάζεται να κλείσει μια μεγάλη συμφωνία.
«Ήταν κι’ ένας που έφευγε με ποδήλατο, με τούτο ‘δω πού΄χω απ’ όξω», έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι δείχνοντας έξω.
«Είχε κι’ έναν φίλο και φεύγανε μαζί. Ο ένας με τα πόδια κι’ ο άλλος απ’ το πλάι σιγά-σιγά με το ποδήλατο, παρέα στο συντρόφι του. Δε ζήλεψα τόσο το ποδήλατο, όσο ζήλεψα τη φιλία τους. Ο ένας να μπορεί να πατήσει πετάλι, να μπορεί να φύγει από ‘δω χάμω όσο πιό γρήγορα γίνεται, να πάει να ξεβρωμίσει τη σάρκα του και να μένει να τσουλάει σιγά-σιγά δίπλα στον άλλον. Κι’ ο άλλος, με την κούρασή του να μη ζητάει να ανέβει κι’ αυτός λίγο πάνω, να γλυκάνει λίγο το πρόσωπό του, να αποκάμει λίγο νωρίτερα.»

Μίλαγε και φαινόταν πως ο θαυμασμός του ήταν ειλικρινής.
«Είναι στη ράτσα τους, είναι καμμιά θρησκεία, είναι η απόσταση από τον τόπο τους, ό,τι και νάναι πάντως εγώ δεν τό’ ζησα ποτές μου.»

Μεμιάς, σαν κάποιο αόρατο σύννεφο να μπήκε στην ψυχή του, σκοτείνιασε πάλι και το βλέμμα γύρισε να κυττάει τις σανίδες του πατώματος.
«Αυτόν τον Αχμέτη, που λες, μια μέρα τονε πήρε από κάτω μια νταλίκα πού’ βγαινε από την αποβάθρα», είπε με μιαν ανάσα, «τού’ δωκε μιά και τονε πέταξε κάτω απ’ το ποδήλατο σαν αχερόκουκλα και μετά πέρασε από πάνω του όλο το συρόμενο», είπε και γύρισε να με δει καταπρόσωπο, να διαπιστώσει αν με ειχε σοκάρει.

Σήκωσα το ποτήρι και ήπια μια γουλιά νερό. Σταύρωσα τα χέρια μου στα γόνατα και περίμενα.
«Πώς δουλεύει το μυαλό του ανθρώπου δε το ξέρω. Ξέρω όμως πως μόλις τον είδα κάτω και κόσμο τριγύρω να κυττάει τη δυστυχία που μόλις και ξεκίναγε, δε σκέφτηκα άλλο από το ποδήλατο.»
Ο λαιμός μου είχε στεγνώσει.
«Είχε μείνει ανέπαφο, σα να μην είχε γίνει τίποτε, όπως το βλέπεις έξω από την πόρτα» και έδειξε με το πηγούνι του προς τη μεριά που ήταν τα δυό ποδήλατα.

Δεν γύρισα το κεφάλι μου.
«Έτσι, σα καπνός πέρασε απ’ το μυαλό μου όλη μου η κούραση, τα δυο-τρία χρόνια που θα πρέπει νάμαι ακόμη εδώ κάτω, το παιδί που δεν πρέπει να στερηθεί. Και τόκαμα...Έσκυψα, σήκωσα το ποδήλατο, ανέβηκα πάνω κι΄έφυγα. Είχα να κάνω πετάλι από δεκαπέντε χρονώ. Ήταν μπερδεμένο. Σα νάμουνα το παιδί που ήμουν τότε και ταυτόχρονα ο άψυχος και μαζί και ‘κείνος που τον σκύλεψε».

Τώρα μίλαγε στον εαυτό του. Ακόμη κι’ αν μ’ έβλεπε να σηκώνομαι και να φεύγω, πάλι θα συνέχιζε τα λεγάμενά του.
«Δε μετάνιωσα....Μόνο, που σα μπαίνει η άνοιξη κι’ ανθίζουν οι λεμονιές, τονε σκέφτομαι τον δύστυχο τον Αχμέτη και σκέφτομαι το λεμονανθό που δε μπορεί να μυρίσει πιά και κλάιω δίχως να το θέλω».
Σταμάτησε για λίγο.

«Δυό πράματα με στοιχειώνουν από ‘κείνη τη μέρα. Ο λεμονανθός και ‘κείνος ο έρμος ο σύντροφός του, που είχε σκύψει πάνω από το κορμί του φίλου του και κύτταζε τριγύρω μέσα στα μάτια όλων κι’ όλο έλεγε μέσ’ απ’ τα κλάμματά του: no life mister, no life...»

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Στο λιοτρίβι...


«Αντέλα! Έ, Αντέλα!», έσκυψε απ΄τα περπατιά κάτω η κυρα-Κατερίνα.
«΄Εεε..», σήκωσε το κεφάλι της η Αντέλα.
«Πού εν΄ η Λίζα μας ;»
«Στου λουτρίδ΄μι τα πιδιά, παν΄να γυρίσουν το βόλτο...», είπε η μεγάλη αδελφή. Τί μεγάλη δηλαδή, δέκα η μία και εφτά η άλλη ήτανε...
«Στου λουτρίδ;! ΄γιό πιδί, θα μ΄γυρίσ΄μεσ΄ τ΄μουτζούρα..!»

Η κυρα-Κατερίνα έψαχνε τη Λίζα απ΄το πρωί. Το συνήθιζε το Λιζάκι. Έφευγε το πρωί και γύρναγε όποτε τέλειωνε το παιχνίδι. Σε αντίθεση με την Αντέλα, που όλο γύρω απ΄το σπίτι γύριζε. Τώρα, για παράδειγμα, έπαιζε με την Μαρία την Μπουρμπουνού και την Μαρίνα της Μαριόνκας στο παλιό σχολειό, εκεί που σήμερα είναι δίπατο σπίτι με πανύψηλη αροκάρια στον κήπο. 
Χωρίζανε «σπ΄τάκια» και παίζανε. Κάθε λογής γυαλιστερό χαρτάκι ή κομμάτι από σπασμένη πορσελάνη, το μάζευαν με προσοχή και τόκαμαν για σερβίτσιο: «Έλα να σ΄κάμου καφέ, γειτόν΄σσα!», «Μιτά χαράς, γειτόν΄σσα, έλα κι΄από ΄κ΄πέρα να πιούμι τσάϊ!».

Έλα μου όμως που ο μήνας έμπαινε Οκτώβριος και το ελαιοτριβείο είχε αρχίσει να δουλεύει στο φούλ...Και δεν υπήρχε μόνον αυτό, ήταν ακόμη δύο στο Κάτω Κλείσμα κι΄ ένα στον Καρκάδο. Ήταν και καλή χρονιά εφέτος, ευκαιρία να κάνει κανείς κανένα μεροκάματο παραπάνω.

Μόλις, λοιπόν, παίρναν χαμπάρι τα παιδιά πως ο μπάρμπα-Γιωργάκης είχε ανάψει το καζάνι, έτρεχαν στο λιοτρίβι να γυρίσουν τον βόλτο ή την βίδα. Οι εληές, αφού πέρναγαν πρώτα απ΄τον χτιστό βόλτο όπου γινόταν το πρώτο σπάσιμο, έμπαιναν στις πετσέτες, στοιβάζονταν στο πιεστήριο, περιχύνονταν με άφθονο βραστό νερό απ΄ το καζάνι και πιέζονταν με την βοήθεια της βίδας για να βγεί το λάδι. 
Η φωτηά του καζανιού έκαιγε ελαιοπυρήνα στην καλύτερη περίπτωση και, στην όχι και τόσο καλή περίπτωση, βοϊδιές...

Πηγαίναν, λοιπόν, τα παιδιά να γυρίσουν το βόλτο ή την βίδα, έτσι, σαν διασκέδαση κι΄όχι για χαρτζηλίκι, αφού ούτε λεφτά περισσεύαν, αλλά, και υπήρχαν εργάτες γι΄αυτήν τη δουλειά. 
Βέβαια, όπως και να το κάνει κανείς, κάτι οι καπνιές απ΄το καζάνι, κάτι τα λάδια και η μούργα, που τα παιδιά τα διασκέδαζε ιδιαίτερα να κάθονται και να την χαζεύουν να τρέχει, έβγαιναν όλα μέσ΄ τη λίγδα απ΄το λιοτρίβι.

Τουλάχιστον, να προλάβαινε να την κάνει ένα μπάνιο πριν χωθεί στο σπίτι, αρπάξει κανένα κομμάτι ψωμί με ζάχαρη κι΄άειντε βρες την μετά. Και να γυρίζει μεσ΄το χωριό με τα λερωμένα ρούχα στο μεταξύ...

Όπως, λοιπόν, βγήκε η κυρα-Κατερίνα στην γωνία της τσατσα-Καρμέλας, νάσου και παίρνει το μάτι της την Λίζα να χώνεται στης πεθεράς της τής Αντέλας την πόρτα. Γκρούκ, έτριξε η πόρτα πάνω στο χιλιοπατημένο μάρμαρο κι΄έκλεισε κρύβοντας το παιδί πίσω της.
Γκρουκ η πόρτα δεύτερη φορά, μα μέχρι ν΄ανέβει τα σκαλιά η κυρα-Κατερίνα, άφαντη η Λίζα. Στο μεταξύ η άμια-Αντέλα, πούχε ακούσει την πόρτα ν΄ανοίγει και να κλείνει δυό φορές, βγήκε σκουπίζοντας τα χέρια της ως τον παράσταθα να δεί ποιός ανέβαινε.

«Έ, άμια, πού εν΄η ιμκρή;» κύτταξε κλεφτά η Κατερίνα πάνω απ΄τον ώμο τής πεθεράς της στην κουζίνα.
«Η Λίζα, μαρέ;», σάστισε η τσατσα-Αντέλα και βγήκε στην αυλή,
«Μα, μη μ΄κάν΄ς που δε ξέρ΄ς !» έκανε ν΄αγριέψει η Κατερίνα.
«Μα πού έν΄μαρέ η Λίζα,δεν την ίδγια απ΄του προυί...»...
«Άμια! Ισύ μ΄τη χαλάς! Όλο παστρικιά έν΄ μ΄λες κι΄ όλο μεσ΄ ζ΄ λάσπες γυρνά !»
«Μα δεν ντ΄νίδγια σ΄ λέω..!»
«Μα ιδώ ανέβηκιν, ηνταμό δεν ντ΄ν΄ίδγιες..!» έκανε κρατώντας το θυμό της η Κατερίνα και ανέβηκε τρία-τέσσερα σκαλιά προς την ταράτσα να δεί μήπως η μικρή είχε ανέβει εκεί για να γλυτώσει το πλύσιμο.
«Δεν εν ηφτού, σ΄λέου, δεν ανιβαίν΄ ηκεί...»
«Καλά...», γύρισε η κυρα-Κατερίνα και κατέβηκε τα σκαλιά φουντωμένη μή θέλοντας να δώσει συνέχεια, «καλά, άμια, μα ιγώ ντ΄ν ίδγια, δεν κάν΄ς καλά που την κρύβ΄ς...» συμπλήρωσε και φουριόζα, κατέβηκε στο δρόμο.
«Έλα, Παναΐγια μ΄, ιφτή η γυναίκα...» έμεινε να κυττάει από τα περπατιά η τσατσα-Αντέλα με αληθινή σαστισμάρα την Κατερίνα να στρίβει στη γωνία.

Και τότε, πριν προλάβει να κάνει ένα βήμα προς την κουζίνα, ένα τρίξιμο ακούστηκε από πίσω της κι΄ένα κεφαλάκι με δυό μπαγαπόντικα ματάκια έσκασε μύτη κάτω απ΄το μεγάλο κοφίνι της μπουγάδας, που στράγγιζε αναποδογυρισμένο στη γωνιά, κάτω απ΄τη θυρίδα.

«Ιδώ ίσι, μουρή κι δε μ΄λείς; Μ΄ακούς που τσακώνουμι μι ντ΄μάνα σ΄ κι δε μ΄λείς; » χτύπησε τα χέρια της στην ποδιά της η τσατσα-Αντέλα κρύβοντας με δυσκολία τα γέλια της και κάνοντας την θυμωμένη.
«Δε θέλου να μι πλύν΄, καθαρή ίμι...» βγήκε μπουσουλώντας η Λίζα απ΄το κοφίνι.
«Ήντα μουρδάρ΄κο πιδί έν΄ηφτό! Μα ποιανού ήμοιασις, μαρέ..;» κούνησε το δεξί της χέρι μ΄ανοιχτά τα δάχτυλα, δήθεν απειλητικά, προς το μέρος του παιδιού.
«Έ, γιαγιά, δε θέλου να μι πλύν΄, καθαρή ίμι...» ξαναείπε το Λιζάκι κυττάζοντας κάτω.

Τί να κάνει όμως η τσατσ΄Αντέλα, απ΄την μιά το λάτρευε το παιδί και δεν ήθελε να το στεναχωρεί κι΄απ΄την άλλη, έπρεπε να λύσει και το διπλωματικό επεισόδιο που είχε προκύψει με την Κατερίνα, την νύφη της.
Μιά και δυό παίρνει το παιδί και το πάει δίπλα στου Ζάννε, τό και τό και να μην την μαλώσει, δε θα το ξανακάνει...

Η Κατερίνα πάλι, απ΄τη μιά ήθελε να γελάσει κι΄απ΄την άλλη δεν ήθελε να δώσει θάρρος στο σκανταλιάρικο Λιζάκι.
Ζέστανε νερό, τόβαλε στο βρυσάκι, έβαλε τη μικρή μέσα στη σκάφη και μ΄ένα πανί και με μια πλάκα σαπούνι με αλισίβα άρχισε να τρίβει το λιγδωμένο κορμάκι τής μικρής, που δεν έβγαλε άχνα, ακόμη κι΄όταν τα σαπούνια μπήκαν στα μάτια της. Περίμενε τη γαλόσουπα με τ΄αστρουλάκι που θ΄ακολουθούσε και σώπαινε. 
 
Κι΄αύριο μέρα ήταν, το λιοτρίβι εκεί θα ήταν και από εληές, είχε ο Θεός...

.................................................

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΛΕΡΟ...


«Το πρωί μόλις ανοίξαμε τις τηλεοράσεις ακούσαμε ότι, οι Τούρκοι πήραν την Λέρο. Παγώσαμε, τρομάξαμε, μαζευτήκαμε...Θυμήθηκα άλλες εποχές που μας έπιανε ιερή μανία όταν κάποιος άγγιζε κάτι απ΄την πατρίδα και τώρα ούτε που τόλμαγες να πεις την λέξη. Δεν υπήρχαν πιά πατρίδες και σημαίες...

Και τώρα; Σκέφτηκα...Τώρα ποιό νησί έχει σειρά, πού θα πάνε ν΄ακουμπήσουν τα βρωμόχερά τους οι καλοί γειτόνοι και κουμπάροι..;

Είχαν βγεί στις τηλεοράσεις κι΄όλοι οι σφογγοκωλάριοι και πετάγαν τις ευθύνες στους άλλους, μα ποιός τους άκουγε...Μερικά κανάλια έβαλαν και τραγούδια του περασμένου πολέμου και στο ίντερνετ φωνάζαν όλοι πως τα έλεγαν καιρό και κανείς δεν τους άκουγε, τους είχαν στήσει στον τοίχο και τους έβριζαν πολεμοκάπηλους και ξενοφοβικούς.

Την αλήθεια δεν την μάθαμε παρά μετά από πέντε μέρες.
Οι Τούρκοι είχαν ησυχάσει για καμπόσο καιρό, μας είχαν κοιμίσει τού καλού καιρού, νομίσαμε πως δεν τους ένοιαζε πιά και μετά κάναν ένα μπραφ και πήραν το νησί. Στρατός γερός δεν υπήρχε να κάμει κάτι, ούτε αεροπορίες και ναυτικά πρόλαβαν. Οι Τούρκοι τόζωσαν από παντού και φτιάξαν έναν διάδρομο επικοινωνίας με την Τουρκία που τον προστάτευαν με κάθε μέσο. Δεν τους ένοιαζε ούτε ο Έβρος, ούτε άλλο νησί, μα αυτό που είχαν πάρει το κρατάγαν καλά σαν μωρό νεογέννητο, σαν πολύτιμο βάζο σε μετακόμιση.

Τα τζιμάνια μας φοβόνταν για την Κάλυμνο και τη Σάμο που ήταν κοντά και το βρήκαν στη Λέρο. Τα ξένα κανάλια το είχαν ρίξει τέταρτη είδηση, σαν νάρθαν δυό φίλοι επίσκεψη στο σπίτι μας...
Σαν να μην έφταναν αυτά, ξάφνου γέμισε τούρκικους ραδιοφωνικούς σταθμούς το Αιγαίο, που μιλάγαν ελληνικά και λέγαν ότι να μην  φοβόμαστε τίποτα, γιατί ο σκοπός ήταν να βρούμε μια λύση για την συνδιαχείριση του Αιγαίου κι΄όχι η κατοχή του νησιού.

Οι δικοί μας περίμεναν τους Αμερικάνους να μας πουν τί να κάμουμε. 
Λέγαν οι τηλεοράσεις, λέγαν, λέγαν, λέγαν, ένας μάλιστα έβγαλε και Τούρκο να μας μιλήσει, να μας ενημερώσει. Το μεγαλοκάναλο έγινε κέντρο ενημέρωσης του λαού, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μίλαγε μόνον εκεί. Απαγορεύτηκαν στην τηλεόραση και οι συζητήσεις με τα παράθυρα με τους ειδικούς, που παληά λέγαν όποια μπαρούφα τους κατέβαινε για κάθε θέμα. Όσο καιρό τούς εξυπηρετούσε το σύστημα το κράταγαν, τώρα, τόχαν δαιμονοποιήσει...

Τα τουρκικά αεροπλάνα έφτασαν ως πάνου απ΄την Χαλκίδα, ενώ όταν σηκώνονταν τα δικά μας, βρίσκαν το Αιγαίο μπλοκαρισμένο από συχνότητες και αντίμετρα, που δεν τους αφήναν να πετάξουν.
Το ίντερνετ έπηξε από μηνύματα φιλίας από τους γειτόνους, ενώ οι σελίδες των υπουργείων είχαν καταληφθεί από τούρκους χάκερς που πέρναγαν όποια γραμμή ήθελαν.

Στην Αθήνα τώρα, έγινε το μεγάλο ταβατούρι. 
Όπου υπήρχαν μουσουλμάνοι βγήκαν στους δρόμους και διεκδίκησαν τις περιοχές. Τί σημαίες, τι αφίσες, τί ντουντούκες διαλαλούσαν τον λόγο και το θέλημα του Αλλάχ και όλο και περισσότεροι μαζεύονταν στους δρόμους όλο και πιό αγριεμένοι. Λένε πως έγιναν πολλά εκείνες τις μέρες που δεν θα τα μάθει ποτέ κανείς. Και όλοι αυτοί έιχαν πλάτες εκείνο το κομματάκι της λεγόμενης αριστεράς, που πάντα διοικούσε τα εσωτερικά της χώρας...

Ετούτοι λέγαν πως δεν πρέπει να λειτουργήσουμε με αναχρονιστικά αντανακλαστικά και πως πρέπει να δέιξουμε ψυχραιμία μέχρι να δούμε τις αληθινές προθέσεις των γειτόνων, δεν τους λέγαν Τούρκους, τους λέγαν γειτόνους. Μαζί με τούτα, άρχισαν να σκάνε όλο και πιό πολλές τρομοκρατικές ενέργειες στην πόλη και έβλεπες νεαρούς με ρόπαλα και σιδερικά να κυνηγάνε στρατιωτικούς και αστυνομικούς μεσ ΄το κέντρο της Αθήνας.

Στις φυλακές οι εξεγέρσεις έφταναν μέχρι θάνατο και υπήρχαν ομάδες που προμήθευαν όπλα τους κρατουμένους...Έγινε χαμός..Πόσοι λιανίστηκαν από κάθε πλευρά εκείνες τις μέρες, κανείς δεν ξέρει...

Κλείσαν και τα σχολεία, γιατί τις πρώτες μέρες έγιναν πολλά επεισόδια σε βάρος παιδιών μουσουλμάνων και σε όσα έμειναν ανοιχτά, οι προοδευτικοί είχαν βάλει σκοπιές με φυλλάδια με απειλητικά συνθήματα να προειδοποιούν τους γονείς για το πώς θα φερθεί το παιδί κι΄ο δάσκαλος στην τάξη, να μην ειπωθεί τίποτε πατριωτικό, να μην θιγούν οι μετανάστες, να μην μάθουν τα παιδιά τί έγινε.

Στα σύνορα στον Έβρο δεν κουνήθηκε μύγα. Οι στρατιώτες πυροβόλαγαν χωρίς δεύτερη κουβέντα όποιον πλησίαζε στο ποτάμι ή το σύρμα. Βρήκαν μετά παιδάκια και μάνες γαζωμένα απ΄τις σφαίρες, σωρό. Κανείς δεν θεωρούνταν εγκληματίας, όλοι προστάτευαν τη χώρα. Τώρα το θυμήθηκαν...

Και πάλι είχαμε παίξει το παιχνίδι των Τούρκων, που στείλανε εκείνες τις μέρες ορδές λαθρομετανάστες, σίγουροι πως δεν θα κρατιόμασταν και θα κάναμε αυτό που περίμεναν. 
Μετά γέμισαν τα δελτία ειδήσεων σ΄ολο τον κόσμο από εικόνες και βίντεο της σφαγής, που είπαν μάλιστα πως προηγήθηκε της επίθεσης στην Λέρο κι΄έτσι, βρεθήκαμε κατηγορούμενοι να απολογούμαστε όπως οι Σέρβοι πριν από χρόνια.

Οι Ρώσοι, που τους περιμέναμε να μας σταθούν, περίμεναν στην γωνία να δουν τί θα συμβεί, γιατί στο μεταξύ στα ανατολικά σύνορά τους, είχαν ξεσπάσει ταραχές και μεγάλο μέρος του στρατού απασχολούταν εκεί. 
Οι Αρμένιοι, απ΄τους οποίους περιμέναμε έστω έναν εσωτερικό αντιπερισπασμό, είχαν να σβήσουν τις φωτιές στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ που πάλι είχαν ανάψει. 
Όσο για τους εβραίους, είχαν ήδη ξεκινήσει συζητήσεις με τους τούρκους για το κοίτασμα στα δυτικά της Λέρου.

Δεν σούπα τίποτε για τους κατοίκους και τους στρατιώτες του νησιού. Αυτούς δεν τους είχαν αγγίξει ούτε τρίχα. Τους κατοίκους τούς καλοτάϊζαν, τούς πήγαν γιατρούς και νοσηλευτές, έβαλαν δωρεάν συγκοινωνία για όποιον θάθελε να περνάει στην Τουρκία και μετά να ξαναγυρίζει και τους έκοψαν κάθε επαφή με τον έξω κόσμο, έτσι που δεν ήξεραν τί και πώς είχε γίνει. 
Νόμιζαν εκείνοι πως ήταν μέρος μιας συμφωνίας και πως αυτός ήταν και ο λόγος που περνάγανε καλά και δεν τους πείραζε κανείς.

Τούς στρατιώτες, τους έβαλαν σε φουσκωτά με νερό και λίγες γαλέτες και τους έδιωξαν απ΄το νησί, χωρίς να πειράξουν κανένα τους.
  
Μετά ζητήσαμε διευθέτηση, για να μην την πούμε συνθηκολόγηση και άρχισαν οι διαπραγματεύσεις. Οι Τούρκοι προσφέρθηκαν να καλύψουν τα νησιά που είχαν κακή συγκοινωνία, με γιατρούς και αυτά που τους έλειπαν τόσον καιρό. Ζήτησαν, μάλιστα, να γίνουν και δημοψηφίσματα σε κάθε νησί. 
Να μην στα πολυλογώ, βρεθήκαμε αγκαλιά με τους γειτόνους χωρίς να καταλάβουμε το πώς και μας μπαστακωθήκανε στο Αιγαίο και μπαίνανε και βγαίνανε όποτε ήθελαν. 

Στην Αθήνα, με την μεσολάβηση εξωκοινοβουλευτικών του κόμματος που φαντάζεσαι, αποφασίστηκε να εκκενωθεί από ντόπιους η περιοχή που φαντάζεσαι και πήγαν και μείναν εκεί όλοι οι μουσουλμάνοι της Αθήνας, γιατί και αυτός που έμενε στην Καλλιθέα ας πούμε, έβλεπε πως δεν μπορούσε πιά να κατοικήσει εκεί, φοβόταν για την φαμελιά του.
Αυτά..

Και σήμερα, άμα θέλω να πάω στο νησί, θα πρέπει να πάω με τούρκικο καράβι γιατί κι΄αυτό, το δώσαμε να το χειριστούν αυτοί.

Οι εκλογές δεν έχουν πιά νόημα, διαλέγουμε μόνον διαχειριστές των εντολών, όπως γινόταν και πάντα, μόνο που τώρα, το λένε και ανοιχτά.

Αυτά γινήκανε όσο έλειπες...»

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Η Αλέκα κι΄ο Αλέκος...

"Άκου να δείς Αλέκα μου...
 Δεν θ΄αλλάξεις ούτε το σφυροδρέπανο, ούτε την διαλεκτική σου, ούτε τα  πιστεύω σου, τουλάχιστον   όπως τα παρουσιάζεις στους ηλιθίους που σε παρακολουθούν/ακολουθούν,  ασχέτως τού πώς διάγεις τον  καθημερινό σου βίο.
 Δεν θα πάρεις πίσω τίποτε από το παρελθόν του  κόμματος, δεν θα ζητήσεις συγγνώμη για κανένα  ατόπημα και δεν θα παραδεχτείς πως μπορεί και να  φταίει το κόμμα σε κάτι.
 Εσύ, Αλέκο μου, θα συνεχίσεις να συσπειρώνεις αριστεροαπροσδιόριστους στο κομματάκι σου και θα  αναφέρεσαι για το υπόλοιπο του λαού που δεν συμφωνούν με τις θέσεις σου σαν "ρατσιστές,  ξενόφοβους, συντηρητικούς και οπισθοδρομικούς".
 Θα είσαι εμφανώς με το μέρος των εκάστοτε ταραξιών και θα καταφεύγεις στον όρο "προβοκάτσια",  όποτε κάτι πάει να πέσει στις πλάτες σου και των ομοίων σου.
 Επίσης, τρίτο και σημαντικώτερο, θα παραμείνετε κομμένοι στα δυό και ποτέ δεν θα σχηματίσετε μια  ενιαία αριστερά. Συμφωνείτε;"

 ....................................(μούμπλε, μούμπλε, μούμπλε.........σκέψεις...)........

 "Μα έτσι δεν θα περάσουμε ποτέ το 8,5% ο ένας και το 4% ο άλλος..!!!"
 "Μα, μεταξύ μας, αυτό είναι το ζητούμενο, αγαπητοί μου...!"
 "Γκουχ, χμμμ, γκουχ...! Και.. για νάχουμε καλό ρώτημα.....Τί δίνεις..;;;"
 "Κάτι περισσευάμενα για να τα διοικείτε υπογείως και αφανώς..."
 "Δηλαδή; Για καθάρισε το τζάμι να δούμε πιό καθαρά..."
 "Τα εσωτερικά της χώρας..."
 "Μόοοονο..;;;"
 "Τί, λίγα είναι; Παραχωρώ Πολυτεχνείο, μνήμη σκοτωμένων νεολαίων, δίκες τρομοκρατών, διαδηλώσεις   για οποιοδήποτε θέμα, σώματα ασφαλείας για σπίλωση, στρατό για γιαούρτωμα όπου σταθεί και όπου      βρεθεί, επαναδιατύπωση της ιστορίας όπως σας εξυπηρετεί και, το σημαντικώτερο, τον χειρισμό των    θεμάτων τών μεταναστών...Λίγα σας φαίνονται...."

 Μπά....Σαν καλά τους φάνηκαν...Τα είδαν, δεν τα υπόγραψαν, τα συμφώνησαν και όταν βγήκε άλλη  κυβέρνηση, στην πρώτη ευκαιρία τής εξήγησαν πώς έχουν τα πράγματα ...

 Και μετά έτρεχαν να βγάλουν τους μετανάστες απ΄τη Νομική...




Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Ο Γιακουμής, ο γάταρος...


“Ραμπιλίτσα, ε, Ραμπιλίτσα! Ου Φρατζέσκους ίπισιν, μουρή, μεσ΄του χουράφ΄κι δεν μπουρεί να σ΄κουθεί, φουνάζ΄πως πουνεί η μέση τ΄ !”

Η φωνή της τσατσα-Μαριόνκας πέρασε από το ανοικτό πάνω φύλλο της πόρτας, διέσχισε το σαλό και βγήκε απ΄το παράθυρο της κάμαρας στο πίσω αυλιδάκι όπου η τσατσα-Ραμπέλα άπλωνε δυό παληόπανα πούχε για την λάτρα του σπιτιού. Δεν καλοκατάλαβε τί έλεγε η φωνή, μα σαν κάτι να της φάνηκε για τον Φρατζέσκο και τη μέση του. Ανέβηκε γρήγορα-γρήγορα το σκαλοπατάκι και σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά της, πέρασε απ΄το σαλό να βγεί στα περπατιά και λίγο έλειψε να πέσει φαρδειά-πλατειά κάτω εξαιτίας του Γιακουμή , του γάταρου που είχε μαζευτεί στο σπίτι εδώ και τρείς μήνες και δεν έλεγε να ξεκουμπιστεί.

“Αααααα! Μουρδάρ΄ ! Δε νταγιαντώ πλιό, μεσ΄τα πόδια μ΄ ουλ΄ ντ΄ ν΄ώρα..!”
και σκύβοντας κάτω φώναξε “Ε! Μαριόνκα, ήντα...”

“Ου Φρατζέσκους μουρή, ίπισιν ικ΄πέρα μεσ΄ του χουράφ κι΄δεν μπουρεί. Να παρ΄ς του Ν΄κόλα ζ΄ Λίζας κι να πάς να τουν φερς, μουρή!”

“Ίπισιν; Μα ηνταμό, μουρή, ίπισιν του παλλκάρ΄ ουμ..”

Ε, όχι και τόσο παλλικάρι ήταν αλήθεια, μα η τσατσα Ραμπέλα μέτραγε τον εαυτό της με τις νέες του χωριού και δεν ήθελε να σκέφτεται τον άντρα της για γέρο.

Μιά και δυό, λοιπόν, βρήκε τον Νικόλα και τράβηξε για το χωράφι που είχαν πακτωμένο στα Ρέντια, να δεί “Ηνταμό ίπισιν ου Φρατζέσκους...”

Τον αγάπαγε τον άντρα της η Ραμπέλα, τον αγάπαγε με τον τρόπο που αγαπάνε οι μεγάλοι ανθρώποι, που δεν θυμούνται πιά αν παντρευτήκαν από προξενειό ή από τα μάτια και τριγυρίζει ο ένας τον άλλον με στοργή, σαν κομμάτι του εαυτού του.

Έτσι, μόλις γυρίσανε στο σπίτι, πήρε η Ραμπέλα το πράσινο σαπούνι και την στάμνα με το δροσερό νερό απ΄το ξυνάρι, τούπλυνε χέρια και μούρη, τούβγαλε τα χοντροπάπουτσα και έρριξε λίγο νερό στα δάχτυλα των ποδιών και τον έβαλε στο σαλό. Τούστρωσε στην μεγάλη ντιβανοκασέλα και τον βοήθησε να ξαπλώσει πριν στείλει τον Αντώνιο να φωνάξει τον γιατρό. 
Ο Γιακουμής ο γάταρος, παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την σκηνή, ειδικά στα σημεία που ο Φρατζέσκος έκαμε “Αααχχ...” ή “Ώωωωχ...” και στήριζε το ζερβό του χέρι στη μέση του.

“Ανάπαυση και ακινησία σε σκληρό κρεβάτι για πέντε ημέρες.....Ά! Και να έρθει και η Λουκία η νοσοκόμα να του τραβήξει δυό βεντούζες και τα ξαναλέμε...”

Καλά είχε κάμει το λοιπό η Ραμπελίτσα και είχε στρώσει στην σκληρή ντιβανοκασέλα του αντρού της, καλά...

Ο Φρατζέσκος δεν είχε μείνει άπραγος ποτέ ως τότε στην καματιάρα την ζωή του και του φαινότουνε λίγο παράξενο να τού τα πηγαίνουν όλα στα χέρια, μα νερό θες, μα φαγί, μα ρακί, ούλα στο χέρι, σαν κάτι αρχόντοι, πού λέν΄εκείνοι που γυρίζουν απ΄την Πόλη, πως όλα τα κάμουν άλλοι για αυτούς. Μόνο για την ανάγκη του έσερνε μέχρι το γκαμπινέττο, μα και ΄κει ακόμα η Ραμπέλα ήταν πίσω του, να τού κρατάει το σακκάκι στους ώμους, να μη τής κρυώσει. 
Ο Γιακουμής ο γάταρος έβρισκε όλο τούτο το καινούργιο πήγαιν΄έλα από κοντά. Τα μεσημέρια μάλιστα, πήγαινε και στρωνόταν στα πόδια του Φρατζέσκου και γουργούριζε φχαριστημένος. τ΄άρεσεν του Φρατζέσκου η παρέα...

Ώσπου μια μέρα, ψαράς ακούστηκε να περνάει από κα΄τω από το σπίτι: 
“Ψάααρια! Ψάαααρια! Φρέεεσκα ψάρια!” 
 Λαχτάρησε η Ραμπελίτσα κανένα ψαράκι:
“ ΄τάσου μισού λιφτό, ΄τάσου να πιάσου τουν πορτομανέ μ΄...'τάσου να χαρείς...” και με το αριστερό χέρι να ακουμπάει στον τοίχο της σκάλας κατέβηκε ένα-ένα τα σκαλοπάτια, όλα με τ΄αριστερό ποδάρι πρώτα και το δεξί ν΄ακολουθάει και βγήκε στον δρόμο.

Γκρίνιαξε στον ψαρά για την τιμή, πήρε την τυλιγμένη εφημερίδα με τις λαχταριστές γόπες κι΄ανέβηκε στο σαλό. 
Έρριξε μια ματιά στον Φρατζέσκο που τον είχε πάρει για λιγάκι, έπιασε μια πιατέλα απ΄τον μπουφέ κι΄άδειασε μέσα τα ψάρια.
“Φρατζέσκου, έ, Φρατζέσκου! ξύπνα μαρέ, ξύπνα του παλ΄κάρου μ΄.... Να, έχ΄έννοια ιδώ τα ψάρια να πάγ΄να γυρίσου του νιρό κι΄ίρχουμι.”

Μα μόλις η Ραμπέλα γύισε την πλάτη της και βγήκε απ΄την κάμαρα, νάσου καμαρωτός καμαρωτός ο Γιακουμής ο γάταρος. 
Σήκωσε την ουρά όρθια, τρίφτηκε στο ποδάρι της καρέκλας, νιαούρισε μια φορά προς τον νυσταλέο μπαρμπα-Φρατζέσκο και μεμιάς, έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε δίπλα στην πιατέλα με τα ψάρια.
Ο μπαρμπα-Φρατζέσκος γυρισμένος στο δεξί πλευρό κι΄ακουμπώντας το μάγουλο στην δεξιά παλάμη, σήκωσε φωνή: 
“Εεεε! Γιακ΄μή! φυγ΄απού ΄φτού! Φύγ΄είπα, κακοχρονάχ΄ς!”

Μα ο Γιακουμής είχε ήδη ξεχωρίσει την πιό μεγάλη γόπα και την πελέκαγε κανονικά, αδιάφορος για τις φωνές του ανήμπορου αφεντικού του.

“Ραμπέλα! Έ, Ραμπέλα!”
 ........................
“Εεεε...”
 ...................
“Ου γάτους τρώγ΄τα ψάρια, μουρή!”
 ............................
“Ήντα λες μαρέ...;”
............................
“Ου γάτους τρώγ΄τα ψάρια!”
...............................
“Ε, διώχτον!”
..................................
“Ίπιν ου γιατρός να μην δλέβγου...!”

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Και τώρα, οι δυό μας..!

«Και τώρα οι δυό μας..!», 
φάνηκαν τα δόντια μέσα απ΄το χαιρέκακο χαμόγελο και γυάλισαν τα μάτια του ΑΡΧΟΝΤΑ-ΓΑΜΠΡΟΥ της ΤΗΝΟΥ-ΝΥΦΗΣ, όταν έκλεισε πίσω τους η πόρτα των εκλογών και τα κουμπαράκια πήγαν στα σπίτια τους καλοφαγωμένα και τραταρισμένα με τις γλυκύτατες ψήφους τών άπαξ καλεσμένων στο αλισβερίσι.

Η νύφη-Τήνος ενστικτωδώς μαζεύτηκε. 
Είχε κακές εμπειρίες από παρελθόντες μνηστήρες και γαμπρούς, το σώμα της ήταν γεμάτο μελανιές, ράμματα, εκδορές, σημάδια μικρών αλλά, έκδηλων ακρωτηριασμών, ο πόνος είχε φύγει απ΄το σώμα, μα η ψυχή έτρεμε ακόμη από την γνώση τού με πόσους τρόπους είναι δυνατόν να ασελγήσει κανείς επάνω της...

Ο άρχων του βίου της για τα όσα επόμενα χρόνια ήξερε πως το θύμα δεν μπορεί πλέον να ξεφύγει. Στρογγυλοκάθησε στην φαρδειά πολυθρόνα του και την κύτταξε με βλέμμα καλοφαγωμένου λύκου μέσα σε αμπαρωμένο μαντρί. 
Δεν βιαζόταν, το πανηγύρι είχε μόλις αρχίσει και ήταν χορταστικότερο απ΄όλα τ΄άλλα, στα οποία κατά καιρούς είχε αναγκαστεί να παραβρεθεί μέχρι να αποσπάσει την συγκατάθεση των κατ΄επίφασιν συγγενών για τον γάμο.

Ήδη, σχεδίαζε με ποιούς τρόπους θα μοιραζόταν τα κάλλη και την μοναδικότητα της ομορφιάς της νύφης με τους πρόθυμους σάτυρους τών διαφόρων εξουσιών. 
Ήδη, είχε αρχίσει να διαμορφώνει την τιμή της νύν νύφης και μελλοντικής του πόρνης, για κάθε είδους απαίτηση των πελατών του.

Το μέλλον διαγραφόταν λαμπρό για το βάθος της τσέπης του, δυσοίωνο και σκοτεινό όμως, για το ράκος που θα άφηνε πίσω της η κυριαρχία του επάνω στο σώμα της άμοιρης νύφης.

Καλή χρονιά.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο προέρχεται από φίλο-επισκέπτη τής νήσου, εμπαθή, κακοπροαίρετο και  μισαλλόδοξο, που δυστυχώς λάτρεψε μόνον την μοναδικότητα του τοπίου και την ιδιαιτερότητα τής Τήνου, χωρίς να εκτιμήσει ποτέ του στο ελάχιστο τα καλαίσθητα τσιμεντόσπιτα και ενοικιαζόμενα, με τα οποία προίκισε την Νήσο η αδιαφορία (και μόνον αυτή...)των κατά καιρούς αρχόντων της.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Με τον χαλκά στο ρουθούνι....

 Μεταφέρω από το TERRA COMPUTERATA, το παρακάτω κείμενο, που συνοψίζει όλα όσα νοήμονες άνθρωποι έχουν κατά κάποιον τρόπο σκεφτεί με αφορμή τα τεκταινόμενα εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια στο ελλαδιστάν:

Ο Αμερικανός γλωσσολόγος Νόαμ Τσόμσκυ συνέταξε μία λίστα με τις 10 στρατηγικές χειραγώγησης από τα ΜΜΕ.
1. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ
Το θεμελιώδες στοιχείο του κοινωνικού ελέγχου είναι η στρατηγική της απόσπασης της προσοχής που έγκειται στην εκτροπή της προσοχής του κοινού από τα σημαντικά προβλήματα και τις αποφασισμένες από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ αλλαγές μέσω της τεχνικής του κατακλυσμού συνεχόμενων αντιπερισπασμών και ασήμαντων πληροφοριών. Η στρατηγική της απόσπασης της προσοχής είναι επίσης απαραίτητη για να μην επιτρέψει στο κοινό να ενδιαφερθεί για απαραίτητες γνώσεις στους τομείς της επιστήμης, της οικονομίας, της ψυχολογίας, της νευροβιολογίας και της κυβερνητικής. «Διατηρήστε την προσοχή του κοινού αποσπασμένη, μακριά από τα αληθινά κοινωνικά προβλήματα, αιχμάλωτη θεμάτων που δεν έχουν καμία σημασία. Διατηρήστε το κοινό απασχολημένο, τόσο πολύ ώστε να μην έχει  καθόλου χρόνο για να σκεφτεί – πίσω στο αγρόκτημα, όπως τα υπόλοιπα ζώα» (απόσπασμα από το κείμενο: Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους).
2. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΛΥΣΕΩΝ
Αυτή η μέθοδος καλείται επίσης «πρόβλημα-αντίδραση-λύση». Δημιουργείται ένα πρόβλημα, μια προβλεφθείσα «κατάσταση» για να υπάρξει μια κάποια αντίδραση από τον κόσμο, με σκοπό αυτός ο ίδιος να ορίσει τα μέτρα που η εξουσία θέλει να τον κάνει να δεχτεί. Για παράδειγμα: Αφήνεται να ξεδιπλωθεί και να ενταθεί η αστική βία ή οργανώνονται αιματηρές επιθέσεις που αποσκοπούν στο να απαιτήσει ο κόσμος νόμους ασφαλείας και πολιτικές εις βάρος της ελευθερίας. Ή ακόμα: Δημιουργούν μία οικονομική κρίση ώστε να γίνει αποδεκτή ως αναγκαίο κακό η υποχώρηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών.
3. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΔΙΑΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Για να γίνουν αποδεκτά  τα διάφορα απαράδεκτα μέτρα, αρκεί η σταδιακή εφαρμογή τους, λίγο λίγο, επί συναπτά έτη. Κατά αυτόν τον τρόπο επιβλήθηκαν τις δεκαετίες του ΄80 και ΄90 οι δραστικά νέες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες (νεοφιλελευθερισμός): ανύπαρκτο κράτος, ιδιωτικοποιήσεις, ανασφάλεια, ελαστικότητα, μαζική ανεργία, μισθοί που δεν εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα, τόσες αλλαγές που θα είχαν προκαλέσει επανάσταση αν είχαν εφαρμοστεί μονομιάς.
4. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΑΒΟΛΗΣ
Ένας άλλος τρόπος για να γίνει αποδεκτή μια αντιλαϊκή απόφαση είναι να την παρουσιάσουν ως «επώδυνη και αναγκαία», εξασφαλίζοντας τη συγκατάβαση του λαού τη δεδομένη χρονική στιγμή και εφαρμόζοντάς τη στο μέλλον. Είναι πιο εύκολο να γίνει αποδεκτή μια μελλοντική θυσία απ’ ό,τι μία άμεση. Κατά πρώτον επειδή η προσπάθεια δεν καταβάλλεται άμεσα και κατά δεύτερον επειδή το κοινό, η μάζα, πάντα έχει την τάση να ελπίζει αφελώς ότι «τα πράγματα θα φτιάξουν στο μέλλον» και ότι οι απαιτούμενες θυσίες θα αποφευχθούν. Αυτό δίνει περισσότερο χρόνο στο κοινό να συνηθίσει στην ιδέα των αλλαγών και να τις αποδεχτεί με παραίτηση όταν φτάσει το πλήρωμα του χρόνου.
5. ΑΠΕΥΘΥΝΣΗ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟ ΣΑΝ ΑΥΤΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ
Η πλειονότητα των διαφημίσεων που απευθύνονται στο ευρύ κοινό χρησιμοποιούν λόγο, επιχειρήματα, προσωπικότητες και τόνο της φωνής, όλα ιδιαίτερα παιδικά, πολλές φορές στα όρια της αδυναμίας, σαν ο θεατής να ήταν μικρό παιδάκι ή διανοητικά υστερημένος.Όσο περισσότερο θέλουν να εξαπατήσουν το θεατή τόσο πιο πολύ υιοθετούν έναν παιδικό τόνο. Γιατί; «Αν κάποιος απευθύνεται σε ένα άτομο σαν αυτό να ήταν 12 χρονών ή και μικρότερο, αυτό λόγω της υποβολής είναι πολύ πιθανό να τείνει σε μια απάντηση ή αντίδραση απογυμνωμένη από κάθε κριτική σκέψη, όπως αυτή ενός μικρού παιδιού» (βλ. Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους).
6. ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ ΠΑΡΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ
Η χρήση του συναισθήματος είναι μια κλασική τεχνική προκειμένου να επιτευχθεί βραχυκύκλωμα στη λογική ανάλυση και στην κριτική σκέψη των ατόμων. Από την άλλη, η χρήση των συναισθημάτων ανοίγει την πόρτα για την πρόσβαση στο ασυνείδητο και την εμφύτευση ιδεών, επιθυμιών, φόβων, καταναγκασμών ή την προτροπή για ορισμένες συμπεριφορές.
7. Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑ
Κάντε το κοινό να είναι ανήμπορο να κατανοήσει τις μεθόδους και τις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο και τη σκλαβιά του… «Η ποιότητα της εκπαίδευσης που δίνεται στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις πρέπει να είναι η φτωχότερη και μετριότερη δυνατή, έτσι ώστε το χάσμα της άγνοιας μεταξύ των κατώτερων και των ανώτερων κοινωνικών τάξεων να είναι και να παραμένει αδύνατον να γεφυρωθεί» (βλ. Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους).
8. ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑ
Προωθήστε στο κοινό την ιδέα ότι είναι της μόδας να είσαι ηλίθιος, χυδαίος και αμόρφωτος…
9. ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΕΝΟΧΗΣ
Κάντε τα άτομα να πιστέψουν ότι αυτά και μόνον αυτά είναι ένοχα για την κακοτυχία τους, εξαιτίας της ανεπάρκειας της νοημοσύνης τους, των ικανοτήτων ή των προσπαθειών τους.Έτσι, τα άτομα αντί να εξεγείρονται ενάντια στο οικονομικό σύστημα, υποτιμούν τους εαυτούς τους και νιώθουν ενοχές, κάτι που δημιουργεί μια γενικευμένη κατάσταση κατάθλιψης, της οποίας απόρροια είναι η αναστολή της δράσης… Και χωρίς δράση, δεν υπάρχει επανάσταση.
10. ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠ’ Ο,ΤΙ ΑΥΤΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ
Κατά τα τελευταία 50 χρόνια, η ταχεία πρόοδος της επιστήμης έχει δημιουργήσει ένα αυξανόμενο κενό μεταξύ των γνώσεων του κοινού και εκείνων που κατέχουν και χρησιμοποιούν οι κυρίαρχες ελίτ. Χάρη στη βιολογία, στη νευροβιολογία και στην εφαρμοσμένη ψυχολογία, το σύστημα έχει επιτύχει μια εξελιγμένη κατανόηση των ανθρώπων, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Το σύστημα έχει καταφέρει να γνωρίζει καλύτερα τον «μέσο άνθρωπο» απ’ ό,τι αυτός γνωρίζει τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις το σύστημα ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο και μεγάλη εξουσία πάνω στα άτομα, μεγαλύτερη από αυτήν που τα ίδια ασκούν στους εαυτούς τους.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

ΣΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ...

Σιχαίνομαι....

...τα άψυχα μηνύματα, που φτάνουν στο κινητό μου με ευχές για το νέο έτος και υγεία και χαρά...

Σιχαίνομαι αυτόν που τα στέλνει περισσότερο κι΄ από τα ταπεινότερά μου ένστικτα για κοινωνική αναρρίχηση και αναγνώριση...

Σιχαίνομαι να ξέρω πως είμαι μέρος μιας ετερόκλητης λίστας ανθρώπων, που δέχονται ένα μήνυμα "καλού-κακού" μήπως κάποτε με χρειαστούν και τους έχω ξεχάσει, μήπως θελήσουν κάτι και είμαι αρκετά μνησίκακος ώστε να μην τους κάνω το ρουσφετάκι επειδή τα Χριστούγεννα δεν έλαβα τις γλοιώδεις και ιδιοτελείς ευχές τους...

Σιχαίνομαι να ξέρω πως είμαι μέρος μιας  λίστας συμφερόντων, πως κάποιος με θεωρεί αξιόλογο για να με χρησιμοποιήσει μελλοντικά στην ανέλιξή του...


Σιχαίνομαι τον ήχο των μηνυμάτων που φτάνουν σωρηδόν από εκείνους που δεν θέλω να ξέρω, γιατί εκείνοι που θέλω, θα μου ευχηθούν όταν με δουν χωρίς να φοβούνται την χρονοκαθυστέρηση...


Λατρεύω εκείνους που μου λένε δέκα μέρες μετά την γιορτή μου "Έλα ρε, σε ξέχασα εντελώς! Χρόνια Πολλά!" χωρίς κανένα κόμπλεξ και δίχως καμμία δικαιολογία...


Και τόσο ακριβώς, σιχαίνομαι τα κεράσματα στην δουλειά την μέρα της ονομαστικής εορτής...

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ ΔΟΛΛΑΡΙΟ !

Αγαπητοί τουρίστες, Αρχικώς, καλώς ήρθατε στο νησί μας!  Που σε λίγα χρόνια, αν όλα πάνε καλά, θα είναι ολόϊδιο με όλα τα άλλα νησιά των Κυκ...