Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

"Το χωριό έχει λάθος χρώμα!"

Όλα τα πράγματα έχουν κόπο. 
Τουλάχιστον τα περισσότερα από όσα αξίζουν.
Αξίζει να ζεις στο χωριό. 
Όσοι πάμε για ελάχιστες μέρες τον χρόνο το καταλαβαίνουμε, τρώμε στη μάπα την τεράστια διαφορά στην ποιότητα στο περιβάλλον διαβίωσης, ξεμουδιάζουμε σα μόλις να βγήκαμε από κάποια στενάχωρη κοιλιά, κυττάμε γύρω σα χαζοί, ο τόπος είναι αδυσώπητος στο να θυμίζει διαρκώς τη λάθος επιλογή. 

Αλλά, η πιό ωραία φάση είναι όταν καθόμαστε με το φραπεδάκι ή με το ρακί στο χέρι και κάνουμε κριτική στους ντόπιους! 
Α, όλα κι΄όλα! 
Εμείς οι αθηναίοι τα ξέρουμε όλα! 
Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε! 
Η μεγαλούπολη σε κάνει πάνσοφο! 
Έχει μια δύναμη το τσιμέντο που δεν την φαντάζεται κανείς!

Και δεν λέω για τα πολιτικά, τα χρηματιστηριακά και όλα όσα περιγράφονται με νούμερα.
Όοοοχι.... 
Μιλάω για τα θέματα του τόπου.
Αφού μιλήσουμε λίγο με τους συγχωριανούς και ανταλλάξουμε δυό κουβέντες, αποφασίζουμε να πάρουμε εκείνο το ύφος το περισπούδαστο, που συνοδεύεται από εκείνη την παύση (που είναι απαραίτητη για να σε πάρουν στα σοβαρά) και να εκφέρουμε βαρύγδουπα την γνώμη μας:

"Το χωριό έχει ανάγκη από αυτό με λιγάκι από εκείνο!" 
"Το χωριό έχει λάθος χρώμα!"
"Το χωριό είναι ακάθαρτο!"
"Πρέπει να κάνετε κάτι για να μη ρίχνει τόσα φύλλα ο πλάτανος!"
"Πρέπει να σταματήσετε να παρκάρετε στην πλατεία!"
"Η πηγή της Κόπαινας θέλει φροντίδα!"
"Το υπόστεγο στο πάνω τέρμα είναι χάλια!"
"Ο Άγιος Ζαχαρίας έχει υγρασία!" 


Στο τέλος, έχουμε βέβαια και έτοιμη τη λύση. 
Για όλα. 
Ακόμη και για εκείνα που δεν είναι προβλήματα. 
Και η λύση συνήθως είναι απλή, απλούστατη, μόνο που τούτοι 'δω δεν την είχαν σκεφτεί! Τί χαζοί!
Καλά που ήρθαμε για πέντε μέρες το Πάσχα κι΄άλλες δέκα το καλοκαίρι και τους φωτίσαμε με την τεράστια εμπειρία μας!


Δε λέω, καλές είναι και οι συζητήσεις και οι γνώμες.
Καλές είναι και οι διαφωνίες και οι φωνές ακόμα, αλλιώς, άμα συμφωνούμε σε όλα δεν γίνεται βήμα.


Αλλά, καλύτερο είναι να σηκώνεις τα μανίκια, να βάζεις τα γάντια, να αρπάς το κλαδευτήρι και την τσάπα και να συνεφέρνεις όλο τούτο ΄δω.

Γιατί τ΄αγριόχορτο θα σου πνίξει το δέντρο και το ακλάδευτο δέντρο θα πάρει πολύ χρόνο για να συνέρθει και μετά θα θες να περάσεις τα καλώδια για τον καλοκαιρινό χορό και δεν θα μπορείς και θάχεις τους αθηναίους στην πλάτη σου να γκρινιάζουν... "Ααααχ... Πάει... Δεν νοιάζονται οι νέοι πιά..."


Γιατί αν δε στηρίξεις το δέντρο θα το πάρει ο αέρας και θα το πλαγιάσει ή θα το σπάσει και θάχεις (πάλι...) τους αθηναίους να κουνάνε το κεφάλι με απαξίωση: 
"Τόσα λεφτά πεταμένα... Χάθηκε να κάνουν ένα έτσι και να το μαζέψουν... Τς, τς, τς..."


Γιατί αν δε μαζέψεις τα χαρτιά και τα πλαστικά που κουβάλησε ως εδώ ο αέρας θάχεις (πάλι...) τους αθηναίους στη ράχη σου να μουρμουράνε:  
"Μα δε μπορούν να το πιάσουν από κάτω και να το πετάξουν στο καλαθάκι..."


Γιατί άμα είσαι ασφαλής στα τσιμέντα της πόλης κι΄έχεις μάθει η μόνη σου φροντίδα για τον τόπο που ζεις να είναι, μήπως σου πάρει ο αέρας το πιάτο της δορυφορικής και σκοτώσει κανέναν περαστικό ή αν στάζουν τα βρακιά τής αποπάνως στα σεντόνια της αποκάτως, τότε όλα είναι εύκολα. 

Έκλεψα φωτογραφίες απ΄το διαδίκτυο και τις έβαλα εδώ μέσα, εξ΄άλλου η αφορμή για την ανάρτηση ήταν αυτές ακριβώς οι φωτογραφίες, με μόνο σκοπό να πω ένα ευχαριστώ σε όλους εκείνους που νιώθουν τα ίδια με εμένα για τον τόπο, μόνο που εκείνοι τα κάνουν πράξη.

Με πολλούς από αυτούς δεν έχουμε άλλο πέρα από μια καλημέρα και μια καλησπέρα.
Αυτό όμως, δεν λέει τίποτε, ούτε μια καλημέρα κάνει τον άνθρωπο ούτε και τον χαλάει.
Πέρα από συμπάθειες και αντιπάθειες, υπάρχει το χρέος για τον κοινό τόπο, το χωριό, που τόχουμε χάσει όσοι είμαστε μακρυά και κατά βάθος φοβόμαστε να ξεβολευτούμε τώρα πιά και να πάμε να ζήσουμε εκεί.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσοι βοήθησαν να συντηρηθεί το χωριό μου.




Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΤΑ ΖΟΜΠΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ...

"Θα ρίξω κάτω τις Πύλες του Επέκεινα, θα γκρεμίσω τις θύρες και θ’ ανεβάσω τους νεκρούς να κατασπαράξουν τους ζωντανούς, και οι νεκροί θα υπερισχύσουν των ζώντων", έγραφε ο ανώνυμος Σουμέριος ποιητής τον 18ο αιώνα προ χριστού στο έπος του Γκιλγκαμές. 

"Ο εικοστός αιώνας παίρνει την σκυτάλη με ταινίες με αποκρουστικά, ανθρωπόμορφα τέρατα, πτώματα που βγαίνουν απ’ τους τάφους τους, έτοιμα να κατασπαράξουν ο,τιδήποτε ζωντανό περπατά στη γη."

Τί γράφω τώρα...
Ή μάλλον, τί μού ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας τα παραπάνω;
Εμείς! Ναι, εμείς, τα ελληνάκια της ευρώπης. Η Ζώσα, αποκρουστική απειλή για μια "ευημερούσα" ευρώπη.
Πάω λίγο παρακάτω.

Ο Vidergar, υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, εξέτασε τις μεγάλες καταστροφές στην ιστορία του εικοστού αιώνα, όπως το Ολοκαύτωμα, ο πυρηνικός βομβαρδισμός της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι και την 11η Σεπτεμβρίου, σημειώνοντας πως τα γεγονότα αυτά τόνισαν την βίαιη φύση του ανθρώπου και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις σχετικά με τα πλεονεκτήματα της σύγχρονης κοινωνίας. 

Το τραύμα που παράγεται από αυτά τα γεγονότα έχει αναγκάσει την ανθρωπότητα της εποχής μας να έχει σταματήσει να σκέφτεται για το μέλλον ως κάτι θετικό.

Τα Ζόμπι είναι μια αντανάκλαση του εαυτού μας. 

Τί λέει ο ερευνητής εδώ, λοιπόν; Πως η σύγχρονη κοινωνία όχι μόνον δεν έχει τρόπο να αποτρέψει καταστροφές, ΑΛΛΑ οι μεγαλύτερες από αυτές προκαλούνται εξ΄αιτίας της!


Να θυμήσω τώρα ότι, όλες αυτές οι ανησυχίες πέφτουν σε νάρκη όταν ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΟΥΜΕ, με απόλυτο όριο την κατανάλωση πληροφοριών, άχρηστων και περιττών στο μεγαλύτερο μέρος τους. Κινητά, tablet, κάμερες, blue ray, δορυφορικά κανάλια, όλα μέρος ενός ύπνου που θα μας κάνει να ξεχνάμε την φρίκη που μας προκαλεί η συμβίωση με όσους δεν γουστάρουμε.

Ειδικά στην περίπτωση ορισμένων λαών που είναι μεγαλωμένοι κάτω από το πρίσμα της μιάς σκέψης, μιας κυρίαρχης σκέψης, ενός προτύπου κοινωνίας και μόνον αυτού, είναι ακατανόητο το ότι, κάποιος μπορεί να είναι ελεύθερος να σκέφτεται και να θέλει να ζει διαφορετικά! 

Πάω στο σημείο που με έβαλε σε σκέψεις:

Οι ηθικές αποφάσεις που λαμβάνουν οι επιζώντες σε ακραίες συνθήκες ενώ είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες που θα είχαν στην κανονική ζωή τους.

Λοιπόν, τα πράγματα είναι απολύτως ξεκάθαρα. Σο ζόμπι μπορείς να φερθείς όπως γουστάρεις. Να βγάλεις όλο οσυ το μίσος για το ανθρώπινο είδος στο πρόσωπό του που είχες καταπιέσει μέσα σου για χρόνια. Να κάνεις, επιτέλους πραγματικότητα εκείνη την φράση που είχες πίσω απ΄τα δόντια όταν έβλεπες τον επιθετικό να περνάει την άμυνα της αγαπημένης σου ομάδας : "Σκότωσέ τον ρε τον καριόλη, τί τον κυττάς!" 


Ε, τώρα με τα ζόμπι το θέμα είναι εντελώς απενοχοποιημένο. Ό,τι και να κάνεις , όσα και να σκοτώσεις κανένας δεν θα σε πει εγκληματία αφού απειλείται η ζωή σου.

Ακριβώς όπως με τους έλληνες που αυτή την στιγμή απειλούν τα κεκτημένα των υπολοίπων λαών της ευρώπης. 
Γιατί δεν έχουμε ανά κράτος τα ίδια κεκτημένα. Έχουμε τις ίδιες ταμειακές υποχρεώσεις, για τις οποίες καίγονται τα φιλαράκια μας, αλλά,δεν έχουμε ανάλογη παιδεία και υγεία για παράδειγμα. 
Και δεν μας ύψωσαν ποτέ το δάχτυλο για να τα σουλουπώσουμε, παρά μόνον να μας χλευάσουν με τα ίδια μας τα σύμβολα.


Μια εντολή είχε η ευρώπη προς τους πολίτες της (τους υποτακτικούς της, δηλαδή): 
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΤΕ!
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΤΕ για να πρέπει να παράγουμε, να δουλεύουν τα εργοστάσια και οι φάρμες μας! ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΤΕ γιατί οι αμερικάνοι καταναλώνουν περισσότερο! ΑΥΤΗ  ΕΙΝΑΙ Η πραγματική απειλή: ο αμερικάνος που παράγει περισσότερο και καταναλώνει σαν τρελλός.

Η επιταγή της ευρώπης είναι αυτή: ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΤΕ!
Η ευημερία και η ευτυχία αντανακλάται στις οθόνες των τραπεζών: τρεις το λάδι τρεις το ξύδι, δέκα το λαδόξυδο! Κι΄αν το πάρουν χαμπάρι χεστήκαμε...


Και τώρα έρχεται ο αδύναμος κρίκος να απειλήσει όλη αυτήν την ευημερούσα, αενάως καταναλώνουσα κοινωνία;;; 

Τί λες ρε που θα μου πεις εσύ πως δεν πληρώνεις!

Τί λες ΡΕ, που θα μου πεις να σεβαστώ την λαϊκή βούληση!

Ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε; 

Εγώ σε έστηνα στον τοίχο και σε καθάριζα χωρίς δέυτερη σκέψη, μάνες παιδιά γέρους όποιον έβρισκα μπροστά μου! 

Κι΄όχι μόνον εδώ! Και στην αφρική τα ίδια έκανα, εγώ η ΕΥΡΩΠΗ! 

Γιατί δεν είμαι μόνον γερμανία...
Όχι...
Και σαν ιταλία και σαν γαλλία και σαν ολλανδία και σαν ισπανία και πορτογαλία, πήγα και τους κατέσφαξα χωρίς κανέναν δισταγμό! 

  
Τους ξεπάτωσα τα κράτη τις φυλές τα ήθη! 
Τους φέρθηκα όπως τους άξιζε: σαν ΖΟΜΠΙ που απειλούν ή στερούν από μένα περισσότερα πλούτη, περισσότερο χρήμα, περισσότερη ευημερία!


ΖΟΜΠΙ, ρε κωλοέλληνα! 
Ένα ζομπι είσαι, τί θαρρείς πως είσαι! 
Θα σε πατήσω κάτω, έχω το ελεύθερο από όλους, ακόμη και οι μέχρι πριν τρία λεπτά φτωχοί είναι με το μέρος μου! 
Γιατί αν δεν ήταν θα τους έβαζα από τη δική σου μεριά και θα τους ξαναπυροβόλαγα και αυτούς! 

ΖΟΜΠΙ είσαι ρε κωλοέλληνα και σαν ΖΟΜΠΙ θα σου φέρομαι! 
Θα σε εξοντώνω και θα σε βρίζω γιατί ΑΝ ΕΣΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΕΙΣ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΖΟΜΠΙ!!!

ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;




 


 


Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Τί ειν΄η σκηνή, δυό κουρελούδες όλες κι΄όλες...

"Είναι δύσκολο νάσαι ερασιτέχνης. Δεν προσπορίζεσαι τίποτα από τον κόπο σου. Πρέπει να τ΄αγαπάς αυτό που κάνεις γιατί αυτό που θα σου δώσει στο δίνει στην ψυχή και καθόλου στην τσέπη. Και για τον καθένα απ΄όλους, για τον κάθε έναν ξεχωριστά στον θίασο, αυτό που το δίνει είναι μόνο δικό του γιατί έχει ο καθένας και μιάν άλλη ψυχή.

Που η μιά ευχαριστιέται με το χειροκρότημα, η άλλη τρέφεται με τον ρόλο, η άλλη ζει για το χτυποκάρδι των πρώτων πέντε-δέκα λεπτών της παράστασης και μια άλλη το κάνει γιατί άμα δεν το κάνει, απλά, δεν ζει.

Το σανίδι έχει σκουλήκι και το σκουλήκι κάποια στιμγή μπαίνει μέσα σου, εσύ δεν το καταλαβαίνεις, μα σε πιάνει κάτι σα πυρετός και θες να είσαι κει πάνω, να μπαίνεις σε πετσιά αλλωνών, να λες λόγια που δεν θα τάλεγες ποτέ από μόνος σου, να συναναστρέφεσαι φονιάδες, πόρνες, τρελλούς, ό,τι βάλει ο νούς σου.

Και πεθαίνεις. Με κάθε ρόλο πεθαίνεις. Ο ηθοποιός είναι ο μόνος που ξέρει από τα πριν πώς είναι να παύεις να υπάρχεις. Τέλειωσε ο ρόλος; Ε, αυτό είναι θάνατος, αυτό που υπήρξες και σουδωσε το χειροκρότημα παύει να υπάρχει, ζεις τον θάνατό σου, έστω και σαν κάποιος που υπήρξες σε ένα παράλληλο σύμπαν, στο σανίδι.

Λέω σανίδι και μούρθε στο μυαλό μια φορά που ευχόμουν να είχα κάτω απ΄τα πόδια μου σανίδι κι΄ας ήταν και σάπιο κι΄ας ήταν σκωροφαγωμένο κι' ας έτριζε κάθε που άλλαζες πόδι. Ήταν τότε που παίζαμε επάνω σε τραπέζια! Τραπέζια, από κείνα τα στενόμακρα των πανηγυριών, ενωμένα πλάι πλάι για να κάνουν σκηνή, να φαινόμαστε από μακρυά, σκηνή δεν υπήρχε στην  αίθουσα, πού να παίξεις να σε δει ο κόσμος. Κι΄είχαν έρθει κι΄ένα σωρό με γαιδούρια, με μουλάρια και κάτι λίγοι με αυτοκίνητα, μα ως πόσα αυτοκίνητα να είχε τότε στην Τήνο, ευτυχώς ήταν και δυό ταξί, φαρδειά σα μαούνες. Γιατί έπρεπε να φύγουμε απ΄το Ξώμποργο και να πάμε στην Καρδιανή. Ναι, στο Ξώμποργο ήταν η σκηνή με τα τραπέζια, στο Ξώμποργο. Ο Βουτσίνος, βέβαια! Είχε εκείνο που τον έκανε πέρα από παπά και κάτι σαν καθοδηγητή της καθημερινότητας.

Παίζαμε που λες κάθε χρόνο στο Ξώμποργο, στην αίθουσα δεξιά απ΄το πηγάδι, τη μεγάλη, βάλε με το μυαλό σου στριμωγμένα τετρακόσια άτομα, πεντακόσια, μεγάλο πανηγύρι!
Μόλις τελείωνε η λειτουργία, καθόταν ο κόσμος να φάει, να πιεί, στην ώρα επάνω έβγαινε ο Βουτσίνος και φώναζε, "Άντε, τελειώνετε να παίξουμε θέατρο!", σηκωνόταν ο κόσμος, μάζευε, στήναμε εμείς τα τραπέζια και παίζαμε. 
Σκηνή δεν υπήρχε, πώς να κάνεις τώρα εκείνες τις πάγκες να σταθεροποιηθούν; Δεν γινόταν. Να πας να κάνεις βήμα στην σκηνή και να κουνιέται ο τόπος όλος! Και να παίζουμε καμμιά κωμωδία, θυμάμαι να παίζουμε Μολιέρο, τον Φιλάργυρο, να νομίζει ο κόσμος πως το κάνουμε επίτηδες, να ξεκαρδίζονται, εμείς να κοντεύουμε να σωριαστούμε και 'κεινοι να νομίζουν πως είναι στο έργο.

Ευχαριστιόταν όμως οι άνθρωποι τότε. Κάθε πότε θα βλέπαν παράσταση στη ζωή τους, έβλεπες φάτσες γελαστές, μάτια κι αυτιά που ρούφαγαν την παράσταση κυριολεκτικά, δε σούκανε καρδιά να πεις τα παρατάω, δεν παίζω. Και μετά, σκέψου πως ήταν και γνωστοί, συντοπίτες, μας ξέραν και τους ξέραμε, έρχοταν και για το έργο και για εμάς, διπλό το βάρος, που βάρος δεν τόλεγες, διπλή χαρά να πώ καλύτερα. Και δεν υπάρχει ούτε μιά φωτογραφία από τότε, ούτε μία...


Μα βάλε τώρα πόσο χρονώ είμασταν όλοι μας και πόση ορμή, λέω καμμιά φορά, είχαμε και τραβολογιόμαστε να πάμε να παίξουμε στην άκρη του κόσμου. Ξέρεις, μπορεί και εκείνη η χαρά που ένιωθε ο κόσμος και την νιώθαμε κει 'μείς, την αναπνέαμε με κάποιο τρόπο, νάταν εκείνη που μας στέριωσε στο σανίδι της Ερασιτεχνικής. Γιατί να ξέρεις, πολλές φορές λες δεν πάει άλλο, ειδικά στην αρχή, που είσαι νέος και σε τραβάει η ζωή δεξιά κι΄αριστερά. Εμείς στην αρχή βάλαμε τέτοια θεμέλια φαίνεται κι΄έτσι καταφέραμε και στεριώσαμε και είμαστε ακόμη εδώ και φτιασιδωνόμαστε και ξεφυλλίζουμε φθαρμένες σελίδες, χιλιοσημειωμένες, τσακισμένες από τα πριν όπου θέλει ιδιαίτερη προσοχή, γνώριμές μας από χρόνια, όπως ρυτιδώνει το κορμί μας, ρυτίδωσαν κι΄αυτές.

Είναι που λες Χούντα. Χούντα στο μεσουράνημα της, μάλλον το ΄69 πρέπει νάτανε. Ο ενωμοτάρχης κι΄ο χωροφύλακας ισοδυναμούσαν με μεγάλη εξουσία! Οι μόνοι που τόλμαγαν να αντιμιλήσουν άντε να ήταν κανένας από τα Τ.Ε.Α. που είχαν και όπλα στα σπίτια τους. Έλεγε ο χωροφύλακας "Μη!", δεν υπήρχε "Μα..."

Έχουν απαγορευτεί που λες οι συγκεντρώσεις μα με τα πανηγύρια δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, τί να πουν "Εμείς θα χορεύουμε τσάμικα κι΄εσείς κατσέτε σπίτια σας;" δεν γινόταν, κάπως έπρεπε να έχει και λίγο λάσκα το σκοινί, όσο κεφάλας και νάσαι αυτό το καταλαβαίνεις. Πάμε να παίξουμε λοιπόν στο Ξώμποργο, έρχεται ο χωροφύλακας, ενωμοτάρχης να ήταν, πού να θυμάμαι, είχε κάτι ασημένια φουντούκια πάνω στους ώμους τέλος πάντων, έρχεται κει μπροστά και λέει "Ποιός είναι εδώ υπεύθυνος", βγαίνει ο Αλεξάκης μπροστά "Εγώ είμαι", λέει εκείνος στον Αλεξάκη "Άδεια έχετε;". "Τι άδεια νάχουμε, ποιός να την βγάλει, μέχρι τώρα πώς παίζαμε" λέει εκείνος. Απαντάει ο χωροφύλακας και λέει πως "Δεν ξέρω τί κάνατε μέχρι τώρα, εγώ το κεφάλι μου στον τουρβά δεν το βάζω, άμα δεν έχετε άδεια δεν παίζετε."



Βλέπω τον Βουτσίνο από πίσω νάχει ανάψει, νάχει κορώσει, έκανε και ζέστη, Ιούλιος μήνας, τον πιάνει σε κάτι μισοπαρακαλετά που τόσος κόσμος περιμένει πώς και τί να δεί κάτι, και τόχουμε σαν παράδοση και κρίμα είναι τα παιδιά τόσος κόπος. Τίποτα. Ο χωροφύλακας φοβάται, τον βλέπεις μια κυττάει κάτω, μιά πάνω, σουφρώνει τα χείλια του, τελικά, λέει δεν γίνεται, μαζέψτε τα. Ο  Φόβος που φυλάει τα έρημα... Μαζεύουμε σιγά-σιγά, ο κόσμος έχει καταλάβει τί γίνεται μα τί να κάνει.


Μόλις ο χωροφύλακας σιγουρεύεται πως δεν θα παίξουμε και φεύγει, νάσου ο Βουτσίνος, τρέχει στον Αλεξάκη, τον αρπάζει απ΄το μπράτσο, κάτι του λέει στ΄αυτί, βλέπουμε σαστισμένο στην αρχή τον Αλεξάκη, μετά χαμογελάει, γυρνάει σε μας "Μαζέψτε τα γρήγορα όλα! Λωράν, πήγαινε πιάσε τα δυό ταξί να μη φύγουν, να μας κατεβάσουν στη Χώρα" Λέω εγώ μέσα μου, τόσο φοβήθηκε και θέλει καλά και σώνει να φύγουμε του σκοτωμού, δεν είπαν δα πως θα μας βάλουν και φυλακή!

Παραξενευομαι όμως που τον βλέπω αλαφιασμένο και ζωηρό. Φορτώνουμε, χαιρετάμε, κι΄όση ώρα κάνουμε να  κατέβουμε στη Χώρα σκέφτομαι πως για να βιάζεται τόσο, μάλλον θα βρήκε κάπου να παίξουμε εκεί, να μας βλέπουν και οι αρχές να σιγουρεύονται πως δεν κινδυνεύουν από εμάς. Έλα όμως που μόλις φτάνουμε στη Χώρα τραβάμε γραμμή για το λιμάνι... Απογοητευόμαστε... Από την άλλη, καράβι πουθενά, πού πάμε, πώς να φύγουμε, άμα ήταν για να φύγουμε...

Είναι η εποχή που ο Αλεξάκης φτιάχνει το σπίτι στου Γιαννάκη. Δρόμος για 'κεί απ΄την Καρδιανή δεν υπάρχει. Πώς πάει λοιπόν, τα υλικά ο Αλεξάκης στου Γιαννάκη; Με καΐκι! Είναι ένας καπετάνιος μ΄ένα καΐκι και πηγαινοφέρνει υλικά. Να μη στα πολυλογώ, μας το σκάει το παραμύθι: θα πάμε με το καΐκι στου Γιαννάκη, θα ξεφορτώσουμε, θα βρούμε κανένα γαϊδουρι, κανένα μουλάρι, θ΄ανέβουμε στην Καρδιανή να παίξουμε εκεί! Άκου τρέλλα τώρα! Βάλε πόση θέληση, πόση αγάπη για το θέατρο! Γι΄αυτό σου είπα πριν, σε τρώει το σκουλήκι δε σ' αφήνει να ησυχάσεις, μα κρύο μα βροχή μα ζέστη, τρώγεσαι, δεν μπορείς άμα δε λαλήσεις...

Φτάνουμε στου Γιαννάκη με το καΐκι, κάναμε πόσην ώρα, μιά, μιάμιση, ξεφορτώνουμε και πιάνουμε τον ανήφορο, μα έναν ανήφορο, τί ανήφορο... Να βαράει ο ήλιος να γίνεται το κεφάλι σου κουρκούτι... Με τα πολλά, φτάνουμε, πάμε στο Περιβόλι, τουΛωράν του Απέργη, έτσι νομίζω την έλεγαν την ταβέρνα , και πιάνουμε και κρεμάμε σε σπάγγους  δυό κουρελούδες δεξιά κι΄αριστερά από μια πόρτα κι΄αυτή ήταν η σκηνή. Μουσική, φώτα, τίποτα, ούτε λόγος.

Στέλνει ο Αλεξάκης τον Λωράν τον ταβερνιάρη στο χωριό να φωνάξει τον κόσμο να έρθει να δει την παράσταση. Κέφι, παλμός, βγάλαμε όλο μας το άχτι για την απαγόρευση, ήταν, πες, η δικιά μας μικρούτσικη αντίσταση στον τοπικό εκπρόσωπο της χούντας. 

Μετά άμα τελείωσε η παράσταση, είχα πάει μέχρι το ξυνάρι της Καρδιανής, έτρεχαν τα νερά, φεύγαν απ΄το ξυνάρι, γέμιζαν το αποδοχάρι, τραβάγαν κάτω, στο ρέμα. 
Και 'κει μούρθε στο μυαλό μια απορία: τί είναι το ρέμα; Είναι η πηγή που αναβλύζει, είναι η κοίτη που τρέχει το νερό, είναι το νερό το ίδιο; Ή όλα μαζί κάνουν το ρέμα και χωρίς ένα απ΄αυτά το ρέμα δεν υπάρχει..;
Και τί είναι το θέατρο; είναι η σκηνή, είναι οι ηθοποιοί, είναι το έργο κι΄ο συγγραφέας του, είναι μήπως το κοινό..; 

Ξέρεις το πιό σημαντικό απ΄όλα; Το κοινό. 
Χωρίς κοινό απέναντί σου, θέατρο δεν υπάρχει. Ας έχεις τον σπουδαιότερο συγγραφέα και να σου φτιάξει το  καλύτερο έργο, ας έχεις τους καλύτερους υποκριτές, τα καλύτερα σκηνικά, μουσικές, φώτα, πράγματα. 

Άμα δεν έχεις κοινό, δεν έχεις θέατρο.
Γι΄αυτό οι ηθοποιοί υποκλίνονται στο τέλος της παράστασης. Γιατί χωρίς τους θεατές, θέατρο δεν υπάρχει..."