Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΙΚΑΕΛ ΣΤΟΝ ΓΚΝΤΑ

«Φύγε, φύγε! Πέτα το πινέλο στο νέφτι και φύγε γρήγορα, πριν πέσει ο Ήλιος! Δε θα προλάβεις το Φώς!»



«Παράτα με κάτω! Λες εγώ δε θέλω να πάω; Μα δε προλαβαίνω... Την άλλη φορά...»



«Δεν υπάρχει άλλη φορά! Την άλλη φορά ο Ήλιος θα γέρνει απ΄αλλού. Και στο κάτω-κάτω την άλλη φορά κάμε αλλού τη βόλτα σου!»



«Σταμάτα να μιλάς! Θα στεγνώσει η μπογιά, θα πάρει ο αέρας τα χαρτόνια, θα μυρίσει νέφτι ο κόσμος όλος... Κι΄ύστερα, δεν έχω φτιάξει ούτε σακκίδιο, ούτε παπούτσια έφερα κατάλληλα, ούτε η μηχανή δεν θα βγάλει καλές φωτογραφίες τέτοια ώρα! 
Κι΄έπειτα, τί να τους δείξω δηλαδή..;

Περνάνε κάθε μέρα από εκεί για την Αγία Μαρίνα, δεν τα βλέπουν;



Μπορεί κάπου να χάνεται η λεπτομέρεια απ το κρυμμένο κατ'κιό με τ΄αγρέλι ακουμπιστά, μα δεν ξέρω... Έχει νόημα τώρα πιά..;



Ή λίγους μοναχά νοιάζει το πατητήρι με το αποδωχάρι...

 ... και το πέτρινο τραπέζι..

...με τις θυρίδες παραδίπλα και την καρβ’νοστιά..;


Τί να τους δείξω..; 
Βράχια στο φόντο τ’ ουρανού; 

Όσο τα κυττάς τόσο σε σαλεύουν, τόσο τα μάτια σου ψάχνουν να ερμηνέψουν τα σχήματα σε γνωστές μορφές θεών, δαιμόνων, στοιχειών... Αρέσουν λες σε κανέναν..;



Τί να τους δείξω..; 
 

Τ΄όμορφο, καστρωμένο χωραφάκι που έχει χρόνια να δεί ψυχή ανθρώπου όσο κι΄αν στέκει με την πρωτινή του αξιοπρέπεια; Ποιόν ενδιαφέρει... Κανέναν.



Μου λες, "άσε τα πινέλα και τα καρφώματα και τρέχα στο βουνό". Να τρέξω. Μα πάλι δε θα χορτάσω, πάλι λίγο θάναι, πάλι δε θα φτάνει μια χούφτα Τήνο να καλύψει το μέσα κενό που σκάβει το τσιμέντο.



Άσε... Θα μείνω εδώ. 
Δε θα δω τον Άγιο Μικαέλ στον Γκντά να προβάλλει λίγο το λίγο πίσω απ΄την κορφή...

... και για μιάς να καμαρώνει στα ολόλευκα στο τελευταίο Φως.

Ούτε θα με φοβερίσει απ΄το βάθος της εκκλησιάς ο Άγιος με την υψωμένη σπάθα... 

Άστον στην ησυχία του κι΄Αυτόν. 
Κάτι ξέρει που δεν ξέρω για μια παληά τοιχογραφία στο πλευρό του τοίχου. 

Ξέρει ακόμα, για το αν είναι τάφοι αυτοί οι δύο στο πλάι της εκκλησιάς και αν ναι, τί καλό πρέπει νάχεις κάμει για να σ΄αφήσουν να ταφείς στην μέση αυτού του Παραδείσου...



Είναι καλύτερα να μείνω εδώ, να κάμω χρήση της δικαιολογίας της δουλειάς και να μην βρω τον χρόνο για δέκα βήματα παραπέρα όπου φαντάζομαι να στέκει ένας περιστεριώνας, 

...άκου τώρα, με παραξενιά μοναδική, με ένα κατοικιό κολλημένο απάνω του...

...και μια καυκάλα σαν αγγελόφτερο στό να του πλευρό!


Άσε... Θα μείνω εδώ να μην έχω κιόλα να θαυμάζω τα στολίδια του,
...με εκείνη την αδέξια ματιά που δεν ξέρει που να αποθέσει για λίγο παραπάνω τον χρόνο που τής αναλογεί.



Τρομάζω κιόλα... 
Τρομάζω με ‘κείνο τον ουρανό που ανελέητα με κυττάει μέσα από τη γκρεμισμένη οροφή και θέλω να φεύγω εγώ, να μη βλέπω το νησί να φεύγει πρώτο. Δεν πάω σού λέω... Θα κάτσω εδώ να πηγαινοσέρνω το πινέλο πάνω στα φθαρμένα ξύλα.



Γιατί άμα φεύγω από ΄κει, μπορεί να πάρω τη ρεματιά για να γυρίσω πίσω κι΄είναι κάτι  καυκάλες σα σπίτια άδεια, 
...που μοιάζουν να με κατηγορούν για όλα 
και ‘μένα δε μ΄αρέσει να φταίω...


Και νάξερες πόσο φταίω που μπορώ και βλέπω τον Οκτωβριάτικο ουρανό με τούτα τα όμορφα κουρελάκια του...

...την ώρα που ο γιός μου πίσω στην πόλη καταλαβαίνει τί ώρα είναι απ΄ την εκπομπή που παίζει η τηλεόραση...»









Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

ΜΑΣ ΠΑΙΖΟΥΝ ΣΤΑ ΖΑΡΙΑ, ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ...

Κάποιος με πολλά, πραγματικά πολλά λεφτά φτιάχνει μια εταιρεία στοιχημάτων, με σκοπό να κάνει τα λεφτά του απείρως περισσότερα.
Κάπως σαν τα κοράκια του "ΧΡΥΣΟ, ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ, ΣΕΡΒΙΤΣΙΑ ΑΓΟΡΑΖΩ".

Πείθει κάποιους πως το να στοιχηματίζεις είναι το να παίζεις.

Γι΄αυτό και όλοι οι εθισμένοι λένε «πάω να παίξω ένα τζόκερ, λόττο κ.λπ.» και όχι "πάω να στοιχηματίσω σε πέντε συν έναν αριθμούς" 
Η ψευδαίσθηση της συμμετοχής στην διαμόρφωση του αποτελέσματος, λέγεται αυτό, αλλά, δεν θα ψυαχαναλυθούμε εδώ μέσα... 
Και μετά, μια εταιρεία στοιχημάτων,η πιό αποθρασυμένη, αποφασίζει να στοιχηματίσει σε κάτι για πρώτη φορά:


ΣΤΟ ΑΝ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΨΗΦΟ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ!!! 



Δηλαδή, έχω τους μελλοθάνατους από κάτω και τους βάζω να με ακούν την ώρα που συζητάω ποιός τρόπος είναι ο καλύτερος για να τους θανατώσω. 

Δηλαδή, για να καταλάβω, κάποιος θα πάει και θα στοιχηματίσει με στόχο "ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ" πως, ναι η κυβέρνηση-ανδρείκελο θα συνεχίσει να με κόβει φέτες και θα ελπίζει να συμβεί αυτό για να κερδίσει πέντε φραγκάκια!!! 



Ο φυλακισμένος να στοιχηματίσει πως η φυλακή του δεν θα πάψει να υπάρχει! 

Ο μελλοθάνατος να στοιχηματίσει πως η ποινή του θα εκτελεστεί!

Το θύμα να στοιχηματίσει πως ο βιαστής θα τον βιάσει!

Τον ξεβράκωτο να στοιχηματίσει πως ο κλέφτης θα τον κλέψει! 

Τον αδικημένο να στοιχηματίζει υπέρ της διαφθοράς!

Και ασφαλώς, το παιχνίδι είναι "νόμιμο και ασφαλές"!!!


"ΝΟΜΙΜΟ", όπως έλεγε και ο Βουλγαράκης, "άρα, ΗΘΙΚΟ"...

Τι στην ευχή... Πόσο γίδια γίναμε...

Δεν έχω να πω πολλά, γιατί η σφαλιάρα είναι τόσο δυνατή που δεν μπορώ κάν να συνθέσω λογικά επιχειρήματα...


Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Να σου δείξω τ' όνειρό μου..;


Είμαι, λέει, στην Τήνο...

Κι' αυτό είναι παράξενο από μόνο του. 
Δεν βλέπω σχεδόν ποτέ την Τήνο στον ύπνο μου... 

Μα τώρα είμαι εκεί και είναι σαν το Ξώμποργο, λέει, νά είναι ένα Ηφαίστειο και δεν βγάζει λάβα απόμέσα του, αλλά σύννεφα...

 ...τα σύννεφα που στέκουν από πάνω του, τα βγάζει το ίδιο το βουνό!
Και εγώ να στέκω κι' όλο να προσπαθώ να θυμηθώ πώς βρέθηκα εδώ...

Είμαι παιδί, λέει, σα να 'δωσα μιά και να πήδηξα όλα αυτά τα χρόνια από τώρα μέχρι τα έντεκά μου και βαδίζω σ΄ένα χώμα, που δεν κατασταλάζει στιγμή η σκόνη του και μπατσίζω τον αέρα μ΄ένα λιανοκάλαμο...

Και λέω, "Δεν γίνεται να χαθήκαν όλοι οι ανθρώποι από δω πέρα....
Δε μπορεί να βρέθηκα από μονάχος μου εδώ..."

Κι΄ ύστερα θυμάμαι πως ήρθα για καλοκαίρι και πως το καλοκαίρι ήταν ψεύτικο σαν εκείνα της διαφήμισης, στεγνό κι΄άοσμο και θέλησα, λέει, να φύγω απ΄αυτό.

Και βρέθηκα, λέει, μετά απ΄έξω από μια εκκλησιά και κόσμος αναδευόταν στις καμάρες της...

...και λέγαν όλοι "Πού είν' ο Άγιος να μας σώσει; Να δει τί μπορεί να κάνει πριν η φθορά τον αφανίσει κι΄αυτόν..."

Φωνή δεν άκουγες πέρα, μόνο ένα βουνό σε μια κίτρινη φωτογραφία σάλευε στον αέρα μα ο ήχος της είχε σβηστεί.

Κι' από κάτι σπίτια, λέει, έρχονταν τραγούδια μα ανθρώποι πουθενά... 

Κι΄ άμα πήγα κοντά να δω από πού ερχόνταν οι φωνές, δεν είχα, λέει, μάτια, μα μιά κάμερα μού διάβαζε το δρόμο μέσα στα στενά...  


...κι΄όλο έτρεχα να προφτάσω.
Μα σαν μπήκα στο σπίτι οι φωνές κοπήκαν και τα τραγούδια έπαψαν για μιάς...

 ...η πυροστιά είχε σβήσει από χρόνια, το τραπέζι ξέστρωτο και οι θυρίδες άδειες χλευάζαν την προσμονή μου...

Θυμήθηκα τον Ήλιο να βγαίνει πάνω απ΄τα Κελλιά κι΄ήταν η Κολυμπήθρα μια ανεξήγητη πινελιά στο βάθος κι΄είπα  
"Μα πού βουτάμε σε τόσο λίγη θάλασσα..;"

 "Πώς βρέθηκα εδώ..;" αναρωτιέμουνα συνέχεια και είπα "Λές να΄ναι δικό μου έργο τ' άδεια κοφίνια ΄κει πέρα; 
 

...λες να γύρισα μόλις απ΄την πούληση και να πρέπει να ξεκουραστώ, να ξαποστάσω για να σβήσει ο εφιάλτης..;

Μα ύστερα ήρθε, λέει, μια φωτιά κι' έκαιγε, έκαιγε, έκαιγε...
 
...και στο τέλος έβλεπα μια εικόνα σαν εκείνες όλης της Ελλάδας...
 
...και δεν έβγαζα νόημα κι΄είπα μέσα μου "Μα είμαι μικρός, τί περιμένω να καταλάβω απ΄τον κόσμο των μεγάλων..! Αυτοί ξέρουν καλύτερα απ΄όλους και της φωτιάς το λόγο και της ερήμωσης! Πάψε, λοιπόν!"

Μα εγώ, λέει, δεν ήθελα να πιστέψω πως κάποτε κι' αυτό...

 ...μπορεί να γίνει στάχτη κι΄ας είναι γι΄άλλους ένας ξερότοπος σαν τον κυττάς απ΄το καράβι...
Κι΄άκουσα, λέει, ένα γέλιο κι΄ένα λιπόσαρκο χέρι μου΄δειξε ένα έρημο κατ΄κιό...

...και μια φωνή πού' μοιαζε με τη δική μου είπε... 

"Είναι παληό και το πήρε ο Χρόνος να το γλυτώσει απ΄ την λύπηση..."

Και θυμήθηκα να γυρίσω να κυττάξω πίσω, να θυμούμαι από πού ήρθα ως εδώ κι΄ήταν ένα ξωκκλήσι πού΄βγαινε απ΄τα σύννεφα...

...μα άνθρωπος πουθενά...