Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

ΒΡΩΜΟΦΑΣΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ...

"Αμάν πιά με την Χρυσή Αυγή, βρωμοφασίστες του κερατά!"
 Αναφώνησε και έσπευσε να βγάλει έναν αφορισμό που αύριο θα διαβαζόταν απ΄όλους. Έπρεπε να κάνει το καθήκον του απέναντι στην κοινωνία, να αφυπνίσει εκείνους που θάπρεπε να τρέξουν για να σβήσουν τον φασισμό από προσώπου Γής. 
Αυτός δεν μπορούσε, δεν προλάβαινε, είχε δουλειά στο κόμμα, στο συνδικαλιστικό όργανο που θα του εξασφάλιζε μια έδρα στη βουλή, μιά θέση στη Νομαρχία. 

Φασίστες, ο φασισμός πρέπει να πεθάνει! 
Πού στην οργή βρέθηκαν όλοι αυτοί οι φασίστες, πού ξεφύτρωσαν σ ένα δημοκρατικό κράτος σαν το δικό μας..;’ απόρησε.

Κι΄έσπευσε στα γραφεία της παράταξης για να διαγράψει τους διαφωνούντες.
Παρκάρισε το αυτοκίνητο επάνω στο πεζοδρόμιο, τί έφταιγε αυτός, η πολιτεία έφταιγε που δεν είχε φροντίσει... 
Και σιγά μην πήγαινε με την συγκοινωνία, να στριμώχνεται σαν σαρδέλλα και να μυρίζεται και τα χνώτα και την ιδρωτίλα του καθενού μεροκαματιάρη.

Έβρισε τη μάνα με το καροτσάκι και τα δυό παιδιά που τον παρατήρησε γιατί δεν άφησε χώρο να περνάνε οι πεζοί. 
Εξάλλου ήταν αλλοδαπή, βουλγάρα, ρουμάνα ξερω ‘γω τί στο διάολο ήσαντε, ‘δω χάμω που μας κουβαληθήκανε... 
Άσε τί έλεγε στις συνεδριάσεις και στα συμβούλια, πληγή ήταν οι βρωμιάρηδες οι μετανάστες, πληγή σκέτη, το μπελά τους μέσα...

Ανεβαίνοντας παράγγειλε καφέ στον κυρ-Μιχάλη με το κυλικείο στον ημιόροφο, να του τον έφερνε και γρήγορα γιατί άρχιζε η συνεδρίαση. 
Εβδομήντα χρονών άνθρωπος ας είχε φροντίσει να είχε τα ένσημά του να μην δουλεύει μέχρι τέτοια ηλικία, αλλά, ποιός ξέρει τί είχε σαβουρώσει κι αυτός στα νιάτα του...
Σήκωσε τους νεαρούς που είχαν πιάσει τα μπροστινά καθίσματα και στρογγυλοκάθισε. Πού ακούστηκε οι αφισσοκολλητές πρώτο τραπέζι πίστα... Σκατόπαιδα...

Σε μισή ώρα μέσα είχαν τελειώσει. Σηκώθηκε στην έδρα, δεν τους άφησε να ανοίξουν το στόμα τους, τους ξέσκισε. Τί ανεπάγγελτους τους είπε, τί τριτοκοσμικούς, τι οπισθοδρομικούς, τους ξεπάτωσε. 
Μετά ψηφοφορία, διαγραφή κι’ αμέτε στα κομμάτια, παληοχέστες, που θα μου κάνετε αντιμνημονιακή πολιτική κι’ αντίσταση εδώ μέσα, παληοτσογλάνια του κερατά!
Εξάλλου, είχε πάρει και φόρα απ΄το πρωί στην εταιρεία, που τον έβαλε ο Μεγάλος να ανακοινώσει τις μειώσεις στο προσωπικό. Ακούς εκεί, κύριε, να σου λέει το αφεντικό δε βγαίνω και ΄συ να μου είσαι πέρα βρέχει! Τσίμπα τώρα τα τετρακόσια πενήντα και μούγκωσ’ τη! Κι΄άμα τολμάς, μίλα! Να, πάκο τα βιογραφικά στο συρτάρι! Έτσι τους έλεγε και τους τάπωνε όλους.

Το βράδυ στο σπίτι τράβηξε τα μπινελίκια του και στην γυναίκα του. 
Φασολάκια.. Ποιός κερατάς έτρωγε φασολάκια... 
Ρε, έπρεπε να την είχε στείλει στη μάνα της μόλις φύγαν τα παιδιά απ΄το σπίτι, αλλά έχε χάρη που κάποιος πρέπει να φροντίζει και να συγυρίζει τα εκατόν εξήντα τετραγωνικά.

Πάλι καλά που είχε τις άκρες του και τάχε βολέψει και τα δυό παιδιά σε κάτι θεσούλες, στο Υπουργείο τον έναν και στον Δήμο την άλλη... Αλλιώς αν περίμενε με τον ΑΣΕΠ, χέστα... 
Την αξιοκρατία να την βάλουν εκεί που ξέρουν... 
Δε φάγαμε τόσα χρόνια στους δρόμους για την παράταξη για να μην μπορούμε να βολέψουμε κάπου τον κώλο μας, σιχτίρ πιά...

Στην τηλεόραση ο Μιχαλολιάκος ωρυόταν... 
«Το σπίτι σου μέσα, κωλοφασίστα!», σκέφτηκε. Κι’ όχι τίποτε άλλο, είχαν διαρκή διαρροή ψηφοφόρων προς αυτόν...
Αυτό τον έκοβε κυρίως...

«Βάλε κάτι άλλο», ψέλλισε η γυναίκα του, «Άειντε στο διάολο μωρή, τράβα στην κουζίνα να δεις τηλεόραση!», την έβαλε στη θέση της, «Δεν μπορείς να καταλάβεις, βρε αγράμματη, τον κίνδυνο που διατρέχει η χώρα από τους φασίστες..! Πρέπει να βλέπω, να ενημερώνομαι! Και βγάλε μου ρούχα για το πρωί, μη γίνει εδώ μέσα της κολάσεως!»

Ακούμπησε το μπωλάκι με τα τσόφλια των φυστικιών στο κομοδίνο να το μαζέψει το πρωί η μαλακισμένη η γυναίκα του. Άνοιξε το λάπτοπ και μπήκε στο ασύρματο δίκτυο του γείτονα. Νάχει ο Θεός καλά τους βλάκες που κάνουν τον κόσμο καλύτερο για εμάς.

Έψαξε να βρει άρθρα για την Χρυσή Αυγή. 
Έπεσε σ’ ένα blog
Διάβασε: «Ο φασισμός μέσα μας ξεκινάει από μικρές λεπτομέρειες, που σταδιακά διογκώνονται και καταλαμβάνουν όλον το διαθέσιμο χώρο σκέψης. Όλοι μέσα μας κρύβουμε έναν φασίστα που απλώς εκδηλώνεται λιγότερο ή περισσότερο, αναλόγως με τις συνθήκες, που είναι αυτές που διαμορφώνουν συνήθως τον χαρακτήρα του ατόμου.»

"Τί γράφει ο ηλίθιος", ψιθύρισε. Μπήκε να δει δυό τσοντούλες να χαλαρώσει. ‘Ό,τι γουστάρει γράφει ο κάθε μαλάκας εδώ μέσα,’ σκέφτηκε. ‘Πρέπει να κάνουμε κάτι και με τούτο ‘δω τον διάολο, το ίντερνετ, δεν μπορεί ο πάσα ένας να δικαιούται δια να ομιλεί...



Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

ΑΝΕΜΙΣΤΕ ΤΙΣ ΣΗΜΑΙΕΣ !

Απλώστε τις σημαίες, ν' ανεμίσουν!
Η σημαία είναι δική μας, ποτέ δεν ήταν των πολιτικών αυτού του τόπου κι' ας κορδώνονται όσο θέλουν!
Ποτέ δεν θα αποκτήσουν δικαιώματα πάνω στο σύμβολο του λαού!
Η σημαία είμαστε εμείς! 
Η σημαία είναι ο λαός που την τιμάει με τον πόνο του, ο λαός που πέρα απ΄όλα τ΄άλλα, έχει ν΄αντιμετωπίσει και το επικριτικό βλέμμα των κομματόσκυλων που του δυναστεύουν ακόμη και τώρα την ζωή.

Η σημαία είναι το αίμα το χυμένο στους πολέμους, στην αντίσταση σε κάθε τί που έβαζε σε κίνδυνο τα χώματά μας!
Βγάλτε τις σημαίες και απλώστε τες ν' ανεμίσουν!  
Μας πήρε πολύ αίμα, θυσίες και πόνο για να είμαστε ελεύθεροι να τις κυματίζουμε!

Η περηφάνεια της σημαίας είναι όση είναι η περηφάνια της ψυχής του λαού μας!
Δεν υπάρχει κανένα κόμμα που να μπορεί να μας διδάξει τί είναι λαός, τι είναι πατρίδα! 
 
Εμείς μόνον ξέρουμε το πόσο μας πονάει ο εξευτελισμός της χώρας μας, του ονόματός μας, του προσδιορισμού μας...

Κανένας πολιτικός δεν νοιάζεται αν η πατρίδα μας έγινε περίγελως και ο λαός της δικάζεται και καταδικάζεται ερήμην!

Οι πολιτικοί είναι στο απυρόβλητο, συμφωνούν δουλικά με τους εκτελεστές και τους υβριστές της χώρας μας.
Εμείς θιγόμαστε, Εμείς πληγωνόμαστε, Εμείς ξελασπώνουμε την πατρίδα μας από το χάος που έχει πέσει. Εμείς, λοιπόν, έχουμε το δικαίωμα στη σημαία! Όχι αυτοί...

Δώστε το παρών και βγάλτε τις σημαίες ν' ανεμίσουν, να φωνάξουν,  
Εδώ είμαστε!!! 
Ζούμε ακόμη, σε συνθήκες που εσείς οι πολιτικοί δεν θα ζήσετε ποτέ, θα πεθαίνατε και στην σκέψη μόνον, πως θα μπορούσατε κάποτε να πέσετε σε τόσην ανέχεια.

Αλλά, εμείς είμαστε ακόμη εδώ! Να οι σημαίες! Δεν μας γονατίσατε, δεν μας ρίξατε κάτω! Ανεμίζουμε με όλη μας τη δύναμη!

Βγάλτε τις σημαίες, να είναι ένα χτύπημα μέσα στα μούτρα τους, να μην μπορούν να πιστέψουν πως ακόμη έχουμε καρδιά που χτυπάει, ψυχή που πάλλεται, πως ακόμη υπάρχουν Έλληνες παρά τις προσπάθειές τους!

Βγάλτε τις σημαίες ν' ανεμίσουν!
Σε τόσα μπαλκόνια που νάναι ξεκάθαρο πως το γαλανό και τ' άσπρο είμαστε εμείς!
Η πατρίδα μας είμαστε εμείς!
Οι πρόγονοί μας και οι πατέρες μας είμαστε εμείς!
Κανένα κόμμα, κανένας πατριδοκάπηλος, κανένας μεσσίας!
Η σημαία είμαστε εμείς!

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

ΤΑ ΘΕΙΑΦΙΑ

"Φτώχεια είχε πάντα. 
Τότε όσα παθαίναμε, τα παθαίναμε από την έλλειψη, δεν είχε ο κόσμος, η φτώχεια ήταν φτώχεια. Σήμερα όσα παθαίνουμε, τα παθαίνουμε απ΄την περίσσεια που μάθαμε νά 'χουμε. 
Έλεγε ο μπαμπάς μου: 'Σπίτι όσο χωρείς και χωράφια όσα μπορείς...'
Φτώχεια... Να μην έχουν οι άνθρωποι ν' αγοράσουν ένα κουτί σπίρτα. 
Σπίρτα! Πού λεφτά για σπίρτα...
Κάθονταν, λοιπόν, και φτιάχναν θειάφια. Ξέρεις τί 'ναι τα θειάφια; Να σου πω.
Έχεις τη φωτιά στο τζάκι για να μαγειρέψεις, να ζεστάνεις νερό ας πούμε.
 Άμα χαμηλώσει η φωτιά, να μην καίει πολύ, θέλει χαμηλή φωτιά για να κάνεις θειάφια,
παίρνεις μια κουτάλα από 'κείνες που έχουμε για να ανακατεύουμε το φαγητό και βάζεις μέσα θειάφι, σκόνη που ρίχνουν στα λουλούδια και στα ζαρζαβατικά. Την βάζεις πάνω στη φωτιά, μα δεν πρέπει να καίει γιατί θα πάρει φωτιά το θειάφι και θα καεί απότομα.
Μετά από λίγο βλέπεις που το θειάφι αρχίζει και λειώνει λίγο-λίγο...
...μέχρι που γίνεται όλο σα νερό.
Παίρνεις τότε ένα σπάγκο μάλλινο και τον βουτάς μέσα στο θειάφι κι' έχεις κι' ένα ξυλαράκι με μια διχάλα για να το κρατάς μέσα να ποτίσει καλά, το τραβάς σιγά-σιγά...
...και τ' αφήνεις να στεγνώσει. Στεγνώνει αμέσως.
Στο τζάκι τώρα, αφήνανε πάντα ένα κάρβουνο αναμμένο, το σκεπάζανε με στάχτη για να μένει αναμμένο κι΄ άμα θέλανε, λοιπόν, να ανάψουνε φωτιά ή ν' ανάψουνε το τσιγάρο τους, βάζανε την άκρη κοντά στο κάρβουνο...
...και 'κείνο άναβε και κάναν τη δουλειά τους.


Αφήγηση και αναπαράσταση, Αδελαΐς Παπαδοπούλου (το γένος Αρμάου), Κελλιά, καλοκαίρι 2012.







 

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΜΠΟ...

Δεν είναι η τέχνη της σχολής καλών τεχνών
κι' ας ξεκίνησε από 'κεί μέσα,
ούτε είν' η τέχνη των κριτικών και των υπερφωτισμένων γκαλερί,
δεν έχει ανάγκη τουαλέτες και στιλβωμένα λουστρίνια,
χαμόγελα μαριονέτας και ευγενικές προσφωνήσεις,
δεν περιγράφεται σε κανέναν οδηγό τέχνης,
δεν την αναφέρει κανένας εραστής τής τέχνης,
δεν την κολακεύουν κυρίες
με τον ρόλο του αγάλματος της ελευθερίας μ' ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι,
 
δεν την κανακεύουν ονομαστοί καθηγητάδες και
επαγγελματίες εντοπιστές ελαττωμάτων σε δουλειές αλλωνών,
δεν την ξέρει κανείς,
ούτε καν εκείνοι που την ασκούν...
Δεν είναι η τέχνη που ερμηνεύει ή αποτυπώνει ή ζητάει να αμοίβεται για να υπάρχει.
Η δική μου τέχνη είναι η Τέχνη των αναγκεμένων για ζωή,
που χωρίς κανένα άλλο όφελος πέρα απ' της ψυχής
 
δεχτήκανε να πέσουν στο πιό ορμητικό ρέμα
που είναι η κατανόηση του τίποτα που είμαι δίχως την Τέχνη,
ο πόνος που μαζεύεται όσο δεν μπορώ να βγάλω από μέσα μου την αγωνία μου,
είναι η Τέχνη που ωρύεται στις καθημερινές κωδωνοκρουσίες πως
δεν μπορεί να είναι μόνον αυτό όλη η ζωή
πρέπει να υπάρχει κι' άλλο,
κρυμμένο
τρομαγμένο
άφαντο 
από τα τρομερά βλέμματα της τραγικότητας που'χει μέσα της η επανάληψη.
Είναι η Τέχνη εκείνων που τέλειωσαν σαν "άλλοι"
και θέλουν να γίνουν "εαυτοί" και να δηλώσουν
πως είναι εδώ
όσο κι' αν τα όνειρα και η ζωή δεν πάνε όπως θέλαν
όσο κι' αν οι ίδιοι θεωρούν το παιχνίδι
εκ των προτέρων χαμένο
όσο κι' αν αυτό τους γεννάει κάθε στιγμή
μιαν τεράστια έκπληξη για τον ίδιο τους τον εαυτό
το μεγάλο μέσα τους, που τόσο καιρό έμενε στο υπόγειο
και τώρα δίνει αυτά που έχει να δώσει με ειλικρίνεια και απόλυτη διαύγεια
χωρίς φόβο
χωρίς ελπίδα
δίχως καμμιάν απολαβή πέρα
από την απλή δήλωση της παρουσίας εδώ,
στο φως. 
Απλώς.


Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΗΝ ΠΕΛΕΚΑΝΙΑ

Άντε, σήμερα θα σας πάω μέχρι το λαγκάδι της Χαλακιάς, που πάνω ψηλά φτάνει μέχρι στης Κόρης τον Πύργο και καταλήγει ανάμεσα στους όρμους Βαθύ και Μαντρισιά, στον Σκαλό Γυαλό.
Η διαδρομή έγινε κάτω από εκτυφλωτικό Ήλιο, ιδρώσαμε, στραβοπατήσαμε, πισωδρομήσαμε πολλές φορές για να βρούμε το κατέβασμα, και την ευχαριστηθήκαμε μέχρι την τελευταία σταγόνα νερού στο σακκίδιό μας. Ο ξάδερφός μου κι' εγώ.
Δεν ξέρω τί να γράψω. 
Ένας απλός περίπατος από τον Άγιο Πέτρο της Χαλακιάς μέχρι απέναντι από την Πελεκανιά, το σημείο δηλαδή, όπου πελέκαγαν για να βγάλουν πέτρα. 
"Αγάλι-αγάλι, βρε παιδιά
ν' ανοίξουν τα πανιά μας
να βγούμε στο Σκαλό Γυαλό 
μεσ' την Πελεκανιά μας." 
Αυτή είναι η εικόνα στο ξεκίνημα. Κατάλευκοι άξαχες, κατοικιά, καταστέγια και μάντρες. Στο βάθος δεξιά ο γκρίζος γίγαντας είναι τα Καμπιά.
Τί να σας πώ... Γιατί κάποιος φωτογραφίζει τρείς άξαχες που λάμπουν στον Ήλιο; 
Δεν έχω ιδέα. 
Ίσως γιατί η μνήμη είναι κοντή και δεν φτάνει μέχρι το ράφι που τής ζητάμε κάθε φορά να τεντωθεί για να μας φτάσει μιά συγκεκριμένη λεπτομέρεια.
Ή μήπως εσείς θα περνάγατε από αυτά τα χαλάσματα χωρίς να κλέψετε μιάν εικόνα, που δεν είστε σίγουροι πως ο Χρόνος που τρώει τα παιδιά του, δεν θα στείλει την βροχή και τον αέρα να τα σβήσουν μιά για πάντα..;
Δεν θ' απορούσατε για το πόσοι νοματαίοι χρειάστηκαν για να σηκώσουν αυτό το πλαγκόνι και να το βάλουν στην θέση του;
 Δεν θα σας έκλεβαν την ματιά αυτά τα σχήματα στην στέγη του κατοικιού, όπου φαίνονται ξεκάθαρα γυμνές οι πλάκες της οροφής, χωρίς το κυλινδρισμένο χώμα..;
Πώς θα περνάγατε από το σημείο όπου ο δρόμος εκμεταλλεύεται με αυτόν τον τρόπο έναν φυσικό σχηματισμό για να ξεκουράσει για λίγο πεζούς και ζωντανά...
Αλλά πάλι μπορεί και να γίνομαι υπερβολικός. Δεν σημαίνει πως επειδή μου φάνηκε παράξενο το χτίσιμο αυτής της μάντρας, που δεν μοιάζει με καμμιάν άλλη στην περιοχή, ούτε όμως και με κάποιο ρεπάρο για τα ζώα, θα πρέπει και όλοι να εκστασιαστούν μπροστά στην εικόνα αυτήν.
Δεν έχω αντικειμενική γνώμη ούτε καν για αυτό το θέαμα, που αντικρύζει κανείς μόλις πλησιάσει προς τον μικρό όρμο, στον Σκαλό Γυαλό.
Με καθηλώνει ο γκρίζος όγκος, τα πέτρινα σπίτια που πρέπει να κυττάξει κανείς πολύ προσεκτικά για να τα διακρίνει επάνω στην πλαγιά, τα διάφανα νερά που λίγα εκατοστά κάτω από την επιφάνειά τους φαίνονται τα ίχνη των τελευταίων εξορύξεων, εδώ, στην Πελεκανιά.
Πώς να μείνω λοιπόν, αντικειμενικός την στιγμή που φωτογραφίζω άλλο ένα αλώνι στη μέση του πουθενά, ίδιο με δεκάδες άλλα, μα και ξεχωριστό για τον μεγάλο επίπεδο βράχο στο κέντρο του που όρισε τον τόπο τής κατασκευής του, μοναδικό για το θέαμα που έβλεπαν αυτοί που αλωνέβγαν εδώ μέσα...
Θα πεις, με αυτό το σκεπτικό δεν θα πρέπει να κάνεις τίποτε άλλο παρά να τραβάς διαρκώς φωτογραφίες από κάθε τι που συναντάς στο διάβα σου. Μα, αυτό ακριβώς κάνω. Κρατάω τα πάντα γιατί δεν είμαι σίγουρος αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν για να τα δει οποιοσδήποτε αύριο. Για πόσα χρόνια ακόμη νομίζετε πως θα ακουμπάει στις σφήνες του αυτό το καλάμι που πάνω του κρέμαγαν ένας Θεός ξέρει τί τ' αφεντικά..;
Κάθε πληροφορία για τον τόπο του, ο καθένας πρέπει να την φυλάει σαν θησαυρό. Είναι το κομμάτι της ιστορίας των απλών ανθρώπων, που ακόμη μπορεί να αγγίξει και όχι κάποια αποστειρωμένη ακαδημαϊκή θεωρία με σχόλια από κάποιον μισθωτό επαγγελματία καθηγητή. 
Είναι το μέλι των γκρεμών και της ξερολιθιάς, που πάντα θα υπερέχει από το μέλι του ραφιού του σουπερ-μάρκετ.
Κυττάξτε ξανά. Πώς μοναχά ένα γκρι μπορεί να έχει τόσο βάθος, να είναι τόσο φωτεινό, αυτό, το χρώμα των ίσκιων..;
Δεν ξέρω... 
Ειλικρινά δεν ξέρω και δεν μπορώ να βάλω με το μυαλό μου τη μέρα εκείνη που τελευταία κατοικήθηκε ετούτο 'δω το κατοικιό.
Δεν θέλω να φανταστώ την τελευταία φωτιά να σβήνει σ' αυτό εδώ το τζάκι. 

Θα πεις, φεύγουν οι άνθρωποι κάποτε, κάποτε ερημώνει κι' ο τόπος και άλλα, καινούργια έρχονται να πάρουν τη θέση τους, να αλλάξουν τον άνθρωπο κι' ο άνθρωπος να τ΄αλλάξει με τη σειρά του κι΄ αυτός. Το λέω αυτό στον εαυτό μου καμμιά φορά για να τον ξεγελάω, μα 'κείνος δεν πάει βήμα παραπέρα. 
Κολλάει εδώ, να κυττάζει ώρα ατελείωτη τούτον εδώ τον φούρνο τον χτιστό μέσα στο κατοικιό, την ομορφιά τής μέρας τής ίδιας και των διαδικασιών της χτισμένη πάνω σε κάθε μιά πέτρα, τον τεχνίτη που ακόμη κρύβεται μέσα στην μικρή θυρίδα και δεν ακούει ό,τι κι' αν του λέω...
Ρίχνω μια ματιά στο κατοικιό της Πασάδαινας και του μπάρμπα-Μάρκου. Θυμάμαι τον Αβραάμ να λέει ιστορίες με την λάμπα έξω, στο ξύλινο τραπέζι, τον Μπέμπη να τραγουδάει καντάδες, νιώθω το τσίμπημα από τ' άχερα που περνάν το σεντόνι κάτωθέ μου καθώς πέφτω να κοιμηθώ στον αχερώνα, μυρίζω την ακονιζιά που την ταράζει το νερό που τρέχει μέσα στο μονοπάτι από πάνω και βάζω να πιώ μια γουλιά από το ρακί που τότε δεν πάσκαζα...

Αν δεν σου μιλάει ο τόπος, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι' αυτό, απλώς, προσπάθησε να μην τον προσβάλλεις με την στάση σου.