Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

ΜΕΣ' ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΑ ΝΗΣΙΑ...

Eκεί πίσω στον Χρόνο, εκατομμύρια χρόνια πριν, η Γη σκεπάζεται από θάλασσα. μια θάλασσα ξένη, διαφορετική από αυτήν που πλέουμε και κολυμπάμε τώρα. Χωρίς κανένα  ζωντανό οργανισμό, γεμάτη από τα δηλητήρια του Σύμπαντος,  


σε διαρκή αναταραχή, ψηλαφίζει τις στεριές και τρυπώνει όπου βρίσκει κενό, γεμίζει τους χώρους, φτιάχνει οροπέδια, λίμνες και κόλπους, που διαρκούν για λίγο και μετά καταποντίζονται για να ξαναγεννηθούν με άλλο σχήμα και μορφή... 


Ο Χρόνος, άμετρος αφού δεν είναι κανείς εκεί για να παρατηρήσει τα φαινόμενα, δένεται με τον Χώρο άρρητα.


Και ‘κει γύρω στα εκατόν σαράντα εκατομμύρια χρόνια πριν, σ’ αυτό που σήμερα λέμε ΚΡΗΤΙΔΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ, ενώ τότε ήταν μόλις το υλοποιούμενο Χάος, η Γη αντιδρά. 


Οι στοιβάδες της κινούνται μέσα στα σπλάχνα της σαν αγέννητα μωρά η μια δίπλα στην άλλη, κάνουν τον φλοιό να τρέμει και να ρυτιδώνεται από γιγάντια χάσματα. 


Σε ένα τέτοιο γιγάντιο τίναγμα σηκώνεται ψηλά η ΠΕΛΑΓΟΝΙΚΗ ΟΡΟΣΕΙΡΑ, δηλαδή οι κυριολεκτικές ρίζες της Ανατολικής Μακεδονίας, του Ολύμπου, της Ανατολικής Θεσσαλίας («Θέσις άλατος» ή «Θέσις Αλός») και της Βόρειας Εύβοιας. 


Η ουρά αυτού του αγριεμένου, πέτρινου δράκου είναι η λεγόμενη ΑΤΤΙΚΟΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΜΑΖΑ, που περιλαμβάνει την Αττική, την Νότια Εύβοια και την καρδιά των  περισσότερων νησιών των Κυκλάδων


Τα χρόνια περνάνε και δεν υπάρχει νους, που να μπορεί να χωρέσει πόσα είναι τα εκατομμύρια χρόνια που μεσολαβούν μέχρι νάρθει η περίοδος που σήμερα καλείται ΜΕΙΟΚΑΙΝΟΣ , οπότε μια τεκτονική αναστάτωση, πτυχώνει και ανορθώνει τον βυθό για να φτιάξει έτσι την Δυτική Ελλάδα. 

Με τον τρόπο αυτόν σχηματίζεται η Αιγαιΐς ή Αιγηΐς, σαν μια ενιαία, αδιαίρετη μάζα ξηράς που καλύπτει τον Ελληνικό χώρο, από το Ιόνιο μέχρι την Μικρά Ασία και τα Νότια της Κρήτης, που στην ενδοχώρα της περιλαμβάνει πολλές λίμνες σχηματισμένες από το εγκλωβισμένο νερό που δεν βρήκε διέξοδο να φύγει. 

Τότε, λειώνει ένα μέρος των πάγων με αποτέλεσμα την ορμητική είσοδο της Μεσογείου στον χώρο της Αιγηΐδος, που κατακερματίζεται και χάνει κάτω απ΄τα νερά ένα μεγάλο μέρος των εδαφών της.


Έξι εκατομμύρια χρόνια κρατάει αυτή η διαδικασία, οπότε και φτάνουμε στο τέλος της ΠΛΕΙΟΚΑΙΝΟΥ. 


Η Μεσόγειος, που δεν σταμάτησε ποτέ να έρχεται ως τα τείχη της Αιγηΐδος, απλώνει μια γιγαντιαία αγκαλιά με έναν τεράστιο βραχίονα που φτάνει από την Ανατολική Κρήτη έως την Προποντίδα κι΄άλλον ένα ανάμεσα Κρήτη και Πελοπόννησο που φτάνει μέχρι την Αττική, την Εύβοια και μέχρι ακόμα τον Θερμαϊκό.

Αυτό είναι το πρώτο Αιγαίο Πέλαγος, που εμφανίζεται στις αρχές του ΠΛΕΙΣΤΟΚΑΙΝΟΥ. 

 Η θάλασσα εξακολουθεί να πολιορκεί τις στεριές, να χάνει και να κερδίζει έδαφος διαρκώς και τότε, θερμές εποχές αρχίζουν να διαδέχονται κρύες. 


Η  Γή μπαίνει στην εποχή των παγετώνων...


Η θάλασσα χώνεται στα ρήγματα Κρήτης-Δωδεκανήσου και Καφηρέως-Ανδρου και φτιάχνει την Βόρεια και την Νότια λεκάνη του Αιγαίου, που στη μέση του ακριβώς κοιμάται μια υποθαλάσσια οροσειρά, που δεν αργεί να σηκωθεί μέχρι να βγει έξω απ΄το νερό σαν ένα γιγαντιαίο οροπέδιο τριγυρισμένο από ψηλές, πέτρινες μάζες. 


Μα τώρα πιά ο φλοιός δεν έχει την προηγούμενη ρευστότητά του και οι στοιβάδες που κινούνται από κάτω του και η πυρωμένη καρδιά της Γης δεν βρίσκουν διέξοδο και σπρώχνουν, πιέζουν, μετατοπίζουν ηπείρους ολόκληρες για να ξεσπάσουν την δύναμή τους, εκτονώνονται μέσα από βαλβίδες που απόμειναν στον στερεοποιούμενο φλοιό: 
τα Ηφαίστεια.  

Ένα τέτοιο ηφαίστειο, του οποίου τα υπολλείματα είναι στην γειτονιά μας, καταβυθίζει το ασταθές κέντρο του οροπεδίου αφήνοντας απομεινάρια τις τριγύρω κορφές: τις Κυκλάδες.

Παρακαλώ, αυτούς που κατασκευάζουν αυτό το ξενοδοχείο σε μια από τις πιό ευαίσθητες και χαρακτηριστικές περιοχές της Τήνου,

 


πρώτον, να σεβαστούν οι ίδιοι τα αποτυπώματα των φαινομένων και τα ίχνη όλων αυτών των εποχών, που βρίσκονται πολύ κοντά στα τουριστικά καταλύμματα που ετοιμάζουν και δεύτερον και κυριώτερο,να μάθουν τους πελάτες τους να σέβονται τον πολύτιμο αυτό χώρο και να τον αντιμετωπίζουν με δέος για την πορεία και την διάρκειά του μέσα στον Χωροχρόνο. 

Έτσι κι’ αλλιώς, ό,τι κι΄αν συμβεί, εμείς θα φύγουμε και ο Τόπος θα μείνει για πάρα πολύ ακόμη, μέχρι τη μέρα που η Γη θ’αποφασίσει να τινάξει από πάνω της αυτόν τον Ιό που ονομάστηκε άνθρωπος...







ΥΓ. οι φωτογραφίες είναι σε μεγάλη ανάλυση. Κάντε κλικ επάνω τους για να δείτε τις απίστευτες λεπτομέρειες.



Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΑΠ' ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ


Σήκωσε το χέρι του να φυλάξει το πρόσωπό του. 
Η καρδιά του χτύπαγε γρήγορα, ο ιδρώτας πάγωσε στο μέτωπό του, τα μάτια του διάπλατα προσπαθούσαν να προλάβουν το χτύπημα.

Ο άλλος ανάσαινε βαρειά με διεσταλμένα ρουθούνια, τα δάχτυλα στα απλωμένα χέρια ανοιχτά σα νύχια αρπακτικού, το στήθος προτεταμένο, γεμάτο οργή, έβραζε. Είχε πλακώσει με τον ίσκιο του τον γονατισμένο στο χωμάτινο πάτωμα άντρα.

Δυό στιγμές ο χρόνος έπηξε αναμεσά τους, τίποτα δεν κινιόταν, το δωμάτιο ήταν μια σταγόνα αίμα, που σε λίγο θα χτυπήσει στο πάτωμα, οι δύο άντρες ήταν ένας Ιανός με τον φόβο στο ένα πρόσωπο και την οργή στο άλλο.

Ξεφύσηξε αργά, τραβήχτηκε πίσω χωρίς όμως να πάρει το βλέμμα του. Ο άλλος δεν κατέβασε το χέρι.

«Να μου πεις... Θέλω να μου πεις... Γιατί πρόδωσες..;» του πέταξε στα μούτρα σκύβοντας πάνω ακριβώς απ΄το κεφάλι του.

Τα χείλια τού άλλου άρχισαν να τρέμουν σαν έτοιμος να κλάψει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια γρήγορα, στηλώθηκε λίγο όρθιος και μετά έγειρε μπροστά καρφώνοντας την ματιά στο πάτωμα.
«Ήθελα... » είπε, «Ήθελα...» ξανάπε σαν δυνατή ανάσα που τράβαγε αθέλητα την κουβέντα μαζί της.

Ο άλλος γύρισε κι' ακούμπησε μ’ ένα χέρι στον τοίχο, σα μεθυσμένος που περιμένει να περάσει η σπιρτάδα για να μπορέσει να ξαναπερπατήσει, μα συνέχισε να τον κυττάει.

«Δεν άντεχα άλλο... Έπρεπε να ‘χε φύγει... Τόβλεπε στα μάτια μου, τόξερε..Γιατί δεν έφευγε να πάει αλλού να κυρήξει, να πει τα μεγάλα λόγια του, να τους κάνει να τρέξουν πίσω του, να βρεί άλλους από όλους εσάς κι΄ από μένα...». 
Ανασηκώθηκε κι’ έκατσε στο χαμηλό σκαμνί. Ένας απότομος λυγμός τον τάραξε για μια στιγμή και κόπηκε αμέσως.

«Πώς είναι να προδίνεις..;» ρώτησε ο άλλος μισοκλείνοντας τα μάτια του ακουμπώντας τη ματιά του στα σανδάλια του.

Ο καταρρακωμένος άντρας σήκωσε το κεφάλι του αργά, σαν αρπακτικό που εντοπίζει ξαφνικά μιάν απρόσμενη λεία: «Ξέρεις... Ξέρεις πώς είναι να προδίνεις...» είπε σιγά αλλά σταθερά καρφώνοντας το βλέμμα του στα χαμηλωμένα βλέφαρα του άλλου.

«Ξέρω..;» σήκωσε την ματιά του και τον βρήκε να τον κυττάει. «Ξέρω..;» ξανάπε με μια κρυφή αγωνία.

«Ήσουν εκεί όταν είπε για τον προδότη, τον κατάλαβες πως εμένα έδειχνε, όλοι το καταλάβατε. Κι΄όταν σηκώθηκα να φύγω δεν έκανες τίποτε, ούτε ‘σύ ούτε κανείς σας... Σωπάσατε, με βλέπατε να φεύγω και τί κάνατε; Τίποτα... Τίποτα... Όπως εσύ θες να μάθεις, έτσι θέλω κι΄εγώ να μου πεις αυτό: γιατί δεν με σταματήσατε εκείνη τη στιγμή πού ‘φευγα...»

Ο άλλος ανάσαινε πολύ βαρειά, τόσο, που οι ώμοι του ανασηκώνονταν σε κάθε αναπνοή. Συνέχισε να τον κυττάει για λίγο. Κατέβασε το χέρι του, ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο και γλύστρησε μέχρι κάτω καθιστός.
«Δεν ξέρω... Αν είχε κάνει ένας μας μια κίνηση, μιά μικρή κίνηση, νάσαι σίγουρος, δεν θάχες φυγει από κει ‘μέσα...»

Ο άλλος σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε από πάνω του: 
«Δεν θάχα φύγει; Έτσι λές..; Και τί θάκανε ο αρχηγός σου τότε, τί θα πρόσταζε νομίζεις; Κρατείστε τον, δέστε τον, κλειδώστε τον; Τί θάλεγε..;»

«Δεν ξέρω...»

«Πάλι δεν ξέρεις! Να σου πω εγώ, που ξέρω! Θάμπαινε ανάμεσά μας και θα μ΄άφηνε να φύγω, να κάνω αυτό που τον έκανε ήρωα, αυτό θάκανε !».
Τραβήχτηκε πίσω και τα πρόσωπό του αυλακώθηκε από ρυτίδες μίσους. "Αυτό ήταν που μισούσα μέχρι την τελευταία στιγμή επάνω του. Την απόφαση, που την κράταγε μέχρι τέλους...» 
Έκανε τρία βήματα και πήγε και στάθηκε στον απέναντι τοίχο: «Μού’ παν πως στον Κήπο έκλαψε, πως λιγοψύχισε και σεις, λέει, κοιμόσασταν... Είναι αλήθεια;»

Ο άλλος κούνησε το κεφάλι του: «Αλήθεια είναι .... Κοιμόμασταν....»

«Όχι! Δεν θέλω αυτό. Θέλω να μου πεις αν τον είδες να κλαίει, να φοβάται; Αυτό θέλω να μάθω!»

Ο άλλος κούνησε το κεφάλι: «Ποιός να το πει... Κανείς δεν ήταν μπροστά για να τον δεί...»

Το σκαμνί έτριξε κάτω απ΄το βάρος του σαν ξανακάθησε τραβώντας πίσω τον καφέ χιτώνα με τις κουρελιασμένες άκρες.
«Εγώ φοβάμαι. Αυτό έχω να το πώ για σίγουρο. Φοβάμαι πιό πολύ τώρα», είπε με σταθερή φωνή. «Κι΄αυτός ο φόβος είναι ό,τι πιό σίγουρο είχα ποτέ στην ζωή μου». 
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Έστω και γι΄αυτό, άξιζε αυτό πού’ κανα...»

Ο άλλος τον κύτταξε σμίγοντας τα φρύδια σα να μην καταλάβαινε. Στηρίχτηκε στο δεξί του χέρι και σηκώθηκε όρθιος από πάνω του, στάθηκε ακίνητος με κρεμασμένα στα πλάγια τα χέρια: 
«Θα σε είχα μαχαιρώσει από καιρό αν ήξερα τί είσαι...»

Τον αγνόησε και κύτταξε πέρα προς το παράθυρο όπου κρεμόταν ένα κουρελόπανο για να κόβει τον αέρα. «Δεν θάχες κάνει τίποτε...» είπε με σιγουριά. «Ξέρω πως μπορείς να σκοτώσεις, δεν είν’ αυτό...». 
Έγειρε εμπρός και τον κάρφωσε στα μάτια: «Είναι που σας είχε κάνει να μην θέλετε να βλάψετε...» είπε σιγανά. 
«Εγώ έχω οργή μέσα μου. Όχι σαν κι’ αυτήν που έχεις εσύ τώρα δα. Την έχω από πάντα, σαν βάρος, μου κόβει την ανάσα, με παραλύει».

Η πόρτα κουνήθηκε στις βάσεις της από έναν απότομο αέρα.
«Περίμενα να μην υπήρχε τώρα πιά, νάχε φύγει, νάχε σβήσει», συνέχισε, «Μα τη νιώθω ακόμη εδώ μέσα», είπε αγγίζοντας το στήθος του με τ’ ακροδάχτυλα. «Ας με συγχωρέσει όποιος μπορεί, γιατί εγώ δεν είχα ποτέ τέτοια δύναμη».

Ο άλλος κίνησε προς την έξοδο, γύρισε τελευταία στιγμή, τον κύτταξε με οίκτο: «Φύγε. Όσο μπορείς πιό μακρυά. Να φύγεις».

«Για να μη σας θυμίζω τί κάναμε όλοι μαζί..;»

«Για να σκέφτεσαι...» είπε ο άλλος και βγήκε απ΄την πόρτα.

Έτρεξε πίσω του πριν προλάβει ο αέρας να ξανακλείσει την πόρτα: «Άκου! Ήμουν ένας απ΄τους δώδεκα! Μην το ξεχνάτε!»

Ο αέρας πήρε την φωνή του ανάμεσα στους άλλους ήχους που κουβάλαγε πάνω του. 

Ξημέρωνε η πρώτη μέρα απ΄τις τρεις.

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

ΠΑΛΑΙΟΚΚΛΗΣΙΑ

«Στην Τήνο συμβαίνει το εξής παράδοξο. 
Ποτέ δεν ξέρεις πού περπατάς πραγματικά.
Τη μιά στιγμή είσαι στην Χώρα και αγοράζεις εφημερίδες και μετά από δέκα λεπτά είσαι στην μέση του βουνού και περπατάς ένα μονοπάτι εκατοντάδων ετών. Κι' όταν λέω μονοπάτι δεν εννοώ έναν δρόμο πατημένο, μια διαδρομή που εξακολουθεί να περνάει ακόμη από 'κει, αλλά, έναν προστατευμένο δρόμο, που δεν έπαψε να είναι σε χρήση από τότε που φτιάχτηκε, τριακόσια, τετρακόσια χρόνια πριν, μέχρι και τις αρχές του ’80, οπότε και άρχισε η μεγάλη εγκατάλειψη, το ρήμαγμα...
 
Μετά πάλι, φτάνεις σε κάποια παραλία όπου μέχρι να φτάσεις εκεί, δεν υπάρχει πιθαμή εδάφους απεριποίητη, άσκαφτη, τα σκαλιά φτάνουν μέχρι την άκρη της θάλασσας κι' αναρωτιέσαι και λες μέσα σου γιατί... 
Και καταλήγεις να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα στην άκρη στα Κακόβουλα και ν’ αναρωτιέσαι πόσον χρόνων είναι το κατοικιό πίσω σου και η μάντρα που ακολουθεί το ρέμα στην κατεβασιά του. 
 
Σου λέω, αυτό είναι αίσθηση αλλόκοτη που την έχεις σε πολύ λίγα μέρη, είσαι εδώ και ταυτόχρονα δεν είσαι, έχεις πάει πίσω εξακόσια χρόνια και φυλάγεσαι από τον Βορηά μέσα σε μια καυκάλα που ποιός ξέρει πότε τειχίστηκε για να χρησιμοποιηθεί. 
 
Και όλο αυτό το δίκτυο των δρόμων που σε βεβαιώνει πως εδώ πραγματικά έζησαν άνθρωποι που είχαν σαν σκοπό να μείνουν εδώ κι’ όχι επήλυδες, περαστικοί, διαβατάρηδες. 
 
Βέβαια, στην Τήνο, με τόσο έντονο το στοιχείο της χειροτεχνίας της πέτρας από το περίπλοκο διακοσμητικό μέχρι και το χτίσιμο μιας μάντρας και με τόσο διαδεδομένη την τέχνη της πέτρας σε όλους τους κατοίκους, γιατί μην μου πεις πως φέρνανε κάποιους άλλους για να τους χτίζουν τις μάντρες και δεν ήξεραν οι ίδιοι να δουλεύουν έστω και στοιχειωδώς τη πέτρα, το νησί ουσιαστικά έχει ανασκαφεί δεκάδες φορές. 
Κι' αυτό από μόνο του ναι μεν συγχέει τον αρχαιολόγο και τον ιστορικό, αλλά, αν το δεις υπαρξιακά, κάνει κάπως σαν τα γονίδια του τόπου που αναπλάθονται για να ταιριάξουν στο τώρα.
Και τί να βρει ο αρχαιολόγος να πει μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον;
Δεν έχει τίποτε να πει, αφήνει να του μιλήσει ο τόπος, πρέπει να ανοιχτεί, να προσπαθήσει να νιώσει, γιατί αλλιώς, όπως ήρθε θα φύγει.
Άμα πατήσεις εδώ, δηλαδή και δεν μπορέσεις να σκεφτείς σαν ένας αυτόχθονας των πρώτων χρόνων, που έχει εδώ το σπιτικό του και καλείται να επιβιώσει, να κατοικήσει και να αμυνθεί, θα μείνεις μονον στα στοιχειώδη, που στο κάτω-κάτω δεν χρειαζόμαστε επιστήμονα να μας τα πει, τα ξέρουμε από μόνοι μας, τάχουμε ακούσει είτε στα παραμύθια είτε σε παραδόσεις. 
 
Γι΄αυτό σου λεω, όπου στέκεσαι,να αναρωτιέσαι: τί ήθελε ο ντόπιος από δω, τί γύρευε, γιατί είχε ανέβει ως εδώ ή είχε κατέβει ως εκεί, τί έβλεπε, τί περίμενε.
Δεν είναι απλό, πρέπει να μεταφέρεις τις δομές μιας σημερινής, ζωντανής πόλης στα μέτρα τού τότε, να φανταστείς τις εσχατιές των τότε κοινοτήτων, τους άρχοντες και τους παρίες, τους ναυτικούς και τους ψαράδες και πως αυτοί στέκονταν απέναντι στους γεωργούς και τους χειρώνακτες και μετά πώς όλοι αυτοί γίνονταν κοινωνία και συναλλάσονταν και πήγαιναν κι' ερχόνταν.
Να σκεφτείς τους άρχοντες που ήταν διαφόρων ειδών με διαφορετική επιρροή ο καθένας στον χώρο του, πολλές φορές αφήνοντας στον χώρο και το όνομά τους, που μέσα από τα χρόνια παρεφθείρετο, άλλαζε και πιθανόν να έδινε αφορμή για να φτιαχτούν μύθοι και τοπικοί θρύλοι.

Περπάτα το το νησί, αυτό έχω να σου πω, περπάτα το και βλέπε. Βλέπε τριγύρω σου, είναι απίστευτη η σοφία με την οποία ο Τηνιακός έχει διαμορφώσει τον χώρο του. Ακόμη κι΄αν δεν το καταλαβαίνεις εσύ, το μυαλό σου μέσα-μέσα πιάνει αυτά που πρέπει να πιάσει, την αρχέγονη γνώση που είναι παντού τριγύρω υλοποιημένη, καμωμένη τοίχοι και μάντρες και όλα όσα στέκουν εδώ.
Μη κυττάς τους ντόπιους, ο καθημερινός μόχθος δεν σ’ αφήνει να δεις, είναι η αγωνία για το καθημερινό που στα θολώνει όλα στα κάνει επίπεδα, σαν τηλεόραση δισδιάστατη, μη ζητάς από τους ντόπιους να εμβαθύνουν, έχουν παιδιά, έχουν καιρό, έχουν σοδειά να σκεφτούν, τί θες, να μένει απούλητη η ντομάτα και να πουλιέται το γάλα 35 λετπά και να σκέφτονται την δομή της κοινωνίας των προγόνων; 
 
Δε γίνονται αυτά τα πράγματα, αυτά είναι ιστορίες του Μυνχάουζεν. Εδώ μιλάνε οι ρόζοι στα χέρια και οι γυναίκες οι γερασμένες απ΄τα σαράντα τους απ΄το καρίκι και την τσάπα, πού' χουν γεννήσει τρία τέσσερα παιδιά και τα μεγαλώνουν μεσ' τους δρόμους, στην αγάπη των γειτόνων και στην τύχη του φτωχού θεού. Εδώ είναι η ζωή η αληθινή, δες γύρω σου, ό,τι βλέπεις, αυτό είναι η ζωή. Μη πας παραπέρα απ' όσα μπορείς να βλέπεις, μα πάνω σ΄αυτά να στοχάζεσαι διαρκώς. Κι' αυτό είν' ο Θεός ο αληθινός, ο αδογμάτιστος κι' ο πανταχού παρών, που είναι παντού και τα γεμίζει όλα».


Βρέθηκα τις προάλλες στην Παλαιοκκλησιά, πέρα, στη Ζωδεμένη και 'κει αυθόρμητα μού'ρθε στο νου η κουβέντα που είχα πριν από χρόνια μ' έναν φίλο αρχαιολόγο, μεγάλο στα χρόνια, που αρεσκόταν να ανεβαίνει σε άκρες του νησιού και να αγναντεύει ώρες ατέλειωτες τριγύρω. 
Δεν χόρταινε το νησί, τον τρέλλαινε, ασφυκτιούσε από "τις εικόνες, την μιά επάνω στην άλλη" που τον γέμιζαν, τον τελείωναν. 

Θεώρησα, λοιπόν, πιό ταιριαστό να βάλω τα λόγια του που μου σημάδεψαν τον τρόπο να κυττάω, παρά να σας περιγράψω τί ακριβώς βλέπετε στις φωτογραφίες. 
Περιληπτικά, είναι η Παλαιοκκλησιά και ο αμυντήριος σχηματισμός τριγύρω. Προσέξτε πώς μερικές πλάκες είναι ένθετες στον τοίχο και δεν εξέχουν απ΄αυτόν. Είναι αυτές που χρησίμευαν και σαν "ρεπάρο" για τα ζώα κυρίως. Δείτε επίσης, πώς το χτίσιμο των σκαλιών εξέχει πάνω από το επίπεδο του χωραφιού που καλείται να υποστηρίξει. Η Παλαιοκκλησιά η ίδια, μάλλον είναι επάλληλα κτίσματα, με διαφορετικές κατά εποχή χρήσεις.