Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

ΠΑΛΗΕΣ ΚΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΕΥΧΕΣ...

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ...
 Σε όλους όσους νοιάζονται για το νησί και δεν μένουν στα λόγια, μα τρέχουν, μαζεύονται και μαζεύουν όσους μπορούν, κάνουν πράξη στην ουσία (μακρυά από φανφάρες και τηλεοπτικές μπουρδολογίες) την ζωή στην επαρχία, αντιδρούν στην αλλοτρίωση του τόπου, αντιστέκονται στην παράνοια των παραγόντων.

...ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ...
Με λιγότερο τσιμέντο και περισσότερες ξερολιθιές, με λιγότερες παραγγεριές ξεπουλημένες για πέτρα και περισσότερα καλλιεργημένα χωραφάκια, με περισσότερο γάλα και λάδι, αγκινάρα και τυράκι του τόπου μας, με καθαρές και ήσυχες παραλίες, με τα νερά που πίνουμε και τον αέρα που αναπνέουμε ελεύθερα όπως οι κανόνες της ζωής επιβάλλουν, με περισσότερες φιλίες της καρδιάς και λιγότερα κομματικά κολλητιλίκια.

...ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΗ...
Για να μην κάνουμε σε κανέναν το χατήρι να παραδοθούμε στις ορέξεις τους, να μην λιμνάσει η σκέψη μας και βαλτώσει το μυαλό μας, να μείνει παιδική η καρδιά μας για να μην γεράσει η ψυχή μας.


...αλλά και ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ...
Στα κομματόσκυλα που δεν αφήνουν τίποτε να ανθίσει αν δεν περνάει μέσα από τα γρανάζια των βρωμερών μηχανισμών τους, στους διεφθαρμένους που προτιμάνε να σβήσει ο τόπος παρά να χάσουν μια δεκάρα "ανάπτυξης", στους απανταχού διαβρωμένους απ' το χρήμα, στους διαπλεκόμενους σφογγοκωλάριους, στους ξεπουλημένους εκλεγμένους του λαού που καταφέρνουν και μας κοροϊδεύουν ακόμη, στους δοσίλογους τού τόπου τους, στους προδότες των γονιών και των παππούδων τους, με μια επιπλέον ευχή: 

Ο Νέος Χρόνος να σταθεί απέναντί σας όπως εσείς σταθήκατε απέναντι στην Κοινότητα των Πολιτών. Με αδιαφορία, αναλγησία, εθελοτυφλία και αλαζονεία.

Τέλος, για τους φίλους μου, έχω τρία μικρά δωράκια:

Ένα διαμάντι του Κόντογλου με τίτλο "Χριστούγεννα στη σπηλιά" που θα βρείτε εδώ:
http://pisostapalia.blogspot.com/2011/12/blog-post_27.html

Το πρωτοχρονιάτικο "Κάνε στην άκρη, ρε μπάρμπα!" που θα βρείτε εδώ: http://www.podilates.gr/node/19858

και, το καλύτερο, ένα ποίημα πρωτοχρονιάτικο του μουσικού Κωνσταντίνου Πανώριου από την Καρδιανή, με του οποίου τις ευχές σας χαιρετώ για φέτος:



Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Ο πύργος στην Σαμάντλα

"Ε, τρεχάτε, ανάψτε γρήγορα! Καράβια έρχονται! Στείλτε μαντάτο γρήγορα ναρθούν να πιάσουν τα πόστα! Ανάψτε, λέω! Γρήγορα!". 

Ο ήλιος πήγαινε να πέσει όταν, στην άκρη του ορίζοντα, εκεί που η θαμπή άκρη του ουρανού ακουμπάει στην θάλασσα, φάνηκαν κατάρτια το 'να πίσω απ΄τ' άλλο. 
Το έμπειρο μάτι του βιγλάτορα είχε διακρίνει έγκαιρα τον μικρό στολίσκο και, μη βλέποντας σημάδια φίλιων φρύκτων, τα σημάδια δηλαδή που έκαναν οι ναύτες των φιλικών καραβιών υψώνοντας αναμμένους πυρσούς για να μην ανησυχήσουν τους δικούς τους, είχε σημάνει συναγερμό. 


Η πλαγιά απ' τον πύργο μέχρι κάτω, όσο έβλεπε το μάτι, ήταν γυμνή από κάθε εμπόδιο που θα μπορούσε να κρύψει τον εχθρό. Αυτό δεν είχε γίνει ηθελημένα, αλλά όταν χρειάστηκαν ξύλα για να χτιστούν καράβια και να κάψουν τα καμίνια, σκεπτόμενοι σωστά, εξεκίνησαν από 'δω να κόβουν τα πολύ παληά χρόνια.
Η φρουρά από ' κει που δεν φαινόταν πουθενά, χωμένη μέσα στον πύργο και στα τριγύρω καταλύμματα, έξαφνα γέμισε τον τόπο, κινήθηκε προς την μία από τις δύο στίβες ξύλων, την ξεσκέπασε με βιάση και φάνηκαν τα χοντρά ξερά ξύλα σωριασμένα με τάξη, αφήνοντας κενά για τον αερισμό και για τα προσανάμματα. 
Συνάμα, από ένα χαμηλό καταστέγι κουβάλησαν χέρι με χέρι μικρά δεμάτια προσανάμματα και τα σφήνωσαν στις προκαθορισμένες θέσεις. Η διπλανή στίβα θάμενε άθικτη, αφού τα ξύλα της ήταν εμποτισμένα με εύφλεκτα υλικά για δημιουργία καπνού και προοριζόταν για σήματα ημέρας.


Ο φρυκτωρός άρπαξε ένα δαδί και πλησίασε στην φωτιά, που σιγόκαιγε ακατάπαυστα, μέρα και νύχτα σε προφυλαγμένο από αέρα και βροχή σημείο, έγειρε και αμέσως τράβηξε πίσω το ξύλο που είχε αρπάξει αστραπιαία φωτιά και με γρήγορες, ψύχραιμες κινήσεις άναψε την φρυκτωρία. Η φωτιά απλώθηκε ομοιόμορφα σε όλη την στίβα και σε λίγα λεπτά οι φλόγες εστελναν μήνυμα σε εχθρούς και φίλους, πως υπήρχαν άγρυπνα μάτια και πως καλούσαν στα όπλα κι' άλλους, να' ρθουν να προστατέψουν το νησί. 

Πολλές φορές τα εχθρικά καράβια με το που έβλεπαν τα σήματα φωτιάς, άλλαζαν αμέσως ρότα, αφού οι νησιώτες έδειχναν όχι μόνον ότι τους είχαν αντιληφθεί, αλλά και ότι, ήταν αποφασισμένοι να πολεμήσουν, που σήμαινε πως ήταν αρκετοί και οπλισμένοι και πως τακτικός στρατός έδρευε στο νησί.

Στο μεταξύ, για να μην περάσει ούτε λεπτό χαμένο, άλλος φρυκτωρός έστελνε προς τον ενδιάμεσο σταθμό των Αμμωνιών σημάδι με πολέμιους φρύκτους, κινώντας δεξιά-αριστερά ένα αναμμένο δαυλό. 

Στα Αμμώνια, που έπαιρναν την ονομασία τους τόσο από τον βράχο που είχε χαρακτηριστικό σχήμα, όσο και από την γειτνίασή του με τον παληό ναό του Άμμωνα Δία, υπήρχε επίσης ένα μικρό φυλάκιο, ένα πολυάνδριο, που κατέλυε σε φυσικούς βραχώδεις σχηματισμούς, ελαφρά οχυρωμένους, περισσότερο για προφύλαξη από τα καιρικά φαινόμενα, παρά από τις επιθέσεις εχθρικών μονάδων. 
Η θέση δεν είχε καμμία αμυντική δυνατότητα, αλλά, εξασφάλιζε την ροή των σημάτων προς το Κάστρο και προς την φρυκτωρία στου Πολέμου τον Κάμπο.


Ο πύργος στη Σαμάντλα, γι' άλλη μια φορά, είχε κάνει αυτό για το οποίο είχε σχεδιαστεί. 
Σε λίγο κάρρα και άλογα θα 'φταναν φορτωμένα στρατιώτες που θα επάνδρωναν το φυλάκιο στα Πυργιά και όλα τα περάσματα. 
Κάθε σκαλί και κάθε πεζούλα θα γινόταν γραμμή άμυνας, να σταματήσει τον ξένο, να σώσει το νησί από την επιβουλή των εχθρών. 

 
Όλα τα χτισίματα στην βορεινή μεριά του νησιού έκλειναν μέσα τους τον φόβο για τον εισβολέα και βαρειές, πλατειές πέτρες παρεμβάλλονταν ένθετες μέσα στις μάντρες,, να προεξέχουν όσο ακριβώς χρειάζεται για να κρυφτεί ένας άντρας και να σταθεί να ρίξει, να φέρνει την αμφιβολία στο μυαλό των επιτιθέμενων, αν δηλαδή, σε κάθε πέτρα αντιστοιχούσε κι' ένας ένοπλος. Πέτρες που με μια γερή σπρωξιά θα μπορούσαν να σωριαστούν πάνω στους επιτιθέμενους...
...και που στα χρόνια που θα ακολουθούσαν, θα έμοιαζαν έργα τέχνης, μόνες στη μέση χωραφιών, έρημες από νόημα πέρα από τον άχθο που τις είχε τοποθετήσει εκεί.



 Στα χρόνια που περίμεναν την σειρά τους στα βάθη του Χρόνου για να περάσουν πάνω απ' το νησί, ένα μαντρί θα φτιαχνόταν εκεί όπου πριν στρατιώτες στάλιζαν, νυσταγμένοι, βαριεστημένοι, οκνοί, μέχρι την στιγμή που η καρδιά πετάριζε στο άκουσμα της κραυγής του σκοπού.
 

 Στα χρόνια που ήρθαν πολλές φορές από 'κει και μετά κι' έφερναν μαζί τους κάθε φορά κι' από έναν πόλεμο, οι Τηνιακοί ήταν πάντα εκεί, όρθιοι, γελαστοί, περήφανοι και στάθηκαν στον τόπο τους.
Ανάμεσά τους και ο παππούς μου Ζάννες Αρμάος του Λορέντζου, που ένα κομμάτι του κουβαλάω περήφανα μέσα μου κι' εγώ.


Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΜΠΑΝΙΟ..;

Να κατέβουμε προς τον Άγιο Φωκά, που είναι και ρηχή η θάλασσα και μπορούν να παίζουν και τα παιδιά.
Μεγάλη παραλία, ε, θα βρουν κι' άλλα παιδάκια να παίξουν...




 
Έχει και αρμυρίκια να βάλουμε το αυτοκίνητο, να μην το τρώει ο ήλιος,  έχει και μπαράκι να πάρουμε και φραπεδάκια, μια χαρά θα είμαστε.
Μετά, μας κάνει και κανένα τοστάκι, πίνουμε και καμμιά μπυρίτσα και χαλαρώνουμε.

Μπορεί να βρούμε και παρεούλα, να ρίξουμε και κανένα σουτάκι να θυμηθούμε τα παληά...
Όσο νάναι, δε μας πήραν και τα χρόνια, αντέχουμε... Και μετά, ξέρεις το κόλπο, ο κουρασμένος κάθεται τέρμα και αλλάζουμε και πιό συχνά, να προλαβαίνουμε να παίρνουμε καμμιά ανάσα !
Σκέψου πως εδώ ερχόμαστε εικοσάρηδες όταν ακόμη το νησί είχε μια μονάδα εφοδιασμού και χαζεύαμε τα ελικόπτερα που έρχονταν για να γεμίσουν βενζίνη... Πώς πέρασαν τα χρόνια...


Μετά, άμα κάνουμε κέφι, καθόμαστε να δούμε το ηλιοβασίλεμα, πού'ναι ήσυχη κι' η θάλασσα να το απολαύσουμε.


Μόνο που όταν περνάνε τα "γρήγορα" κάνει κύμα και άμα δεν προσέξεις μπορεί να σου πάρει την πετσέτα...

 Λοιπόν, άκου να σου πω πώς θάρθεις: Κατεβαίνεις Χώρα και μόλις φτάσεις στον Παλαμάρη κάνεις αριστερά, γυρίζεις πάνω απ΄το λιμάνι και στο πλατειάκι κάνεις δεξιά.
Ή μιας και θα βρεθείς από 'κει, ανέβα τον λόφο, έχουν μείνει κάτι όμορφα νεοκλασσικά, αξίζει να τα δεις, δεν ξέρεις πότε θα τα κατεβάσει καμμιά μπουλντόζα...





Μετά θα δεις την θάλασσα, είναι η Αγκάλη, ακολουθείς τον δρόμο δίπλα απ' τη θάλασσα και μόλις δεις τον μυτερό λόφο κάνεις δεξιά, παρκάρεις κι' εκεί θάμαστε κι' εμείς...










Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

ΠΕΡΙΣΤΕΡΑΚΙ ΘΑ ΓΙΝΟ...

Όταν, λοιπόν, δεν υπήρχε το YouTube, ούτε το Google με αναζήτηση στίχων των τραγουδιών και οι άνθρωποι θέλανε να θυμούνται ένα τραγούδι, κάποιον στίχο που άκουσαν ή ένα στιχάκι που βρήκαν στην πλάτη της ημέρας ενός ημερολογίου, τί έκαναν άραγες;

Τα έγραφαν. Με το λίγα γράμματα που ήξεραν, τα έγραφαν. Βέβαια, εκείνα τα γράμματα, συγκρινόμενα με τα σημερινά μας, όχι μόνον ήτανυπεραρκετά, αλλά, περισσεύουν κιόλας σε συντακτική και νοηματική πληρότητα (εδώ ο Κος Κορίνθιος, σαν ειδήμων, θα μπορούσε να μιλάει ώρες, φαντάζομαι).


Εμείς, σήμερα, συνηθίζουμε να μένουμε στα ορθογραφικά λάθη, τα οποία είναι, κατά την γνώμη μας, άξια όλης της χλεύης μας, εκείνης, δηλαδή, που δεν έχουμε την κριτική ικανότητα να εκτοξεύσουμε προς τους παρουσιαστές των πρωινάδικων και των κουτσομπολίστικων εκπομπών, που χρησιμοποιούν την γλώσσα σαν πατσαβούρι για να εκτελέσουν υπάκουα τον ρόλο του σφογγοκωλάριου που τους έχει ανατεθεί. Ξέφυγα όμως...



Εδώ, λοιπόν, βλέπετε πώς ένας απ' τους παληούς, πήρε μια σελίδα που βρήκε μπροστά του, την έκανε εξώφυλλο και μέσα του 


έραψε με μαύρη κλωστή άδεια φύλλα για να φτιάξει ένα σημειωματάριο, όπου φυλάει τα στιχάκια που του αρέσουν.


Η ανάγκη κινεί τον κόσμο και δίνει το κίνητρο για όλα και αν βγαίνει από μέσα βαθειά, από ανομολόγητες ορμές και επιθυμίες, δεν βρίσκει εμπόδιο ούτε στην έλλειψη στοιχειωδών μέσων, ούτε και στα μορφωτικά κενά. Τα υπερφαλαγγίζει και ολοκληρώνει τον στόχο.



Είχα σκεφτεί να μεταγράψω μερικά από τα στιχάκια για να είναι πιό ευανάγνωστα. Μετά όμως, κατάλαβα ότι θα τα μείωνα κατά πολύ. 

Μεταφέροντας ένα ζωντανό κείμενο στην ψυχρή οθόνη του υπολογιστή, ουσιαστικά το γδύνεις, το απαλλοτριώνεις από την αξία του.


Γιατί όλα συμμετέχουν στην αξία του. Το κιτρινισμένο χαρτί, ο γραφικός χαρακτήρας, η στοίχιση στην σελίδα, η επανάληψη στίχων με διαφορετικές ορισμένες στροφές, η μαύρη κλωστή που φαίνεται σε μερικά σημεία, η διαφορετική μελάνη ή το μολύβι,ο γραφικός χαρακτήρας, όλα αποτυπώνουν την στιγμή κυριολεκτικά, άμεσα και σε μεγέθη απόλυτα.


Δεν ξέρω ποιανού είναι το σημειωματάριο αυτό και δεν έχει καμμία σημασία αν λεγόταν Φραγκίσκος ή Μάρκος ή Θωμάς ή Λορέντζος, Μαρίκα, Θωμαή, Λουκρητία ή Λιζαμπέτα.

Δεν γνωρίζω επίσης, αν πρόκειται για στιχάκια που άκουσε κάποιος να τραγουδιούνται στον καφενέ ή απλώς τα αντέγραψε από κάποιο ημερολόγιο.
Μερικά μπορεί να είναι και δικά του ή δικά της ή τουλάχιστον θάθελα να πιστεύω πως αυτός που κρατάει τέτοιες σημειώσεις, γράφει κιόλας. Δεν με νοιάζει τίποτε απ' όλ' αυτά στην ουσία.


Με νοιάζει πως πιάνω στα χέρια μου το μεράκι κάποιου, τόσα χρόνια μετά που ούτε και 'κείνος θα φανταζόταν, και ακόμη το μεράκι του είναι ζωντανό πάνω σ' ένα τόσο δα κομματάκι χαρτί.



Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟΜΠΟΛΑ ΤΟΥ 1930


«Πού ώρα ελεύθερη, τί, όπως τώρα νομίζεις ήταν...Ένα απόγευμα ελεύθερο είχαν οι γυναίκες, την Κυριακή το απόγευμα. Έ, τι να κάνανε, μαζεύονταν από σπίτι σε σπίτι και παίζανε τόμπολα να περάσει η ώρα. 


Ερχόταν η τσατσα-Κατερίνα, η Ιωάννα, η Λουκία, ε, δε θυμάμαι ποιά άλλη ερχόταν και παίζαν τόμπολα όλοι μαζί. 
Μα δε παίζαν για λεφτά, πού να βρεθούν τα λεφτά...
 
 
Κόβανε και φυλλαράκια απ’ τις μυρτιές και άμα κλείνανε σειρά βάζαν το φυλλαράκι στην άκρη για να φαίνεται πως κλείσανε. 

Και λέγαν, έκλεισα μία σειρά, έκλεισα δύο και άμα έκλεινες και τις τρεις, κέρδιζες. Κι’ όσα περισσεύαν τα βάζανε στη μεγάλη καρτέλλα. Άμα δεις στην πίσω μεριά στη μεγάλη καρτέλλα, γράφει Αντώνιος και Ζάννες Αρμάος του Λορέντζου. 


 
Βάλε τώρα πως, στις πέντε στα Κελλιά είχε νυχτώσει. Ε, να παίζαν μέχρι τί ώρα, μήπως και θυμάμαι... Είχαν και δουλειές το πρωί, δεν αργούσαν όπως τώρα. Πίνανε ένα ρακάκι, άμα υπήρχε κι’ αυτό, τρώγανε κανένα στραγάλι κι΄αυτό ήταν...»
...............................................................................
Το σετάκι έχει ημερομηνία κτήσης 1930, έμεινε πάντα στην οικογένεια και όλα τα νούμερα είναι ανάγλυφα ξύλινα. 
Για τους χαμένους αριθμούς έχει κοπεί κυλινδρικό κομμάτι ξύλου και ο αριθμός έχει γραφτεί με μελάνι.

Ο λόγος που έχω βάλει όλες τις καρτέλλες στην ανάρτηση είναι, να μπορεί, όποιος πιθανόν θελήσει, να τις τυπώσει και να παίξει τόμπολα. 
Για νούμερα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε φασόλια γραμμένα στο χέρι.

Βέβαια, δεν μπορώ να φανταστώ ποιά παρέα θα έπαιζε σήμερα τόμπολα χωρίς κίνητρο, έτσι, απλώς για την χαρά της παρέας...