Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Ο Πάπας Γρηγόριος ο Α' ήταν marketeer..;


Μα πώς φτάσαμε ως εδώ βρε παιδί μου;
Πού τα φάγαμε τα λεφτά μας ;
Ή, θα είχαμε φτάσει ως εδώ αν δεν είχαμε τόοοοοσα πολλά καταναλωτικά αγαθά για να σπαταλήσουμε τον παρά μας;

Απλούστατα, όχι.

Πού βρεθήκανε οι ανάγκες μας; Πώς προέκυψαν ξαφνικά; Πριν μερικά χρόνια τάχαμε ανάγκη όλα αυτά που φέραμε τριγύρω μας και τα στιβάζουμε στο υπόγειο, στο πατάρι, στο εξοχικό , στα σκουπίδια;

Απλούστατα, όχι.

Και πώς βρεθήκαμε, ρε κολλητέ, να τα θέλουμε όλα αυτά, να επιθυμούμε να τα αποκτήσουμε;
Επειδή κάποιοι μας έπεισαν πως τα χρειαζόμαστε, πως είναι σημαντικό να τα κατέχουμε, και κυρίως, πως με αυτά θα ξεχωρίσουμε από τους άλλους ή θα συμμετέχουμε μαζί με άλλους σε κάτι.

Και εδώ, αρχίζει το ενδιαφέρον σημείο.

Ο άνθρωπος έχει την βασική ανάγκη να ξεχωρίζει, να στέκεται παραπάνω από τους άλλους.

Και πώς θα ξεχωρίσει;
Με το να ανήκει σε μια ομάδα, ένα clan, μια συνάθροιση και αυτή η ομάδα πρέπει ή να έχει μεγάλη ισχύ ή να αποτελεί ενός είδους άβατου για τους υπολοίπους.
Το οποίο μεταφράζεται : Ή θα παίζεις μπάλα και θα είσαι Ολυμπιακός που έχει τους περισσότερους φιλάθλους ( η ισχύς εν τη ενώσει) ή θα ασχολείσαι με Κουνγκ Φου και θα κάνεις το σπανιότερο σύστημα στον κόσμο που κάνουν σ’ ένα μοναστήρι με δύο καλογέρους (η ισχύς από την γνώση).

(Η ισχύς αυτή με την σειρά της, επιμερίζεται στην κάλυψη αρχέγονων ορμέμφυτων, που έχουν να κάνουν με το σεξ και με το χρήμα, όπως είπε και ο παππούλης Φρόυντ.
Ή, όπως καταδεικνύει η Ελληνική Μυθολογία, στα αρχέτυπα του Ουρανού και του Κρόνου. Ο πρώτος είχε ξαπλώσει επάνω στην Γη (σε διαρκή συνουσία μαζί της) και δεν την άφηνε να καρπίσει και ο δεύτερος, αφού έκοψε τα γεννητικά όργανα του πατέρα του και πήρε την θέση του, έτρωγε τα παιδιά του για να μην χάσει την εξουσία..!).

Και εδώ, πριν καν το καταλάβουμε έχει μπει στη μέση η Αλαζονεία.
Αυτομάτως, όλοι οι άλλοι υστερούν, μπαίνουν χαμηλότερα από μας, δεν μετέχουν της ισχύος.
Όσο για εκείνους που δεν μπαίνουν σε αντιπαράθεση μαζί μας για να αναμετρηθούμε, δεν κάνουν για την παρέα μας, δεν επαληθεύουν την υπεροχή μας .

Και τώρα νάσου και χώνεται στη μέση και ο πάπας Γρηγόριος ο Α’.
Μα τί δουλειά έχει ο παπάς εδώ πέρα;
Χα! Ήταν ο πρώτος που προσδιόρισε τα βασικά αμαρτήματα σε επτά συγκεκριμένα, από τα οποία πηγάζουν και όλα τα υπόλοιπα. Χωρίς να θεολογώ ή να κανοναρχώ, μου φαίνονται παράξενα μερικά πράγματα.

Όπως το ότι, η καταναλωτική κοινωνία έχει καταφέρει να στηθεί ακριβώς επάνω σε αυτά και εξακολουθεί να μας πουλάει και να μας κάνει να θέλουμε τα πάντα, χρησιμοποιώντας τις  εκφάνσεις τους.

Πατάει πάνω στη Λαγνεία, ακόμη και για να μας πουλήσει γιαούρτια ή δραπανοκατσάβιδα, αφού μπορεί να δημιουργεί όποιο υπονοούμενο θέλει.

Πατάει επάνω στην Απληστία μας, για να μας προτείνει όχι μόνον το καλύτερο, αλλά και το επιπλέον (ετυμολογικά κοντά με το επιπόλαιο), το περιττό, το αχρείαστο, αυτό που θα μας κάνει να ψάξουμε να βρούμε και δεύτερη δουλειά για να μπορέσουμε να τόχουμε.

Πατάει επάνω στην Λαιμαργία μας, και φτιάχνει κάθε χρόνο νέα σκατολοΐδια που πλημμυρίζουν τα ράφια των σουπερμάρκετ με κάθε είδους γεύση και με πολύχρωμες συσκευασίες τους κάδους σκουπιδιών μας.

Πατάει επάνω στην Οκνηρία μας και μας τηλεπουλάει το τραπεζάκι που δεν θέλει ξεσκόνισμα, το αυτοταϊζόμενο παιδί και το κωλόχαρτο που σκουπίζει μόνο του (η παιδική ταινία WALL-E δείχνει τέτοιους ανθρώπους στο μέλλον).

Πατάει επάνω στη ζηλοφθονία μας για να μην προλαβαίνουμε να αλλάζουμε κινητό και αυτοκίνητο.

Πατάει επάνω στην Οργή μας, για να μπουκώνει τα παιδικά μυαλά με εικόνες, σκέψεις και ενδεχόμενα βίας, μέσα από παιχνίδια υπολογιστών και παιχνιδομηχανών, μέσα από απαράδεκτες παιδικές σειρές, μέσα από εκτρωματικά παιχνίδια.

Και εμείς, χαμένοι στην άβυσσο της καθημερινής ρουτίνας, παθητικοί δέκτες των μηνυμάτων, κάνουμε όσα μας προστάζουν και μάλιστα, χωρίς να καταλαβαίνουμε πως όντας σκλάβοι, νομιζόμαστε ελεύθεροι.

Διαβάζουν οι marketeers Πάπα Γρηγόριο τον Α’..;  

Εντύπωση μου κάνει...

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Ο κυρ-Θύμιος ο μπακάλης (μέρος 2ο και τελευταίο)


Ο κυρ Θύμιος ο μπακάλης, λοιπόν, με τον καιρό ανακάλυψε πως και σε άλλα χωριά υπήρχαν κι' άλλοι μεγαλέμποροι, που είχαν φέρει με παρόμοιους τρόπους το χωριό στα μέτρα τους και διαφεντεύανε τις τύχες ολωνών των υποταχτικών τους.


Και ο κυρ-Θύμιος στο μεταξύ, είχε αρχίσει να ψάχνεται, γιατί οι χωρικοί είχαν σταματήσει πιά να καταναλώνουν τα αγαθά του, τα χρήσιμα δηλαδή, γιατί τα άλλα, μόνον αγαθά δεν ήτανε... 
 

Μαζεύει λοιπόν, ο Θύμιος τους εμπόρους του δίπλα χωριού και τους λέει:
«Τί θα λέγατε να τους δανείζαμε εμείς λεφτά για να συνεχίσουν νάχουν και να χαλάνε;» 
 

«Ναι» απάντησαν οι άλλοι, «Μα πώς να τους δανείσουμε άμα δεν έχουν τίποτα πια στην κατοχή τους για να πάρουμε, εξόν απ΄τα λεφτά που κρατούν στα χέρια τους;»


«Α! απλό...», είπε ο κυρ-Θύμιος. «Θα αγοράζουν όσα θένε και θα μας τα πληρώνουν σε βάθος χρόνου, με το αζημίωτο φυσικά. Κάνει η αξίνα δέκα δραχμές; Πάρε τη και κάμε τη δουλειά σου και μου την πληρώνεις μια δραχμή το μήνα, αλλά, όχι για δέκα μήνες μα για δεκατρείς. 
Ποιός θα πει όχι...
Και άμα χρειάζονται κι΄άλλα λεφτά, τότες, έρχομαι εγώ στο δικό σας το χωριό να κάμω τον καλό και ‘σεις στο δικό μου για να τους δώσουμε λεφτά νάχουν να χαλάνε. Θα βρεθούμε το λοιπό, νάχω εγώ λεφτά δανεισμένα στο δικό σας το χωριό και ‘σεις στο δικό μου. Μεταξύ μας, άμα θέλουμε, θα μπορούμε να ανταλλάσουμε τα χρέη και νάχει ο καθένας του χωριού του στα χέρια του, χωρίς όμως να το γνωρίζουν οι χωριάτες. Πρέπει όμως να δανείζουμε εσείς κι΄εγώ τα ίδια περίπου ποσά στα χωριά μας.» 
 

«Να , αυτό είναι το δύσκολο» είπαν οι άλλοι, «πώς θα τους πείσουμε να ζητήσουν λεφτά, δεν θα θέλουν.» 
 

«Θα θελήσουν. Θα τους κάμωμε εμείς να θελήσουν», είπε ο Θύμιος. 
«Κοιτάτε τί θα κάμω εγώ. Θα δώσω σ’ όσους δουλεύουν για μένα μεγαλύτερους μισθούς για νάχουν διαθέσιμα και να ξανοιχτούν και κάθε λίγο θα δίνω και κατιτίς σα δώρο να πούμε, να νιώθουν ασφάλεια. Τότε λοιπόν, θα ξοδεύουν όσα με τον τρόπο μας θα τους λέμε. Αυτοί, να δείτε τότε, θα ξανοιχτούν και θ΄αρχίσουν ν’ αγοράζουν, με δανεικά βέβαια, όσα χωράφια έχουμε και κάθονται ακαλλιέργητα και χωρίς αξία στα δικά σας τα μέρη, να τα χτίζουν και να τα μεγαλώνουν, όλα βέβαια με δανεικά. Το ίδιο και οι δικοί σας στο δικό μου το χωριό.»


«Μα άμα θ΄αρχίσουν νάχουν λεφτά δε θάρχονται πιά για το καθημερινό το μεροκάματο, για τις χοντροδουλειές», αντιγυρίσαν οι άλλοι εμπόροι.


«Όσο γι’ αυτό, μη φοβάστε. Άμα κάνουν πως λιγοστεύουν τα χέρια, έχει κάτι πεινασμένους από τα παραδίπλα, τα ήδη φτωχά χωριά και κάνουν ό,τι τους πούμε για ένα κομμάτι ψωμί. 


Και πάλι θα πουλάμε όσα παράγουν αυτοί για ’μάς στους δικούς μας, σε όποια τιμή θα θέλουμε μεις. Και ποιός θα νοιάζεται για τις τιμές άμα έχει και χαλάει... Και μετά, άμα τελειώσουν τα χωράφια πούχαμε όλοι μας και κάθονταν άχρηστα και ετοιμάστηκαν για πούλημα, σταματάμε τους μεγάλους μισθούς και τα δώρα και λέμε τους:   

Πληρώστε τώρα 'τά που χρωστάτε!

Μα δε θα μπορούν να πληρώσουν αφού τους μισθούς τους τούς κανονίζουμε εμείς, το πόσα θα παίρνουν και αν θα τα παίρνουν κιόλας.

Και σιγά-σιγά, αν είχαν βάλει και καμιά δεκάρα στην μπάντα με όλα όσα πέρασαν απ΄τα χέρια τους, θα τους τα πάρουμε κι΄αυτά και θα γυρίσουν στην προηγούμενη κατάσταση κι΄ακόμη χειρότερα.
Κι΄όταν πάρετε εσείς στα χέρια σας τα χωράφια του δικού μου χωριού και ‘γω του δικού σας, και μάλιστα αξιοποιημένα και έτοιμα για εκμετάλλευση ή για πώληση σε αληθινούς λεφτάδες, κάνουμε μια σκάντζα και αλλάζουμε τα χωράφια και βρισκόμαστε, με την περιουσία μας φτιαγμένη όπως δεν είχαμε ποτές φανταστεί, ο καθένας βασιλιάς στον τόπο του!!! 
 
Κι’ από πάνω, με όλους τους χωριάτες χωμένους ως τον λαιμό στα χρέη να τους μεταχειριστεί ο καθείς όπως θέλει, να μπορεί πλέον να απλώσει χέρι και σε όσα δεν είναι δικά του, μα δημόσια, χωρίς κανείς να μπορεί να μιλήσει ή να απαιτήσει το δίκιο του. 
Γιατί άμα είναι κανείς εξαθλιωμένος τί θα τονε νοιάξει, η φτώχεια του ή τό τι θα κάμω εγώ με τα νταμάρια, τα δέντρα και το νερό..; 
   
Αυτά είχα να σας ειπώ και να μου συχωράτε την ταλαιπωρία, να σας κουβαλάω βραδιάτικο και μεσ' το κρύο, μακρυά απ΄τα σπιτικά σας....»


Συλλογισμένοι τον ακούγαν οι άλλοι, όμως το χαμόγελο, ίσως και μοχθηρό, μα δε πολυφαινόταν μέσα στο μισοσκόταδο του υποφωτισμένου μπακάλικου, είχε αρχίσει να πλαταίνει στα πρόσωπά τους και μόνον ο εγωισμός τους το περιόριζε σ’ ένα αχνό μειδίαμα... 
 

Μετά από πολύ σιωπή, η πόρτα άνοιξε κι΄έκλεισε πολλές φορές και μουρμουριστές καληνύχτες ακούστηκαν, μέχρι που ο κυρ-Θύμιος έμεινε μόνος του ξανά. 

Έρριξε μια ματιά στον μεγάλο καθρέφτη της σάλας, που μαζί με τα εμπορεύματα αντανακλούσε και το γεμάτο ανυπομονησία πρόσωπό του με τα γυαλιστερά, μοχθηρά μάτια. 
 

«Υπομονή Θύμιο», είπε στον εαυτό του, «το καλό πράμα αργεί να γίνει...»
Μια σκέψη σαν αστραπή πέρασε απ΄το μυαλό του σαν έστρεψε να βγει απ' το μαγαζί:
«Βρε, εγώ αν είχα τρόπο θα πούλαγα και την Ελλάδα ούλη...». 

Γέλασε άγρια με την αναίδεια του και βγήκε στο σκοτάδι, που τον αγκάλιασε μέσα του πριν πεις κιχ...


Το παραπάνω χειρόγραφο, που έχει τίτλο «ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡ-ΘΥΜΙΟΥ ΤΟΥ ΜΠΑΚΑΛΗ» είναι σκισμένο από ‘δω και κάτω και δεν διαβάζεται καλά και ως εκ τούτου, δεν μπορώ να σας πω την συνέχεια και θα πρέπει, πρώτα να σας ζητήσω τη συγγνώμη και μετά, να σας βάλω στην δυσχερή θέση να πρέπει να την φανταστείτε μόνοι σας...

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΗΝ ΝΗΣΟ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ


Το μεγάλο κήτος μας άφησε να μπούμε στην σκοτεινή κοιλιά του...

Ένα σκοτεινό πέπλο καλύπτει τις ώρες μέχρι το επόμενο πρωί οπότε, ο ύπουλος γάτος υπάκουσε στις νοερές μου οδηγίες και στις επτά και δέκα ακριβώς προσέγγισε την εξώπορτα. 

Ξύπνησε το ανυποψίαστο παιδί της πόλης νούμερο ένα και προσποιήθηκε τον πεινασμένο.
Παράλληλα, η καφετιέρα ολοκλήρωσε τον συνωμοτικό κύκλο: με αργές, υπό άλλες συνθήκες βασανιστικές, σταγόνες, εκχύλισε ποσότητα καφέ ικανή για να ξυπνήσει το παιδί της πόλης νούμερο δύο.
Ανεβήκαμε στο αυτοκίνητο, που είχαμε στα χέρια μας από το προηγούμενο βράδυ. Κρεμ. Το χρώμα του αυτοκινήτου ήταν Κρεμ. Το λέγανε Αλίκη.

Κυλίσαμε στον άδειο δρόμο.

Αριστερά μας το λιβάδι παρέμενε και περίμενε, αν και για μια στιγμή μου φάνηκε πως ανέμενε και απόμενε...μα προσπαθώντας να φτάσω στην άκρη του νήματος μ΄έπιασε φτάρνισμα από τα χνούδια και σταμάτησα δεξιά.

Στο μεταξύ ο ήλιος είχε βγει και μάλιστα, κατέβηκε λίγο πιό χαμηλά για να μπορέσουμε να τον φωτογραφήσουμε.
Μια περαστική μέλισσα άρπαξε την ευκαιρία και τού σκασε ένα φιλί στο μάγουλο.

Παρακάτω, παρακάτω και λίγο πιό παρακάτω και ενώ όλα πήγαιναν απρόσμενα καλά, ο καθρέφτης της Αλίκης κατέστησε σαφές πως, θα επενέβαινε σε όλη την βόλτα και ενώ προσπαθούσαμε να θαυμάσουμε τον μεγάλο Δράκο που φυλάει το νησί από Βορρά, ο καθρέφτης επέμενε να μας θυμίζει την έρημη Αγαπιανή άμμο. 
Πήραμε να ανηφορίζουμε πάνω από την κολυμπήθρα όπου έχουν βαφτιστεί σχεδόν όλοι οι Τηνιακοί.

Τα σύννεφα ενοχλημένα μαζεύτηκαν πάνω μας να δουν τους παράξενους, εκτός ορθού χρόνου επισκέπτες. 

Πείσμωσα.
Έσυρα με τα δυό μου χέρια λίγο, μα τόσο δα μόνον, πιό μπροστά το κοντινό βουνό και κράτησα τα άλλα στον ίσκιο του σύννεφου.
Η φωτογραφία βγήκε όπως την ήθελα. 
Τώρα, στο φωτεινό της κομμάτι χώραγαν οι υπότιτλοι, που θα περιέγραφαν την θέα στο χαζό μυαλό μου.

Ο δρομος ανηφόρισε. Ο καθρέφτης εξακολουθεί να χώνεται εκεί που δεν τον σπέρνουν: ενώ ένα θορυβώδες πράσινο μας είχε τραβήξει την προσοχή, εκείνος επέμενε να μας δέιχνει τον πίσω μας δρόμο.
"Είναι το ψόφιο αρνί που είδαμε και αφήσαμε ασχολίαστο”, ερμήνευσε το παιδί νούμερο ένα. Ο καθρέφτης ηρέμησε. "Είδατε που σας τόπα", είπε θριαμβευτικά.

Συνεχίσαμε στον δρόμο για το "Χωριό-ανάμεσα-στις-στρογγυλές πέτρες". 
Δίχως να καταλάβουμε πώς, βρεθήκαμε σ' ένα κάστρο όπου ο αγρότης/αυλικός μας κέρασε ρακί.
 
Ο βασιλιάς, ανήσυχος για την τόσο πρωινή επίσκεψη, ήρθε κοντά στην πόρτα με ορισμένες από τις παλλακίδες του, δεν ήξερε αν έπρεπε να μας καλωσορίσει ή να μας διώξει με τρόπο.

Περπατήσαμε στο βασίλειο. Από δω φάγαμε ψωμάκι, είπε ο αγρότης και μας έστειλε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων να ψάξουμε να βρούμε πότε ήταν η τελευταία φορά, που τα αμπελοφάσουλα έγιναν πρώτο θέμα. Του χρόνου θα βάλουμε πάλι την μπουλντόζα και θα ξαναφυτέψουμε. Πότε ακριβώς είναι αυτό, με τί συμπίπτει για να έχω μια καλή δικαιολογία, που δεν θα παραβρεθώ στο φύτεμα, σκέφτηκα...

Φτάσαμε.
Στην παιδική χαρά του χωριού έπαιζαν γελούδες και ζούδια, που μόλις μας είδαν μας καλωσόρισαν και μας κάλεσαν να παίξουμε μαζί τους, μα είναι γνωστό πως δεν μπορείς να παίζεις με τα ξωτικά γιατί θα σε κρατήσουνε για περισσότερο απ΄όσο λογαριάζεις και θα κρυώσει στο μεταξύ ο καφές σου στου Νατάλε.

Στην φωτογραφία τα ξωτικά δεν φαίνονται γιατί έχω προνοήσει να χρησιμοποιήσω φίλμ ειδικό να εξαιρεί τρομακτικές για μερικούς φυσιογνωμίες.

Σκέφτηκα: πρώτη φορά που ήρθα χειμώνα στην Βωλάξ ήταν το 1990. 
Μα πόσων χρονών ήμουν τότε; η απάντηση ζωγραφίστηκε αυτομάτως στον τοίχο...

Το χωριό ήταν έρημο, μόνο κάποιες ομιλίες εκφωνητών ραδιοφώνου (ευτυχώς όχι τηλεόρασης, την τρέμω την τηλεόραση) ακούγονταν από ανοιχτά παράθυρα. 
Ευτυχώς, που οι εκφωνητές δεν πεινάνε ποτέ όπου φιλοξενούνται, αλλιώς, πρώτον θα ήθελαν του κόσμου το φαί και δεύτερον θα πάχαιναν απίστευτα γρήγορα.

Για μια στιγμή με πάγωσε το άδειο χωριό. 
Ούτε άνθρωπος τριγύρω...
Το παιδί της πόλης νούμερο δύο με σκούντηξε στον ώμο δείχνοντάς μου τον τοίχο.


Ησύχασα, ο Αλέκος ήταν επάνω για την περίπτωση που χρειαζόμασταν κάτι...

Κατεβήκαμε στην βρύση του χωριού.
Δυστυχώς, για μένα που δεν είχα πιεί καφέ και έπρεπε να γκρινιάξω, εδώ όλα ταίριαζαν . 
Τα εφήμερα πλαστικά δίπλα στις πέτρες και το νερό. Τα σκουπόξυλα και ο ανινιγματικός λευκός σκουπιδοτενεκές, που αναιρούσε τον εαυτό του χωρίς να το ξέρει, μιας και πλαστικός και τενεκές δεν γίνεται.

Η ώρα πέρναγε ανελέητη. 

Χρειαζόμασταν επειγόντως ένα ξόρκι χρόνου. Πλησιάσαμε με δέος στην μπλε πόρτα του μεγάλου μπλέ νάνου, χτυπήσαμε απαλά, μα η πόρτα παρέμεινε κλειστή, ο μεγάλος νάνος δεν βγήκε ποτέ. 
Ο χρόνος μας θα τελείωνε στην προαγορασμένη ποσότητα: ένα Σαββατοκύριακο και μόνον αυτό...

Η στενοχώρια δεν κράτησε για πολύ.
Ένα παράξενο πλάσμα στεκόταν εμπρός μας.
"Τί είσαι εσύ;" ρώτησα και μεμιάς δυό φωνές μαζί ακούστηκαν: "Κιούπι", "Κιούπι". 
"Και γιατί στέκεστε κώλο με κώλο;
"Για να στεκόμαστε", μου απάντησαν. 
"Και γιατί βάλατε το χερούλι κάτω;"
"Για να μπορούν να πιάνονται τα ξωτικά του κάτω κόσμου και να βγαίνουν", μου απάντησαν.

Αμέσως σκεφτήκαμε πως ήταν ώρα να πηγαίνουμε.
Επόμενη στάση, στο κάστρο του Λεοντόκαρδου, εκείνου που μιλάει με το σίδερο κι΄ έχει στημένο το εργαστήρι του ψηλά στο βουνό.
Φτάσαμε.

Στάθηκα έκπληκτος δίπλα στο παράθυρο, η θέα με κοκκάλωσε κυριολεκτικά, όπως μπορείτε να δείτε καθαρά και στην φωτογραφία.


Το κυκλαδίτικο φως με τύφλωσε, ενώ το τελευταίο πράγμα που πρόλαβα να δω πριν σωριαστώ στο χώμα, ήταν το μέτρο στο πεζούλι...

Το μήνυμα ήταν σαφές: μετρείστε κάτι...

Μετά από πέντε ή έξι ρακιά καταφέραμε να μετρήσουμε τελικώς τον ουρανό. Είναι απλό: ξεκινάς από ένα μικρό κομμάτι, το οποίο μετράς με ακρίβεια και μετά, πολλαπλασιάζεις με τον ημερήσιο αριθμό ηλιαχτίδων που είναι απαραίτητες για να παραμείνεις άνθρωπος.

Μόλις τελειώσαμε με αυτό, ο Λεοντόκαρδος μας είπε πως περίμενε κι' άλλον έναν φίλο: τον Κάπτεν Νέμο, που αυτήν την εποχή αφήνει τις ανοιχτές θάλασσες και περνάει που και που για καμμιά κουβεντούλα. Το υποβρύχιο αναδύθηκε αργά-αργά προσέχοντας μην χτυπήσει στο νεοφυτεμένο δέντρο.

Δεν προλάβαμε να αλλάξουμε δυό κουβέντες κι' ένα σύννεφο ήρθε και κάθησε εμπρός στον ήλιο και, παρά τις παρακλήσεις μας, δεν έλεγε να κουνηθεί. Αποφασίσαμε να δράσουμε.

Φορτώσαμε στο καροτσάκι το νησί και ξεκινήσαμε. Μόλις φύγαμε από το σύννεφο που μας είχε θέσει υπό τον έλεγχό του και μας κρατούσε στον ίσκιο, εκείνο δικαιολογήθηκε πως, το έκανε για να μην ζαρώνουμε τα μάτια μας και κάνουμε πρόωρες ρυτίδες. 
Δεν πείστηκε κανείς. 

Ξεφορτώσαμε στον ήλιο το νησί και συνεχίσαμε την κουβέντα μας για τον σύγχρονο κινηματογράφο.

Ο Πήτερ Γκρίναγουεη έμενε δύο σκαλιά παρακάτω, πράγμα που αρχικώς δυσκολεύτηκα να το πιστέψω, αλλά, η κοιλιά του αρχιτέκτονα ήταν εμφανέστατη, ξεπρόβαλε εμβληματικά μέσα από την εκκλησία. 

Στην πρόσοψη της εκκλησίας υπήρχε και σαφής εξήγηση για το τί απέγιναν οι δράκοι του νησιού. Ο Αγηος Δεμιτριος είχε σκοτώσει τον τελευταίο, άτυχο δράκο.


Η ώρα πέρναγε...
Όσο και αν φλυαρούσαμε επιτηδευμένα άσκοπα για να μείνουμε για λίγο ακόμη μαζί, ο ενοχλητικός καθρέφτης εξακολουθούσε να μας πιέζει. 
Τώρα προσπαθούσε, και αποτύγχανε, να αντιληφθεί το άπειρο μετά από εσφαλμένη κατανόηση των οδηγιών τού Λεοντόκαρδου, αντί μέσα από καθρέφτες, μέσα από υαλοπίνακες αυτοκινήτων. 

Το μόνο που κατάφερε να εντοπίσει, ήταν ο Λεοντόκαρδος που επέστρεφε στο κάστρο του...




Γυρίσαμε σπίτι.
Νύσταξα, έγειρα στον καναπέ κι' έβαλα όλη μου την προσοχή στα λόγια του επίμονου αέρα.

Ώρα πέρασε. 
Τόση, ώστε να χωρέσει στο διάστημα ανάμεσα σε δύο βλεφαρίσματα γριππιασμένου πενηντάχρονου.

Ένα κούνημα με ξύπνησε. 

Κύτταξα έξω απ΄το παράθυρο: 

το βουνό είχε αντικατασταθεί από θάλασσα και ένα καράβι με περιέβαλε σε κάθε μου βήμα.

Ευχήθηκα να μας έκλεινε ο καιρός καταμεσίς στην θάλασσα και να έπρεπε να χτιστεί επι τόπου ένα λιμάνι για να μας προστατεύσει και τριγύρω του ένα νησί, αλλά αυτό θα έπαιρνε απίστευτα πολύ χρόνο και την Δευτέρα είχαμε δουλειά.

Σκέφτηκα την Αλίκη. 

Παρέμενε στο λιμάνι παρκαρισμένη με τα κλειδιά επάνω περιμένοντας τον επόμενο μισθωτή, που δεν θα ήξερε πως την λένε Αλίκη.


Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

ΘΕΑΤΡΟΝ ΡΕΞ - 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1941

"Και πού να πάμε, βρε συ μάτια μου, πού θα με τραβήξεις Κυριακάτικα πρωί-πρωί, να γίνει κανένα μπλόκο, να μας πιάσουν, να μας τραβάνε στα υπόγεια της οδού Μάγερ κι' ύστερα ποιός ξέρει τί σόϊ δοσίλογους θάχουν μαζέψει για να μας δείξουν με το δάχτυλο, να βρεθούμε στο Χαϊδάρι και να μη το πιστεύουμε που θ' αντικρύζουμε τις κάννες των γερμαναράδων..."

"Μα δέκα η ώρα το πρωί δεν γίνονται τέτοια πράματα! Πάμε σου λέω, Μιχάλη μου, πάμε... Θάναι και μια καινούργια, που τραγουδάει και χορεύει, άλλο πράμα το κέφι και το μπρίο της, μου τόπε κι' η κυρία Κούλα που πήγε και την είδε, Βλαχοπούλου την λένε, θάναι κι' ο Οικονομίδης που σ΄αρέσει, κι' ο Σταυρίδης κι' ο Μητσάρας, θα γελάσει λίγο το χειλάκι μας! Πάμε σε παρακαλώ, ποιός ξέρει αύριο τί μας ξημερώνει..."




"Μα δε μας περισσεύουν, βρε Ματίνα μου, δε μας περισσεύουν... Λες εγώ δεν θέλω να πάω, μα αύριο αν..."

"Δεν έχει αύριο, Μιχάλη μου, δεν έχει αύριο... Αύριο θα μας τα τρώνε οι μαυραγορίτες και δεν θάχουμε ούτε για το καφεδάκι μας. Να, τούτο 'δω το σακκουλάκι καφέ απ' του Ταβλαδωράκη που πήρα σήμερα απ΄τη Γούναρη στο σχόλασμα απ' τη φάμπρικα, κάτι μου λέει πως θάναι το τελευταίο, έρχεται πείνα και στέρηση, Μιχάλη μου, πάμε να σε χαρώ..."


"Σάματις ξέρω και 'γω βρε Ματίνα, ξέρω και 'γω... Σα χτες μου φαίνεται που σού 'στελνα τα νέα νικητής απ' το μέτωπο, και τώρα για μιάς, όλα κυλιούνται κάτω... Τρομάζω, Ματίνα μου, τρομάζω πιότερο κι' από σένα..."



"Άσε με και μένα να κάμω κουμάντο μια φορά, βρε συ Μιχάλη, να, έχω εδώ φυλαγμένες εννιά δραχμούλες που κάνουν και τα δυό εισιτήρια, κάλλιο να μην πάρω άλλο ζεύγος κάλτσες, μα να πάω μιά τελευταία φορά ένα θεατράκι πριν μας βάλουν τα δυό ποδάρια σ' ένα παπούτσι... "




"Ώπα! Ώπα! Για στάσου, βρε Ματίνα, σα να τα παραλές τώρα... Δε λέω , να πάμε το θεατράκι σου, μα μη μου τα παρουσιάζεις κ' έτσι... Σε λίγο θα μου πεις πως και για ν' αλωνέψει ο πατέρας μου στην Τήνο θα πρέπει να πάρει την άδεια από τον Ιταλό... Όχι δα... Είπαμε, πολιτισμένοι άνθρωποι είναι κι' αυτοί, δεν είναι τίποτις ζωντανά..."


"ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΝΗΣΟΥ ΤΗΝΟΥ
Ο Κος.............. 
που κατοικεί στα Κελλιά
είναι εξουσιοδοτημένος να αλωνέψει την ημέρα 12/5/42
και ώρα .... στα Κελλιά.
Τήνος, 11/5/1942-ΧΧ
Ο στρατιωτικός διοικητής....."





Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Ο ΦΑΡΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Εκεί γύρω στο 1932 λοιπόν, τα παιδιά που πήγαιναν στην πέμπτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου, θα πρέπει να ήταν κοντά έντεκα χρονών, αν όχι περισσότερο, αν λάβουμε υπ΄όψιν μας πως μένανε και στην ίδια τάξη και χάνανε την χρονιά αρκετά συχνά. 
Με αυτήν την υπόθεση, τα παιδιά που το 1932 παρακολουθούν την πέμπτη τάξη, είναι γεννημένα γύρω στο 1920, λίγο πιό πάνω, λίγο πιό κάτω, μαζί τους και ο θείος μου ο Τζώρτζης.

Το αναγνωστικό που κάνουν, είναι "Ο ΦΑΡΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ".
Το βιβλίο στην τελευταία σελίδα έχει την έγκριση του τότε Υπουργού Π. Πετρίδη και αναφέρει την τιμή:
ΤΙΜΗ ΑΔΕΤΟΥ 17,20 και ΔΕΤΙΚΑ ΔΡΧ. 3

Τί νάναι όμως, Ο ΦΑΡΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ...


Ας θυμηθούμε ότι, στις 18 Απριλίου του 1932, η ελληνική κυβέρνηση υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο αποφασίζει να κηρύξει προσωρινό χρεοστάσιο, δηλαδή αναστέλλει την εξυπηρέτηση των εξωτερικών της δανείων. 
Η αναστολή ξεκινάει από την 1η Μαΐου του ίδιου έτους. Με αυτό τον τρόπο επισημοποιείται ουσιαστικά η δεύτερη πτώχευση του Ελληνικού κράτους.
Λίγο πριν, στις 25 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους, ο Χίτλερ αποκτά γερμανική υπηκοότητα και έτσι, μπορεί να κατέβει σαν υποψήφιος στις εκλογές, τις οποίες κερδίζει τον Ιανουάριο του 1933.
Επίσης, την χρονιά αυτή στις ανασκαφές τής Αρχαίας Αγοράς ανακαλύπτονται τα ψηφοδέλτια εξοστρακισμού του Αριστείδη, του επονομαζόμενου και Δίκαιου.

Σε αυτό περίπου το (ολότελα συμβολικό για σήμερα) πλαίσιο, οι μαθητές καλούνται να παρακολουθήσουν στην διάρκεια της χρονιάς, την πορεία του δασκάλου Πέτρου Ανέζη που διορίζεται στο Κακορίζικο χωριό και ανεβαίνοντας προς τα εκεί στην ράχη του ζώου, κάνει την πρώτη του κουβέντα με τον αγωγιάτη, όπου μαθαίνει (ξεκινώντας στην σελίδα 12) τα αίτια του κακού ριζικού του χωριού. 
Η τοποθέτηση του ποιήματος του Δροσίνη "Το Χωριό μου", που προηγείται του πρώτου κεφαλαίου, απαύγασμα μιας λεπτότατης ειρωνείας, φαντάζει τραγικά καυστική σε σχέση με όσα θα επακολουθήσουν τόσο μέσα στο βιβλίο, αλλά και τα επελθόντα χρόνια, έως και σήμερα, που θα διαψεύσουν αδιάντροπα τις κρυφές ελπίδες των συγγραφεών Ανδρεάδη και Παπαχριστοδούλου.


Ο δάσκαλος φτάνει σε ένα χωριό/χώρα, όπου καλείται να δώσει έναν αγώνα απέναντι σε τοπικά συμφέροντα, προκαταλήψεις, μαγαζάτορες, παρέδρους (έτσι λέγονταν τότε οι διαπλεκόμενοι...), μοιρολατρίες, φόβο, αυτοεγκατάλειψη και, απ' ό,τι φαίνεται στα λιτά σκίτσα του βιβλίου, με την φτώχεια, που αποτυπώνει ο σκιτσογράφος στα ξυπόλυτα παιδιά με τα κουρελιασμένα ρούχα, που πάνε την πρώτη μέρα στο σχολείο.
Ο δάσκαλος έρχεται αντιμέτωπος με παιδιά που δεν γνωρίζουν ελληνικά (περίπου σαν σημερινά παιδιά μεταναστών...) παρά το ότι, τα ονόματά τους, αλλά και τα παρατσούκλια τους, είναι ελληνικότατα !
Αφού φτάνει μέχρι και στο σημείο να τα κουρέψει (εντελώς συμπτωματική η αναφορά στο κούρεμα, πιστέψτε με...) για να τα γλυτώσει από τις ψείρες και τη βρωμιά, ο Πέτρος Ανέζης μαθαίνει τα παιδιά πως "και τα παιχνίδια είναι γράμματα"... Σ' αυτό το σημείο, δεν μπορώ να μην έρθω αντιμέτωπος με την σκέψη του ότι, ο γιός μου πέρυσι έκανε περίπου μία φορά τον μήνα γυμναστική, ενώ στο προαύλιο του σχολείου του δεν υπάρχει κανενός είδους όργανο γυμναστικής, πέραν της πατροπαράδοτης μπασκέτας (τί φενάκη κι' αυτή...)


Προσέξτε στην σελίδα 47 σε ποιά γλώσσα απευθύνονται τα παιδιά στον δάσκαλο.

Το βιβλίο συνεχίζει, ο δάσκαλος των Κελλιών μιλάει προς τα παιδιά της πέμπτης δημοτικού μέσα από τα λόγια του χάρτινου Πέτρου Ανέζη, τα διαπαιδαγωγεί με παραδείγματα, με παράλληλους βίους κάποιων παιδιών που μοιάζουν, τουλάχιστον σε ένα μέρος της καθημερινότητάς τους, με τα παιδιά των Κελλιών, που αν ταυτιστούν θα μπορέσουν να πάρουν το μήνυμα έστω και έμμεσα. Τι πρέπει να τρώνε, γιατί να είναι καθαρά, πώς να μιλάνε.

Αλλά, υπάρχουν μηνύματα και για τους γονείς.


Ο Πέτρος Ανέζης εργάζεται πυρετωδώς για να φτιαχτεί ο πρώτος συνεταιρισμός...

Θυμάμαι αυτομάτως την ανησυχία Τηνιακού φίλου που μου εξέφρασε το καλοκαίρι, πως σε λίγα χρόνια το τυροκομείο δεν θάχει γάλα για να δουλέψει, γιατί "άμα φεύγουν οι μεγαλύτεροι, οι πιό νέοι δεν συνεχίζουν..."

Διαβάζω στην "ΤΗΝΙΑΚΗ" για τα εγκαίνια του ελαιοτριβείου. Το ημερολόγιο, την ημέρα που η Τήνος θα αποκτήσει ελαιοτριβείο, θα δείχνει 6 Νοεμβρίου του ελαιοσωτηρίου έτους 2011...

Πάμε παρακάτω, όπου στην δύναμη του σχολείου προστίθεται και μια δασκάλισσα, ξαδέρφη του Πέτρου, η Δέσποινα Ανέζη, που αναλαμβάνει τα κορίτσια. Παράλληλα, η ελληνοφωνία προοδεύει, τα παιδιά μαθαίνουν την γλώσσα τους.


Η φτώχεια όμως παραμένει και ο δάσκαλος επιμένει: "Χρειάζονται συνεταιρισμοί".
Στην συνέχεια, αποφασίζουν να κάνουν ένα μεγάλο βήμα: να μεταφέρουν το χωριό σε άλλο τόπο. 
Ο δάσκαλος επισημαίνει, πως ο καλύτερος εγγυητής για να πάει μπροστά το χωριό είναι οι ίδιοι οι Κακοριζικιώτες: "Να δεθούν ο ένας με τον άλλον".
Το εγχείρημα (project, στα σύγχρονα ελληνικά...) πετυχαίνει και το χωριό αλλάζει και όνομα. Στην σελίδα 225, επιτέλους, αποκαλύπτεται σε ποιόν αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου.

Στην συνέχεια, ο δάσκαλος, ηγέτης και οδηγός του χωριού , με την επιστράτευση του 1912, πολεμάει πλάι-πλάι με τα παιδιά του χωριού και επιστρέφει νικητής στο χωριό, που καμαρώνει ότι, κάτι πρόσφερε κι΄αυτό στην πατρίδα.

Το παιδί που είχε αυτό το βιβλίο, δεν έχει αφήσει ούτε το όνομά του, ούτε κανένα άλλο σημάδι στις σελίδες που θα μαρτυρούσε την ταυτότητά του, εκτός από δύο μικρά χαρτάκια σαν σελιδοδείκτες, που μάλλον, σκιαγραφούν, κορίτσι.
Το ένα είναι ένα πουλάκι, που θα έλεγε κανείς πως τόχει φτιάξει ο Φασιανός. Το άλλο, είναι ένα κορίτσι. Και ενώ το πουλί είναι κομμένο με ψαλίδι, το κορίτσι είναι κομμένο με το νύχι...



 Αποθηκεύστε την εικόνα κάπου, είναι καταλυτικό δείγμα πηγαίου, ουσιαστικού ταλέντου. 

Το ίδιο παιδί, είχε και αυτό το τετράδιο γραμματικής:
Θα μπορούσα να καθήσω και να γράψω όλα όσα πέρασαν απ' το μυαλό μου (και το μυαλό σας) όσην ώρα ξεφύλλιζα το βιβλίο και το τετράδιο.
Δεν είναι αυτός ο σκοπός. 
Τα υψωμένα επιτιμητικά δάχτυλα και τα βαθειά ξεφυσήματα απελπισίας δεν είναι μέσα 'δω.
Αυτό που μένει, είναι πάνω απ΄όλους μας, ενόσω τα χρόνια περνάνε και παίρνουν μαζί τους δασκάλους και παιδιά. 


Και τώρα που έβαλα μαζί στην ίδια φράση το "παίρνω" και το "περνώ" ας μνημονέψω έναν δάσκαλό μου, τον αντιπαθέστερο όλων, που μας είχε μάθει πώς να θυμόμαστε ποιό από τα δύο ρήματα χρειάζεται έψιλον και ποιό άλφα γιώτα: το "περνώ" για να χωρέσει να περάσει έχει μέσα του μόνον το έψιλον, ενώ το "παίρνω" είναι άπληστο και θέλει και άλφα και γιώτα !


Καλό, διαρκές σχολείο σε όλους μας.