Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Εορτασμός 28ης Οκτωβρίου το 1944

Το παρακάτω ποίημα έγραψε ο Αντώνιος Λορέντζου Αρμάος (1913-1997), αδερφός τού παππού μου Ζάννε Αρμάου και το απήγγειλε η Αντέλα Αρμάου στον εορτασμό της επετείου της 28ης Οκτωβρίου το 1944 ή το 1945.
Το μεταφέρω όπως ακριβώς το θυμάται η μητέρα μου, χωρίς καμμία αλλαγή στο συντακτικό ή την γραμματική του. 

Αξίζει περισσότερο αν προσπαθήσετε να φανταστείτε την απαγγελία στον χώρο και τον χρόνο εκείνο, αμέσως μετά την Κατοχή.
Το σχολείο είναι στολισμένο με ό,τι μπορούσαν να φτιάξουν γονείς και παιδιά από τα ελάχιστα διαθέσιμα υλικά, από κόλλες χαρτί μπλέ και άσπρες, δαντελίτσες κομμένες στο χέρι, λουλούδια και στεφάνια γύρω στα κάδρα που κρέμονται στην μεγάλη αίθουσα του εξαταξίου σχολείου της Καλλονής, που είναι γεμάτο κόσμο, έχει πάει όλο το χωριό για τον εορτασμό. 
Ο δάσκαλος λέγεται Τριανταφυλλίδης, η γυναίκα του είναι η Βασιλική κι' έχουν κι' ένα κοριτσάκι. 
Η σημαία δεν είναι ούτε πλαστική, ούτε συνθετική.
Η δεκάχρονη Αντέλα ανεβαίνει στην έδρα:

Έκτη η ώρα πρωινή
εικοσιοκτώ Οκτωβρίου,
μας ήρθε τελεσίγραφο
εξ' Ιταλού πρεσβείου.

Θέλανε την Ελλάδα μας 
να την υποδουλώσουν,
ο Βασιλιάς και ο υπουργός 
αρνήθηκαν να δώσουν.

Ακούς φωνές εδώ κι' εκεί
αλλού χτυπούν καμπάνες
τρέχουν παιδιά εδώ και 'κει
γέροι, κορίτσια, μάνες.

Στον κάθε ένα τρέχανε
την είδηση να πούνε,
στο σπίτι αν δεν ήτανε 
ψάχνανε να τον βρούνε.

Να παρατήσει τον αγρό
την κάθε εργασία,
γιατί εισβάλλαν στην Ελλάς
ολόκληρη Ιταλία.

Εκείνοι ήρθανε με τανκς, 
όλμους και πολυβόλα,
αλλά εμείς τα πήραμε
μ' ένα "ΑΕΡΑ" όλα.




Εδώ και καιρό ήθελα να παραθέσω ένα απόσπασμα από τα "ΑΛΑΜΠΟΥΡΝΕΖΙΚΑ" του ποιητή Ντίνου Χριστιανίδη σχετικά με την γλώσσα. Εκμεταλλεύομαι, λοιπόν, την ευκαιρία:


"Η λύση, λοιπόν, είναι μία: Να προσέχουμε πολύ τα λόγια μας, να προσέχουμε ακόμα περισσότερο τα γραφτά μας. Κάθε τί που λέμε να το σκεφτόμαστε, και προπαντών σωστά, πρέπει να γράφουμε προπάντων κατανοητά. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να διαβάζουμε κλασικά κείμενα της λογοτεχνίας μας που έχουν σωστή και ζωντανή γλώσσα και επίσης να στήνουμε αυτί στις κουβέντες του λαού. Ο Σολωμός πήγαινε στις ταβέρνες της Κέρκυρας για ν' ακούσει τους πρόσφυγες από την Κρήτη που τραγουδούσαν μαντινάδες. Κι' ο Καβάφης πήγαινε στα καφενεία και τα φαρμακεία της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας κι' έστηνε αυτί για να τσακώσει καμιά ζωντανή ελληνική φράση. Ενώ εμείς σήμερα διαμορφώνουμε τη γλώσσα μας από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, και χώρια που δε μας μένει καιρός ούτε να σκεφτούμε ούτε να χωνέψουμε αυτά που βλέπουμε και ακούμε."


Ολόκληρο το κείμενο μπορείτε να το βρείτε εδώ.

ΜΟΥ ΛΕΙΠΟΥΝ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ...

Μου λείπουν τα σκουπίδια...

Ήταν μια διαρκής υπενθύμιση, μια αφορμή  αυτογνωσίας και κοινωνιολογικών προσεγγίσεων στον κόσμο των γειτόνων μου και τον δικό μου...

Τους είχα βάλει και τίτλο: "Δώδεκα μέρες σημειολογίας απορριμάτων" .
Μετά τον άλλαξα: "Εικοσι μέρες απορριματικής σημειολογίας",
για να καταλήξω στο: "Η σημειολογία", που περιείχε την μόνη λέξη που ήθελα πραγματικά να χρησιμοποιήσω εξαρχής, μιάς και δείχνει μορφωσιακό επίπεδο.

Ατενίζοντας, λοιπόν, τα σκουπίδια...

Πρώτα-πρώτα, θυμήθηκα πόσο μακρυά βρισκόμαστε από την αγροτική παραγωγή και πόσες συσκευασίες χρειάζονται πλέον για να φτάσουν τα τρόφιμα μέχρις εμάς με ασφάλεια...
Αμέσως μετά, ήρθε στο μυαλό μου εκείνος ο κανόνας του μάρκετινγκ που λέει πως το περιεχόμενο είναι το χαμηλότερο κόστος απ΄όσα συνθέτουν την τιμή οποιουδήποτε αναλώσιμου αγαθού, με το 35% να ανήκει διακιωματικά στο μάρκετινγκ, στην διαφήμιση δηλαδή και τουςμηχανισμούς της, για να πειστούμε να αγοράσουμε αυτό το προϊόν και όχι το άλλο, όταν σταθούμε σαν κουκουλοφόροι δοσίλογοι εμπρός από το ράφι του σουπερμάρκετ και απλώσουμε το χέρι να διαλέξουμε...

Μετά είδα πόσο λίγα από αυτά τα τρόφιμα που καταλήγουμε να αγοράζουμε, χρειαζόμαστε πραγματικά και τα υπόλοιπα τα πετάμε στα σκουπίδια χωρίς οίκτο και πάλι σαν δοσίλογοι...
Άρα, αγοράζουμε πλεονασματικές ποσότητες, άρα, ακόμη και τώρα παρασυρόμαστε, άρα, το 35% του κόστους του μάρκετινγκ που προσπαθεί να μας πείσει να καταναλώσουμε, τ' αξίζει τα λεφτά του...

Μετά είδα όλα τα gadgetάκια που έχουμε αφήσει να πειστούμε πως μας είναι απαραίτητα:
το τηλεσκοπικό βασταχτήρι κινητού για το αυτοκίνητο/σκάφος/ποδήλατο/skateboard/περπάτημα,
το ειδικό ράφι για το μπάνιο που κρατάει αφράτα τα κωλόχαρτα,
την  σφουγγαρίστρα με ανιχνευτή σκόνης στο ρύγχος,
τον ειδικό βραστήρα/βαφέα αυγών για το Πάσχα.
Κάποιοι αποφάσισαν να πορευτούν στην ζωή τους από 'δω και πέρα χωρίς τα πολύτιμα αυτά αντικείμενα, έρμαια της απόλυτης gadgetικής μοναξιάς τους...

Μετά παρατήρησα πόσοι από μας αποφάσισαν, σαν κάτοικοι μιας νέας Πομπηίας λίγο πριν την μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου, πως αφού είναι να πτωχεύσουμε, να μας τα πάρουνε οι τράπεζες και το κράτος και να τα χάσουμε όλα, τουλάχιστον, ας εξαϋλωθούμε οικονομικώς με στύλ.
Ας πάρουμε πρώτα την 42άρα high definition με 2 HDMI , τετραπλό scart και ενσωματωμένο αποφλοιωτή μελάτων αυγών, που τόσο καιρό δεν βρίσκαμε τρόπο να πείσουμε το έτερον ήμισυ για την αναγκαιότητά της και από δίπλα ας κοτσάρουμε και το designάτο επιπλάκι για την τηλεόραση, ά, και πού' σαι παιδί, πιάσε κι' ένα blue ray DVD player μιάς κι' είσαι δίπλα να μην δείχνει άδειο το κάτω ραφάκι...

Είδα επίσης, πόσοι έχουμε πειστεί από τα μεγαλοεπιπλάδικα τύπου ΙΚΕΑ πως, για να αλλάξει η ζωή μας και να γίνουμε καλύτεροι άνθωποι, χρειαζόμαστε όντως εκείνο το τραπεζάκι από οικολογικό mdf, που δίνει δώρο βιολογική βενζινόκολλα και καβίλιες από ανακυκλωμένο πάτωμα ψαρόβαρκας του Αμαζονίου και που έχει σχεδιάσει αποκλειστικά για εμάς ο Σουηδός σχεδιαστής Haanee Jorgensenbagnye, που με κυττάει χαμογελαστός από τον τελευταίο κατάλογο του καταστήματος, που βρήκα κρεμασμένο στο χερούλι της εξώπορτας μόλις σήμερα το πρωί και πέρασα μ' αυτό ένα υπέροχο σαρανταπεντάλεπτιο στην τουαλέττα  χαζεύοντας καρέκλες, πουά πουφ (μελωδικότατος συνδυασμός...), πτυσσόμενα μαχαιροπήρουνα και μπουρνουζοπετσέτες, που τα απολαμβάνουν οικογένειες με πέντε, τουλάχιστον, υιοθετημένα παιδιά, αλλιώς, δεν εξηγείται πώς το κάθε παιδάκι στην φωτογραφία του breakfast είναι και από διαφορετική φυλή...

Είδα, θυσία στον βωμό των νέων επίπλων-transformers, τον παλιό κομό, τις πλεκτές πολυθρόνες απ΄το καθιστικό και το παληό σεκρετέρ, που παναθεμά το 'γιο πράμα τί στην ευχή το κάνανε, που δεν χωράει τίποτα 'κει μέσα. 

Χάρηκα όταν είδα τον γείτονα που είχε κατεβάσει στα σκουπίδια ένα καναπεδάκι μαζί με τα τεράστια χαρτόνια του νέου καναπέ, να το κυττάει με κατήφεια αφού είχε διαπιστώσει πως ούτε ο νέος καναπές κατάφερε να τον αλλάξει σαν άνθρωπο.

Δεν είδα παπούτσια. Ή μάλλον τα έβλεπα και μέχρι να ξαναπεράσω είχαν φύγει. Όχι μόνα τους. Καμμία μεταφυσική. Απλώς, είναι τα πρώτα που μαζεύουν οι πτωχοί των ημερών.

Δεν είδα ρούχα.

Είδα βιβλία και μάλιστα σχολικά, τα οποία και θα μάζευα αν δεν είχαν γραμμένα στις σελίδες τους τόσα τηλέφωνα χωρίς επώνυμο.
Φοβήθηκα τον πειρασμό που θα έμπαινα, αν ήθελα να εξακριβώσω αν η Ρούλα αντιστοιχεί ακόμη σε αυτόν τον αριθμό, αν πέρασε τελικώς σε καμμιά σχολή, αν ακόμη αγαπάει για πάντα τον Αντώνη και αν άξιζε τελικώς ο τόσος κόπος και η κούραση για να μπει κανείς στα ΤΕΙ Εφαρμοσμένης Μυγοκτονίας της Πέρα Μπουχεσίνας...

Είδα τις γάτες  για πρώτη φορά αδιάφορες, πανομοιότυπες με τον χοντρο-Γκάρφιλντ, βαριεστημένες και άτονες από την έλλειψη καυγά για το καλό κομμάτι του κάδου.

Είδα τους σκουπιδιάρηδες να κυττάνε με υστεροβουλία τους όγκους των σκουπιδιών να θεριεύουν μέρα με την ημέρα και να μεταφράζουν νοερά σε υπερωρίες το αναμενόμενο τονάζ της "κινητοποίησης".

Είδα όλους μας αντιμέτωπους με το τέρας που έχουμε φτιάξει και συμμετέχουμε στην διαρκή ανανέωσή του, στο καθημερινό του λιφτινγκ.

Και ξαφνικά, σήμερα το πρωί, το κενό...
Ένας τεράστιος λεκές μόνον, έμενε στον περιβάλλοντα χώρο γύρω από τον κάδο να θυμίζει πως "Κάποτε Ήταν Τα Σκουπίδια..."

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ STEVE JOBS.


Δεν τον παράτησε η μάνα του , παρά το ότι , ξημεροβραδιαζόταν στα χωράφια και τον άφηνε να μεγαλώνει μόνος μέσα στο χωριό, μ’ ένα ποτήρι κρύο γάλα με πέτσα πάνω-πάνω και μια φέτα ψωμί στο χέρι και τον ξανάβλεπε το μεσημέρι όταν γύρναγε για να μαγειρέψει για την φαμίλια. Το βράδυ τις πιό πολλές φορές τον έβρισκε φαγωμένο στης γιαγιάς του και ήδη κοιμισμένο, ούτε παραμύθι, ούτε χάδι πριν τον ύπνο.

Στα έξι του τον έστειλε πρώτη φορά να πάει το καρίκι με το γάλα στην γιαγιά του στ’ απάνω χωριό. Στα εφτά είχε μάθει να αρμέγει και την έβγαζε στο λιβάδι απ΄το πρωί μέχρι το βράδυ που πάντα κάτι θάβρισκε να κάνει από δουλειά.

Στα δώδεκα ξεκίνησε το γυμνάσιο αν και κανείς στο σπίτι δεν πίστευε πως ηταν κάτι χρησιμο, παρά μονον για τα κορίτσια. Στα δεκατέσσερα απέκτησε το πρώτο του μηχανάκι και πηγαινοερχόταν με αυτό στο λιβάδι, στο πότισμα, στο τάισμα, στα άρμεγμα.

Στα δεκαοχτώ, αφού κινδύνεψε να μείνει τρεις φορές στην ίδια τάξη, πήγε φαντάρος και στις άδειες κατέβαινε στο νησί για να βοηθάει στα χωράφια, η τέχνη δεν ξεχνιέται ποτέ, μα δεν την αφήνει και η ανάγκη να ξεχαστεί.
Μόλις απολύθηκε πήγε στην Αθήνα, όπως κάνανε κι΄οι υπόλοιποι απ΄το χωριό, που δεν άντεξαν το χωράφι, τη λειψυδρία, την απούλητη παραγωγή, τους ξεπουλημένους στα κόμματα συνεταιρισμούς, το απόν σύστημα υγείας, την ανύπαρκτη συγκοινωνία με το κέντρο, την εγκατάλειψη, την ερήμωση.

Αλλά και για νάναι, όπως και οι άλλοι, κοντά στον Ρέμο και στη Βανδή, στο Alcatraz και στο Club Tessera, στις καφετέριες της Γλυφάδας και του Γαλατσίου, στα μεζεδάδικα του Ψυρρή και του Θησείου. Βλέπεις, ήταν και η επιβαλλόμενη διασκέδαση, το να νιώθει πως συμμετέχει κι’ αυτός στο κοινό των πρωινάδικων και των ειδήσεων του ΣΤΑΡ, να κάνει όσα του πιπιλάνε πως είναι απαραίτητα,

Στο μεταξύ, αρραβωνιάστηκε κι΄έφερνε την κοπέλα σε κάθε ευκαιρία στο νησί.

Δούλευε οικοδομή, μέχρι που ήρθε η κρίση. Στην αρχή ξεγελάστηκε, είχε ακόμη και δουλειές, δεν πίστεψε πως θα έπαυε το μεροκάματο. Μα ύστερα, έγινε κι΄αυτό. Κατέβαινε στο χωριό πιό συχνά, βοήθαγε πάλι στα χωράφια, γλυκαινόταν και πικραινόταν μαζί. Γλυκαινόταν που ξανάβρισκε τον εαυτό που ήξερε να βγάζει απ’ το χώμα ζωή, πικραινόταν που είχε αφήσει να παρασυρθεί από τους ίδιους που είχαν παρασύρει ολόκληρο λαό και που είχε χάσει τόσον χρόνο από τα πιό δημιουργικά του χρόνια.
Γυρνώντας στην Αθήνα, δούλεψε οδηγός για είκοσι ευρώ την ημέρα όπου εύρισκε, άμα εύρισκε. Δεν το φανταζόταν αυτό πριν δυό χρόνια, που τα είκοσι ευρώ τα είχε για τσιγάρα, καφέδες και σάντουιτς καθημερινά.

Τώρα που μιλάμε είναι μετέωρος, με τόνα πόδι στη βάρκα και με τ’ άλλο στο μώλο.
Δεν ξέρει αν το να γυρίσει στο χωριό να δουλέψει τα κτήματα είναι ήττα ή νίκη. Δεν ξέρει αν τώρα που τον έχουν αφήσει δίχως δουλειά τού στήνουν άλλη μια παγίδα ή αν έφτασε ο κόμπος στο χτένι πραγματικά.

Ο καιρός περνάει και δεν έχει ποιόν να ρωτήσει, ποιόν να συμβουλευτεί. Ακούει στην τηλεόραση για κάποιον Στηβ Τζομπς που πέθανε και που όλοι τον θαυμάζουν για όσα είχε πετύχει. Αναρωτιέται, σε ποιά χώρα του κόσμου μπορούν και γίνονται αυτά όλα, ποιά είναι η γή και ποιά η συνταγή της επιτυχίας, με ποιό μέτρο μετριέται αυτή και γιατί αυτά όλα του φαίνονται σαν να μην τον αφορούν. Αύριο, πρέπει να πάει πρωί-πρωί να δει το θα κάνει για μεροκάματο, έχουν αρχίσει και σώνονται τα έτοιμα και δεν υπάρχει χειρότερο απ΄το πρωινό της Δευτέρας που, άμα δεν έχεις δουλειά, νιώθεις πως το Σαββατοκύριακο ούτε ξεκίνησε και ούτε και πέρασε ποτέ και δεν είναι στον κόσμο μεγαλύτερο άδικο απ΄ το να θές να δουλέψεις και να μην μπορείς.





Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

ΤΑ ΙΧΝΗ ΣΤΗΝ ΛΑΣΠΗ

Ο Αρχάγγελος κάθησε στην άκρη της μάντρας δίπλα σ’ ένα σχίνο.
Ακούμπησε το σπαθί στο πλάι, οι άκρες των φτερών του ακούμπησαν στο υγρό χώμα, λύγισαν ελαφρά και μπορούσες να δεις τη λάσπη που άρχιζε να τα λερώνει. Ήταν ξεκάθαρο ότι τόξερε και δεν έδινε σημασία. Έβρεχε για μέρες και το χώμα ήταν ευχάριστα νοτισμένο, ειδικά στα σημεία που το έβλεπε για λιγώτερη ώρα ο ήλιος. Πέρασε το χέρι πάνω απ'τα μακρυά μαλλιά του και χωρίς να γυρίσει ρώτησε τον μοναχό: 

«Πώς είπες πως το λένε το εκκλησάκι; » Στην φωνή του φάνηκε η κούραση μαζί με μια αίσθηση ρουτίνας. σα νάταν κάτι που τόχε κάνει δεκάδες φορές, σαν ενωμοτάρχης που έκανε την ίδια κουβέντα για χιλιοστή φορά με θύμα ή με θύτη.

«Άγιο Μικαέλ το λένε, Άγιο Μικαέλ», ψιθύρισε ο μοναχός αφήνοντας το βλέμμα χαμηλά.

«Χα! έπεσα σε ξωκκλήσι που έχει τ’ όνομά μου! Πού να το φανταστώ...». 
Γύρισε και κύτταξε πίσω του το εκκλησάκι στην μέση του χωραφιού που δέσποζε πάνω απ΄το λαγκάδι. «Μα έτσι κι΄αλλιώς είναι σε κακό χάλι, δεν θα λείψει σε κανέναν...» είπε χωρίς κανένα ίχνος θλίψης. «Αλήθεια, γιατί του δώσατε τ’ όνομά μου;»

«Δεν το ξέρω αυτό άρχοντά μου» αποκρίθηκε ο μοναχός ανεβάζοντας λίγο τη φωνή του. Ήταν η απάντηση που μπορούσε να δώσει χωρίς φόβο. Εξ’ άλλου, ήτανε νέος ακόμη, δεν ήξερε την ιστορία του τόπου, τα χούγια των ανθρώπων, τις παραξενιές ή τις συνήθειές τους. «Δεν ξέρω με ποιόν τρόπο διαλέγουν ονόματα για τα ξωκκλήσια τους, μα θαρρώ πως δεν υπάρχει κανόνας. Ανάλογα πώς νιώθει κανείς, κάμνει και ανάλογα.»
Σταμάτησε. Ένιωσε να ιδρώνει κάτω από το κουκούλιο, που του φάνηκε περισσότερο στενό από κάθε άλλη φορά. Έκανε πως εξετάζει το τοπίο που είχε δει δεκάδες φορές μέχρι εκείνη την ημέρα που είχε πρωτοπατήσει στο νησί και είχε τύχει να βρεθεί μπορστά στο εξωκκλήσι σε μια απο΄τις περιπλανήσεις του.
«Θάλεγα, πάντως, πως από 'δω ψηλά η εκκλησία δείχνει να ελέγχει τον χώρο. Μάλλον λοιπόν διαλέξανε τ' όνομα για νάναι το ξωκκλήσι ο φύλακας της περιοχής.»

«Ναι, μα αλλού υπάρχουν ονόματα αγίων, όχι αρχαγγέλων» αντιγύρισε ο Αρχάγγελος χωρίς ν΄αφήσει ούτε ένα δευτερόλεπτοι να περάσει.

Ο μοναχός ξεροκατάπιε. «Να σου πω άρχοντά μου τί έχω καταλάβει εγώ. Εδώ στα βορινά του νησιού έσκαγαν όλα τα κύματα των επιδρομέων, όποιος κατέβαινε το Αιγαίο, εδώ θα έπεφτε, με όλη του την ορμή.

Βλέπεις που έχουν οχυρώσει και το μέρος όλο με πλάκες, ψηλά ντουβάρια, μονοπάτια που περπατάνε κάτω από καυκάλες και ψηλά σχίνα για να μπορούν οι στρατιώτες να κινούνται ανενόχλητοι ανεξάρτητα από τον καιρό.
Φρούριο πρέπει νάταν εδώ πάνω, πύργος μικρός, φρυκτωρία ίσως.

Να, δες τα σημάδια εκεί πέρα» είπε και του 'δειξε ένα αλώνι και παραδίπλα μια μικρή γούρνα με δύο παράξενες εσοχές από ΄πάνω της. Δεν θα διάλεγαν έναν απλό άγιο να φυλάει το μέρος, κι' ο θεός να με συχωρέσει για το ολίσθημα της γλώσσας μου, μα δεν είναι όλοι οι άγιοι ίδιοι. που να μπορούν να φυλάξουν τον τόπο με τον ίδιο τρόπο.»

Όπως τα είπε αυτά μεμιάς, του φάνηκε παράξενο που ο Αρχάγγελος δεν γνώριζε τα απλά πράγματα των ανθρώπων και ασυναίσθητα έψαξε να εντοπίσει το φωτοστέφανο που κανονικά θάπρεπε να βρίσκεται πάνω απ΄το κεφάλι του, μα δεν κατάφερε να ξεχωρίσει κάτι. Από μακρυά, σκέφτηκε, θα έμοιαζαν σαν δύο περαστικοί, που ξαποσταίνουν στην ράχη της μάντρας και ο ένας κουβαλάει κάτι λευκό στην πλάτη του και μ' αυτήν την σκέψη καθησύχασε τον εαυτό του, μη και τους διέκοπτε κανένας απρόσμενος επισκέπτης.

Ο Αρχάγγελος γύρισε κι΄έριξε μια ματιά στον ουρανό:

“Θα βρέξει μάλλον. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί λέτε καλό τον καιρό με τον ήλιο και κακό όταν βρέχει...Τέλος πάντων. Η βροχή είναι ευλογία Κυρίου”.
Ο μοναχός έκανε τον σταυρό του.
“Μα τί κάνεις;” ρώτησε ο Αρχάγγελος, “Σταυρώνεσαι;”.
Ο μοναχός έμεινε μ' ανοικτό στόμα: “Άρχοντα μου, είπες τό όνομα του Κυρίου μας και έσπευσα να του αποδώσω τιμή, έτσι συνηθίζουμε εδώ...”
“Εδώ; Τί εννοείς εδώ;” τον κύτταξε με απορία και γυρίζοντας όλο το σώμα του προς το μέρος του έσυρε τις άκρες των φτερών του μεσα στην λάσπη λεκιάζοντάς τα ακόμη περισσότερο. Το βλέμμα του μοναχού πέρασε φευγαλέα από τα ακρόφτερα και με αγωνία κρυμμένη στη φωνή απάντησε: “Εννοώ εδώ, στον τόπο αυτόν, μη το πάρεις στραβά, άρχοντά μου...”

“Α! Πάει καιρός που δεν έρχομαι 'δω πέρα και τάχω ξεχάσει τα περισσότερα.."
 Σταμάτησε και κύτταξε πάλι τον ουρανό. 
“Δε με χρειάζονται πιά.” συμπλήρωσε σαν να είχε ακούσει την ερώτηση να γεννιέται μέσα στον νου του μοναχού.
“Εσύ πώς και γυρνάς εδώ;” ρώτησε κυττάζοντας στα μάτια τον μοναχό.
Το βλέμμα του ήταν σαν καποιανού με πραγματική άγνοια και αυτό σάστισε τον Νικόδημο, που αυτό ήτανε το όνομά του. Μα κανονικά δεν θάπρεπε αυτός, ένας αρχάγγελος να γνωρίζει τα πάντα..;

“Εδώ; Τί εννοείς εδώ;” ρώτησε ο Νικόδημος και αμέσως δαγκώθηκε γιατι κατάλαβε πως είχε επιστρεψει τα ίδια τα λόγια του αρχαγγέλου πίσω και τρόμαξε, μήπως και ήταν κάποια αμαρτία άγνωστη ακόμη σ' αυτόν, που περίμενε την κατάλληλη στιγμή να εκδηλωθεί και να τον πιάσει στον ύπνο.

“Χα! Είπες το ίδιο που είπα και γω πριν από λίγο !” είπε και τον έσπρωξε στον ώμο. Μα ο μοναχός δεν κατάλαβε τίποτε, σαν να ήταν αυτός αέρινος και να τον είχε περάσει σάρκινο χέρι δίχως να τον αγγίξει. “Δεν έχεις φίλους και γυρνάς στις ερημιές;” τον ρώτησε σκύβοντας προς το μέρος του με έννοια.
“Τι φίλους νάχω... Οι μοναχοί έχουμε φίλο τον Θεό...” είπε ο Νικόδημος σα να προσπαθούσε να το πιστέψει και ο ίδιος και να επαληθεύσει συνάμα τον εαυτό του.
Ο αρχάγγελος όρθωσε το κορμί του και τον κύτταξε με απορία: “Λέει τέτοιο πράγμα ο θεός; Να μην έχετε φίλον άλλον εξόν από 'κείνον; Δεν το ξέρω, μα ούτε και το νομίζω...” είπε συνοφρυωμένος σα να μονολογούσε. “Αλλά πάλι και πού να το μάθω αυτό που λες... Δεν τον έχω συναντήσει ποτέ μου...”

Ο Νικόδημος πετάχτηκε όρθιος και με γουρλωμένα μάτια κύτταξε τον Αρχάγγελο καταπρόσωπο: “Άρχοντά μου, τί είναι αυτά που λες! Ρώτησε απλώνοντας τα χέρια του στο πλάι σα χαμηλωμένα φτερά “Εσυ δεν έχεις συναντήσει τον Κύριό μας, Εσύ;” είπε και η καρδιά του έμοιαζε να σταμάτησε απ' την έκπληξη.

Και τότε ο Αρχάγγελος σηκώθηκε όρθιος και του φάνηκε στην αρχή του Νικόδημου πως ήταν θεόρατος, μα ήταν απλώς ψηλότερος από εκείνον και ησύχασε ο Νικόδημος, μα αμέσως ένιωσε την απογοήτευση να γεννιέται μέσα του. Ένας αρχάγγελος έπρεπε νάναι ως τον ουρανό ψηλός, φοβερός, γεμάτος οργή και θάνατο, πλήρης ισχύος για να συντρίψει το κακό.... Μα τούτος 'δω δεν έμοιαζε έτσι.

“Νικόδημε, κύττα γύρω σου και δες αυτό που βλέπω. Ο θεός είναι 'δω, δεν είναι κει πάνω που θες να νομίζεις για να μπορεί η ψυχούλα σου να νιώθει πως δικαιούται να ζητάει χάρες από κάποιον μεγαλύτερόν της”. Έπαψε για λίγο, οσμίστηκε βαθειά τον αέρα και συνέχισε: “Είναι όλα όσα ΄έχεις δικά σου αυτήν την στιγμή και μπορείς να τάχεις και αύριο χωρίς κανέναν κόπο. Ο αέρας, ο ήλιος, η μέρα και η νύχτα, το κρυο και ζέστη, η αγάπη και ο φθόνος. Και ο θεός είναι πάλι, το να τάχεις και να τα χάνεις απ' τη βλακεία σου. Κι' απο βλακεία, να με συγχωρέσεις, αλλά το γένος σας, διαθέτει καντάρια!” είπε και γέλασε. 

Το αεράκι φύσηξε χλιαρό για Οκτώβρη μήνα. Ο Νικόδημος έσκυψε κάτω, κύτταξε τα χοντροπάπουτσά του. “Μήπως φταίει που δεν είμαι καθολικός;” ρώτησε με σταθερή φωνή.

“Καθολικός; Τί είναι καθολικός; Α, αυτό το ξέρω!", φώναξε ο Αρχάγγελος και τινάχτηκε ορθός, "Καθολικός είναι αυτός, που δεν είναι Μερικός!” είπε δυνατά ο Αρχάγγελος και στράφηκε προς τον μοναχό που δεν αντέδρασε καθόλου, μόνον έπλεξε τα χέρια στο στήθος σαν να γύρευε να προστατευτεί από κάτι που δεν πίστευε πως τον απειλούσε. “Και Ορθόδοξος είναι αυτός που δεν είναι Ξαπλόδοξος! Κι' αυτό το ξέρω !” φώναξε και χτύπησε τα χέρια του δυνατά.
Ο Νικόδημος μπόρεσε να διακρίνει μια ειρωμεία και πλάι της μιαν αγανάκτηση, που δεν θάπρεπε νάναι εκεί, μα δεν είπε τίποτε...
"Σας έχω βαρεθεί να προσπαθείτε να βάλετε ταμπέλες εκεί, που θάπρεπε να υπάρχει μόνο σιωπή για ν'ακούσετε τη ζωή να ρέει!" Περπάτησε πάνω κάτω αλαφιασμένος. "Τι στο διάολο καταλαβαίνετε με τις μάντρες που βάζετε ανάμεσά σας, τί στο διάολο καταλαβαίνετε, μου λές;!"
Ο Νικόδημος ταράχτηκε: "Άρχοντά μου, τί κουβέντα ξεστόμισες..!"
"Καλόγερε, τί νόμισες! Αυτός είναι ο διάβολος, ο εαυτός που μπαίνει πάνω απ' όλα... Και δεν είναι ούτε οι λέξεις, ούτε οι πράξεις αν δεν έχεις αφήσει πρώτα να σε καβαλήσει ο εαυτός σου..."
Έπειτα απότομα σταμάτησε.
Χαμήλωσε το κεφάλι του, άφησε την ανάσα του να ηρεμήσει και πέρασε την παλάμη του αριστερού του χεριού στα χνούδια του φτερού του, που το ανάδευε απαλά το αεράκι.
"Δεν έχω γλυκές κουβέντες κι' ευλογίες σαν αυτές που διαβάζεις στα βιβλία... Οργή έχω τώρα πιά... Οργή σιγανή, που δεν μπορείς να την δεις κι' ούτε να την ακούσεις..."

Για μερικά ατέλειωτα δευτερόλεπτα το μόνο που ακουγόταν ηταν ο αέρας, που είχε δυναμώσει ελαφρά.
Τα σύρματα σε μια κολώνα της ΔΕΗ παίζαν σ' έναν αλλόκοτο ρυθμό μιαν ακατανόητη μελωδία. 

Ψηλά, πάνω από δύο κατοικιά μια μπουλντόζα είχε μείνει με το χέρι μετέωρο να περιμένει την συνέχεια στον διάλογο. 

Ένα μουκανητό ακούστηκε κι΄έσβησε γρήγορα..

“Πώς την λένε την περιοχή εδω;” ρώτησε ο αρχάγγελος που είχε στραφεί και κύτταζε το πέλαγος.
Σκούρια, στα Σκούρια, το λένε. Δεν το γράφει κανένας χάρτης μα έχω έναν φίλο, τον Ζαχαρία, που ξέρει και θυμάται όλες τις ονομασίες και κάθομαι και' γω και τα σημειώνω να μην ξεχαστούν, τί να κάμω” απολογήθηκε ο μοναχός. “Χωρίς να ξέρω γιατί, μ' αρέσει αυτός ο τόπος πιότερο απ΄τον δικόν μου...”
Γύρισε προς το εξωκκλήσι κι΄έγνεψε με το γένι του: "Τούτο το εκκλλησάκι σου είναι μέσ' την ψυχή μου κατάβαθα. Μια που το είδα και μια που δεν μπορώ να το ξεχάσω. Μη το κυττάς που είναι παρατημένο κι'άβαφο.  Εμένα μου γεννάει το θαυμασμό αυτή η λαβωματιά πούχει εδώ στο πλάι σαν να την επήρε στη μάχη με τον εχτρό, να! εδώ! βλέπεις; Απ' αυτήν τη μεριά έρχομαι πάντα και καθίζω και μόνη έννοια έχω το εκκλησάκι που δεν το θυμάται κανείς πιά..."

Ο Αρχάγγελος ξανακάθισε στην πέτρα και στήλωσε τα χέρια στα γόνατα: "Όσα ήξερα τάχει πάρει ο γερο-Χρόνος... Άνθρωποι μέναν εδώ πέρα και σπίτια κατοικούσανε, χωράφια σπέρνανε και παιδιά κάνανε, αίμα χύνανε και αίμα παίρνανε. Μα ύστερα ήρθε ο πατέρας-Χρόνος και τα πήρε όλα και τώρα δυσκολεύομαι να θυμηθώ...  Είναι μια ανακούφιση να μη θυμάσαι...”, είπε και σταμάτησε.
Κύτταξε τον μοναχό στα μάτια: "Φοβάσαι, Νικόδημε; "
 "Φοβάμαι, Άρχοντά μου, μα δεν ξέρω τί..."

"Δεν έχει άλλη σκάλα ν' ανεβείς στον ουρανό, Νικόδημε, εξόν απ΄αυτήν που περνάς για να διαβείς την πλαγιά του βουνού σου. Τόξερες πως αυτή είναι μία μόνον αλήθεια απ' όλες όσες πλανιώνται πάνω στον κόσμο;"
Ο μοναχός τότε, ένιωσε μοναχός στ' αλήθεια κι' ανατρίχιασε μέχρι τις πατούσες των ποδιών του.

Μια σκέψη σκίασε το νου του, πως προτιμούσε, δηλαδή, τον άλλον, τον ζωγραφιστό Αρχάγγελο Μιχαήλ, εκείνον που μπορούσε να δει στην εικόνα μέσα στην εκκλησία, εκείνον με το ατέλειωτα μετέωρο χέρι, σα να θέλει να διαλύσει το κακό μα να μην τελειώνει ποτέ την πράξη του και το κακό να του γλυτώνει, με το φωτοστέφανο που ξεκαθαρίζει απ΄την αρχή ποιός είναι ο καλός και ποιός είναι ο κακός, με τα πεντακάθαρα φτερά και τον βαθύχρωμο χιτώνα, εκείνον, που τον έκανε εύκολα φίλο με δυό λουλουδάκια ακουμπισμένα πάνω του.

"Άμα θα φύγω, Νικόδημε, θα μείνουν μόνο αυτά τα ίχνη που αφήσαν  στη λάσπη τα φτερά μου και θα θυμάσαι για λίγο πως ήμουν εδώ, μα άμα σβηστούν κι΄αυτά, νάσαι σίγουρος πως θα αμφιβάλλεις και για τον ίδιο σου τον εαυτό αν με συνάντησες ποτέ..."
Ο μοναχός σάλεψε βιαστικά, σήκωσε τα χέρια του προς το μέρος του Μιχαήλ, το ράσο του έπεσε πίσω ως τους αγκώνες και ο δροσερός αέρας που έφτασε ως μέσα στο στήθος του, τον πάγωσε ακόμη περισσότερο: "Άρχοντά μου..." ψέλλισε..
Το σκοτάδι είχε έρθει απαλά, σαν ύπνος κουρασμένου ξωμάχου κι' απλώθηκε καθησυχαστικό τριγύρω...







  

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Η ΚΟΡΗ ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ

 "Στης Κόρης τον Πύργο είν' ένας τοίχος πέντε μέτρα αψηλός κι' έχει ένα παραθύρι που απου 'κει κοίταγε η Κόρη τα καράβια να περνούν, κι' ειν' και μάντρες με τις πλάκες ορθές, χωμένες μέσα στη χτισιά και λεν' πως εκεί από πίσω κρύβονταν οι στρατιώτες του βασιλιά για να πολεμούν πιό καλά. Και τρέχαν από πλάκα σε πλάκα και ρίχναν με τα τουφέκια, που ήταν γεμισμένα κι' ακουμπισμένα σε κάθε πλάκα για να μπερδεύονται οι εχθροί, να μην ξέρουν πόσοι είναι οι στρατιώτες στ' αλήθεια και να σαστίζουν, να πισωγυρίζουν στα καράβια τους, να πηγαίνουν από 'κει που τους έφερε ο άνεμος κι΄ακόμη παραπέρα.

Κι' απ' τον πολύ τον πόλεμο για να κλέψουν οι ξένοι την Κόρη, πέφταν οι μπάλες απ' τα κανόνια και σπάγαν τα σπίτια και γι΄αυτό είν' όλα γκρεμισμένα  σήμερα. 
Και σπάζανε τα τσουκάλια με το φαγητό και κλαίγαν οι κυράδες, μα ο πόλεμος δε σταμάταγε κι' η Κόρη έβλεπε τα καράβια να περνούν κι' ήξερε πως γι΄αυτήν γινόταν το κακό κι΄ο χαλασμός κι' έκλαιγε, μα το σπίτι είχε χοντρά ντουβάρια που πάνω τους τσακωνότανε ο Ήλιος με τις Πέτρες και τίς έψηνε να γίνουν πιό σκληρές κι' η Κόρη δεν είχε από πουθενά φευγιό κι' όλο έκλαιγε.

Μόνη παρηγοριά της ήταν το σπιτικό που τάχε όλα και τίποτα δεν τής έλειπε. Κι΄ έβαζε τα καλά της πιάτα στην όμορφη πιατοθήκη και στόλιζε το μπουφέ, σα νάταν νάρθουν οι γειτόνισσες για βεγγέρα, σα νάτανε γιορτή. 
Είχε και στο κατώι ένα βαρέλι με πεντάγλυκο κρασί, άμα ερχότανε κανείς να τονε κέρναγε, να γλυκαθεί απ΄τον δρόμο, απ΄το Έξω Κάστρο, το Μπόργο, ως εδώ. 
Είχε εκεί κι' ένα κρεβάτι, σα νάτανε να μείνει κάποιος εκεί να ξεκουραστεί κι' ύστερα να ξυπνήσει μέσ' τη μέση της νύχτας, να τηνε κλέψει απ' τους φρουρούς της, να χαθεί μεσ' το σκοτάδι, να λυτρωθεί.

 
Κι' είχε κι' ένα όμορφο τζάκι, να μαγειρέψει χίλια δυό φαγιά, να χορτάσει τους επισκέπτες, να θαυμάσουν την τέχνη της, να ζηλέψουν την αξιοσύνη της, να την θελήσουν για γυναίκα, να την πάρουν μακρυά από εδώ μέσα, απ΄τη χρυσή τή φυλακή, που ποτέ της δεν έμαθε ή κι' αν έμαθε το ξέχασε αμέσως γιατ' ήτανε μικρή, γιατί βρισκόταν μέσα' δω...



Απ' το παραθύρι της μπορούσε να βλέπει τα χωράφια που γεμίζανε καρπό, που μετά τον έβλεπε να χορεύει χρυσός μέσα στ' αλώνια, και σταφύλια και κάθε λογής χόρτο κι' ήξευρε τις εποχές και τις περίμενε απ' τις μυτούλες που έβλεπε και σκάγανε μύτη μέσα απ΄τη γή και γίνονταν ύστερα φυτά φορτωμένα με χίλια δώρα. 


Ποτές δεν έμενε ακάματη η Γη, πάντα κάτι θα φύλαε στα σπλάχνα της για τους ξωμάχους, που μοχθούσαν για νάχει ο βασιλιάς στο Μέγα Μπόργο ό,τι τράβαε η ψυχή του, ε, και να μένει και κατιτίς για αυτούς τους έρμους.

Κι' ήτανε κι' ένα σκιάχτρο για να φοβερίζει τα πετεινά τ' ουρανού, να μην έρχονται και τρώνε τον καρπό και 'κείνο το φοβότανε η Κόρη πιότερο κι' απ΄ τα πουλιά.

Μη βλέπεις που σήμερα είν' όλα ήσυχα και δεν ακούς ψυχή, πέρα απ' τα βελάσματα και τα κραξίματα των πουλιών κι' ο Ήλιος περνάει απαλά απάνω από τα βουνά...
Κάτω απ' τις πέτρες είναι κρυμμένος ο πόλεμος, θαμμένο μίσος κι' έχθρα, φθόνος για το αγαθό του αλλουνού, που αυτός ο Ήλιος μόνο έχει δεί και ξέρει πόσο κακό μπορούν να κάμουν σα θολώσει το μυαλό των αρχόντων. 

Ο Θεός του κάθε τόπου να φυλάει μη και ξυπνήσει ο πόλεμος ποτέ, γιατί μόνον αυτός κοιμήθηκε, όλα τ' άλλα είν' ακόμη ξυπνητά...
Κι' ύστερα μια μέρα ήρθε αγγελιοφόρος απ' το Έξω Μπόργο κι' έφερε μαντάτο, πως ο Άρχοντας είχε πεθάνει κι' η Κόρη έπρεπε να πάει στο Κάστρο να σταθεί πλάι στο νεκρό, να τιμήσει τον τιμωρό της, που δεν κατάλαβε ποτέ γιατί την είχε στείλει εδώ πέρα, να στερηθεί τα νιάτα της τα ίδια, να διψάσει για ένα ποτήρι νερό από του αντρός της το χέρι, να'χει ερωτευτεί τον θάνατο, τον χαμό της τον ίδιο.

Καμώθηκε η Κόρη πως λυπήθηκε για του πατρός της το θάνατο, εντύθηκε τα μαύρα, να μην την ξεχωρίζουν στο σκοτάδι, κατέβηκε στο κατώι όπου το μαύρο της άλογο μασούλαγε αργά-αργά το σανό του. 
Το ζώο γύρισε κι' είδε την αφέντρα του πρώτη φορά να του περνά το χαλινάρι, να το τραβά απαλά έξω, στο αποδοχάρι, να πιεί νερό να χορτάσει. 
Κείνο δεν ήξερε πως είχαν δρόμο για να κάμουν, μόνο χαιρόταν την κορμοστασιά που ταίριαζε στην δικιά του περηφάνια κι' έτσι, την ακολούθησε χωρίς ούτε να 'ντώσει το σχοινί.
Στο τελευταίο φως γύρισε η Κόρη κι' είδε το μικρό της το γατί και συννέφιασαν τα μάτια της, γιατί αρεσκόταν να το κρατά και να το χαϊδεύει, να το ακούει να γουργουρά στα χέρια της, να κοιμάται στην κοιλιά της και να την ζεσταίνει, να την ψευτοπολεμάει με τα βελουδένια πατουσάκια του, να τηνε γρατζουνάει λιγάκι στη ράχη της απαλάμης. "Κι' αύριο μέρα θάναι για σένα", σκέφτηκε...

...κι' έδωσε μια κι' ανέβηκε στη ράχη του αλόγου και πριν προλάβει ο φρουρός να κάμει κίχ, εχάθη στα τρισκόταδα και μόνο σαν ευρέθη μακριά γύρισε ν' αντικρύσει τη φυλακή της για τελευταία φορά. 
 
Ένα φωσάκι που εμίκραινε ολοένα κι' ύστερα τίποτα πιά...

Έμεινε η καρέκλα της άδεια και για μιάς, ένα αγιάζι παγερό μπήκε απ΄την πόρτα και στοίχειωσε το Μέγα Σπίτι και σωριαστήκαν τα στεγάδια και πέσαν τα πατώματα και ο φρουρός που είχε έρθει για να τηνε πάρει στο Έξω Μπόργο δεν πρόλαβε να κάμει βήμα, μόνο κοκκάλωσε στη μέση του μονοπατιού.


Τί απόγινε η Κόρη κανείς δεν τόμαθε ποτέ. 
Πού τράβηξε και πού εχάθη κανείς δεν τόμαθε για να το πει και στους άλλους. 
Καπετάνιος κανείς δεν την είδε να του ζητάει να την φυγαδέψει, βάρκα δεν έλειψε από κανέναν, μα κι' ούτε όρνια μαζεμένα να κάνουν κύκλους πουθενά είδε κανείς για μέρες μετά το φευγιό της Κόρης. 
Μαζί και το μαύρο άλογό της, που δεν ακούστηκε το χλιμίντρισμά του ποτέ ξανά πάνω στο νησί.

Και τώρα ακόμη, αν πας στης Κόρης τον Πύργο θα βρεις εκεί όσα σου είπα. 

Θα δεις και το μεγάλο πατητήρι για τα σταφύλια, έρημο μα όχι ρημαγμένο. 
Εκεί ζήταγε ο Άρχοντας στο Έξω Μπόργο να βγαίνει το κρασί του, απ΄τα κλήματα της γύρω περιοχής, που είν' ψηλά απ΄την θάλασσα και δεν τα πιάνει ποτές αρρώστεια κι΄έτσι είχε σίγουρο πάντα το κρασί το δικό του, μα και 'κείνο πού 'στελνε στον ιδικό του βασιλιά, πέρα, στα ξένα.


Θα βρεις φαΐ να φας μα και κρασί να πιείς, αυτοί που έχουν κατοικιό εκεί είναι φιλόξενοι και την θέλουν την παρέα κι' όλο σαν κάτι τους τραβάει κι΄είναι περισσότερο καιρό εκεί απ' όσο στο χωριό.

Και σαν αποσώσεις και φας, θα σε κεράσουνε στο τέλος δροσερό καρπούζι, που λέει ο μύθος πως ο χυμός του έχει ένα κάτι που σε κάνει να ξεχνάς, να μη θυμάσαι, μα να μπερδεύεις το πώς και το πού.

Αν τους ρωτήσεις, θα σου πουν πως δεν ξέρουν τί απέγινε η Κόρη. 


Μα 'συ κοίτα καλά πού στρέφουν τα μάτια τους σαν σου απαντούν και να ξέρεις: Από 'κει που κοιτούν, απ΄την άλλη είν΄η Κόρη".



Αφιερωμένο στον Λωράν και την Έλλη, με την ευχή να συναντήσουν κάποτε την Κόρη.

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

Όνειρο καλοκαιρινής εσπέρας


Κάπως έτσι είναι η ζωή.


Μαζεύονται τα χρόνια, οι μήνες και οι μέρες και όσο στενεύει ο ορίζοντας, τόσο κυττάει κανείς να αρπάζεται από στιγμές, από ανθρώπους, από αναμνήσεις, ψάχνει να επιβεβαιώνει την παρουσία, το στίγμα που αφήνει το πέρασμά του από τον τόπο, ακολουθάει με τα δάχτυλα το νήμα που δένει το τώρα με το παρελθόν για να σιγουρευτεί πως ο λαβύρινθος είχε, τουλάχιστον, αρχή.


Κάθε κοινωνία, παλιά ή νέα, στέκει ορθή μέσα από πολύπλοκες κι’ ευαίσθητες σχέσεις μεταξύ των μελών της, συνέχεται από την διαρκή προσπάθεια της συμμετοχής τους στα κοινά, της κατάθεσης της γνώμης, της αυτοθέλητης ανάληψης υποχρεώσεων απέναντι στους άλλους.

Ο πολίτης γίνεται κοινωνός των εκδηλώσεων, που φέρνουν κοντά τον ένα με τον άλλον, μειώνουν τις αποστάσεις, δίνουν την ευκαιρία της ισότητας μεταξύ των μελών ανεξαρτήτως πλούτου, ορίζουν την συμμετοχή, την παρουσία και την προσφορά σαν το μέτρο της δύναμης των μελών της κοινωνίας. 

Μοιραζόμαστε την ίδια Γη κι’ απ’ αυτήν την βασική αρχή πηγάζουν οι κοινοί θεοί/τοπικοί άγιοι ή αλλιώς, η αντίληψη και η κατανόηση της θέσης μας μέσα στον χώρο που μας έλαχε να βρεθούμε. O χρόνος μάς υπερβαίνει και αυτό είναι κάτι που οι παραδόσεις προσπαθούν να κάνουν σαφές.

Με αυτήν την αφορμή, και αφού έχουμε αποτυπώσει τις αντιλήψεις μας, τα πιστεύω μας και το οφειλόμενο δέος και σέβας προς τον χώρο με τη μορφή ναών, μικρών και μεγάλων ή και απλών βωμών στους παλιότερους χρόνους, θεσπίζουμε τα χρονικά σημεία όπου θα συναθροιζόμαστε για να τιμούμε, ουσιαστικά, τον τόπο μας.

Ο τοπικός άγιος, εξέλιξη του τοπικού δαίμονα (από το δαήμων = αυτός που γνωρίζει, απ’ όπου και το αδαής) είναι το σημείο που ο συγκεντρωτικός φακός εστιάζει με δύναμη το φως, συμπυκνώνει επάνω του απίστευτη κοινωνική δύναμη και ισχύ, γίνεται το σύμβολο της παράδοσης που έρχεται από πίσω κι’ έχει αφήσει το μέλλον της στα χέρια μας. 

Ειδικά το εξωκκλήσι, έχει το προνόμιο να ξεχωρίζει όπου στέκεται. 
Γίνεται πόλος και στηρίζει τον χώρο, είναι σημείο αναφοράς, υπενθυμίζει τα οφειλόμενα, υπογραμμίζει την υποχρέωση προς την επερχόμενη γενιά, καμμιά φορά μάλιστα, ανακουφίζει από τον κάματο, σωματικό ή ψυχικό.

Οι προύχοντες της κάθε εποχής συνήθως συμμετέχουν στις γιορτές αυτές, χωρίς απαραίτητα και να πιστεύουν στην ανάγκη τους, σε αντίθεση με τους απλούς πολίτες που διαθέτουν το ορμέμφυτο της προσφοράς. 
Είναι οι πρώτοι που θα απεμπολήσουν στην πρώτη ευκαιρία κάθε σέβας με αντάλλαγμα υλικά οφέλη. Η απόσταση, φυσική και ψυχική, από την Γη, την μάνα, τους κάνει πιό σκληρούς και ψυχρούς.

Ο τόπος, η πατρίδα, είναι μερικά χωράφια κάπου παράμερα, πέρα από ‘κει που πιάνει το μάτι, αρκετά λεπτά δρόμο και ακόμη περισσότερα όταν ο δρόμος είναι άσχημος, είναι οι ντόπιοι που βρίσκουν ενδιαφέρον σε εντελώς διαφορετικά, ακατανόητα πράγματα, είναι όλος αυτός ο ανεκμετάλλευτος χώρος που θα μπορούσε κάλλιστα να αποδώσει αν αποφασίζαμε να τον διαθέσουμε σύμφωνα με τα θέλω μας, που πηγάζουν και επηρρεάζονται από τις σχέσεις μας, ακόμη και σαν βιομηχανική ζώνη αν καμμιά άλλη δραστηριότητα δεν ενδείκνυται. 

Ετσι ο τόπος γινεται το μέσον, γίνεται τρόπος για να τοποθετηθούμε καλύτερα στην κονωνία των ονείρων μας, που είναι όμως εντελώς άλλη από την κοινωνία των υπολοίπων.

Στον Άγιο Πέτρο, λοιπόν, στην βιομηχανική ζώνη της Χαλακιάς, έγινε και φέτος, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, το πανηγύρι που πάει να ξαναζωντανέψει μετά από χρόνια σιωπής. Πέντε με έξι χιλιόμετρα χωματόδρομου, που σε αρκετά σημεία είναι άσχημος, σε φέρνουν σ΄ένα από τα πιό όμορφα σημεία της Τήνου. 

Για πολλούς το τοπίο είναι άγριο, άλλοι όμως, κι' εγώ μαζί, νιώθουν σπίτι τους...

Το εξωκκλήσι δεν διαφέρει σε τίποτε από τα άλλα εξωκκλήσια της Τήνου. Απλό και λιτό, στέκεται στην ήπια πλαγιά του βουνού πάνω από την θάλασσα, το Βαθύ. Απέναντι απ' τον Άγιο Πέτρο μπορεί να δει κανείς τα σημάδια της ανθρώπινης δραστηριότητας. 
Το θέαμα είναι μοναδικό.
Εκεί, λοιπόν, σ' ένα αχρησιμοποίητο για χρόνια καταστέγι, δίπλα στον Άγιο Πέτρο, μαζεύτηκαν εκείνοι από εμάς που έχουν, μάλλον, την πιό ουσιαστική αγάπη για τον τόπο κι' έκαναν την απαραίτητη προετοιμασία για να δεχτούν τους υπόλοιπους. 
Η αλήθεια είναι ότι, υπάρχουν μερικοί από εμάς, που δεν λένε πολλά λόγια κι' αυτά τα λίγα που λένε, δεν είναι μεγάλα. Αγαπάνε και νιώθουν τον τόπο χωρίς ίσως να το ξέρουν, απλώς γιατί αυτό που βγαίνει από μέσα τους είναι αυθόρμητο, χωρίς σκέψη πριν, χωρίς απολογισμούς μετά. 
Η όλη προετοιμασία είναι διαδικασία με απαιτήσεις, υλικές και οργανωτικές, θέλει χέρια και ώρες. Κι' όλο αυτό γίνεται χωρίς κανέναν προφανή σκοπό, μόνον για να δουν τον κόσμο να έρχεται και να περνάει καλά, να ευχαριστιέται, να βλέπει πως όλα γίνονται. 
 
Και όσο ο κόσμος έφτανε, τόσο η ικανοποίησή τους μεγάλωνε, μοναδική ανταμοιβή μαζί με την καλή κουβέντα όλων.
Μας υποδέχτηκαν όλοι με χαμόγελο, με ένα ξώφαλτσο κέρασμα πριν την λειτουργία, ένα κλεφτό ρακί στο χέρι κι' ένα μικρό μεζέ για να μας προϊδεάσουν για όσα θα ακολουθούσαν.
Ένα κανονικό πανηγυράκι, σαν τα παληά, τα ξεχασμένα πανηγύρια, που οι άνθρωποι είχαν μεγαλύτερη σημασία απ' την μάρκα των ρούχων που φορούν.
Με τα παιδιά να τρέχουν στα χωράφια, τον κόσμο απλωμένο γύρω απ' το κατάλευκο ναΐδριο, με το ελαφρύ αεράκι να σείει τα ξερά χόρτα, με τη χαρακτηριστική, γεμάτη μελωδία ντοπιολαλιά των Κάτω Μερών ν' ακούγεται παντού, σα δωδεκάχρονο που πηδάει από πέτρα σε πέτρα, είχε κανείς την εντύπωση πως όλα είναι δυνατά, πως ένα έτσι να κάνουμε, μπορούμε να διορθώσουμε όλα τα στο μεταξύ κακοφτιαγμένα.

Πολλοί είχαν να έρθουν στα λημέρια αυτά των νεώτερών τους χρόνων, από τότε που έκαναν τρείς και τέσσερεις ώρες δρόμο για να έρθουν να κυνηγήσουν στην Χαλακιά. Συναντήθηκαν παλιοί και νέοι κυνηγοί, θυμήθηκαν τα περάσματα, το φύλαμα για αγριοπερίστερα, τα ξενύχτια με τραγούδι στο κατοικιό του μπάρμπα-Μάρκου και της Πασάδαινας, τις καντάδες με τον Μπέμπη και τον Αβραάμ στο κατοικιό της Ματίνας. 

Η λειτουργία φέτος τελέστηκε από τον καταλληλότερο και ίσως τον μόνο που "δικαιούται" πραγματικά να ιερουργεί σ' αυτόν τον χώρο, τον πατηρ-Αντώνη. Άνθρωπος που έχει περπατήσει κι' έχει δεθεί με την ενδοχώρα του νησιού όσο λίγοι, με τεράστια συνεισφορά στην καταγραφή και την περιγραφή στοιχείων του νησιού που χάνονται, έχει ζήσει τον Άγιο Πέτρο από τις παλιές του δόξες μέχρι σήμερα.


 
Κι' όταν το πανηγύρι τελείωσε, εκείνοι που το ετοίμασαν, ήταν και εκείνοι που τα μάζεψαν και τα συγύρισαν όλα.




 

Ησύχασε ο γύρω τόπος, το εξωκκλήσι γύρισε στην γνωστή του ηρεμία, η σημαία στην αυλή του συνέχισε να πλαταγίζει απαλά, οι φωνές χάθηκαν σαν να μην υπήρξαν ποτέ, σαν να ήταν όλο αυτό ένα όνειρο μιας καλοκαιρινής εσπέρας.

Μια βόλτα από το κατοικιό της Πασάδαινας, έτσι, για να βουτήξουμε λίγο το ψωμάκι μας στην γλυκόπικρη σάλτσα των παιδικών μας χρόνων, και μετά συνέχεια για ένα κέρασμα στο πανέμορφο κατοικιό του Πέτρου. 

Μια φέτα δροσερό καρπούζι κι΄ένα τελευταίο ρακί για τον δρόμο, δυο τρεις κουβέντες για τα σταφύλια που δεν έχει φέτος, για τις ντομάτες που έχουν αρρώστεια και σαπίζουν πάνω στην ντοματιά, για το γάλα και τον κόπο που έχει, για τα πολύτιμα καθημερινά του νησιού.




Ήταν όλοι εκεί...











Κι' ύστερα, ξαφνικά οι διακοπές τελείωσαν και γύρισα στην μεγάλη πόλη και βρέθηκα σε μια παρέα, όπου ο καθένας μίλαγε για το καλοκαίρι του. 
Ξεδιάλεξα αυτό το απόγευμα στην Χαλακιά και τούς το περιέγραψα. Με ρώτησε τότε κάποιος  "Σε ποιό νησί..;"


Έψαξα τις φωτογραφίες στη μηχανή, βρήκα αυτή που ήθελα και του είπα: 


"Το νησί μου είναι αυτό που βλέπεις σ' αυτήν εδώ την φωτογραφία..."