Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Κελλιά - Καρδιανή


Πηγαίνοντας από τα Κελλιά προς τον Πύργο από την γνωστή, πανέμορφη διαδρομή από Αγία Μαρίνα, μου γεννιόταν πάντα μια περιέργεια για το πώς να είναι όλο αυτό το βουνό από πάνω. 
Πώς να είναι η διαδρομή από την ενδοχώρα, το ομορφότερο και το πιό αυθεντικό κομμάτι του νησιού.

Ένα ωραίο απόγευμα λοιπόν, με μόνον επτά μποφόρ, είπα να ξεκινήσω κατά τις πέντε, πράγμα που αποδείχτηκε λάθος γιατί θάπρεπε να έφευγα στις τέσσερεις τουλάχιστον, για νάχω αρκετό ήλιο μπροστά μου.
Σκέφτηκα την προσφιλή μου διαδρομή προς Αγία Υπακοή κι΄από ‘κει προς Μεσοβούνι και μετά, βλέποντας και κάνοντας.

Πάλι λάθος, γιατί έπρεπε να έχω διαλέξει την Καστέλλα απ' όπου πήγαινε και το παλιό μονοπάτι, αλλά μου φάνηκε απότομο το ανέβασμα...

Είπα λοιπόν να ακολουθήσω όλους τους κανόνες μιας οργανωμένης, σόλο πεζοπορίας και έτσι, ντύθηκα με το πιό λεπτό μπλουζάκι που είχα, πήρα το πιό φαρδύ και μακρύ μέχρι τα γόνατα μπουφάν με κουμπιά, έβαλα άλλο ένα μπλουζάκι στο σακκίδιο, το δεύτερο λεπτότερο που είχα, έρριξα μέσα και το ξεφόρτιστο κινητό μου, έβαλα κι’ ένα ΜΙΚΡΟ μπουκαλάκι με νερό και ήμουν έτοιμος για το εγχείρημα.
Λίγα έλειπαν.
Φόρεσα ΚΟΝΤΕΣ κάλτσες, έβαλα ΧΑΜΗΛΑ αθλητικά παπούτσια με κορδόνια μακριά σαν τους κάβους του Σούπερ Φέρυ, έβαλα και το ΚΟΝΤΟ μου παντελονάκι και κίνησα.
Δεν πήρα μαχαίρι (δεν είμαι καθόλου επιθετικός τύπος...), ούτε γάζες και χανζαπλάστ (τί διάολο, στον πόλεμο πάμε...), ούτε καν το ειδικό στικ για τα τσιμπήματα των μελισσών (φύσαγε και θα είχαν κάτσει σπίτι τους...). Καλάμι επίσης δεν πήρα, γιατί δεν βρήκα...
Πήρα όμως την φωτογραφική μου μηχανή με δύο αλλαξιές μπαταρίες. Οργανωμένος και προνοητικός, όχι παίζουμε...

Μέχρι την Αγία Υπακοή το μόνο στενάχωρο ήταν οι βλήστρες που έχουν πολλαπλασιαστεί. Βέβαια, παραδοσιακά, έχασα το μονοπάτι γιατί έστριψα στο πρώτο δεξιά και όχι στο δέυτερο που είναι το σωστό, αλλά, η στενάχωρη διαπίστωση εξακολουθεί να ισχύει.
Οι κυνηγοί ας σημειώσουν πως, δυό σκαλιά κάτω απ’ την εκκλησία, μου πετάχτηκε λαγός στα τρία μέτρα που μούκοψε τα ήπατα γιατί τον πέρασα για πολύ μεγάλο, πολύ στρουμπουλό και πολύ γρήγορο φίδι. 
Σας δείχνω μερικές φωτογραφίες από τον περιβάλλοντα χώρο της Αγίας Υπακοής όπου φαίνονται καθαρά υπολλείματα παλαιών κτισμάτων.




Κι' από 'δω και πέρα η διάθεση αρχίζει και αλλάζει σιγά-σιγά, το βουνό διεκδικεί την θέση του στις σκέψεις μου και την προσοχή μου.


Το μονοπάτι ανηφορίζει απότομα, αλλά, δεν έχει καμμία σχέση με την μέχρι τώρα διαδρομή και είναι πανέμορφο.

Έχει κανείς την αίσθηση πως περπατάει σε αρχαίο μονοπάτι, απάτητο για πολλά-πολλά χρόνια.
Οι πέτρες, οι πλάκες και τα μάρμαρα που είναι στρωμένο, σε μεταφέρουν σε άλλες εποχές, θολές, ασαφείς. Το βουνό ανεβαίνει μαζί μου, μουρμουράει ακατάληπτες φράσεις, στρατιώτες με δόρατα και τις ασπίδες περασμένες στις πλάτες, πολίτες με χοντρά, σκούρα ρούχα, ζαλωμένοι βαρειά σακκίδια κι' εργαλεία ανηφορίζουν μπροστά μου μιλώντας παράξενες γλώσσες, γελώντας με ακατανόητες λέξεις, τα ζώα, βαρυφορτωμένα, δυσκολεύονται στα απότομα, σχεδόν κάθετα γυρίσματα του μονοπατιού, κάποιος πάει μπροστά και κάποιος με ακολουθάει, δεν είμαι μόνος μου, ο πίσω χρόνος είναι εδώ και εγώ είμαι στην προηγούμενή μου ύπαρξη.

Το μονοπάτι μετά από λίγο στρίβει δεξιά και πάει παράλληλα με μια μάντρα. Νερό υπάρχει παντού, το χώμα είναι νοτισμένο και αν περπατήσεις προσεκτικά, θα προλάβεις κατσίκια να πετάγονται τρομαγμένα από τις λακκούβες τις γεμάτες με νερό. Μια μικρή γούρνα στη μέση του δρόμου κρατάει νερό και ο τόπος τριγύρω της είναι ολοζώντανος.


Ο ανήφορος μαλακώνει μα ο αέρας μοιάζει δυνατότερος από πριν.
Ξαποσταίνω σε μια καυκάλα και αλλάζω μπλουζάκι, χρησιμοποιώ το πρώτο σαν φουλάρι για να προφυλάξω τον λαιμό μου απ΄τον αέρα.
Για τους λάτρεις του Άρχοντα των Δακτυλιδιών, εδώ πάνω υπάρχουν όλες, μα όλες οι αντιστοιχίες, όλες οι αποτυπώσεις της φαντασίας, όλα τα σημεία αναφοράς.

Τεράστιοι ογκόλιθοι που σε αρκετές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται σαν πύλες εισόδου σε χωράφια,
κτίσματα επάνω σε προεξοχές του εδάφους, να προσπαθείς να μπεις στο μυαλό του τεχνίτη και να μην μπορείς, η σκέψη του να σε ξεπερνάει τόσα χρόνια μετά, να μην καταλαβαίνεις τον λόγο ή την σκοπιμότητα της επιλογής.


Απίστευτοι γρανιτικοί και σχιστολιθικοί σχηματισμοί που πάνω τους αναγνωρίζεις μυθικά τέρατα που αλλάζουν όψη ανάλογα με το ποιά πλευρά τους κυττάζεις.
Για μια στιγμή όλη η μυθολογία ερμηνεύεται μέσα στο μυαλό σου, χίμαιρες, σφίγγες, κύκλωπες, εκατόγχειρες, νύμφες και δρυάδες εδώ αποκρυσταλλώνονται, γίνονται ξεκάθαροι, σαφείς.

Λάβα ακινητοποιημένη σε απρόσμενα σημεία, σε οριακές ισορροπίες αιώνων, αέρας που κάθε μικροδιάστημα χρόνου αφαιρεί απειροελάχιστα τεμάχια σκόνης από πάνω της, θρυψαλλίζει το παιδί της τον βράχο απαρατήρητος, ανεπαίσθητος, άχρονος, βροχή και αρμύρα της θάλασσας που ποτίζει τα τέρατα μόνο και μόνο για να χαλαρώσει την αντίσταση τους στον αέρα, ρίζες της χαμηλής βλάστησης που υπομονετικά σπρώχνονται όλο και παραμέσα στο σκληρό κορμί, αναζητώντας τροφή και νερό κρατημένο στο πορώδες σώμα του, μέχρι, που μιάν ατελείωτα μεγάλη στιγμή, όλα τα στοιχειά μαζί σε αθέλητη συνέργια θα τού κόψουν ένα κομμάτι, θα τον σωριάσουν κάτω με πάταγο και 'μεις δεν θάμαστε ποτέ εκεί για να δούμε πως όλα, μα όλα, ξαναγίνονται χώμα, να γίνουμε σοφότεροι, μαλακότεροι...

Μάντρες φτιαγμένες από πλάκες μεγάλες σαν τραπέζια, που κτυπάνε σαν καμπάνες μόλις πατήσεις πάνω τους, φρύγανα με χίλια χρώματα και σχήματα και διαρκής, δυνατός, θορυβώδης αέρας.
Και ξαφνικά, συνειδητοποιείς πως εδώ και λίγο το τοπίο έχει αλλάξει. 
Ο αέρας έχει δυναμώσει αισθητά. Δεν υπάρχει σημείο που να μην σε πιάνει, στιγμή που να μην σε τραντάζει, να μην σου στριγγλίζει μέσ’ τα μούτρα, να μην σου κόβει την διάθεση και την ορμή.
Ξεχνάς οποιοδήποτε άλμα, μικρό ή μεγάλο και κινείσαι προσεκτικά ζυγιάζοντας τα βήματά σου πριν πατήσεις.
Η χαμηλή βλάστηση είναι πυκνή και απρόσμενα ψηλή, ψάχνεις να βρεις πάτημα και το πόδι σου βουλιάζει μέχρι το γόνατο.

                                                         Σηκώνεις το βλέμμα.
                                     Του Πολέμου ο Κάμπος είναι παντού τριγύρω σου...


Ο χρόνος είναι εντελώς σταματημένος. Δεν υπάρχει ούτε ένα ίχνος σύγχρονης ανθρώπινης παρουσίας, είναι όλα ακουμπισμένα όπως πολύ καιρό πριν. Ο ορίζοντας κρύβεται και κανένα σύγχρονο ή έστω νεώτερο κτίσμα δεν είναι ορατό από εδώ πάνω. Αν δεν φύσαγε, θα ένιωθε κανείς πως είναι μεσ’ τη μέση του μεγάλου σαλονιού τής πεθαμένης γιαγιάς που έχει να ανοιχτεί χρόνια.
Δέος.
Για την διάρκεια, για την ιστορία που ποτέ δεν θα μάθουμε, παρά μόνον μπερδεμένη μέσα σε πολλές εικασίες, για το μεγαλείο της απλότητας, για το μικρό, πραγματικό μας μέγεθος σε σχέση με τον χώρο και τον χρόνο, την ασημαντότητα της παρουσίας μας πάνω στη περιστρεφόμενη, αδιάφορη μάζα.
Τα ερείπια ενός παληού κτίσματος, πιθανότατα πύργου, απλώς, υπογραμμίζουν έντονα την αίσθηση αυτή.


Εδώ η ανάσα γίνεται τεράστια.
Ανασαίνεις κάθε μόριο ξεχωριστά, ο αέρας έρχεται κατά πάνω σου με ορμή, δεν περιμένει να τον χρειαστείς, έρχεται και μπαίνει μέσα σου από κάθε πόρο, σε διαπερνάει, σε καθαρίζει ή σε απορρίπτει απ’ την δοκιμασία, σε σπρώχνει πίσω, δεν προλαβαίνεις να τον ανασάνεις, σε πνίγει με την αφθονία του, προσπαθεί να σε αποτρέψει από το να δείς, να φτάσεις, να ολοκληρώσεις την προσπάθεια. Ανέβηκες, μα το βουνό παραμένει παντού τριγύρω σου.


Στο μεταξύ, ο Ήλιος αρχίζει και γονατίζει σιγά-σιγά, τον έχεις μπροστά σου, τα χρώματα αλλάζουν κι’ ένα πορτοκαλί ανακατώνεται σ’ όλες τις αποχρώσεις, οι ίσκιοι στενεύουν, μια μικρή ταραχή «θα προλάβω;», το βήμα μακραίνει.



Στρέφω αναγκαστικά αριστερά ακολουθώντας την συμβουλή του Ζαχαρία που συνάντησα παραπίσω και που γνωρίζει το βουνό όσο λίγοι, προσπαθώ να βρω πέρασμα προς τον δρόμο που γυρίζει καμμιά διακοσαριά μέτρα παρακάτω από ‘κει που είμαι.





 Φρύγανα παντού φράζουν το δρόμο μου, μπερδεύομαι και σταματάω. Κυττάζω πίσω μου την μάντρα απ’ όπου μόλις πήδηξα για να διαπιστώσω πως είναι ο δρόμος που ψάχνω.

Το παληό μονοπάτι έχει δυσδιάκριτα όρια, το χτίσιμο διαφέρει αρκετά, στο τελείωμα του χτισίματος υπάρχουν κάθετες πέτρες  και όλη η μάντρα, που με περνάει δυό κεφάλια σε ύψος, γέρνει προς τα μέσα. Σκέφτομαι πως σε δύο, το πολύ τρία χρόνια, θα έχει σωριαστεί μέσα στο ίδιο το μονοπάτι που μέχρι τώρα προστατεύει, μια σκέψη περί της αύξησης της εντροπίας στα συστήματα με αιφνιδιάζει, η μάντρα σε πολλά σημεία είναι μαυρισμένη απ΄την πολυκαιρία, το μονοπάτι δεν είναι απλώς παληό.
Τα σκαλιά πάνω από την Καρδιανή έχουν εκπλήξεις κρυμμένες.
Ο παρελθών πλούτος είναι εμφανής, η φαντασία και οι δεξιότητες των μαστόρων είναι απλωμένες παντού, θες να φωνάξεις από την απελπισία για την σημερινή γύμνια, απλώνεις τα χέρια ν’ αγκαλιάσεις το βουνό, να σταματήσεις τον κόσμο να δει αυτό που χάνεται, να δει τον κόπο αποκρυσταλλωμένο σε τόπο, να δει πώς ο ιδρώτας γίνεται κάλλος, πώς τα χρόνια σωρεύονται σαν εμπειρία στα ακροδάχτυλα του λαϊκού τεχνίτη κι’ ύστερα χάνονται στην παχειά αδιαφορία και στο νυσταλέο βλέμμα των απογόνων.
 
Το τελευταίο πέρασμα μέσα απ΄το πανέμορφο λαγκάδι, το εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου, τα θράσια που δεν συγκινούνται από την παρουσία μου, το μονοπάτι που ανηφορίζει μια τελευταία φορά κι’ ύστερα γυρίζει προς την άσφαλτο.

 Πλένομαι στην βρύση και αλλάζω με στεγνά ρούχα που μούχει φέρει η Κατερίνα. Ρουφάω τρεις-τέσσερεις γουλιές ρακί που της έχω πει να φέρει, θυμάμαι τον Γιάννη που μούλεγε πως ο θείος του αντί για νερό έπαιρνε μαζί του ρακί στο φλασκί σαν τράβαγε για το βουνό, μπαίνω στο αυτοκίνητο, δυόμιση ώρες μέχρις εδώ.

 
Στην πλατεία του Πύργου πίνω ένα ρακόμελο, δεν μπορώ να προσγειωθώ, περνάμε από την έκθεση του Francois Schmidt, μιλάμε με τον απλό, ευγενικό, γελαστό άνθρωπο, φεύγουμε με μια αφίσα απ΄τον απίστευτο κόσμο που έχει δημιουργήσει.



Γυρνάμε στο χωριό από τον πάνω δρόμο χωρίς να συναντήσουμε ούτε ένα αυτοκίνητο.
Του Πολέμου ο Κάμπος έχει αφήσει τα σημάδια του μέσα μου...





Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

ΒΡΥΣΙ, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2011

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (εκτός από την τελευταία): Γιάννης Παπαδόπουλος (7μιση ετών)

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, γιορτάστηκε στο Βρυσί η γιορτή τής Παναγίας. 

Ήτανε πολύ καλός ο καιρός και μ' άρεσε πολύ αυτή η γιορταστική μέρα.
Στη λειτουργία ήταν ο παλιός παπάς της Καλλονής, ο πατήρ-Αντώνης, που ξαναγύρισε στο χωριό μας.

Τα δύο παπαδάκια που βοήθησαν στην λειτουργία, έμοιαζαν σαν αδελφάκια και φόραγαν λευκά ράσα.

Μετά ξεκίνησε η περιφορά και ακολούθησε ο κόσμος που ήταν πολύς.

Μου άρεσαν τα ρούχα που φόραγε ο Επίσκοπος και πρόλαβα και τον έβγαλα φωτογραφία.

Μετά το τέλος αυτής της λειτουργίας πέρναγε ο επίσκοπος και με είδε να βγάζω φωτογραφίες. 
Μου είπε να τον βγάλω κι' αυτόν μαζί με την οικογένειά μου, με τον θείο μου και την θεία μου, που και ο θείος μου βοηθάει στην εκκλησία του χωριού.

 Μέσα στην εκκλησία είδα τα κεράκια στην σειρά και είπα να τα βγάλω φωτογραφία.
 

 Όπως προχώραγα στον διάδρομο είδα το άγαλμα της Παναγίας με τον Χριστούλη.

Πήγαμε για κεράσματα έξω απ' την εκκλησία κι' έφαγα μια μαρέγκα.
Κατά τύχη πέρναγε από εκεί το  Σούπερ Φέρυ.

Την ώρα που φεύγαμε είδαμε τις σημαίες που μ' αρέσανε πολύ.


 Φεύγοντας, έκανα μια ευχή, να πάνε όλα καλά και του χρόνου να ξαναπάμε στο Βρυσί.





ΥΓ : και μια φωτογραφία (ακόμη) απ΄τον μπαμπά...





Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Ο αφρός τής θάλασσας

ΜΟΥ ΠΗΡΕΣ:

Λεφτά, γιατί αυτά μετράνε για σένα και τελικώς φαίνεται πως, αφού εγώ μπορώ και δίνω ακόμη, ενώ εσύ δεν έχεις στερηθεί τίποτε από την περιρρέουσα χλιδή σου, άρα, μάλλον έχω περισσότερη αξιοπρέπεια από το σκοτεινό τομάρι που αποκαλείς εαυτό σου.

Την ελπίδα, για το ότι αύριο η πατρίδα μου θα είναι ένας καλύτερος τόπος για να ζήσει το παιδί μου, αλλά, αφού δεν έχω σκύψει ακόμα, πάει να πει πως έχω μεγαλύτερη ψυχή απ' όσο χωράει ο οχετός που θεωρείς μυαλό σου.

Το δέος για την ιστορία και τους προγόνους μου, που τους ευτελίζεις στα σχολικά βιβλία σαν νάναι ο Τζων Γουέην και η Τζέην Μάνσφιλντ, αλλά, εξακολουθώ να αισθάνομαι ντροπή όταν αντικρύζω κάθε αρχαίο γκρεμίδι γιατί τότε νιώθω το έλειμμα του πραγματικού εαυτού μέσα μου και 'κείνη την στιγμή, δεν φταίς εσύ, αλλά εγώ που σε άφησα να γίνεις αυτό που είσαι.

Τον σεβασμό για το δίκαιο και την διακιοσύνη, που φρόντισες να σκουπίσεις πάνω της τα λαδωμένα, στρουμπουλά, με τον πιό σιχαμερό τρόπο απαλά, τρυφηλά δάχτυλά σου, μετά από το ατελείωτο φαγοπότι που επιδόθηκες μαζί με τους καμματικούς σφογγοκωλάριούς σου και που τώρα, μου στέλνεις τον λογαριασμό του.

Την αγάπη και την συμπόνοια για τον πονεμένο διπλανό μου, που διακριτικά και με τρόπο σαν δοσίλογος άπλωσες το χέρι και μου τον έδειξες σαν φταίχτη για όλα τα δεινά που έπλαθες μεθοδικά χρόνο με τον χρόνο κάτω από την μύτη μου.


ΘΕΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΑΡΕΙΣ ΑΚΟΜΗ:

Κι' άλλα λεφτά γιατί βιάζεσαι και γω είμαι πολύ πιό εύκολος και πρόχειρος από τους διαπλεκόμενούς σου, που τώρα ακριβώς εξακολουθούν να 'κονομάνε και γελάνε σε βάρος μου, αλλά, φαίνεται πως πάντα θα βρίσκω να σου δίνω γιατί κατά βάθος, εγώ είμαι πατριώτης με την πιό βαθειά έννοια, ενώ εσύ είσαι ένα ασήμαντο προεκλογικό φυλλάδιο που αργά ή γρήγορα ο αέρας θα το σύρει μέσα στον υπόνομο.

Το σπίτι που δεν κατάφερε να μου πάρει η τράπεζα όταν με παγίδευε με τα δάνεια που την παρότρυνες να μου χορηγήσει, ακόμη και για κλάσιμο στην βουνοκορφή της Πέρα Χλιμιντρίτσας.

Το χωραφάκι του παππού μου, που δεν μου αποδίδει γιατί δεν το καλλιεργώ, αλλά, πηγαίνω και περπατάω εκεί και ψηλαφάω το χώμα και χώνω μια πέτρα στην θέση της και λέω "η γή μου" και τότε με πιάνει μια αγάπη κι΄ένα δέος για την απέραντη μάνα, που νοερά με αγκαλιάζει τώρα και θα με αγκαλιάσει με το καλό όταν τελειώσει ο χρόνος μου μέσα στο φως.


Τις λιγοστές μου οικονομίες, που μάζεψα φορώντας τα ίδια ρούχα για τρία-τεσσερα χρόνια, γιατί όταν μεγάλωνα μάθαινα πως η αποταμίευση είναι μέρος της ζωής μου, ενώ τώρα θες να με χρεώσεις πριν ακόμη εισπράξω αυτό για το οποίο πάω να καταναλώσω.
Ξέρω πως τις λιγουρεύεσαι όπως ο κακός λύκος τα επτά κατσικάκια και τρέχουν τα ρυπαρά σάλια σου επάνω στο λιπαρό τριπλοσάγονό σου και χαίρομαι, γιατί αποκτάς την μόνη πραγματική όψη που δικαιούσαι νάχεις.

Το αυτοκινητάκι, που πληρώνω τέσσερα χρόνια και μου το χρεώνεις με κάθε δυνατό τρόπο σαν νάναι ο πάγκος της γαλέρας που πάνω του μ' έχεις δεμένο.

Το ήθος απέναντι στα δύσκολα, γιατί φαίνεται πως με κρατάει ακόμη ορθωμένο και σε δυσκολεύει όταν σηκώνεις το λουστρινοφορεμένο βρωμοπόδαρό σου για να πατήσεις στην πλάτη μου και να αναρριχηθείς ψηλότερα στην πολιτική σκηνή.

Το ηθικό, που ακόμη καταφέρνει να δει τον αργυραμοιβό πίσω από τον κρατικοδίαιτο λειτουργό και με στηλώνει όρθιο όταν πας να ξεπουλήσεις τον τόπο μου.


ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΑΡΕΙΣ ΠΟΤΕ:

Τον πρωινό μου καφέ παρέα με τον εφτάχρονο γιό μου, που τρώει το πρωινό του αγουροξυπνημένος λίγο πριν το σχολείο.



Την βόλτα με τα ποδήλατα και την αίσθηση πως όσο ποδηλατώ, δεν θα γεράσω ποτέ.


Το ρακί με λίγο Τηνιακό τυράκι, στην στενή βεράντα που μετά βίας χωράει τρεις καρέκλες, αλλά, ξεχειλίζει από γέλιο και ανέκδοτα όταν έρχεται ο Βασίλης και καθόμαστε μέχρι τις τρεις το πρωί έτσι, χωρίς λόγο.

Την ατέλειωτη, ζαλισμένη απ' το πολύ κρασί μπουρδολογία με τον πιό παληό μου φίλο, τον Κώστα, που σχεδόν πάντα, θα καταλήξει σε ομηρικό καυγά.

Την ευγνωμοσύνη για όλα όσα έχουν έρθει έτσι, ώστε να έχω ζήσει όλα όσα έχω ζήσει και που τα θεωρώ πολύτιμα, ακριβώς, γιατί περνούν απαρατήρητα από το βρωμερό σου βλέμμα.


Το βραδυνό μου διάβασμα-βύθισμα στον κόσμο τού αληθινού πλούτου και της απόλυτης ανθρωπιάς, που νιώθεις πως ο συγγραφέας έχει βάλει σε κάθε λέξη που έχει διαλέξει και τοποθετήσει με προσοχή πάνω στο χαρτί.

Τη ζωή που νιώθω να κυλάει γύρω μου κάθε σιωπηλό πρωινό Κυριακής που κατεβαίνω στον φούρνο για να πάρω κρουασάν για να φάμε όλοι μαζί πρωινό.

Το πρωτοβρόχι που με λυτρώνει από τον κάματο της ζέστης και μοιάζει σαν το φυσικότερο adagio που παίζει η ίδια η αναπόφευκτη ζωή.

Το πεισματάρικο εκείνο πράσινο, που πάει και φυτρώνει σε χαραμάδες, σε λούκια και υδροροές, σε ρωγμές τοίχων, στο λιγοστό χωματάκι κάτω απ' τις ρόδες εγκαταλελειμμένων  αυτοκινήτων και που πάντα το θαυμάζω, γιατί μου υπογράφει πως τίποτε δεν είναι αδύνατον και κραυγάζει πως η ζωή είναι ένα ρέμα που δεν μπορεί να μην σε παρασύρει.


Τους φίλους που έχω, αλλά κυρίως, εκείνους που δεν ξέρω πως έχω και είναι εκεί μαζί μου και νιώθω την ανάσα τους και τον χτύπο της καρδιάς τους όταν διαβάζω τα γραφτά τους, που αχνίζουν από ζωντάνια μέσα στο ίντερνετ τόσο αληθινά, όσο δεν έχει αχνίσει ποτέ μέσα σου ούτε ο πόθος για το πιό ξεροψημένο παϊδάκι.

Την μουσική μου, που με κάνει φίλο με όλον τον κόσμο και ξεπλένει τη μέσα μου βρωμιά μ' έναν τρόπο που κανένα Μέγαρο Μουσικής δεν θα καταφέρει ποτέ να διώξει απο μέσα σου ούτε το ελάχιστο ίχνος αναλγησίας που σ' έχει πλημμυρίσει.

Το φως...

























Το νησί μέσα μου...

Τον Τσικνιά,
την Καστέλλα,
του Πολέμου τον Κάμπο,
την Λιβάδα,
το Μαντροκκλήσι,
τη Βαθή,
τα λευκά εξωκκλήσια,
τις μάντρες,
τον κάλαμο,
τον αέρα.,
τον αφρό της θάλασσας...